Από τη Στείρωση στην Ευλογία! Η Ωδή της Άννας, μητέρας του Προφήτου Σαμουήλ.

Βασιλειών Α΄ Κεφάλαιο Α΄(1)

Στίχ. 1-8. Το προσκύνημα της οικογένειας του Ελκανά στη Σηλώ. Η θλίψη της άτεκνης Άννας.

1Υπήρχε κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από την πόλη Αρμαθαίμ της περιοχής Σιφά, που βρισκόταν στην ορεινή χώρα της φυλής του Εφραίμ˙ αυτός ονομαζόταν Ελκανά. Ήταν γιος του Ιερεμεήλ, εγγονός του Ηλιού και δισέγγονος του Θοκέ, ο οποίος καταγόταν από τη Νασίβ της φυλής του Εφραίμ.
2 Ο Ελκανά είχε δύο γυναίκες. Το όνομα της μιας ήταν Άννα και το όνομα της άλλης Φεννάνα. Η Φεννάνα είχε αποκτήσει παιδιά, η Άννα όμως δεν είχε γεννήσει κανένα παιδί.
3 Κάθε χρόνο ο άνθρωπος αυτός ανέβαινε από την πόλη το την Αρμαθαίμ στην πόλη Σηλώ, όπου βρισκόταν ο τόπος της λατρείας του Θεού, για να προσκυνήσει και να προσφέρει θυσίες στον Κύριο, τον Θεό Σαβαώθ, τον Κύριο των Δυνάμεων. Εκεί στη Σηλώ την εποχή εκείνη ήταν αρχιερέας ο Ηλί και ιερείς που πρόσφεραν τις θυσίες στον Κύριο, ήταν οι δύο γιοί του, ο Οφνί και ο Φινεές.
4 Όταν έφθασε η ημέρα να προσφέρει ο Ελκανά την καθιερωμένη ειρηνική θυσία του, αφού πρόσφερε τη θυσία του, έδωσε στη γυναίκα του Φεννάνα και στα παιδιά της τα αντίστοιχα μερίδια από τη θυσία.
5 Στην Άννα όμως έδωσε μόνο ένα μερίδιο, διότι αυτή δεν είχε αποκτήσει κανένα παιδί. Παρόλα αυτά ο Ελκανά αγαπούσε την Άννα περισσότερο από την άλλη. Όμως ο Κύριος την είχε κάνει στείρα.
6 Και επειδή η Άννα έβλεπε ότι η Φεννάνα είχε παιδιά πονούσε ακόμη περισσότερο που δεν της έδωσε ο Κύριος παιδί. Κι από τη θλίψη της αυτή ήταν περίλυπη και σκυθρωπή. Ήταν διαρκώς μελαγχολική και θλιμμένη γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή δηλαδή ο Κύριος την έκανε στείρα και δεν της έδινε παιδί.
7 Αυτό συνέβαινε κάθε χρόνο, όταν ανέβαινε με τον Ελκανά στον τόπο της λατρείας του Κυρίου. Ήταν πάντοτε μελαγχολική, έκλαιγε και δεν έτρωγε.
8 Της είπε κάποτε ο άνδρας της ο Ελκανά: «Άννα»! Κι εκείνη του αποκρίθηκε: «Ορίστε, εδώ είμαι, κύριε. Σε ακούω». Κι εκείνος της είπε: «Τί σου συμβαίνει; Γιατί κλαίς; Γιατί δεν τρως; Και γιατί είναι πληγωμένη η καρδιά σου; Δεν αξίζω εγώ για σένα περισσότερο από δέκα παιδιά;».

