Γύρω από την μέριμνα – Αγίου Παισίου Βελιτσκόφσκυ.

1. Πρόσεξε, μοναχέ. Τόν νοῦ σου στούς πονηρούς καί ὕπουλους λογισμούς, πού σοῦ ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες. Καί νῆφε.

Οἱ πονηροί δαίμονες, ὅταν βλέπουν ἄνθρωπο, νά εἶναι χαρούμενος, νά κάνει μέ δάκρυα τήν προσευχή του καί νά ἀποκτάει ἀρετές, τοῦ φέρνουν στόν νοῦ ἔργα πού δεν γίνονται στό κελλί. Τοῦ λένε: «Αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο! Κύτταξε νά τό κάμμεις»! Σήμερα τοῦ παρουσιάζουν τό ἕνα, αὔριο τό ἄλλο‧ …τό δέκατο! «Πήγαινε καί ἐπισκέψου τόν ἀδελφό». «Πήγαινε ἐδῶ‧ …ἐκεῖ». Τοῦ ρίχνουν τήν σκέψη νά φροντίσει νά ἐφοδιασθῆ μέ πολλά φαγιά‧ μέ πράγματα ἐντελῶς περιττά. Καί γενικά τοῦ ὑποβάλλουν λογισμό γιά πολλά. Καί τόν κάνουν νά μή ἔχει ἡσυχία. Τόν γεμίζουν ταραχή.

Τό κάνουν, γιά νά μή τοῦ μένει καιρός γιά τό ἔργο τοῦ Θεοῦ‧ γιά νά μή μπορεί νά χορτάσει τή γλύκα τῶν δακρύων.

2. Ἔ λοιπόν, ἀγωνιστή μοναχέ, στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ! Ἰδέ τήν ἀπάτη τῶν πονηρῶν δαιμόνων. Κύτταζε, τί κάνουν. Για νά μή μπορέσουν, νά σέ ἀπατήσουν.

Εἶναι δυνατό, μέ τό ἕνα σου μάτι νά κυττάζεις τόν οὐρανό, καί μέ τό ἄλλο τήν γῆ; Κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν εἶναι δυνατό, ὁ ἄνθρωπος νά φροντίζει καί γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή του. Καί ὅπως μιά πηγή δέν μπορεῖ νά βγάζει στό ἴδιο σημεῖο καί πικρό νερό καί γλυκύ, ἔτσι δέν εἶναι δυνατό, ἕνας ἄνθρωπος, καί δοῦλος τοῦ Θεοῦ νά εἶναι, καί νά φροντίζει γιά τό σῶμα. Δέν εἶναι δυνατό, καί τόν μαμωνᾶ νά ὑπηρετεῖ, καί τόν Θεό νά εὐαρεστήσει. Καί δέν εἶναι δυνατό, γιατί: ἤ τόν ἕναν θά μισήσει, καί τόν ἄλλον θά ἀγαπήσει• ἤ, θά τήν πάθει, ὅπως τήν ἔπαθε ὁ δοῦλος, πού ὑπηρετοῦσε δύο κυρίους, καί δέν μπόρεσε νά συνεχίσει νά τούς ἀγαπάει καί τούς δύο (Ματθ. 6,24).

Ἔτσι καί ἐμεῖς δέν πρέπει νά θεωροῦμε αἰώνιο κανέναν ἄλλον (καί τίποτε ἄλλο!), παρά μόνο τόν ἀθάνατο δημιουργό μας. Αὐτόν πρέπει νά ὑπηρετοῦμε. Σ’ αὐτόν νά ἀφιερώνωμε τόν λίγο καιρό μας. Στά αἰώνια νά ἐλπίζωμε. Καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό, οἱ ἅγιοι πατέρες μεριμνοῦσαν μόνο γιά τό «σήμερον». Γιά τό «αὔριον», τήν φροντίδα τήν ἀνέθεταν στόν Θεό‧ γιά τό κάθε τί‧ γιά σῶμα καί ψυχή‧ καί Τόν παρακαλοῦσαν, νά προνοεῖ ᾿Εκεῖνος‧ καί γιά ὁλήκληρη τήν ζωή τους‧ καί γιά τήν κάθε ἐπί μέρους ἀνάγκη τους.

