Για να μην «κουραστεί» η υπομονή – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

«Παναγία μου! Στο περιβόλι σου είμαστε. Παιδάκια σου είμαστε. Εσύ μας υποσχέθηκες πως και τροφός και ιατρός θα είσαι». Ε, τί να σας πω. Μια ειρήνη ήρθε στην καρδιά. Μια αίσθηση. Μια πληροφορία. Η ψυχή ησύχασε. Μέχρι να κάνω μερικά βήματα και το σώμα ηρέμησε και σε τέτοια κατάσταση δεν έφτασε ποτέ ξανά. Η ταχύτητα της αγάπης της. Δεν πρόλαβα να τη ζητήσω και ήρθε. Δεν πρόλαβα την προσευχή να τελειώσω και με παρηγόρησε.

Να σας πω, όταν ο γέροντάς μου, ο γέρο – Ιωσήφ ο Ησυχαστής είχε μεγάλο πόνο, είδε την Παναγία που κρατούσε τον Χριστό μικρούλι στην αγκαλιά Της. Του λέει του γέροντα: «Μην απελπίζεσαι. Γιατί απελπίζεσαι; Σε μένα έχε την ελπίδα σου». Τότε ο Χριστός άπλωσε το χεράκι Του και χάιδεψε το γέροντα. Έτσι είναι. Στον πόνο παρακάλα την Παναγία. Ξέρει από πόνο. Ζήτα από τον Κύριο όχι απαλλαγή, αλλά υπομονή. Και η Χάρη θα σε αγγίξει. Εάν δεν σε αγγίξει η Χάρη, η υπομονή σου θα «κουραστεί».

Αναπολώ τους πόνους που προσφέρονται για τα αγγίγματα της Χάριτος. Στην ευκολία αλητεύουμε. Στη δυσκολία τρέχουμε στην αγκαλιά της Μάνας μας, στην προστασία του Πατέρα μας. Να ξέρετε, η αληθινή χαρά είναι καρπός της λύπης. Τρέχει η λύπη με την προσευχή στον Χριστό. Την μεταποιεί σε χαρά και στη στέλνει πίσω. Τον Ιώβ πολύ τον αγαπώ. Για την πίστη του την αληθινή, την αρετή του την καθαρή και την υπομονή του την αγία. Μέσα στον κόπο ακούς και μέσα στον πόνο βλέπεις το Θεό. Άμα λες να πούμε «αχ, αχ, τι έπαθα, γιατί το έπαθα», δεν ακούς, δε βλέπεις τίποτα. Αν λες «Δόξα σοι ο Θεός», αντί για «αχ και γιατί», αρχίζεις να ακούς. Αν ξαναπείς «Δόξα σοι ο Θεός», αρχίζεις να βλέπεις. Η υπακοή στο θέλημά Του γίνεται δοξολογία και από τη δοξολογία βλέπεις τη δόξα Του!

Ενθυμούμαι μία αγία ψυχούλα, την γερόντισσα Μακρίνα. Σπάνιος άνθρωπος. Υψηλής, να πούμε, πνευματικής καταστάσεως. Ήταν ηγουμένη στο Πήλιο. Μέσα σε όλα τα αθλήματα της αγίας ζωής της, ήρθε να προστεθεί και η ασθένεια. Την περίοδο εκείνη ήταν στο μοναστήρι και μία αδελφή ασθενής, με δύσκολη, βαριά αρρώστια, η Παρθενία. Εε, τί να σας πω τώρα. Έκανα προσευχή και για τις δύο και έβλεπα μία την γερόντισσα πιο πάνω και μία την Παρθενία, ανάλογα με την υπομονή, την καρτερία και την δοξολογία στην ασθένεια.

