Η φωνή της ιερωσύνης στον Αγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

«Γέροντα, πότε έγινε η κουρά σας;», ρώτησε ο Θοδωρής ο Θηβαίος.

«Έγινε έξι μήνες αφού ήρθα. Κανονικά έπρεπε μετά από ένα χρόνο. Έτσι θέλησε ο γέροντας. Μια μέρα μου είπε ότι θα πάω με τον π. Προκόπιο στη Μεγίστη Λαύρα. Ξέρετε, το σπιτάκι μας εκεί ανήκει. Το μοναστήρι στηρίχτηκε, υπολόγισε, να πούμε, το λόγο του γέροντα, έκανε οικονομία, και έδωσε ευλογία να γίνει όχι η μεγαλοσχημία μου, αλλά η ρασοευχή. Δ’ Κυριακή των Νηστειών, το 1934, έγινα μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Πήρα το όνομα του μακαρίτη του π. Λογγίνου που ήταν αγωνιστής και αρετής άνθρωπος. Δύο μέρες μετά την κουρά μου ο γέροντας, ο π. Εφραίμ, έφυγε για τον ουρανό. Ηλικιωμένος ήταν, κουρασμένος, και την πνευμονία δεν μπόρεσε να την ξεπεράσει. Τότε κατάλαβα τη βιασύνη του για την κουρά μου. Με είδα μοναχό και έφυγε. Ο Θεός να αναπαύσει την αγία του ψυχή.

Ο νέος γέροντας, ο παπά – Νικηφόρος, το 1935, ανήμερα του οσίου Εφραίμ, με έκειρε μεγαλόσχημο και μου έδωσε το όνομα του οσίου Εφραίμ και του γέροντά μας. Με τη δική του ευχή έγινα σύντομα, το 1936, και διάκος και παπάς. Η ιερωσύνη είναι άλλο ύψος. Είναι ιδιαίτερη χάρις. Φωτιά που καίει τα σωθικά σου. Είσαι σαν το ηφαίστειο που θέλει να βγάλει όλη αυτή τη φωτιά, όλο αυτό το φως, όλη αυτή τη θερμότητα, όλον αυτόν τον γλυκασμό, όλον αυτόν τον παράδεισο και να τον προσφέρει στους ανθρώπους. Ιερωσύνη είναι η ζώσα χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Δεν είναι μόνο αυτό που παίρνει από τον Χριστό ο παπάς. Είναι και αυτό που παίρνουν μέσω του παπά οι χριστιανοί. Ξέρεις τί είναι να αγγίζεις τον Θεό με τα χέρια σου; ξέρεις τί είναι;».

Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν σαν τα ρυάκια του Άθωνα. Το πρόσωπο φωτίστηκε. Η εμπειρία έγινε λόγος και ξεχείλισε από το άγιο στόμα.

«Κάθε φορά που φτάνεις εκεί, στην Αγία Τράπεζα, μη νομίζεις ότι είναι κοντά˙ είναι πολύ ψηλά. Κάθε φορά, λοιπόν, που ανεβαίνεις εκεί στέκεσαι με έκσταση και λες ως άλλος Ιωσήφ: «Ποίαις χερσί δε προσψαύσω, το σον ακήρατον σώμα;». «Με τί χέρια να σε αγγίξω; Με τί μάτια να σε δω; Πώς εγώ να σε γευτώ;». Μόνο με τη χάρη της ιερωσύνης μπορείς, αντέχεις, στέκεσαι. Πώς μπορείς εκείνη την ώρα να μην προσφέρεις την ψυχή, τη διάνοια, την προαίρεση, την επιθυμία, τη διάθεση, «την ζωήν άπασαν» σε Εκείνον που κομματιάζεται και σου προσφέρεται; Πώς να μη λιώσεις ενώπιόν Του; Την ώρα που παίρνεις «καιρό» νομίζεις πως από τη χαρά η καρδιά σου θα σπάσει. Την ώρα που φοράς τα «ιερά» σου νιώθεις πως η ψυχή θα τρυπήσει το στήθος και θα φύγει πανηγυρίζοντας και κραυγάζοντας δοξολογικά. Και μέσα στη Λειτουργία… Τί να σας πω. Πάει το στόμα σου και κολλά στην αγάπη σου, στον πόθο σου, στον Χριστό και του λες γλυκά – γλυκά μία – μία τις λεξούλες τις άγιες.