1 ΑΝΘΡΩΠΟΣ ήν εξ Αρμαθαίμ Σιφά, εξ όρους Εφραίμ, και όνομα αυτώ Ελκανά υιός Ιερεμεήλ υιού Ηλιού υιού Θοκέ εν Νασίβ Εφραίμ.
2 και τούτω δύο γυναίκες, όνομα τη μιά Άννα, και όνομα τη δευτέρα Φεννάνα, και ήν τη Φεννάνα παιδία, και τη Άννα ουκ ήν παιδίον.
3 και ανέβαινεν ο άνθρωπος εξ ημερών εις ημέρας εκ πόλεως αυτού εξ Αρμαθαίμ προσκυνείν και θύειν Κυρίω τω Θεώ Σαβαώθ εις Σηλώ, και εκεί Ηλί και οι δύο υιοί αυτού Οφνί και Φινεές ιερείς του Κυρίου.
4 και εγενήθη ημέρα και έθυσεν Ελκανά και έδωκε τη Φεννάνα, γυναικί αυτού, και τοις υιοίς αυτής μερίδας,
5 και τη Άννα έδωκε μερίδα μίαν, ότι ουκ ήν αυτή παιδίον, πλήν ότι την Άνναν ηγάπα Ελκανά υπέρ ταύτην. και Κύριος απέκλεισε τα περι την μήτραν αυτής,
6 ότι ουκ έδωκεν αυτή Κύριος παιδίον κατά την θλίψιν αυτής και κατά την αθυμίαν της θλίψεως αυτής, και ηθύμει δια τούτο, ότι συνέκλεισε Κύριος τα περι την μήτραν αυτής του μή δούναι αυτή παιδίον.
7 ούτως εποίει ενιαυτόν κατ’ ενιαυτόν, εν τω αναβαίνειν αυτήν εις οίκον Κυρίου, και ηθύμει και έκλαιε και ουκ ήσθιε.
8 και είπεν αυτή Ελκανά ο ανήρ αυτής, Άννα. και είπεν αυτώ, ιδού εγώ, κύριε. και είπεν αυτή, τί έστι σοι, ότι κλαίεις; και ινατί ουκ εσθίεις; και ινατί τύπτει σε η καρδία σου; ουκ αγαθός εγώ σοι υπέρ δέκα τέκνα;

Στίχ. 9-18. Η προσευχή και το τάμα της Άννας. Η ενθάρρυνση του Ηλί.

9 Κι αφού έφαγαν όλοι μαζί τα υπόλοιπα των θυσιών στη Σηλώ, σηκώθηκε η Άννα και στάθηκε ενώπιον του Κυρίου, τη στιγμή που ο αρχιερέας Ηλί ήταν καθισμένος στο αρχιερατικό του κάθισμα στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου.
10 Η Άννα ήταν περίλυπη και πολύ πικραμένη στην ψυχή και προσευχόταν στον Κύριο κλαίγοντας και χύνοντας άφθονα δάκρυα.
11 Και καθώς προσευχόταν, έκανε ένα τάμα στον Κύριο λέγοντας: «Κύριέ μου, Κύριε, Κύριε και Θεέ των Δυνάμεων, αν ρίξεις ένα βλέμμα ευσπλαχνίας και δεις την ταπείνωση και τη μεγάλη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου χαρίσεις ένα αγοράκι, εγώ σου υπόσχομαι ότι θα σου το αφιερώσω, για να διακονεί ενώπιόν σου σε όλη του τη ζωή μέχρι να πεθάνει. Σου υπόσχομαι ότι τι παιδί μου αυτό δεν θα πιεί ποτέ κρασί ή άλλο μεθυστικό ποτό και ψαλίδι δεν θα αγγίξει το κεφάλι το να του κόψει τα μαλλιά».
12 Ενώ όμως η Άννα συνέχιζε να προσεύχεται και παρέτεινε πολλή ώρα την προσευχή της, ο αρχιερέας Ηλί παρατηρούσε το στόμα της.
13 Την ώρα εκείνη η Άννα μιλούσε στον Θεό μέσα από την καρδιά της και, ενώ κινούνταν τα χείλη της, δεν ακουγόταν η φωνή της. Γι’ αυτό ο Ηλί την πέρασε για μεθυσμένη.
14 Και έστειλε ο Ηλί τον νεαρό υπηρέτη του και της είπε: «Έως πότε θα είσαι μεθυσμένη; Προσπάθησε να συνέλθεις από την επήρεια του κρασιού και φύγε μπροστά από τον τόπο της δόξας του Κυρίου».
15 Τότε η Άννα του απάντησε: «Όχι, κύριε! Δεν είμαι μεθυσμένη. Είμαι μια γυναίκα που με βρήκε σκληρή δοκιμασία και υποφέρω πολύ. Δεν έχω πιει κρασί ούτε άλλο ποτό. Μένω εδώ και ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο.
16 Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια και πονηρή γυναίκα˙ η μεγάλη μου θλίψη είναι εκείνη που με έκανε να πω πολλά και να μακρύνω μέχρι τώρα την προσευχή μου».
17 Και ο Ηλί της αποκρίθηκε: «Ηρέμησε και πήγαινε στο καλό. Ο Θεός του Ισραήλ ας σου εκπληρώσει αυτό που του ζήτησες».
18 Τότε η Άννα του είπε: «Σ’ ευχαριστώ που έδειξες κατανόηση στη δυστυχία της δούλης σου. Μακάρι να εισακουσθεί η ευχή σου από τον Κύριο». Έπειτα η γυναίκα έφυγε από τη Σκηνή του Μαρτυρίου και κατευθύνθηκε στο κατάλυμα όπου έμεναν οι δικοί της. Όταν έφθασε εκεί, κάθισε να φάει και να πιει με τον άνδρα της και δεν ήταν πλέον θλιμμένο το πρόσωπό της.