Η ασθένεια παιδιά θέλει πίστη στο Θεό και υπακοή στο γιατρό. Βεβαίως και υπακοή στο γιατρό, γιατί πίσω από το γιατρό και μέσα στα φάρμακα ο Θεός κρύβεται. Η ασθένεια θέλει και ψυχή. Να ξέρετε η ψυχή κρατά το σώμα. Όταν με αξίωσε ο Θεός και πήγα στον Πανάγιο Τάφο και στο Σινά, με το ζόρι περπατούσα μέσα στο κελί μου. Ήθελα ώρα ολόκληρη να πάω από εδώ μέχρις εκεί. Τί κράτησε το σώμα σε τόση ορθοστασία και τόση οδοιπορία; Ο πόθος, η επιθυμία της ψυχής, η λαχτάρα της για τα Άγια προσκυνήματα.

Επαναστάτες λογισμοί.

Το 1933 που ήλθα, ο γέρο – Εφραίμ ήταν γεροντάκι πάνω από 80 ετών. Ίσως να πλησίαζε και τα 90. Τους άλλους δύο πατέρες τους είχα γνωρίσει από τη Θήβα και γι’ αυτό ήρθα εδώ. Αρχάριος εγώ. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω την υποτίμηση από την ταπείνωση. Ο γέροντας προσπαθούσε να με ανεβάσει και εγώ πίστευα ότι με έριχνε. Τίποτα δεν έβλεπε καλό. Όλα λάθος τα έκανα. Όλη μέρα μου φώναζε: «Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις. Τί ήρθες εδώ, να σε διακονήσουμε; Εάν περιμένετε πατέρες αυτός να μας γηροκομήσει, σωθήκατε. Ούτε να ζυμώσει δεν είναι άξιος. Από την πείνα θα πεθάνουμε στα γηρατειά μας». Τί να κάνω. Υπομονή έκανα. Θυμόμουν τη μητέρα μου. Το γέροντα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Έλεγα: «Τί θα έκανε η μητέρα μου; θα σιωπούσε. Θα προσευχόταν. Θα υπόμενε. Ε, κάτι ήξερε εκείνη. Ας κάνω κι εγώ το ίδιο.

Ήρθαν στιγμές δύσκολες. Επανάσταση στη διάνοια. Πώς να τα βάλεις με τόσους επαναστάτες λογισμούς; Όταν ο παππούς με έλεγε «κούτσουρο απελέκητο», εξεγειρόταν ο εγωισμός και φώναζαν οι λογισμοί: «Εσύ είσαι ξύλο απελέκητο που τελείωσες το Γυμνάσιο; Πού ήσουν το καμάρι των καθηγητών; Αυτός που δεν ξέρει καλά – καλά να διαβάζει είναι κούτσουρο». Βλέπεις ο λογισμός τί κάνει; Ανυψώνει εσένα και κατεβάζει τον άλλον. Και λες, μπορώ να του τα χτυπήσω. Να του τα κοπανίσω. Αλλά μετά έλεγα: «Το γέροντά σου θα προσβάλεις; Το γέροντά σου θα υποτιμήσεις; Στο γέροντα αν αντιμιλήσεις τον ουρανό τουφεκάς».

Να ξέρετε, ο αρχάριος έχει ζήλο, έχει διάθεση, αλλά δεν έχει εμπειρία. Εάν κάτι καταφέρει και δεν ταπεινωθεί, αλλά υπερηφανευτεί, κινδυνεύει. Έχω δει – και έχω στεναχωρηθεί – αρχάριο μοναχό να μιλά σα γέροντας και παπάς ολίγων ημερών να εκφράζεται σαν οικουμενική σύνοδος. Καταστάσεις επικίνδυνες και για εκείνους, αλλά και για την Εκκλησία. Εάν δεν τριφτεί το ρασάκι από το χρόνο και ο εγωισμός δε φθαρεί από την υπακοή και την ταπείνωση, θα δεις πράγματα οδυνηρά και πτώσεις δυνατές. Ο ζήλος χωρίς εμπειρία, επίγνωση, διάκριση, σε πάει στην ακρότητα. Εκεί πολλοί γκρεμοτσακίστηκαν. Έλεγα: «Καλύτερα στην ιδιοτροπία του γέροντα που με γυμνάζει, παρά στον γκρεμό που με κολάζει». Η ακρότητα σε βγάζει από την εσωτερική σταθερότητα. Πουθενά δε μπορείς να σταθείς. Τίποτα δε μπορείς να κάνεις. Κυρίως πουθενά δε θα αναπαυθείς.