«᾿Επίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου‧ καί Αὐτός σέ διαθρέψει» (Ψαλμ. 54,23). Μόνο μέ Αὐτόν νά ἀσχολεῖσαι ἀδιαλείπτως. Αὐτός, νύχτα ἤ ἡμέρα, μᾶς ἀκούει. ᾿Ακούει ὅλους τούς ἐπικαλουμένους Αὐτόν. ᾿Ιδίως ὅμως ἀκούει ἐκείνους, πού προσεύχονται καί Τόν ἐπικαλοῦνται ἀδιαλείπτως.

3. Ὅταν ἐμεῖς φροντίζωμε γιά τόν ἑαυτό μας, δέν χρειάζεται νά φροντίζει ὁ Θεός γιά μᾶς. Ὅταν ἐμεῖς φροντίζωμε νά ἀπαλλασόμαστε μόνοι μας ἀπό τίς ἀρρώστιες μας, δέν χρειάζεται νά μᾶς θεραπεύει ὁ Θεός. Καί συνεπῶς, ὅταν ἔχωμε ἐλπίδα στά ἐπίγεια, παύομε νά ἔχωμε ἐλπίδα στόν Θεό καί στήν προσευχή. ῎Ας ἀφήσωμε λοιπόν στήν ἄκρη τήν κάθε μέριμνα, καί τότε θά ἔλθει μέσα μας ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, καί τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ‧ τότε θά φουντώσει μέσα μας ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς‧ τότε θά καθαρισθῆ καί θά φωτισθῆ ὁ νοῦς μας‧ καί θά γεμίσει ἡ ψυχή μας γλύκα‧ καί φόβο Θεοῦ.

Αντίθετα, ὅταν δεθοῦμε μέ περιττά ἐργόχειρα καί μέ ἄλλα μικροενδιαφέροντα, αὐτά θά τά λησμονήσωμε. Ναί• τότε θά λησμονήσωμε: καί τήν μνήμη τοῦ θανάτου‧ καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς μας θά σβήσει. Καί ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ μας θά σκοτισθῆ. Καί ἡ καλωσύνη καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θά φύγουν ἀπό τήν ψυχή μας. Καί, τό χειρότερο, θά φύγει καί αὐτή ἀπό τόν Θεό. Καί θά φταῖνε; Τό περιττό ἐργόχειρο. Καί οἱ μέριμνες.

Γι’ αὐτό λοιπόν συμφέρον μας εἶναι, νά ἀποθέσωμε τήν ἐλπίδα μας στόν Θεό‧ νά Τόν παρακαλέσωμε νά προνοεῖ Αὐτός γιά τήν ζωή μας. Καί τότε ἡ ζωή μας θά γίνει «τοῦ Κυρίου»‧ κατά τό ἀποστολικό λόγιο: «Εἴτε ζῶμεν, εἴτε ἀποθνήσκομεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14,8). Ὅταν ζοῦμε μέ ἐλπίδα στόν Θεό, θά γίνει αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος: «῾Ο πιστεύων εἰς ᾿Εμέ, κἄν ἀποθάνει, ζήσεται. Καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ᾿Εμέ, οὐ μή ἀποθάνει εἰς τόν αἰῶνα» (᾿Ιω. 11, 13 – 26).

Μά ἄν φροντίζωμε γιά τήν «αὔριον», ἄν μεριμνᾶμε γιά τίς ἀπολαύσεις, καί χάνωμε τόν λίγο χρόνο μας σ’ αὐτά, πότε θά μείνωμε ἐλεύθεροί γιά τό Θεό; Εἶναι φανερό, ὅτι θά Τόν ἀφήσωμε στήν ἄκρη. Καί θά ἐκπέσωμε ἀπό τήν ἀγάπη Του. Καί θά χάσωμε ὅλες τίς ἀρετές. ᾿Αλλά καί ὁ Ἴδιος θά μᾶς ἐγκαταλείψει. Καί θά στερηθοῦμε τῆς δόξης Του. Καί ἡ ζωή μας, ἐπειδή ἐστηρίζαμε τήν ἐλπίδα στόν ἑαυτό μας, θά καταντήσει: εἴτε ζοῦμε, εἴτε πεθαίνομε, γιά ἁμαρτία νά ζοῦμε, καί γιά αἰώνια κόλαση νά ζοῦμε, καί γιά αἰώνια κόλαση νά πεθαίνωμε.