9 και ανέστη Άννα μετά το φαγείν αυτούς εν Σηλώ και κατέστη ενώπιον Κυρίου, και Ηλί ο ιερεύς εκάθητο επι του δίφρου επι των φλιών ναού Κυρίου.
10 και αυτή κατώδυνος ψυχή και προσηύξατο προς Κύριον και κλαίουσα έκλαυσε
11 και ηύξατο ευχήν Κυρίω λέγουσα: Αδωναϊ Κύριε Ελωέ Σαβαώθ, εάν επιβλέπων επιβλέψης επι την ταπείνωσιν της δούλης σου και μνησθής μου και δώς τη δούλη σου σπέρμα ανδρών, και δώσω αυτόν ενώπιόν σου δοτόν έως ημέρας θανάτου αυτού, και οίνον και μέθυσμα ου πίεται, και σίδηρος ουκ αναβήσεται επι την κεφαλήν αυτού.
12 και εγενήθη ότε επλήθυνε προσευχομένη ενώπιον Κυρίου, και Ηλί ο ιερεύς εφύλαξε το στόμα αυτής,
13 και αύτη ελάλει εν τη καρδία αυτής και τα χείλη αυτής εκινείτο, και φωνή αυτής ουκ ηκούετο, και ελογίσατο αυτή Ηλί εις μεθύουσαν.
14 και είπεν αυτή το παιδάριον Ηλί, έως πότε μεθυσθήση; περιελού τον οίνόν σου και πορεύου εκ προσώπου Κυρίου.
15 και απεκρίθη Άννα και είπεν, ουχί, κύριε, γυνή, η σκληρά ημέρα, εγώ ειμι και οίνον και μέθυσμα ου πέπωκα και εκχέω την ψυχήν μου ενώπιον Κυρίου,
16 μή δώς την δούλην σου εις θυγατέρα λοιμήν, ότι εκ πλήθους αδολεσχίας μου εκτέτακα έως νύν.
17 και απεκρίθη Ηλί και είπεν αυτή: πορεύου εις ειρήνην, ο Θεός Ισραήλ δώη σοι πάν αίτημά σου, ο ήτήσω παρ’ αυτού.
18 και είπεν, εύρεν η δούλη σου χάριν εν οφθαλμοίς σου. και επορεύθη η γυνή εις την οδόν αυτής και εισήλθεν εις το κατάλυμα αυτής και έφαγε μετά του ανδρός αυτής και έπιε, και το πρόσωπον αυτής ου συνέπεσεν έτι.

Στίχ. 19-28. Γέννηση και αφιέρωση του Σαμουήλ.

