«Δεν αξίζει να μιλάμε γι’ αυτόν»
«ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΑ κάποτε: “Είδες καμμιά φορά τον πειρασμό;. Και μου είπε: “Δεν του αξίζει να μιλάμε γι’αύτον. Απαξιούσε να μιλά για δαιμονικές παρουσίες. “Είναι απαίσιος, μου λέει, “και είναι και φοβιτσιάρης. Του λέω: “Εγώ ακούω, αισθάνομαι ότι είναι τολμηρός. “Όχι, μου λέει, “είναι μυρμηγκολέων. Έτσι το λένε οι Πατέρες. Αν του δώσεις δικαιώματα και τον φοβηθείς, γίνεται λιοντάρι, αν αγωνιστείς με ταπείνωση και ζητάς την δύναμη του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και των Αγίων, τότε είναι ένα μυρμήγκι. Του κάνεις μιά έτσι- κι έκανε την κίνηση, όταν πατάμε κατά λάθος ένα μυρμήγκι- και τον διαλύεις. Γι’ αυτό να αδιαφορείς. Κι αν γίνει και κάποια αμαρτία, γρήγορα στην εξομολόγηση, χωρίς πολλά λόγια.»
«Διά βίου να προσεύχομαι»
«ΜΕ ΤΟΝ Γέροντα αισθανόσουν ότι ήταν ένας άνθρωπος που παρακολουθούσε την πορεία σου και σε εκπαίδευε, αλλά χωρίς να σου λέει και πολλά πολλά. Μου έλεγε:
“Μέχρι να πεθάνεις, θα προσεύχεσαι και θα λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρισέ μου πραότητα, ταπείνωση και απλότητα». Μέχρι να πεθάνεις. Του έλεγα: “Εγώ είμαι νέος. Εγκράτεια;. Και μου λέει: “Αυτά τα τρία, που είπα, θα ζητάς. Τα άλλα είναι πιο δύσκολα. Πραότητα, ταπείνωση, απλότητα.
Θεωρώ πολύ σημαντικό, ο Γέροντάς σου, ο πνευματικός σου, ο εξομολόγος σου να διακρίνει, τι είναι το πρωτεύον και τι είναι το δευτερεύον. Και αισθάνθηκα ότι σ’ αυτόν τον άνθρωπο ήμουν γυμνός και τετραχηλισμένος, και έτσι μπορούσε αυτός να διακρίνει, τι είναι το πρωτεύον σ’ εμένα και τι είναι το δευτερεύον. Το λέω αυτό εν σχέση με τίς προηγούμενες αρετές, που δυστυχώς απουσιάζουν και απουσιάζουν από μένα και τίς εντόπισε αυτός και με έβαλε διά βίου να προσεύχομαι “Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρισέ μου πραότητα, ταπείνωση, απλότητα. Δηλαδή, είναι πολύ σημαντικό να είσαι ένα νέο παιδί, είκοσι-είκοσι πέντε χρόνων, και να σου μάθει τόσο καλά τους στόχους σου.»
Άλλα είναι τα ουσιώδη
«ΟΤΑΝ ΤΟΥ έλεγα: “Να περάσω κανένα μάθημα, έλεγε: “Καλά, αυτό είναι έγνοια της καθημερινότητας, άλλα είναι τα ουσιώδη.»
Τα ξέρει απ’ έξω
«ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΝΑΜΕ την ανάγνωση όλων των Ακολουθιών, αυτός τι έκανε; Έλεγε κανένα “δι’ ευχών, έκανε μιά παύση, για να φύγει ο κόσμος, και μέναμε μόνοι μας σε έναν απέραντα φωταγωγημένο ναό. Αισθανόσουν, δηλαδή, ότι είχε μιά λαμπρά τελετή μέσα στον ναό. Ουδέποτε υπήρχε μισοσκόταδο, δηλαδή αυτά τα κατανυκτικά, που ανακαλύψαμε αργότερα εμείς οι νεοκαλόγεροι. Μπορεί να έκανε δουλειές, παρακολουθούσε όμως, και το καταλάβαινες ότι παρακολουθούσε: αν παρέλειπες μιά λέξη, αμέσως σε διόρθωνε ενώ περπατούσε. Κι έλεγες, τα ξέρει απ’ έξω όλα. Πώς να μην τα μάθεις απ’ έξω, όταν τα διαβάζεις όλα αυτά κάθε μέρα είτε έχεις είτε δεν έχεις βοηθό; Όπως προχωρούσαν οι ώρες, από τίς 8:00 μέχρι το βράδυ και μετά προς τις 10:00-11:00, αυτός έμενε μέσα στο Ιερό. Ουδέποτε διάβαζε μαζί μας στο ψαλτήρι. Ακόμα και μόνος μου να ήμουν, δεν ερχόταν εκεί, έμενε μέσα στο Ιερό και προσευχόταν. Και τα άκουε όλα.»
