Η πρώτη άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 μ.Χ. αποτελεί μία από τις πιο μελανές και δραματικές σελίδες της μεσαιωνικής ιστορίας. Η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η «Συμβασιλεύουσα», βρέθηκε στο έλεος Σαρακηνών πειρατών, βιώνοντας μια άνευ προηγουμένου καταστροφή. Το χρονικό αυτής της αιματηρής επιδρομής συγκλόνισε τον βυζαντινό κόσμο:
29 Ιουλίου 904: Η Μαύρη Μέρα της «Συμβασιλεύουσας»
Ο εγκέφαλος της επιθέσεως δεν ήταν κάποιος Άραβας στρατηγός, αλλά ο Λέων ο Τριπολίτης (γνωστός στις αραβικές πηγές ως Rashīq al-Wardāmī). Γεννημένος ως Χριστιανός στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας, αιχμαλωτίστηκε σε νεαρή ηλικία από Άραβες, ασπάστηκε το Ισλάμ και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ικανούς, αδίστακτους και φοβερούς ναυαρχούς του Χαλιφάτου των Αββασιδών.
Το καλοκαίρι του 904, ο Λέων απέπλευσε από τη Συρία με έναν πανίσχυρο στόλο 54 μεγάλων πολεμικών πλοίων. Αρχικός του στόχος ήταν η ίδια η Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως διαπίστωσε ότι η πρωτεύουσα ήταν βαρά οχυρωμένη και έτοιμη να αμυνθεί, άλλαξε ρότα και κινήθηκε αστραπιαία προς τον ανυποψίαστο γεωγραφικό και οικονομικό πνεύμονα της Μακεδονίας: τη Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη διέθετε ισχυρά χερσαία τείχη, αλλά η άμυνα από την πλευρά της θάλασσας (ο Θερμαϊκός Κόλπος) ήταν το ευάλωτο σημείο της. Τα θαλάσσια τείχη ήταν χαμηλά και παραμελημένα, καθώς κανείς δεν πίστευε ότι μια ναυτική δύναμη θα μπορούσε να διεισδύσει τόσο βαθιά και να επιτεθεί.
Όταν έφτασε το μήνυμα ότι ο πειρατικός στόλος πλησιάζει, επικράτησε πανικός. Ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός έστειλε εσπευσμένα αξιωματούχους να οργανώσουν την άμυνα, όμως η βυζαντινή ηγεσία αναλώθηκε σε τραγικά λάθη και διαφωνίες:
Ο πρώτος απεσταλμένος, ο Πετρωνάς, άρχισε να κατασκευάζει ένα υποβρύχιο φράγμα από πέτρες (porporella) στο λιμάνι για να εμποδίσει τα πλοία. Ο αντικαταστάτης του, ο στρατηγός Λέων Χιτζιλάκης, σταμάτησε το έργο αυτό, θεωρώντας προτιμότερο να υψώσει τα θαλάσσια τείχη. Ένας τρίτος στρατηγός, ο Νικήτας, έφτασε για να βοηθήσει, αλλά κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, το άλογο του Χιτζιλάκη αφηνίασε, ρίχνοντάς τον κάτω και τραυματίζοντάς τον σοβαρά, με αποτέλεσμα η πόλη να μείνει ουσιαστικά χωρίς ενιαία στρατιωτική διοίκηση την πιο κρίσιμη στιγμή.
Ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίστηκε στον Θερμαϊκό και οι πειρατές επιχείρησαν αρχικά να ανέβουν στα τείχη με σκάλες, αλλά αποκρούστηκαν από τους Θεσσαλονικείς που τους έριχναν πέτρες και βέλη.