19 Την άλλη μέρα το πρωί ο Ελκανά με την οικογένειά του ξύπνησαν νωρίς, προσκύνησαν μπροστά στη Σκηνή του Μαρτυρίου και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα τους. Όταν έφθασαν εκεί, ο Ελκανά μπήκε στο σπίτι του στην Αρμαθαίμ και ήλθε σε συζυγική σχέση με τη γυναίκα του Άννα˙ κι ο Κύριος δεν ξέχασε τις ικεσίες της, της έδειξε την ευσπλαχνία του και η Άννα έμεινε έγκυος.
20 Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος της κυοφορίας, γέννησε ένα αγοράκι. Το ονόμασε Σαμουήλ και εξήγησε: «Του δίνω αυτό το όνομα, επειδή από τον Κύριο, τον Θεό των Δυνάμεων, ζήτησα τον γιο μου αυτόν και ο Κύριος έκανε δεκτό το αίτημά μου».
21 Τον επόμενο χρόνο ο άνθρωπος εκείνος, ο Ελκανά, μαζί με όλη του την οικογένεια ανέβηκε στη Σηλώμ για να προσφέρει την ετήσια θυσία που πρόσφερε κάθε χρόνο, να εκπληρώσει τα τάματά του και να δώσει το ένα δέκατο όλων των προϊόντων των κτημάτων του.
22 Η Άννα όμως δεν ανέβηκε μαζί του, διότι είπε στον άνδρα της: «Δεν θα ανεβώ στον τόπο της λατρείας του Κυρίου, μέχρι να απογαλακτισθεί το μικρό μας παιδί και να μπορεί να ανεβεί κι αυτό μαζί μας. Μόλις πάψω να το θηλάζω, θα το φέρουμε να παρουσιασθεί μπροστά στον οίκο του Κυρίου και θα μείνει εκεί για πάντα».
23 Κι ο άνδρας της, ο Ελκανά, της είπε: «Κάνε αυτό που νομίζεις καλό. Κάθισε εδώ μέχρι να πάψεις να το θηλάζεις. Εύχομαι να πραγματοποιήσει ο Κύριος το τάμα που βγήκε από τα χείλη σου, να προφυλάξει δηλαδή το παιδί και να το δεχθεί ως δικό του». Και η γυναίκα κάθισε και θήλαζε τον γιο της, μέχρι που ήλθε ο καιρός που έπρεπε να πάψει να τον τρέφει με το γάλα της.
24 Μετά τον απογαλακτισμό του παιδιού, η Άννα ανέβηκε μαζί με τον Ελκανά στη Σηλώμ και έφερε μαζί της ένα μοσχάρι τριών χρόνων, άρτους, σαράντα περίπου κιλά σιμιγδάλι και διακόσια περίπου λίτρα κρασί. Και μπήκαν στον χώρο της λατρείας του Κυρίου, στην αυλή της Σκηνής του Μαρτυρίου, στη Σηλώμ. Μαζί τους ήταν και το μικρό παιδί τους, ο Σαμουήλ.
25 Και πρόσφεραν εκεί τα δώρα τους ενώπιον του Κυρίου. Και ο πατέρας του θυσίασε και πρόσφερε την καθιερωμένη αιματηρή θυσία, την οποία πρόσφερε κάθε χρόνο στον Κύριο. Έπειτα οδήγησε μπροστά στον Κύριο το μικρό παιδί του και έσφαξε το μοσχάρι και το πρόσφερε θυσία. Κατόπιν η μητέρα του παιδιού, η Άννα, πλησίασε στον Ηλί, τον αρχιερέα,
26 και του είπε: «Άκουσέ με, σε παρακαλώ, κύριε! Να ζεις και να είσαι πολύχρονος! Εγώ που σου μιλώ αυτή τη στιγμή, είμαι η γυναίκα εκείνη που στάθηκε κάποτε μπροστά σου, κι εσύ, την ώρα που προσευχόμουν στον Κύριο, μου ευχήθηκες να εκπληρωθούν οι ικεσίες μου.
27 Προσευχόμουν θερμά γι’ αυτό το μικρό παιδί που βλέπεις, και ο Κύριος μου εκπλήρωσε το αίτημά μου. Μου έδωσε αυτό που του ζήτησα.
28 Και τώρα εγώ τον προσφέρω αυτόν και τον αφιερώνω στον Κύριο και επιστρέφω έτσι το δάνειο που μου έκανε Εκείνος˙ για να υπηρετεί πλέον τον Κύριο όλες τις μέρες της ζωής του». Στη συνέχεια η Άννα είπε την παρακάτω προσευχή:

19 και ορθρίζουσι το πρωϊ και προσκυνούσι τω Κυρίω και πορεύονται την οδόν αυτών. και εισήλθεν Ελκανά εις τον οίκον αυτού Αρμαθαίμ και έγνω την Άνναν γυναίκα αυτού, και εμνήσθη αυτής Κύριος, και συνέλαβε.
20 και εγενήθη τω καιρώ των ημερών και έτεκεν υιόν, και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμουήλ και είπεν, ότι παρά Κυρίου Θεού Σαβαώθ ήτησάμην αυτόν.
21 και ανέβη ο άνθρωπος Ελκανά και πάς ο οίκος αυτού θύσαι εν Σηλώμ την θυσίαν των ημερών και τας ευχάς αυτού και πάσας τας δεκάτας της γής αυτού,
22 και Άννα ουκ ανέβη μετ’ αυτού, ότι είπε τω ανδρί αυτής, έως του αναβήναι το παιδάριον, εάν απογαλακτίσω αυτό, και οφθήσεται τω προσώπω Κυρίου και καθήσεται έως αιώνος εκεί.
23 και είπεν αυτή Ελκανά ο ανήρ αυτής, ποίει το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου, κάθου έως άν απογαλακτίσης αυτό, αλλά στήσαι Κύριος το εξελθόν εκ του στόματός σου. και εκάθισεν η γυνή και εθήλασε τον υιόν αυτής, έως άν απογαλακτίση αυτόν.
24 και ανέβη μετ’ αυτού εις Σηλώμ εν μόσχω τριετίζοντι και άρτοις και οιφί σεμιδάλεως και νέβελ οίνου και εισήλθεν εις οίκον Κυρίου εν Σηλώμ, και το παιδάριον μετ’ αυτών.
25 και προσήγαγον ενώπιον Κυρίου, και έσφαξεν ο πατήρ αυτού την θυσίαν, ήν εποίει εξ ημερών εις ημέρας τω Κυρίω, και προσήγαγε το παιδάριον και έσφαξε τον μόσχον. και προσήγαγεν Άννα η μήτηρ του παιδίου προς Ηλί
26 και είπεν, εν εμοί, κύριε, ζή η ψυχή σου, εγώ η γυνή η καταστάσα ενώπιόν σου μετά σού εν τω προσεύξασθαι προς Κύριον,
27 υπέρ του παιδαρίου τούτου προσηυξάμην, και έδωκέ μοι Κύριος το αίτημά μου, ο ήτησάμην παρ’ αυτού,
28 καγώ κιχρώ αυτόν τω Κυρίω πάσας τας ημέρας, άς ζή αυτός, χρήσιν τω Κυρίω. και είπεν.

***

Κεφάλαιο Β΄ (2)

Στίχ. 1-11. Η ωδή της Άννας.