Μεγάλη κατάνυξη
«ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΤΙΓΜΕΣ, που ερχόταν σε κατάνυξη μεγάλη και τον άκουγα να κλαίει, είχε και φορές που τον άκουγα να γελά. Μιά φορά, με κάποιον, κάναμε ο ένας στον άλλο ένα πείραγμα, ένα λογοπαίγνιο, αλλά τόσο χαμηλόφωνα, που μόνο οι δυο μας το ακούγαμε. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ ακούσουμε ένα ακατάσχετο γέλιο του Γέροντα μέσα στο Ιερό, γι’ αυτό που εμείς κάναμε απ’ έξω μυστικά. Και τα διορθώματα επίσης των λαθών τα έκανε από το Ιερό. Όταν έβγαινε έξω, έβλεπες έναν άνθρωπο αλλοιωμένο να βγαίνει από την πόρτα του Ιερού, και να είναι βρεγμένα τα μάγουλά του, τα γένια του, να είναι μυσταγωγημένος. Νόμιζες ότι κατέβαινε ένας άνθρωπος από πάνω, αυτό αισθανόσουν. Ήταν τόσο συγκλονιστική η στιγμή, που έλεγες: “Τώρα, πώς θα βγει ο Γέροντας από εκεί μέσα;. Τίς περισσότερες φορές έβγαινε πάρα πολύ κατανενυγμένος και δακρύβρεκτος. Ήταν πάρα πολύ ωραίο περιβάλλον, δηλαδή, και αυτό εντός του ναού, και αυτό που ακολουθούσε αργότερα, με την τράπεζα.
Τίς περισσότερες φορές ήταν κλίμα χαράς. Αν θέλαμε, όμως, να ρωτήσουμε κάτι πνευματικό ή αν ο ίδιος ήταν σε μιά έξαρση πνευματική, ήταν η καταλληλότερη στιγμή εκείνη, όταν βγαίναμε έξω στην τράπεζα, να μάθουμε διάφορα περιστατικά από την ζωή του. Αυτά τα έλεγε και τα ξανάλεγε, αλλά ήταν σπάνιες αυτές οι στιγμές. Ήταν στιγμές, που μπορούσες να «ξεγελάσεις» τον Γέροντα, να τον βγάλεις από τα όρια που είχε θέσει ο ίδιος στον εαυτό του, τα καλογερικά, τα αυστηρά, τα προσωπικά, που δεν αφορούν στην δημοσιότητα.
Όταν τελείωνε η Ακολουθία κι εμείς ήμαστε στο ψαλτήρι, εκείνος έκανε την Απόλυση με το πετραχήλι από την Ωραία Πύλη και μας έλεγε το έξης: “Τα άγια γράμματα, παιδιά μου, που διαβάσατε, να σας φωτίζουν τον δρόμο σας πάσας τας ημέρας της ζωής σας.» [1]
Τα άγια και ιερά γράμματα
«ΤΑ ΑΓΙΑ και ιερά γράμματα που διαβάσατε…». Είχε έναν απέραντο σεβασμό σ’ αυτά τα γράμματα, είτε του Ψαλτηρίου, είτε των Λειτουργικών Βιβλίων, είτε του Ωρολογίου του Μεγάλου, των Ωρών, των τριών Ακολουθιών, στο τέλος, όλα για τον Γέροντα ήταν ιερά και άγια γράμματα, φωτιστικά.