Να σας πω. Κάποτε λειτουργούσα στο γέρο – Ιωσήφ. Καθόταν ο γέροντας στο στασίδι του. Βγαίνω να ευλογήσω. Μου λέει ο λογισμός: «Είσαι εσύ άξιος να ευλογήσεις το γέρο – Ιωσήφ;» Και ακούω φωνή από το πετραχήλι: «Δεν ευλογείς εσύ. Εγώ ευλογώ». Ήταν η φωνή του Χριστού. Ναι, σας το λέω, η ιερωσύνη έχει, τρόπον τινά, τη φωνή του Χριστού. Όταν στεκόμουν μπροστά στην Αγία Τράπεζα, σκεπτόμουν τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Έτσι, να πούμε, θα ένιωθε τη στιγμή της Βάπτισης του Κυρίου». «Χαίρων τε και τρέμων άμα».

Εάν η χάρις της ιερωσύνης δεν σε ενθαρρύνει, ούτε να κουνηθείς, ούτε να ευλογήσεις, ούτε να κοινωνήσεις μπορείς. Με αυτή την Χάρη αντέχεις την αναμονή της Χάριτος. Δεν ξέρεις πότε θα έρθει η Χάρις. Περιμένεις. Μέσα σε αυτήν την αναμονή έχεις βρέξει με δάκρυα την Αγία Τράπεζα και έχεις πλύνει την ιερατική σου στολή. Και όταν έρθει, κλαις από χαρά και αγαλλίαση και ευχαριστία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο, υψηλότερη προσφορά στην ψυχή και στην ανθρωπότητα ολόκληρη, από μία θεία Λειτουργία. Μεγάλο μισθό παίρνει ο παπάς που μνημονεύει ονόματα, που τιμά τους αγίους και λατρεύει τον Θεό. Αυτό είναι θεία Λειτουργία.

Έχει μεγάλη ευθύνη ο παπάς. Να τον συμπονάτε. Να προσεύχεστε. Ο καθένας θα δώσει λόγο για τον εαυτό του. Ο παπάς και για το ποίμνιό του. Μεγάλη χάρη έχει, αλλά και μεγάλο σταυρό και μεγάλη ευθύνη. Έτσι πάνε αυτά. Ο Θεός τον τίμησε με την ιερωσύνη. Εάν και αυτός αγωνιστεί και την τιμήσει, πολλά θα δει, πολλά θα χαρεί και θα σωθεί και θα λειτουργεί στο επουράνιο θυσιαστήριο.

Ήρθε εδώ στο σπίτι μας παπάς από τον κόσμο και λειτούργησε. Τί δυσοσμία ήταν αυτή. Μέρες έκανα προσευχή να ξεβρωμίσει ο τόπος. Δεν μύριζε έτσι η θεία Λειτουργία. Όχι. Κύριε ελέησον! Αλλά η αναξιότητά του και η κατάστασή του. αυτά αποκαλύπτονται στη Λειτουργία. Όσο και να καλύπτεσαι κάτω από εκφράσεις, κινήσεις ψεύτικες, τόσο σε ξεσκεπάζει η Χάρις. Γι’ αυτό η θεία Λειτουργία είναι καθρέπτης της κατάστασης του παπά.

Αγάπη, δίψα, φως.

Πολλές φορές με ρωτούν: «Τον βλέπεις, γέροντα, το Χριστό στη θεία Λειτουργία;».

«Εμ, τον βλέπω, βρε παιδιά, ψέματα να πω, πώς να πω ψέματα;».