1 «Η πληγωμένη και ταραγμένη καρδιά μου στερεώθηκε από τη δύναμη του Κυρίου. Με την βοήθεια του Θεού μου εξυψώθηκε η δύναμή μου και η δόξα μου. Άνοιξε το στόμα μου και μπορώ πλέον να μιλώ ελεύθερα στους εχθρούς μου, που με περιφρονούσαν για την ατεκνία μου. Είμαι γεμάτη από χαρά για τη λύτρωση που μου χάρισες, Κύριε.
2 Διότι κανείς άλλος δεν είναι τόσο άγιος, όπως εσύ, Κύριε, και κανείς δεν είναι τόσο δίκαιος, όπως εσύ, Θεέ μας. Δεν υπάρχει κανένας άγιος εκτός από σένα, Κύριε.
3 Μην καυχιέστε για τα χαρίσματά σας, άνθρωποι, και μη μιλάτε με κομπασμό και αλαζονεία για σας. Ας μη βγαίνουν από το στόμα σας φράσεις που φανερώνουν υπερηφάνεια, διότι ο Κύριος είναι Θεός που τα γνωρίζει όλα, αυτός χαρίζει τη γνώση στους ανθρώπους. Είναι Θεός που ρυθμίζει με σοφία και τελειότητα όλα τα έργα του.
4 Όσοι νομίζουν πως είναι δυνατοί, έχασαν τελείως τη δύναμή τους, ενώ εκείνοι που είναι αδύναμοι, ζώστηκαν με δύναμη και αποδείχθηκαν ισχυροί.
5 Άνθρωποι πλούσιοι που είχαν όλα τα αγαθά της γης, έχασαν τις περιουσίες τους, ενώ άλλοι που πεινούσαν, έγιναν τόσο πλούσιοι, ώστε άφησαν οι ίδιοι τη γη, έπαψαν να δουλεύουν στους αγρούς και πήραν μισθωτούς εργάτες. Στείρα γυναίκα απέκτησε πολλά παιδιά, ενώ άλλη που είχε πολλά παιδιά, τα έχασε όλα και έμεινε μόνη και έρημη.
6 Ο Κύριος είναι εξουσιαστής του θανάτου και της ζωής, θανατώνει και ζωογονεί, κατεβάζει τον άνθρωπο στα βάθη του Άδη και τον επαναφέρει πάλι στη ζωή.
7 Ο Κύριος κάνει τον άνθρωπο φτωχό και τον φτωχό πλούσιο, τον ταπεινώνει και τον ανυψώνει.
8 Ο Κύριος σηκώνει από τη δυστυχία του τον φτωχό και ανυψώνει από την κοπριά τον καταφρονεμένο φτωχό, για να τον βάλει να καθίσει μαζί με τους άρχοντες του λαού και να τον αναδείξει κληρονόμο ένδοξου θρόνου.
9 Ο Κύριος είναι εκείνος που εκπληρώνει τα αιτήματα και τα τάματα το ανθρώπου που προσεύχεται με πίστη. Εκείνος ευλογεί και πληθαίνει τα έτη της ζωής το ενάρετο ανθρώπου. Τα πάντα εξαρτώνται από εκείνον, διότι και η δύναμη κάθε δυνατού ανθρώπου δεν στηρίζεται στις δικές το σωματικές δυνάμεις και ικανότητες.
10 Ο Κύριος θα αποδυναμώσει και θα συντρίψει κάθε αντίπαλό του, ο Κύριος, ο μόνος άγιος. Ας μην καυχιέται ο σοφός για τη σοφία το κι ας μην καυχιέται ο δυνατός για τη δύναμή του, αλλά και ο πλούσιος ας μην καυχιέται για τον πλούτο του. Για ένα πράγμα μόνο να καυχιέται αυτός που καυχιέται: για το ότι τον φώτισε ο Θεός να σκέπτεται και να γνωρίζει το θέλημα του Κυρίου, να εφαρμόζει τις εντολές του και να ζει με αρετή και δικαιοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Κύριος ανέβηκε ως εξουσιαστής πάνω στους ουρανούς κι έκανε να αντηχήσει ως βροντή το μεγαλείο του παντού. Αυτός που είναι δίκαιος Θεός, θα κρίνει δίκαια όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στα πέρατα της γης. Αυτός είναι που χαρίζει δύναμη στους βασιλιάδες και τους άρχοντές μας, και θα αυξήσει και θα εξυψώσει τη δύναμη εκείνου που θα χρίσει βασιλιά.
11 Και αφού είπε τα λόγια αυτά η Άννα άφησε τον Σαμουήλ εκεί, μπροστά στον οίκο του Κυρίου, και επέστρεψε στην Αρμαθαίμ. Και το μικρό παιδί, ο Σαμουήλ, υπηρετούσε στον οίκο του Κυρίου, μπροστά στον αρχιερέα Ηλί.

1 ΕΣΤΕΡΕΩΘΗ η καρδία μου εν Κυρίω, υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου, επλατύνθη επ’ εχθρούς μου το στόμα μου, ευφράνθην εν σωτηρία σου.
2 ότι ουκ έστιν άγιος ως Κύριος, και ουκ έστι δίκαιος ως ο Θεός ημών, ουκ έστιν άγιος πλήν σου.
3 μή καυχάσθε, και μή λαλείτε υψηλά, μή εξελθέτω μεγαλορρημοσύνη εκ του στόματος υμών, ότι Θεός γνώσεων Κύριος και Θεός ετοιμάζων επιτηδεύματα αυτού.
4 τόξον δυνατών ησθένησε, και ασθενούντες περιεζώσαντο δύναμιν,
5 πλήρεις άρτων ηλαττώθησαν, και οι πεινώντες παρήκαν γήν, ότι στείρα έτεκεν επτά, και η πολλή εν τέκνοις ησθένησε.
6 Κύριος θανατοί και ζωογονεί, κατάγει εις άδου και ανάγει,
7 Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί.
8 ανιστά απο γής πένητα και απο κοπρίας εγείρει πτωχόν καθίσαι μετά δυναστών λαού και θρόνον δόξης κατακληρονομών αυτοίς.
9 διδούς ευχήν τω ευχομένω και ευλόγησεν έτη δικαίου, ότι ουκ εν ισχύϊ δυνατός ανήρ.
10 Κύριος ασθενή ποιήσει αντίδικον αυτού, Κύριος άγιος. μή καυχάσθω ο φρόνιμος εν τη φρονήσει αυτού, και μή καυχάσθω ο δυνατός εν τη δυνάμει αυτού, και μή καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού, αλλ’ εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος, συνιείν και γινώσκειν τον Κύριον και ποιείν κρίμα και δικαιοσύνην εν μέσω της γής. Κύριος ανέβη εις ουρανούς και εβρόντησεν, αυτός κρινεί άκρα γής, και δίδωσιν ισχύν τοις βασιλεύσιν ημών και υψώσει κέρας χριστού αυτού.
11 και κατέλιπεν αυτόν εκεί ενώπιον Κυρίου και απήλθεν εις Αρμαθαίμ, και το παιδάριον ήν λειτουργών τω προσώπω Κυρίου ενώπιον Ηλί του ιερέως.