Κάποτε, του είπα: “Γέροντα, καλά, όταν είμαστε εμείς, ξέρω ότι υπάρχει μιά βοήθεια, είμαστε δύο-τρείς. Όταν είσαι μόνος σου και τώρα που μεγαλώνεις – σιγά-σιγά είχε και απώλεια οράσεως-, γιατί δεν κάνεις τίς Ακολουθίες με κομποσχοίνι;. “Ά, μου έλεγε, δεν μ’ αρέσει. Όχι ότι δεν μ’ αρέσει το κομποσχοίνι, όταν είμαι κουρασμένος το κάνω με κομποσχοίνι. Όταν όμως δεν έχω κούραση, όταν δεν έχω βγει από το νοσοκομείο, τότε γιατί να μην τα διαβάσω, να τ’ ακούω με τα’ αυτιά μου, να τα δω με τα μάτια μου ξανά τα ιερά γράμματα;. Ήταν μεγάλη ή απόλαυση που είχε απ’ αυτά τα ιερά γράμματα. Και το πρωί, έκανε συνήθως Λειτουργία. Είχε μέσα στην εβδομάδα τρείς Λειτουργίες. Άλλα τα Σαρανταλείτουργα, που έκανε.»
Δεν σου επέτρεπε να κρίνεις
«ΟΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, ο Μιχάλης ο Χατζηγεωργίου -ήταν δάσκαλος στο Θησείο- είπε: “Πόσο άλλαξαν τα παιδιά, Γέροντα, είναι διαβολάκια, συνεχώς κάνουν φασαρία. Έχουν αγριέψει. “Παναγία μου, Παναγία μου! Γιατί να πεις ότι έχουν αγριέψει τα παιδιά; Γιατί να πεις αυτό το πράγμα;. Ήταν έτοιμος να κλάψει. Δεν μπορούσε ν’ ακούσει αρνητική κριτική. Δεν σου επέτρεπε να κρίνεις καθόλου, καθόλου. Ήταν πάρα πολύ αυστηρός. Στον δε εαυτό του είχε βάλει επιτίμιο, να μην κάνει ούτε καλές κρίσεις. Κάποτε είπαμε: “Άγιος άνθρωπος ο Γερο-Παΐσιος, άγιος άνθρωπος ο Γερο-Πορφύριος και είπε: “Αυτό να μην το λέτε, μην το ξαναπείτε. Τους εκτιμούσε πολύ, αλλά “μην το λέτε, αυτό δεν τους βοηθάει, μας έλεγε.
Λέγαμε, ο τάδε είναι καλός. Του είπα μια φορά: Είπες να μην κάνω κρίσεις, αλλά αυτή είναι καλή κρίση. Και μου είπε: “Ένας που κάνει εύκολα κρίσεις, εύκολα θα κατακρίνει. Δεν πρέπει να συνηθίσει η ψυχή του στην κρίση.» [1]
Ή δρόσος
«ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ, το οποίο μου έκανε εντύπωση, ήταν όταν κάποτε μου είπε: “Ήρθεν η δρόσος τού Αγίου Πνεύματος. “Τι είναι η δρόσος; ρώτησα. “Είναι ένα αεράκι, λέει, “και δεν είναι αεράκι. Δεν ήταν αυτό από την φύση, αυτό ήταν από άλλη φύση. Ήτο από το Άγιον Πνεύμα, από άλλον κόσμο. Πότε έρχεται πολύ, πότε έρχεται λίγο. Ελάχιστες φορές έχει φύγει. Ξέχασα να σου πω, πως ήταν οι πόνοι της λέπρας. Ήταν σαν μιά σιδεροχτενιά, να σου την βάζουν εδώ από πίσω και να σου τραβάνε τις σάρκες. Αυτό το πράγμα δεν το έζησες ποτέ και δεν θέλω να το ζήσεις. Να σου τραβάνε τις σάρκες, σου λέω, κάτω, κάτω, κάτω, να μπαίνει η σιδεροχτενιά μέσα στις σάρκες και να σου τις τραβάνε και να λες: ρίξε τις σάρκες να τελειώνουμε. Φαντάσου, τι πόνος! Ήταν η μόνη φορά, που μου περιέγραψε τον πόνο. “Αυτό είναι μαρτύριο, μου λέει. “Και σύ, Γέροντα, τι έκανες;», λέω. “Έκανα προσευχή. Και μετά άρχισα να σκέπτομαι αυτόν τον καλό λογισμό: μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση, μεγάλη συμμετοχή στα Πάθη του Κυρίου.
