Άκρα επιείκεια
«ΕΛΕΓΕ Ο πατήρ Ευμένιος, ότι εμείς οι ιερείς πρέπει να τηρούμε την άκρα επιείκεια. Ό κόσμος δεν είναι κακός, δεν θέλει έλεγχο και δικαστήριο, θέλει συμπαράσταση και καλοσύνη. Ό επιεικέστερος όλων είναι ο Χριστός.» [π. Στέφανος Νταλιάνης]
Πώς να κατανοηθεί;
«ΓΙΑ ΝΑ κατανοηθεί ο άνθρωπος αυτός, το κλειδί είναι, νομίζω, η παντελής έλλειψη φαντασίας που είχε.
Μάθαινε ότι κάποιος πέθαινε, χαιρόταν, γέλαγε. Μάθαινε ότι κάποια γέννησε, χαιρόταν. Μάθαινε ότι κάποιος αρρώστησε, χαιρόταν. “Δόξα σοι ο Θεός, έλεγε. Μάθαινε ότι κάποιος έκλεψε, έλεγε: “Αχ, ο καημένος, έκλεψε και γέλαγε. Μάθαινε ότι κάποιος χώρισε, έλεγε: “Γιατί χώρισε, μα δεν έκανε λίγο υπομονή; και πάλι γελούσε.
Πολλές φορές, αυτά φαίνονταν ακατανόητα, αλλά αυτή ήταν η αλήθεια. Η πραγματικότητα γι’ αυτόν ήταν μόνο η εκκλησία, ο Χριστός, η Θεία Λειτουργία και το τώρα. Έλεγε: “Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν. Αυτό ζούσε. Μου έλεγε: “Σπίτια ήθελε ο Κύριος; Όχι. Αυτοκίνητα ήθελε ο Κύριος; Όχι. Πάντα όσα ήθέλησε, έποίησεν ο Κύριος, γιατί να στενοχωριέσαι για τα άλλα, Βαγγέλη;.» [π. Ευάγγελος Παπανικολάου]
Η αγάπη στέκεται διαφορετικά
«ΜΙΑ ΦΟΡΑ που τον επισκεφθήκαμε, είμαστε μια παρέα από παιδιά, κάναμε τα συνηθισμένα, τον Εσπερινό μας. Ύστερα, εκείνος ετοίμασε την τράπεζα. “Ελάτε να σας κεράσω, λέει. Πήγαμε εκεί, καθήσαμε. Κάποιο παιδί είπε: “Γέροντα, είμαστε λίγο άτακτοι στην ζωή μας, μας χρειάζεται να μας δώσετε ξύλο. Κι εκείνος είπε: “Όχι, όχι, δεν κάνει να δίνουμε ξύλο. “Γέροντα, πρέπει, για να βάλουμε λίγο μυαλό, του είπαμε. “Όχι, όχι, δεν κάνει να δίνουμε ξύλο, γιατί να δίνουμε ξύλο; είπε εκείνος. “Από αγάπη, Γέροντα, για να διορθωθούμε, επιμέναμε. “Όχι, η αγάπη ποτέ δεν δίνει ξύλο. Η αγάπη πάντοτε στέκεται διαφορετικά. Εξ άλλου ξύλο δίνουν στους κακούς. Εμείς είμαστε καλοί, Δεν είμαστε καλοί; Καλοί είμαστε όλοι. Θα δίνουμε ξύλο; έλεγε και γελούσε.» [π. Ευμένιος, ιερομόναχος από την Λάρνακα]
«Άγιος είναι ο Πατριάρχης μας»
«ΕΝΑ ΑΛΛΟ παιδί, που έγινε μετά παπάς, ρώτησε τον πατέρα Ευμένιο για τον Πατριάρχη. Υπήρχαν κάποιες αντιδράσεις τότε, υπήρχε ένα ζήτημα. Έγραψαν κάποιοι Αγιορείτες μια επιστολή στον Πατριάρχη για κάποια συνάντηση με τους παπικούς και διεμαρτύροντο. Και έλεγαν τα παιδιά στον πατέρα Ευμένιο: “Γέροντα, ποια η γνώμη σας γι’ αυτό το θέμα;. Λέει: “Δεν είναι δικό μου θέμα. Ήταν πολύ προσεκτικός ο Γέροντας. Απέφευγε επιμελώς ν’ ασχοληθεί με πράγματα που σκανδάλιζαν, που πιθανόν να ήταν φιλοκατήγορα. Δεν του άρεσε να ασχολείται με σχόλια, κουτσομπολιά, κατηγορίες κατά ιερωμένων καθόλου. Διότι, από τις εξομολογήσεις και όλα αυτά, που έζησα κοντά στον Γέροντα, κατάλαβα ότι, όταν ο άνθρωπος είναι ιεροκατήγορος, η χάρις του Θεού δεν αγγίζει την καρδία του και, όταν αδικεί έναν κληρικό ή έναν Πατριάρχη, όσο και να προσπαθεί να νηστεύει και να κάνει μετάνοιες, η χάρις του Θεού δεν έρχεται. Και ο Γέροντας αυτά τα ζούσε, ήταν πολύ προσεκτικός.