Στίχ. 12-17. Η ασέβεια των γιων του Ηλί.

12 Οι γιοι όμως του αρχιερέα Ηλί ήταν ασεβείς και διεφθαρμένοι και δεν είχαν κανένα ψυχικό σύνδεσμο με τον Κύριο. Γι’ αυτό δεν φέρονταν όπως έπρεπε και δεν τηρούσαν τις διατάξεις για τις απολαβές που δικαιούνταν να παίρνει ο ιερέας από τον λαό, από καθέναν που πρόσφερε θυσία.
13 Την ώρα δηλαδή που τελούνταν κάποια θυσία, οι γιοι του Ηλί έστελναν τον νεαρό υπηρέτη του ιερέα να πάει εκεί όπου έψηναν το κρέας των θυσιών, πριν ακόμη βράσει˙ αυτός κρατούσε στα χέρια του μια πηρούνα με τρία δόντια,
14 και την έχωνε με ορμή στο μεγάλο καζάνι ή στο μικρό χάλκινο καζάνι ή στη χύτρα που έβραζαν τα κρέατα των θυσιών, και ό,τι έπιανε με το πηρούνι, το έπαιρνε ο ιερέας για τον εαυτό του. Τα ίδια έκαναν για όλους τους Ισραηλίτες που πήγαιναν στη Σηλώμ για να προσφέρουν θυσίες στον Κύριο.
15 Επίσης, πριν ακόμη τοποθετηθεί το λίπος των σφαχτών στο θυσιαστήριο και καεί σαν θυμίαμα προς τον Θεό, πλησίαζε ο υπηρέτης του ιερέα και έλεγε στον άνθρωπο που πρόσφερε τη θυσία: «Δώσ’ μου κρέας ωμό, να το ψήσω εγώ για τον ιερέα, και δεν θα πάρω έπειτα από σένα κρέας βρασμένο μέσα από το καζάνι».
16 Όμως ο άνθρωπος που πρόσφερε τη θυσία, του έλεγε: «Ας καεί πρώτα το λίπος στο θυσιαστήριο σαν θυμίαμα, όπως ορίζει ο νόμος του Θεού, και έπειτα πάρε για τον εαυτό σου από όλα όσα επιθυμεί η καρδιά σου». Ο υπηρέτης όμως του απαντούσε: «Όχι, τώρα θα μου το δώσεις! Διαφορετικά, θα το πάρω με το έτσι θέλω!».
17 Έτσι η αμαρτία αυτή των νέων αυτών παιδιών απέναντι στον Κύριο ήταν πολύ μεγάλη, διότι φέρονταν με ασέβεια και περιφρονούσαν τις θυσίες που προσφέρονταν στον Θεό.

12 και οι υιοί Ηλί του ιερέως υιοί λοιμοί ουκ ειδότες τον Κύριον. και το δικαίωμα του ιερέως παρά του λαού, παντός του θύοντος,
13 και ήρχετο το παιδάριον του ιερέως, ως άν ηψήθη το κρέας, και κρεάγρα τριόδους εν τη χειρί αυτού,
14 και επάταξεν αυτήν εις τον λέβητα τον μέγαν η εις το χαλκείον η εις την χύτραν, και πάν, ο εάν ανέβη εν τη κρεάγρα, ελάμβανεν εαυτώ ο ιερεύς, κατά τάδε εποίουν παντί Ισραήλ τοις ερχομένοις θύσαι Κυρίω εν Σηλώμ.
15 και πρίν θυμιαθήναι το στέαρ, ήρχετο το παιδάριον του ιερέως και έλεγε τω ανδρί τω θύοντι, δός κρέας οπτήσαι τω ιερεί, και ου μή λάβω παρά σού κρέας εφθόν εκ του λέβητος.
16 και έλεγεν ο ανήρ ο θύων, θυμιαθήτω πρώτον, ως καθήκει, το στέαρ, και λάβε σεαυτώ εκ πάντων, ών επιθυμεί η ψυχή σου. και είπεν, ουχί, ότι νύν δώσεις, και εάν μή, λήψομαι κραταιώς.
17 και ήν η αμαρτία ενώπιον Κυρίου των παιδαρίων μεγάλη σφόδρα, ότι ηθέτουν την θυσίαν Κυρίου.