Και μετά τον καλό λογισμό, ήρθεν η δρόσος του Αγίου Πνεύματος, ο καρπός δηλαδή. Αλλά, πριν απ’ όλα, την ώρα του πόνου, ποιος ήρθε; Ό διάβολος. Ήταν πολλοί, δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί, μικροί, μικροί, μικροί, γύρω από το κρεββάτι. Έκαναν να έρθουν πάνω μου, για να με φοβίσουν, και έκανα πίσω. Αλλά αυτός είναι ανόητος. Αν δεν ήταν, θα είχε προσκυνήσει τον Χριστό. Αυτός φοβάται τον Θεό και θέλει να φοβίσει τους ανθρώπους. Ήθελε να με φοβίσει, να χάσω την πίστη μου, να χάσω το κουράγιο μου. Φαντάσου! Να σου έχουν πει ότι είσαι λεπρός, να νοιώθεις σε όλο το δέρμα σου, σ’ όλη την ωμοπλάτη σου μια σιδεροχτενιά να σε ξεσκίζει, όπως το μαρτύριο του Αγίου Χαραλάμπη, και από την άλλη να βλέπεις και τον διάβολο. Να βλέπεις και τον σατανά τριγύρω σου να σε φοβίζει. Αμέσως μετά έκανε προσευχή, έκανε και τον καλό λογισμό, άρχισε την ευχαριστία και φύγανε αμέσως. Και ήρθε η δρόσος του Αγίου Πνεύματος.
Εδώ έχουμε μια κλασσική καταγραφή, πώς λειτουργεί ο πόνος στον άνθρωπο, ως απελπισία, αλλά και ως δοξολογία. Πώς εργάζεται ο σατανάς την ώρα του πόνου, που φθάνει ο άνθρωπος στην απελπισία και ο νους μας, αν τον κρατήσουμε εκείνη την ώρα σε δοξαστική στάση και ευχαριστιακή, προκαλεί την χάρι.
Με αυτή την δοξαστική και ευχαριστιακή στάση του νοός του οδηγήθηκε στο Άγιον Πνεύμα, στην δρόσο του Αγίου Πνεύματος, στο αεράκι του Αγίου Πνεύματος. Ήταν μιά πολύ δυνατή στιγμή στον Γέροντα. Από τότε ήρθε η χαρά. Μετά την δρόσο, ήρθε η χαρά.»
Όλα τελείως φυσικά
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ εξέφραζε μια θεολογία, μετάβαση από τον πόνο στην χαρά, μέσα από τις ιερές Ακολουθίες. Εγώ τον θαύμαζα. Και όλ’ αυτά εν κρυπτώ. Απέφευγε να βάζει κανόνες. Δεν έβαζε επίσης, προγράμματα. Όσες φορές του έλεγα: “Πες μου κάτι να κάνω, μου έλεγε: “Ό,τι θέλεις να κάνεις, ό,τι θέλεις να κάνεις. Αυτή η χαρά του Γερο-Ευμένιου ήταν ένα πανηγύρι. Ήταν είς βάρος της λογικής, της τρεχούσης λογικής, ιδιαιτέρως της τρεχούσης θρησκευτικής λογικής. Πιο πολύ μπορούσε να κατανοήση τον Γέροντα και ν’ αναπαυθεί ένας κοσμικός άνθρωπος, παρά ένας θρησκευτικός άνθρωπος. Δηλαδή, η Θεία Λειτουργία και ο τρόπος που λειτουργούσε, ο τρόπος που περπατούσε και ο τρόπος που μιλούσε, δεν ήταν “θρησκευτικός. Δεν υπήρχε, δηλαδή, κανένα ίχνος ευσεβισμού. Ήταν όλα τόσο φυσικά στον Γέροντα, που προσέφερε στον Θεό τον φυσικό εαυτό του, όπως ήταν. Άλλοι τον έκριναν, αυτός δεν έκρινε ποτέ του κανέναν.» [Νεόφυτος, Μητροπολίτης Μόρφου]
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