Ενθυμούμαι, μια φορά που η θλίψη προσπαθούσε να εξαντλήσει την ψυχή μου, είχα καθίσει εκεί στη γωνία και προσπαθούσα να μη σκέφτομαι, αλλά να προσεύχομαι. Όταν σκεφτόμουν, ταραζόμουν˙ όταν προσευχόμουν, γαλήνευα. Μη νομίζεις ότι οι λογισμοί ήταν της μιας ώρας. Πέντε χρόνια μου έλεγαν «φύγε» και προσπαθούσαν να με παρασύρουν. Εκείνη την ώρα ένας μοναχός περνά, να από ‘δω, έξω από το ντουβαράκι, με βλέπει στεναχωρημένο και μου λέει «Τί περιμένεις; Να πεθάνεις; Μη σκας! Και άλλα τζάκια καπνίζουν στο Άγιον Όρος». Τότε βρήκε μια δύναμη, μια απόφαση και απάντησα: «Όχι, πάτερ. Μπορεί στο Άγιον Όρος πολλά τζάκια και καλά να καπνίζουν. Εμένα η Παναγία εδώ με έφερε και εδώ θα μείνω μέχρι το τέλος». Έτσι είπα και σηκώθηκα, όχι μόνο από το πεζούλι, αλλά και από την κατάσταση που είχα πέσει.

Στα πνευματικά χρειάζεται όχι θέλημα, αλλά θέληση και απόφαση ισχυρή. Το «εδώ θα μείνω» δεν το φώναξε ο εγωισμός, δεν το είπε ο λογισμός, αλλά η καρδιά μου. Ό,τι θέλει η καρδιά και επιθυμεί, εάν είναι και το θέλημά Του, το δίνει ο Χριστός. Δεν το είπα εκείνη την ώρα στον μοναχό που περνούσε, μα στον Χριστό. Και ζήτησα με την απόφασή μου και το έλεός Του και τη χάρη Του.

Στα ρηχά του συναισθήματος.

Τώρα θα μου πεις: «Σε άφησε ήσυχο ο λογισμός;» Όχι, βέβαια. Όταν ο ένας δεν μπορεί να κάνει δουλειά, φεύγει και στέλνει άλλον. Ο άλλος που ήρθε χτύπησε την πόρτα του συναισθήματος. Καλό το συναίσθημα, αλλά είναι, τρόπον τινά, ρηχό. Επιφάνεια χωρίς βάθος. Και σε αρρωσταίνει και εύκολα είναι ευάλωτο. Ήρθε λοιπόν και με χτύπησε σε ευαίσθητο σημείο. «Να δω τη μητέρα μου και ας ξεψυχήσω». Ερχόταν η μορφή της. Η ζεστασιά της. Η φροντίδα της. Η γλυκύτητα της φωνής της. Σηκώνομαι και τρέχω στην εκκλησία. Άμα καθίσεις στο λογισμό, σε παρέσυρε. Εδώ στο Άγιον Όρος, το χειμώνα, όταν βρέχει πολύ, το ρυάκι μπορεί σε ένα λεπτό να γίνει χείμαρρος. Περνάς γρήγορα, γιατί μετά μπορεί να σε πνίξει. Να σε πετάξει στη θάλασσα. Έτσι και ο λογισμός. Σηκώνομαι αμέσως. Τρέχω στην εκκλησία. Στέκομαι απέναντι στην Παναγία. «Από τη στιγμή που ήρθα, μάνα μου είσαι εσύ, Παναγία μου». Κόπηκε αμέσως ο λογισμός. Σαν να τον έκοψε μαχαίρι. Έφυγε τρέχοντας ο λογισμός και δεν ξαναγύρισε».

«Πώς ήταν τότε εδώ, γέροντα; Ήταν δύσκολα;», τον ρώτησε ο π. Εφραίμ.