4. Ας μή δενόμαστε λοιπόν λίγο-λίγο μέ τήν μέριμνα, πού εἶναι βουτηγμένη στήν ἀπώλεια. Γιατί διαφορετικά, καί τά ἐπίγεια ἀγαθά θά χάσωμε, καί τά ἐπουράνια δέν θά κληρονομήσωμε. Κάποτε ἀφήσαμε μιά γιά πάντα ὅλα τά ἐπίγεια‧ καί μαζί μ’ αὐτά, καί τό κοσμικό φρόνημα.

• Ας παραδώσωμε στήν λήθη, κάθε τί τό μαγευτικό στόν κόσμο.
• Ας καταφρονήσωμε κάθε τί τό γοητευτικό.
• Ας παραβλέψωμε τά πρόσκαιρα πράγματα τοῦ κόσμου τούτου.
• Ας σπεύσωμε κοντά στόν Κύριο.
• Ας τόν λατρεύωμε μέ φόβο νύχτα καί ἡμέρα.
• Ας γυμνωθοῦμε ἀπό τό κάθε τί τοῦ κόσμου τούτου.
• Ας ζήσωμε ἀμέριμνοι‧ σάν τά πουλάκια.

5. Ω μοναχέ. Δέν τά θεωρεῖς ὅλα τά τοῦ κόσμου μηδενικό; Πῶς λοιπόν κάθεσαι καί μεριμνᾶς γιά ἀνάγκες σωματικές; Ὅλα εἶναι φθαρτά. Καί ἔχουν τέλος. Καί ἡ εὐημερία τοῦ κόσμου τούτου, καί ἡ ἀνάπαυσή του, ματαιότης ματαιοτήτων εἶναι!

Ω μοναχέ! Τίποτε δέν εἶναι στόν καθένα μας τόσο ἀναγκαῖο καί τόσο ὠφέλιμο γιά τήν ψυχή του, ὅσο ὅτι ἀκόμη καί τό σῶμα μας πρέπει νά τό θεωροῦμε σάν κάτι ξένο‧ ἀφοῦ καί αὐτό εἶναι θνητό καί φθαρτό. ᾿Εκτός ἀπό τόν Θεό ἀθάνατη καί ἄφθαρτη εἶναι μόνο ἡ ψυχή μας. Καί γι’ αὐτό, ὅποιος ἀφιερώνεται ἀληθινά στόν Θεό, δέν μεριμνάει πιά γιά τήν σάρκα: μέ τί θά τήν θρέψει‧ καί μέ τί θά τήν ἐνδύσει. Δέν μαζεύει περιουσία καί ἀγαθά πολλά, ἀπό φόβο, μή τυχόν καί γίνει λιμός (=πεῖνα)! Δέν φοβεῖται τίποτε! Οὔτε μή καί τόν φάει θηρίο! Οὔτε μή καί τόν σκοτώσουν! Ὅλα αὐτά τά ἀφήνει (κατά τήν ἐντολή) στόν Θεό. ᾿Αφοῦ ᾿Εκεῖνον ἔχει καί βοηθό του καί σκεπαστή του.

Ὅποιος δέν «παραθέτει», (δηλαδή ὅποιος δέν ἐμπιστεύεται, τόσο στίς ἀπαραίτητες καθημερινές του ἀνάγκες, ὅσο καί στίς θλίψεις του), ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του στόν Θεό‧ ὅποιος δέν λέγει «ὅπως θέλει ὁ Θεός». – δέν θά σωθή. ᾿Ενῶ ἀντίθετα, ἐκεῖνος πού ὑπομένει τίς θλίψεις, καί ὅταν θυμᾶται τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς του, λίγο-λίγο θά γεμίζει χαρά‧ καί ὅταν θά ἔλθει ἡ ὥρα ἐκείνη, ἡ χαρά του θά γίνει ἀνεκλάλητη. Καί πεπληρωμένη.

Ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι‧ ὅταν ἔχωμε πληγές‧ ὅταν πλησιάζωμε στόν θάνατο, ἤ καί πεθαίνωμε‧ ὅταν, ὅ,τι καί ἄν μᾶς λείπει ἀπό τά ἀναγκαῖα, ὑπομένωμε‧ ὅταν δέν ἔχωμε κανέναν νά μᾶς ἐλεήσει‧ ἄν καί τότε εἰποῦμε: «ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο» (᾿Ιώβ 1,21), καί μόνο μέ τά λόγια μας αὐτά ντροπιάζεται καί νικιέται ὁ ἐχθρος μας ὁ διάβολος.

6. Νά περιμένεις ὥρα μέ-τήν ὥρα τό τέλος σου καί τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Καί νά λές:
– Πρέπει, κάτι νά κάμω καί ἐγώ γιά τήν ψυχή μου. Τό βράδυ μπορεί νά πεθάνω. Καί ὅταν ἔρχεται τό βράδυ, νά κάνεις τήν σκέψη:
– Μπορεῖ καί νά πεθάνω αὐτήν τήν νύχτα. Μπορεί καί νά ἔλθει αἰφνίδιος ὁ θάνατος. Ἤ ξύλο μέ χτυπάει. Ἤ τό σπίτι μου γκρεμίζει καί μέ πλακώνει. Ἤ γιά μιά στιγμή μοῦ κόβεται ἡ ἀναπνοή. Ὅπως ἐκπίπτει τό ἄνθος, ἔτσι θά πέσω καί ἐγώ. Καί ὅπως ξηραίνεται ὁ χόρτος, ἔτσι θά πεθάνω καί ἐγώ. Καί κανείς δέν θά μπορεῖ νά καταλάβει, ποῦ πῆγα!

Μόνο ὁ Θεός θά ξέρει, ποῦ θά βρεθῆς τότε! Γιατί μόνο ᾿Εκείνος κρίνει τόν καθένα μας κατά τά ἔργα του.
• ᾿Εκεῖ σοῦ ὁρίζω νά πᾶς!

Ἔτσί νά σκέπτεσαι κάθε ἡμέρα. Καί μή μεριμνᾶς γιά τίποτε. Μόνο γιά τίς ἁμαρτίες σου.

• Μόνο μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ ψυχή σου θά ἀποκτήσει ταπείνωση καί πένθος.
• Μόνο ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θά ἀρχίσει νά βλέπει τόν ἑαυτό του σάν ἕνα φοβερό ἁμαρτωλό.
• Μόνο ἔτσι θά ρέουν ἀδιάκοπα ἀπό τίς πηγές τῶν ματιῶν του δάκρυα.

Στίς διάφορες ἀνάγκες σου, στήν ἐνδυμασία, στά οἰκιακά σκεύη, στά πράγματά σου, νά εἶσαι ἁπλός, ταπεινός, μετρημένος. Ὄχι ἐπειδή δέν θά ἔχεις νά τά ἀγοράσεις, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι ταπεινώνεται ἡ ψυχή‧ καί δέν φεύγει ἀπό τόν Θεό. Καί εἶναι εὐχάριστο, τίς ἀρετές αὐτες νά τίς βρίσκεις γύρω σου παντοῦ. Προχώρει λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἡ συνείδήση σου νά μή σέ ἐλέγχει σέ τίποτε. Ὅποιος δέν τά καταφρονήσει ὅλα (καί πράγματα, καί δόξα, καί σωματική ἀνάπαυση καί τήν ἐπιθυμία νά τόν τιμοῦν σάν καλόν), δέν θά σωθῆ.

7. Ὤ ἄνθρωπε! Πρόσεχε τήν ψυχή σου. Μία τήν ἔχεις. Καί ἕνας εἶναι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς σου.