Μάλιστα, μου έλεγε κάποτε ο Αριστείδης, όταν πήγε στο Άγιον Όρος, του έλεγε: “Αριστείδη, θ’ ακούς πολλά, αλλά δεν θα λες τίποτε. Θα σου λένε: “Έτσι πρέπει να γίνει, δεν θα εκφέρεις γνώμη. Ό Γέροντας άκουγε, χαμογελούσε, αλλά ουδέποτε διατύπωνε κρίση. Ήταν πολύ διακριτικός και προσεκτικός.
Εκεί, λοιπόν, τον ερώτησε το παιδί και του λέει: “Γέροντα, ποια η γνώμη σου γι’ αυτό το θέμα;. Και λέει: “Δεν είναι θέματα δικά μου αυτά, εγώ δεν καταλαβαίνω απ’αυτά. Είναι πράγματα δικά τους, δεν είναι δικά μου. Τί ξέρω εγώ; Εγώ δεν μπορώ να πω τίποτε. Και του λένε: “Γέροντα, κάποιοι Αγιορείτες έχουν κόψει το μνημόσυνο στον Πατριάρχη, τον Δημήτριο. “Κακώς το έχουν κόψει το μνημόσυνο, είπε. Για το μνημόσυνο αμέσως απάντησε. “Γιατί το έχουν κόψει; Καλός δεν είναι ο Πατριάρχης μας;. Έμεινε σκεφτικός, το βλέμμα του έμεινε συγκεντρωμένο κάπου και επανέλαβε: “Άγιος είναι, γιατί να μη τον μνημονεύουν; Όχι, όχι, δεν είναι κακός Πατριάρχης. Για να μη μνημονεύεις Πατριάρχη, πρέπει να είναι αιρετικός, ενώ ο Πατριάρχης μας είναι ορθοδοξώτατος. Άγιος είναι ο Πατριάρχης μας. Λάθος, όχι, πρέπει να μνημονεύεται ο Πατριάρχης μας. Κι αμέσως άλλαξε κουβέντα και δεν άφησε να προχωρήσει το θέμα.» [π. Ευμένιος, ιερομόναχος από την Λάρνακα]
«Κύριε Ιησού Χριστέ, δώριζέ μου ταπείνωση, πραότητα, απλότητα»
«ΜΙΑ ΦΟΡΑ, όταν ρώτησα τον Γέροντα, πώς να προσεύχομαι, μου είπε: “Να παρακαλάς τον Θεό να σου δώσει ταπείνωση, πραότητα, απλότητα· δηλαδή θα λες: Κύριε Ιησού Χριστέ, δώρισέ μου ταπείνωση, πραότητα, απλότητα. Αυτά που βλέπαμε στον Γέροντα, δηλαδή. Αυτά, που είχε ο ίδιος, ήθελε να παρακαλούμε τον Θεό να τα αποκτήσουμε. Ταπείνωση, πραότητα, απλότητα. Ή ταπείνωση είναι αυτή, που στερεώνει την αγάπη μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, η απλότητα είναι ιδίωμα του Θεού. Η πραότητα είναι μεγάλη αρετή. Η πραότητα είναι αυτή, που διατηρεί την κατάνυξη μέσα στην ψυχή του ανθρώπου.