«Πώς τον βλέπεις, γέροντα;»

«Κύριε ελέησον, πώς Τον βλέπω; Όπως είναι, θυσιασμένος, τρυπημένος, ταπεινωμένος, λογχισμένος, καταματωμένος. Έτσι τον βλέπω. Με ρωτούν πως Τον βλέπεις και όχι γιατί Τον βλέπεις. Εδώ τώρα είναι, τρόπον τινά, η ουσία. Ποιος παπάς μπορεί να δει το Χριστό; Ή ο πολύ άγιος, που του ανοίγει τα μάτια της ψυχής η Χάρις, ή ο βαριά αμαρτωλός, για να μαζευτεί, για να συνετιστεί, για να μετανοήσει. Καταλάβατε γιατί τον βλέπω; Λέει ο Χριστός, θα σε αφήσω να δεις την Αγάπη μου, μπας και κάνεις κάτι για την καημένη την ψυχή σου, που τόσο έχεις αδικήσει, που τόσο έχεις σκορπίσει, που τόσο έχεις σκοτίσει. Την ψυχούλα σου την τυφλή που η παρακοή σου την τύφλωσε. Και μου τα λέει αυτά ο Κύριος με αυτά που μου δείχνει, και κάθομαι και εγώ ως άλλος Αδάμ απέναντι του παραδείσου και του φωνάζω:

«Ώ !!! Αγάπη, Θεϊκή αγάπη, άφες με να Σε πλησιάσω. Ώ!!! Δίψα, δίψα, γλυκειά μου δίψα, πότε θα Σε ξεδιψάσω; Ώ!!! Φως, φως προαιώνιον, γλυκύτατόν μου φως, γλυκύτατόν μου φως, φώτισον και εμένα το σκότος μου, διάλυσον, φως μου, την πώρωσίν μου, την σκοτοδίνην μου. Ώ!!! Φως, φως, φως, πότε θα σε ξαναδώ και πάλι; Καταλάβατε γιατί δεν μπορεί; Πώς να το πω, πώς να το εκφράσω, γιατί δεν αντέχει ο παπάς χωρίς Λειτουργία;

Χωρίς ανάσα.

Ενθυμούμαι, πριν από χρόνια, είχα πάει στη Νέα Σκήτη για θεία Λειτουργία. Γυρίζοντας, πήρε το καΐκι για να αποφύγω τον ανήφορο. Είδες, όταν πας να αποφύγεις τον κόπο, πέφτεις στην ταλαιπωρία. Ρώτησα τον καπετάνιο εάν θα πιάσει στα Καρούλια. Μου είπε ο χριστιανός, «Παπά, μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Ο καιρός θα το κανονίσει». Ο καιρός τα δυσκόλεψε τα πράγματα. Άρχισε θαλασσοταραχή. Είχα λειτουργήσει, είχε καταλύσει και ένιωθα ζαλάδα. Παναγία μου φώναζα, μην πάθω καμία ζημιά. Πάω στον καπετάνιο και του λέω:

«Σε παρακαλώ, δεν είμαι καλά. Δεν με κατεβάζεις στα Καρούλια;».

«Παπά, εάν πιάσουμε Καρούλια με τέτοια θάλασσα, και το καΐκι θα τσακιστεί στα βράχια και όλοι θα πνιγούμε. Στα Καυσοκαλύβια θα κατέβεις που απαγκιάζει το μέρος».

Εε! Δεν άντεξα. Μέσα μου προκαλούσα με σπαραγμό την Παναγία. Του βάζω μία φωνή. Τί να σας πω, δεν ξέρω αν έχω φωνάξει έτσι στη ζωή μου.

«Τώρα στρίψε το τιμόνι».

Εκείνος ο καημένος τα έχασε.

«Το κρίμα στο λαιμό σου», μου λέει.

Δεν πρόλαβε, βρε παιδιά, να τελειώσει τη φράση του και η θάλασσα έγινε λάδι. Την ώρα που κατέβαινα μου λέει:

«Εσύ παπά μεγάλο Άγιο έχεις».