Και ἄγνωστο τό τέλος της, ὁ θάνατος. Καί ἀδιάβατη καί γεμάτη δαιμόνια, ἡ ἐναέρια ἄβυσσος. Καί τότε δέν θά εὕρεις κανέναν βοηθό σου, παρά μόνο τά καλά σου ἔργα. Πρόσεχε λοιπόν! Γιατί διαφορετικά θά μετανοήσεις καί θά κλαῖς στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες.

Προσεύχου ἀδιαλείπτως. Καί πέρναγε τίς ἡμέρες σου μέ προσοχή πρός σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου. Σχετικά μέ τίς σωματικές σου ἀνάγκες προνόησε, νά ἔχεις τά πιό ἀπαραίτητα. Μή ξεχνᾶς ποτέ, τήν ὑπόσεχεσή σου, τόν πρῶτο σου ζῆλο, γιά ἀδιάλειπτη προσευχή. ᾿Απόθεσε πᾶσαν τήν μέριμάν σου στόν Θεό. Καί ᾿Εκεῖνος θά μεριμνήσει γιά ὅλα: γιά τροφή• γιά ροῦχα•γιά τίς θλίψεις σου. Δείξε ἀνδρεῖο φρόνημα. Σάν νά ἤσουν ἄσαρκος.

Δέν τό ξέρεις, ταλαίπωρε, ὅτι: ὅσο οἱ ἅγιοι ἄφηναν κάθε ἀπασχόληση καί μέριμνα μέ τά τοῦ κόσμου τούτου, τόσο ὁ Θεός ἱκανοποιοῦσε τίς ἀνάγκες τους καί ἀναπλήρωνε τίς ἐλλείψεις τους; ᾿Εκεῖνοι, θησαυρό τους ἀνεξάντλητο εἶχαν τήν θεία βοήθεια.

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος μεριμνάει, ὁ Θεός τόν ξεχνάει.

8. Ὤ ἄνθρωπε.
• Νά τήν θυμᾶσαι τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου καί τήν αἰώνιο κόλαση.
• Νά τήν θυμᾶσαι τήν αἰώνια ζωή, τήν ἀπερίγραπτη ἐκείνη ὀμορφιά καί δόξα, πού ὁ Θεός ἑτοίμασε ἀπό αἰῶνες γιά ἐκείνους πού Τόν ἀγαποῦν‧ γιά τούς ἐκλεκτούς Του.
• Νά τά θυμᾶσαι τά χρόνια πού πέρασες, τά χρόνια τῆς ζωῆς σου, πού τά ἐσπατάλησες στήν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου. Μπορεῖς νά ξαναφέρεις, ἔστω καί μία ἡμέρα ἤ νύχτα; Ἔτσι, καί ἄν ἔλθει τό τέλος τῆς ζωῆς σου, ἄραγε θά μπορέσεις νά προσθέσεις (ἤ νά ζητήσεις νά σοῦ δοθῆ!) μία μόνο ἡμέρα, ἤ τοὐλάχιστον μία ὥρα, νά μετανοήσεις; Θά τό ποθοῦμε πολύ, νά ξαναβροῦμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας, πού ἐμεῖς τόν σπαταλήσαμε ἄθλια. Μά δέν θά τόν ξαναβροῦμε!

Ω, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀπάτη τῶν δαιμόνων!

9. Ας ἔχωμε λοιπόν νήψη. Ας καταφρονοῦμε τά πρόσκαιρα καί μάταια. Τό σῶμα, ὅταν πεινάει, ζητάει τροφή. Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί μέ τίς ἄλλες του ἀνάγκες. Μά ὅπως μιά σαπουνόφουσκα, πού πέφτει στό νερό, διαλύεται καί χάνεται, ἔτσι καί τό κάθε τι, πού ἐρχεται στόν κόσμο αὐτόν, ὑποδουλώνεται στήν φθορά!

Δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς Θεό καί μαμωνᾶ ταυτόχρονα.