Θυμάμαι πάντοτε, όταν πηγαίναμε στον Γέροντα στις εξομολογήσεις, σαν νέα παιδιά που ήμαστε, μας καθοδηγούσε. Όταν ήμουν φοιτητής, ήθελα πάρα πολύ να αγιογραφώ και μου είχε βάλει κανόνα να μην αγιογραφώ. “Να μην αγιογραφείς τώρα, μου λέει. “Τώρα θέλω μόνο να διαβάζεις. Όταν τελειώσεις, θα έχεις χρόνο να αγιογραφείς όσο θέλεις. Και έβαζε μια ιεράρχηση στην ζωή. Κι έτσι μας προφύλασσε από τον πειρασμό τον εκ δεξιών.» [π. Ευμένιος, ιερομόναχος από την Λάρνακα]
«Άκου, Άγιος εγώ…»
«ΠΗΓΑΝ ΜΙΑ φορά στον Γέροντα Ευμένιο τέσσερεις γυναίκες – ήμουν κι εγώ εκεί στο ψαλτήρι. Και του λέει η μία: “Γέροντα, ήρθαμε να σε δούμε. Μας είπαν ότι είσαι Άγιος. Και ενώ ο Γέροντας ήταν στην αρχή χαμογελαστός, μόλις το άκουσε αυτό πειράχτηκε, θύμωσε και τις έδιωξε. “Φύγετε από ’δω. Εγώ είμαι Άγιος; Βγείτε έξω. Και τις έδιωξε. Εγώ φοβήθηκα. ‘Ο Γέροντας όμως, μετά που τις έδιωξε έκλεισε τις πόρτες και πήγε ευθεία μέσα στο Ιερό. Και τον άκουγα να μονολογεί: “Άκου, τι λένε. Εγώ είμαι Άγιος; Αν είναι έτσι οι Άγιοι, χαθήκαμε. Άκου, εγώ ο τιποτένιος. Είμαι Άγιος εγώ; Τίποτε δεν είμαι. Οι Άγιοι είναι άνθρωποι φτασμένοι, που δεν μπορώ στο τόσο να τους μοιάσω. Εγώ είμαι Άγιος;. Κι έκλαιγε. Όταν άκουγε ότι κάποιος είπε κάτι, που δεν ήταν καλό γι’ αυτόν, έλεγε: “Πολύ καλό, πολύ καλό, χα, χα, χα. Του άρεσε. Δεν του άρεσε, όμως, επ’ ουδενί λόγω, να λένε κάτι καλό γι’ αυτόν και να τον επαινούν.» [π. Ευμένιος, ιερομόναχος από την Λάρνακα]
Διακριτική βοήθεια στους εξομολογουμένους
«Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ευμένιος, όποτε μας εξομολογούσε, δεν έλεγε τίποτε. Μόνο άκουγε και διάβαζε ευχή. Όταν είχε κάτι να πει εκ Θεού, τότε μόνο μίλαγε. Όταν δεν είχε κάτι να πει, δεν μιλούσε.
Ξέρετε πόσοι πέρασαν από’ κεί, πονεμένοι, λυπημένοι, από τον χώρο που εξομολογούσε στο Λοιμωδών Νόσων; Πάρα πολλοί και θυμάμαι ότι περνούσαν και πολλοί, που είχαν ψυχολογικά προβλήματα. Και ο Γέροντας είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να δίνει θάρρος και να τους βοηθάει. Πάρα πολλοί πήγαιναν και έλεγαν: “Εγώ δεν έχω ελπίδα και τέτοια πράγματα.
Και ο Γέροντας έλεγε: “Πολύ καλά είσαι, πολύ καλά σε βλέπω. Πολύ καλά, πολύ καλά. Και ο άλλος ντρεπόταν. ‘Ο Γέροντας τους ανάγκαζε, με τον τρόπο του, να ανυψωθούν, να ανορθωθούν, που ήταν πεσμένοι ψυχολογικά, και να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους, για να πορευθούν σωστά.
Αυτό μου έμεινε από τον Γέροντα Ευμένιο και το θυμάμαι πάντοτε. Όταν δω άνθρωπο, που έρχεται να εξομολογηθεί και έχει κάποια προβλήματα, του λέω: “Πολύ καλά σε βλέπω. Κι αμέσως βλέπεις τον άλλον να ανυψώνεται.» [π. Ευμένιος, ιερομόναχος από την Λάρνακα]
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