«Η Παναγία, η Παναγία βοήθησε». Ξέρετε, εάν πάθαινα καμία ζημιά, ο κανόνας ήταν σαράντα μέρες να μη λειτουργήσω. Ποιός το άντεχε αυτό; Να μου έκοβες την ανάσα καλύτερα, παρά να αποχωριστώ το Φως, την πνοή της Χάριτος, τον παράδεισο. Να πέθαινα καλύτερα, να πνιγόμουν, παρά να στερηθώ τη Λειτουργία. Τώρα δεν μπορώ να λειτουργώ. Δεν βλέπω και καλά. Λειτουργούν τα αγγελουδάκια μου. Ήμουν εγώ άξιος να έχω τέτοια παιδάκια; Ο παπά – Ιωσήφ, που έχει το όνομα του γέρο – Ιωσήφ και ο παπά – Εφραίμ, που έχει το όνομα του Αγίου μας. Πάω και εγώ προσκυνώ την Αγία Τράπεζα, τα εικονίσματα και ακούω τα λογάκια. Πόσο χαίρομαι, πόσο χαίρομαι. Ξέρεις τί είναι να ακούς «Ευλογημένη η Βασιλεία…» Τι χαρά είναι αυτή. πάντως τόσα χρόνια, τόσες Λειτουργίες που έκανα καθημερινά σε αυτό το σπιτάκι και την Λειτουργία, παιδί μου, δεν την χόρτασα. Χορταίνεται ο Χριστός;

Ήρθαν εδώ και ιερείς να λειτουργήσουν και μοσχοβόλησαν και οι βράχοι. Δόξα σοι ο Θεός! Άμα τη ζήσεις τη Λειτουργία, έχει φαγητό πολύ και καλό για μέρες πολλές. Κάποιοι μπαίνουν και χάνουν και αυτό που έχουν. Γι’ αυτό λέει και το Γεροντικό ότι πολλοί αββάδες μετά το «Δι’ ευχών» έτρεχαν στο κελί τους για να μη χάσουν στη συναναστροφή, στη συζήτηση, ό,τι πήραν στη λατρεία.

Πρότεινα, όταν ήμουν νέος παπάς, στα γεροντάκια της περιοχής να σταματήσουν τη φιλοξενία, να κόψουν τα κεράσματα μετά τη θεία Λειτουργία. Εκείνοι στενοχωρήθηκαν και αντέδρασαν. Με έπιασε και μένα το αρβανίτικο. Φεύγει αυτό; Δε φεύγει. Είχα λογισμούς. Έπεσα, παρακάλεσα τους αγίους. «Αγία μου Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, άγιέ μου Βασίλειε, άγιε Θεόδωρε, πρεσβεύσατε. Βοηθήστε με και μένα». Και οι άγιοι πήραν από τον Χριστό την ειρήνη και ήρθαν και με σκέπασαν, όπως η μάνα το παιδί. Τρεις μέρες είχα την αίσθηση της παρουσίας της Παναγίας, σαν δώδεκα ετών κοριτσάκι. Να μη φτάσεις στη δυσανασχέτηση. Δεν είναι καλή σύμβουλος. Θα σε πάει σε χειρότερες, σε σκληρότερες καταστάσεις.