Τότε, ο Λέων ο Τριπολίτης εφάρμοσε ένα ευφυές αλλά διαβολικό σχέδιο: έδεσε τα πλοία του ανά δύο και τοποθέτησε στις κατάμαρτες ξύλινους πύργους, ψηλότερους από τα θαλάσσια τείχη της πόλης. Από αυτούς τους πλωτούς πύργους, οι ελεύθεροι σκοπευτές του άρχισαν να πνίγουν τους αμυνόμενους στα βέλη και στο «υγρό πυρ», αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν.
Το ξημέρωμα της 29ης Ιουλίου 904, οι Σαρακηνοί παραβίασαν τις πύλες των θαλάσσιων τειχών και ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης.
Ακολούθησε μια εβδομάδα απόλυτου τρόμου. Οι πειρατές έσφαζαν αδιακρίτως άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Πολλοί κάτοικοι ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου προσπαθώντας να βγουν από τις χερσαίες πύλες που είχαν φράξει από το πλήθος. Σύμφωνα με τις πηγές, περίπου 5.000 Βυζαντινοί έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της σφαγής.
Το πραγματικό κέρδος για τους Σαρακηνούς, ωστόσο, ήταν οι αιχμάλωτοι. 22.000 νέοι και νέες της Θεσσαλονίκης δέθηκαν με αλυσίδες και στοιβάχτηκαν στα πλοία για να πουληθούν ως σκλάβοι στα μεγάλα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης (που τότε τελούσε υπό αραβική κατοχή) και της Ανατολής. Οι πειρατές αποχώρησαν φορτωμένοι με χρυσό, ασήμι, εκκλησιαστικά κειμήλια και 60 καταληφθέντα βυζαντινά πλοία.
Η κύρια πηγή μας για την καταστροφή είναι το έργο «Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης» του Ιωάννη Καμινιάτη, ενός ντόπιου κληρικού που αιχμαλωτίστηκε μαζί με την οικογένειά του. Ο Καμινιάτης περιγράφει με συγκλονιστική λεπτομέρεια τις φρικαλεότητες, τις άθλιες συνθήκες στα πλοία των πειρατών και τη μετέπειτα διαδικασία εξαγοράς και ανταλλαγής αιχμαλώτων.
Η άλωση του 904 ανάγκασε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να αναδιοργανώσει ριζικά το ναυτικό της, οδηγώντας τελικά, μερικές δεκαετίες αργότερα (961 μ.Χ.), στην ανακατάληψη της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά και στην εξάρθρωση των σαρακηνών πειρατών στο Αιγαίο.
Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 904, ο Λέων ο Τριπολίτης συνέχισε για αρκετά χρόνια την έντονη και καταστροφική του δράση στις θάλασσες της Μεσογείου ως ναύαρχος του Χαλιφάτου, αποτελώντας τον φόβο και τον τρόμο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Ο Τριπολίτης, σε συνεργασία με έναν άλλον εξωμότη ναύαρχο, τον Δαμιανό της Ταρσού, κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα κατά του βυζαντινού στόλου. Αντιμετώπισε ανοιχτά της Χίου τον Βυζαντινό ναύαρχο Ημέριο —ο οποίος επέστρεφε από μια αποτυχημένη εκστρατεία για την ανακατάληψη της Κρήτης— και κατέστρεψε ολοσχερώς τα πλοία του (912).
Το τέλος της κυριαρχίας του ήρθε περίπου δέκα χρόνια αργότερα (921/922 μ.Χ.). Ο βυζαντινός στόλος, υπό την ηγεσία του έμπειρου πατρικίου και δρουγγάριου Ιωάννη Ραδινού, παγίδευσε και αντιμετώπισε τον στόλο του Τριπολίτη στα νερά της Λήμνου. Η ναυμαχία εξελίχθηκε σε θρίαμβο για τους Βυζαντινούς, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των πλοίων των Σαρακηνών καταστράφηκε.