«Δύσκολα, πολύ δύσκολα. Δεν ήταν μόνο η ιδιοτροπία των παππούδων, που δεν τους έβρισκες πουθενά. Ήταν και η πείνα. Τότε κάναμε ενάτη. Δηλαδή τίποτε δεν τρώγαμε μέχρι την ώρα του εσπερινού. Ξέρεις, δε λέω να μη νηστέψεις. Ο άνθρωπος, όμως, πρέπει να δυναμώσει. Μη σου πω πως το μυαλό του πεινασμένου δεν είναι ούτε στην προσευχή, ούτε στην ακολουθία, ούτε στη συμβουλή, παρά μόνο στο στομάχι του. Κι από κοντά ερχόταν και ο κόπος. Εάν δεν έχεις μέτρο, σε οδηγούν στην εξάντληση. Παραλίγο να πάθω κήλη. Πώς μετά θα διακονούσα τα γεροντάκια; Πώς θα έκανα τα διακονήματα; Τότε ο παπά – Σεραφείμ ο ηγούμενος του Αγίου Παύλου μου έδωσε έναν επίδεσμο – ο Θεός να τον αναπαύσει. Συνεχώς τον μνημονεύω. Ήρθε και η αγία Παρασκευή, μεγάλη η χάρη της, και με ανέπαυσε. Θέλει προσοχή και διάκριση.

Οι τρεις δασκάλες.

Ο ζήλος ψιθυρίζει στον αρχάριο: «Τρέξε, μπορείς με τη μία να φτάσεις στην κορυφή». Κάνει υπακοή ο αρχάριος στο ζήλό του, πιστεύει στις δυνάμεις του. Παίρνει φόρα και δε φτάνει ούτε στα μισά. Και μετά απογοητεύεται και αρχίζει να υποχωρεί ή και να κατρακυλά. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα στήριξη, καθοδήγηση, ένα μπούσουλα, να πούμε, στα πνευματικά. Ποιός να μου το δείξει; Παρακαλούσα τον Θεό. Τα γεροντάκια μας ήταν απλά. Δεν ήξεραν πολλά πράγματα. Εάν δεν έχεις περπατήσει μία στράτα, πώς να τη δείξεις στους άλλους; Εάν προσπαθήσεις να οδηγήσεις τους άλλους, όταν δεν ξέρεις το δρόμο, και εσύ χάθηκες και εκείνοι. Αυτό γνώριζαν, αυτό μας έδειξαν. Τί να κάνω; Τί μπορούσα να κάνω; «Υπακοή», έλεγα. Μεγάλη δασκάλα η υπακοή. Προσευχή˙ πρύτανης η προσευχή. υπομονή˙ καθηγήτρια η υπομονή.

Πήρα ένα μολυβάκι και έκανα πίνακα την πόρτα του κελιού μου. Ζωγράφισα έναν τάφο και τις τρεις μεγάλες δυσκολίες που θα με βοηθούσαν να θάψω τον παλαιό άνθρωπο. Υπακοή – Υπομονή – Ευχή. Έτσι έλεγε με το λογισμό. «Τί άλλο θέλεις; Αυτά σου αρκούν και αρκούν για να σωθείς». Είναι φορές που ρίχνω την ευθύνη στον πατέρα μου που δεν πρόκοψα, στο δάσκαλο που δεν μορφώθηκα, στον γέροντα που δεν αγίασα. Κύριε ελέησον! Εγώ έχω το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Εάν αυτοί έχουν, να πούμε, τριάντα οκάδες ευθύνης, εγώ έχω εβδομήντα. Σηκώνω την ευθύνη σημαίνει κάνω άρση του σταυρού. Εκείνος που έχει σταυρό έχει και Εσταυρωμένο. Να σας πω. Με την υπακοή μαλακώνει η καρδιά. Με την υπομονή ημερεύει ο λογισμός. Με την ευχή προσφέρεται ο άνθρωπος, ρίχνεται στο έλος του Θεού».

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.