Ενθυμούμαι, κάποτε ήρθαν στο γέρο – Ιωσήφ κάποιοι μοναχοί. Είχαν άρνηση να κάνουν υπακοή στο μοναχικό πρόγραμμα. Στο γέροντα, εάν δεν του έκανες υπακοή, σε συγχωρούσε. Καλύτερα όμως να τον σκότωνες παρά να έκανες παρακοή στο πρόγραμμα. Τότε δυσανασχέτησε. Ξέρετε τί έγινε; Είδε τον Εσταυρωμένο και τον έλεγξε για την συμπεριφορά του. Ο γέροντας αισθάνθηκε το λάθος του. Μετανόησε, προσευχήθηκε και ειρήνευσε. Και όλα τακτοποιήθηκαν. Να οικονομούμε τον άλλον. Εκεί θα φανεί το βάθος, τρόπον τινά, και το βάρος της πνευματικής μας εργασίας. Μετά από αυτό ξέρετε τί έλεγε ο γέροντας; «Προσέχετε τεκνία Χριστού. Προσέχετε μη σκληρύνεσθε. Όπου σκληρότης υπερηφάνεια, εκεί παρακοή και τα σκάνδαλα». Όταν το έλεγε αυτό ο γέροντας, ερχόταν στο λογισμό μου ο Αββάς Ποιμένας. Κάποτε τον επισκέφθηκαν κάποιοι γέροντες και τον ρώτησαν: «Αν δούμε τους αδελφούς να νυστάζουν, πιστεύεις ότι πρέπει να τους ξυπνήσουμε για να προσέχουν την αγρυπνία;». Εκείνος ο μακάριος τους απάντησε:

«Δεν ξέρω. Δεν είμαι ικανός να σας συμβουλέψω. Αν με ρωτάτε τί θα έκανα εγώ, αν έβλεπα τον αδελφό να νυστάζει ή να κοιμάται στην ακολουθία, σας λέω ότι θα έβαζα το κεφάλι του στα γόνατά μου για να τον ξεκουράσω…».

Εκεί που ο Χριστός προσφέρεται…

Να σας πω και κάτι άλλο για τη θεία Λειτουργία. Ο γέρο Ιωσήφ και ο π. Αρσένιος στα πρώτά τους βήματα στην καλογερική, γνώρισαν τον παπά – Δανιήλ, έναν έγκλειστο ησυχαστή, που ζούσε σαν άγγελος στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου. Ο παπά – Δανιήλ είχε την καθημερινή θεία Λειτουργία. Τον ξελειτουργούσε ο υποτακτικός του, ένα αγγελάκι, ο π. Αντώνιος. Αυτοί, παιδί μου, ζούσαν με μία χούφτα παξιμάδι και με τη Θεία Κοινωνία. Όταν συνδέθηκε μαζί του, μπήκε στο πρόγραμμά τους η Λειτουργία. Εισήγαγε, τρόπον τινά, τη θεία Λειτουργία στη ζωή τους. Τότε κατάλαβαν την διαφορά. Τότες ένιωσαν πως, ό,τι και να κάνεις, αγρυπνία, νηστεία, προσευχή, εάν δεν τα περάσεις μέσα από τη Λειτουργία, τίποτε δεν γίνεται. Είναι να πούμε η βάση, είναι το θεμέλιο. Χωρίς αυτήν χτίζεις στην άμμο. Εκεί που ο Χριστός προσφέρεται, πας και Του προσφέρεις και εσύ την αγάπη σου. Έτσι είναι, στην αγάπη Του την αγάπη σου. Ό,τι κάνεις πνευματικό είναι, να πούμε, ένα έγγραφο.

Στη θεία Λειτουργία μπαίνει η υπογραφή. Και τί υπογραφή! Με αίμα θεϊκό. Και η σφραγίδα, και το έγγραφό σου, και ο αγώνάς σου αποκτά υπόσταση και η ζωή σου αξία και γνησιότητα. Ενθυμούμαι τον γέρο – Ιωσήφ που έλεγε ότι παρακαλούσε τον παπά – Δανιήλ να τους πει ένα λόγο και εκείνος απαντούσε: «Τα είπαμε όλα με τη θεία Λειτουργία. Τί άλλο να πούμε;». Με τη Λειτουργία όλα τα λες, όλα τα βλέπεις, όλα τα ζεις και γι’ αυτό τίποτα άλλο δεν θέλεις. Όταν ο γέρο – Ιωσήφ επέμενε, ο παπά – Δανιήλ απαντούσε: «Η Αγία Συγκλητική λέγει, το λυχνάρι φωτίζει, αλλά τα χείλη του τα καίει».

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.