Κατά τη διάρκεια της καταστροφικής αυτής ναυμαχίας στη Λήμνο, ο Λέων ο Τριπολίτης κατάφερε οριακά να διαφύγει, εγκαταλείποντας τη ναυαρχίδα του. Μετά από αυτό το γεγονός, το όνομά του εξαφανίζεται εντελώς από τις ιστορικές πηγές και τα χρονικά της εποχής. Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες πληροφορίες για το πότε, πού ή πώς πέθανε, αφήνοντας την τελική του μοίρα στο σκοτάδι της ιστορίας.
Πηγές:
Πρωτογενείς Πηγές (Κείμενο και Μεταφράσεις)
Ιωάννης Καμινιάτης, Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης
Ελληνική έκδοση: Gertrud Böhlig (επιμ.), Ioannis Caminiatae de expugnatione Thessalonicae, Corpus Fontium Historiae Byzantinae (CFHB) 4, Berlin: De Gruyter, 1973. (Η εγκυρότερη κριτική έκδοση του κειμένου).
Νεοελληνική μετάφραση: Ιωάννης Καμινιάτης, Στην άλωση της Θεσσαλονίκης, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Γεώργιος Δ. Τσάρας, Θεσσαλονίκη: εκδ. Κυριακίδη, 1987.
Αγγλική μετάφραση: David Frendo & Athanasios Fotiou (μετάφρ. & σχολιασμός), John Kaminiates: The Capture of Thessaloniki, Byzantina Australiensia 12, Perth, 2000.
Ελληνική Βιβλιογραφία & Ειδικές Μελέτες
Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ. – 1983, Θεσσαλονίκη, 1983. (Προσφέρει το γενικότερο ιστορικό και τοπογραφικό πλαίσιο της πόλης).
Κορρές, Θεόδωρος, «Η άλωση της Θεσσαλονίκης (904)», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄ (Βυζαντινός Ελληνισμός: Μεσοβυζαντινοί Χρόνοι), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979.
Λουγγής, Τηλέμαχος Κ., Δοκίμιο για την κοινωνική εξέλιξη στη διάρκεια των λεγόμενων “σκοτεινών αιώνων” (602-867), Αθήνα, 1985. (Χρήσιμο για το υπόβαθρο της οργάνωσης των θεμάτων και της άμυνας πριν το 904).
Χριστοφιλοπούλου, Αικατερίνη, Βυζαντινή Ιστορία, Β΄1 (610-1081), Αθήνα, 1993. (Περιλαμβάνει ανάλυση της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού και των αραβικών επιδρομών).
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία & Ιστορικό Πλαίσιο
Kazhdan, Alexander, “Some Questions Addressed to the Scholars who Believe in the Authenticity of John Kaminiates’ Capture of Thessalonica”, Byzantinische Zeitschrift 91 (1998), σσ. 301–314.
Treadgold, Warren, The Byzantine Revival, 773–942, Stanford University Press, 1988. (Εξαιρετική ανάλυση των στρατιωτικών και ναυτικών επιχειρήσεων της εποχής).
Miles, George C., “Byzantium and the Arabs: Relations in Crete and the Aegean Area”, Dumbarton Oaks Papers 18 (1964), σσ. 1–32. (Αναλύει τη δράση των Σαρακηνών πειρατών στο Αιγαίο).
Fazzo, Vittorio, “La cattura di Salonicco (904) nel racconto di Giovanni Caminiate”, Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici 5 (1968), σσ. 103-111.
Τοπογραφία και Οχυρώσεις της Θεσσαλονίκης
Για να κατανοήσει κανείς πώς έγινε η άλωση από τη θάλασσα (καθώς το παραθαλάσσιο τείχος ήταν χαμηλό), πολύ χρήσιμα είναι τα έργα για τα τείχη της πόλης:
Παπαζώτος, Θανάσης, Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη: Οικιστική οργάνωση (4ος-14ος αι.), Αθήνα, 1997.
Velenis, Georgios, Thiseas-Thessaloniki: The Fortifications, Θεσσαλονίκη, 1998.