Οἱ πονηροί δαίμονες μᾶς παρακολουθοῦν ἀνύστακτα, γιά νά μπορέσουν νά καταλάβουν, προς τά ποῦ γέρνουν οἱ κλίσεις μας καί οἱ ροπές μας‧ γιά νά ἀρχίσουν νά μᾶς σπρώχνουν, νά τίς κάμωμε ἔργο.

Πρῶτα ἐπισημαίνουν τήν ἁμαρτωλή μας ἐπιθυμία‧ καί μετά προσπαθοῦν νά μᾶς σκοτίσουν τόν νοῦ‧ καί μετά προσπαθοῦν νά μᾶς κάμουν ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα νά χάνωμε τζάμπα τόν πολύτιμο χρόνο μας. Τρυπώνουν κρυφά, σάν κλέφτες, στήν σκέψη μας. Καί μᾶς σπρώχνουν, νά ἀσχολούμεθα μέ πράγματα φθαρτά. Καί μᾶς κάνουν ἔτσι, νά ξεχνᾶμε τόν Θεό καί τήν ψυχή μας. Μᾶς ρίχνουν μάλιστα καί τήν σκέψη: «Αὐτό σοῦ χρειάζεται πολύ. Νά τό κάμεις. Γρήγορα. Σήμερα κι ὅλας. Τό πολύ αὔριο»! Μά ἄν τό ἐξετάσεις καλά, θά ἰδεῖς, ὅτι δέν σοῦ εἶναι καθόλου ἀπαραίτητο‧ ὅτι δέν σοῦ εἶναι πραγματικά χρήσιμο.

10. Ὄ ἄνθρωπε! Δῶσε λίγη προσοχή καί σ’ αὐτό! Καί θά πάρεις μεγάλη εὐλογία. Ακουσε τόν ἀπόστολο, πού λέγει: «᾿Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσσ. 5,17). «᾿Εν παντί καιρῷ‧ καί πάσῃ ὥρᾳ».

Θά ἔλεγε κανείς:
• Μά εἶναι δυνατό νά προσεύχεται κανείς ἀδιαλείπτως, καί μάλιστα ὅταν μετά ἀπό μία τόσο μακρά ἀκολουθία τό σῶμα γίνεται τόσο βαρύ;

Νά τό ξέρετε. Τά λόγια αὐτά τοῦ ἀποστόλου μᾶς λένε, ὅτι δέν πρέπει νά προσευχόμαστε μόνο, ὅταν στεκόμαστε σέ προσευχή στή ᾿Ιερά ᾿Ακολουθία. Μᾶς λένε, ὅτι ἔχομε χρέος νά προσευχόμαστε παντοῦ καί πάντοτε τό:
«Κύριε ’Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».

Μή περιμένετε νά ἔχετε γιά προσευχή μιά σταθερή χρονική στιγμή μέσα στόν χρόνο, στόν μήνα, στήν ἑβδομάδα. Μή ἐξαρτᾶτε τήν προσευχή σας ἀπό τόπους. Γιατί ὁ Θεός δέν παρουσιάζεται σέ τόπο καί σέ χρόνο, ἀλλά στόν νοῦ μας καί «ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας Αὐτοῦ».

Από το βιβλίο: Τα Κρίνα τοῦ Ἀγροῦ, του Αγίου Παισίου Βελιτσκοφσκι.

Ἔκδοση Ιερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Α’ έκδοση, Πρέβεζα 1996.

Μετάφραση:
† Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος.

• Τίτλος τοῦ πρωτοτύπου:
• Κρίνι σέλ’νιε ἤλη τσβετί πρεκράσνιε. ’Αρχιμανδρίτα Παΐσια Βελιτσκόβσκογο
• Μετάφραση ἀπό το ρωσσικό πρωτότυπο
• Ἡ μετάφραση ἔγινε ἐπί τῇ βάσει τοῦ κειμένου πού δίδει το περιοδικό: Πραβοσλάβναγια Ζίζν’ (Orthodox Life) 30, (1979)• τεύχη 350-354, σελ.3-34, 18-24, 21-28, 19-34, 23-34 ἀντιστοίχως•

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.