Στίχ. 18-21. Η ευσέβεια του Σαμουήλ και των γονέων του.

18 Στο μεταξύ ο Σαμουήλ ήταν ακόμη μικρό παιδί και υπηρετούσε στον οίκο του Κυρίου ζωσμένο με ένα λινό εφώδ.
19 Κάθε χρόνο η μητέρα του του έφτιαχνε και ένα μικρό πανωφόρι και του το έφερνε τις μέρες που ανέβαινε με τον άνδρα της στη Σηλώμ, για να προσφέρουν την καθιερωμένη ετήσια θυσία των ημερών εκείνων.
20 Μια χρονιά ο αρχιερέας Ηλί, αφού ευλόγησε τον Ελκανά και τη γυναίκα του, είπε: «Εύχομαι ο Κύριος να σου δώσει απογόνους απ’ αυτή τη γυναίκα σαν ανταπόδοση του δώρου που του πρόσφερες, αφιερώνοντας τον Σαμουήλ ως υπηρέτη του». Και ο Ελκανά με την Άννα επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
21 Και ο Κύριος έδειξε και πάλι την εύνοιά του στην Άννα κι αυτή γέννησε άλλους τρεις γιους και δύο κόρες. Και το πρώτο τους παιδάκι, ο Σαμουήλ, μεγάλωνε πια στον οίκο του Κυρίου και προόδευε.

18 και Σαμουήλ ήν λειτουργών ενώπιον Κυρίου παιδάριον περιεζωσμένον εφούδ βάρ,
19 και διπλοϊδα μικράν εποίησεν αυτώ η μήτηρ αυτού και ανέφερεν αυτώ εξ ημερών εις ημέρας εν τω αναβαίνειν αυτήν μετά του ανδρός αυτής θύσαι την θυσίαν των ημερών.
20 και ευλόγησεν Ηλί τον Ελκανά και την γυναίκα αυτού λέγων, αποτίσαι σοι Κύριος σπέρμα εκ της γυναικός ταύτης αντί του χρέους, ού έχρησας τω Κυρίω. και απήλθεν ο άνθρωπος εις τον τόπον αυτού,
21 και επεσκέψατο Κύριος την Άνναν, και έτεκεν έτι τρείς υιούς και δύο θυγατέρας. και εμεγαλύνθη το παιδάριον Σαμουήλ ενώπιον Κυρίου.

Στίχ. 22-26. Η αντίδραση του Ηλί στην ασέβεια των γιων του.

22 Στο μεταξύ ο Ηλί είχε γεράσει πολύ και δεν μπορούσε να τα παρακολουθεί και να τα ελέγχει όλα. Έμαθε λοιπόν αυτό που έκαναν τα παιδιά του στους Ισραηλίτες,
23 και τους είπε: «Γιατί κάνετε αυτά τα πράγματα που έρχονται στ’ αυτιά μου, και τα ακούω μάλιστα από το στόμα όλου του λαού του Κυρίου;
24 Μη, παιδιά μου, δεν είναι καλά αυτά ου ακούω εγώ. Μη φέρεστε έτσι! Δεν είναι καθόλου καλές αυτές οι διαδόσεις που φθάνουν στα αυτιά μου. Γίνεστε αιτία να σκανδαλίζεται ο λαός και να μη λατρεύει τον Θεό, όπως πρέπει.
25 Εάν κάποιος άνθρωπος κάνει κάτι κακό σ’ ένα συνάνθρωπό του, θα προσευχηθούν γι’ αυτόν στον Κύριο οι ιερείς για να εξιλεωθεί. Εάν όμως κάποιος αμαρτήσει απέναντι στον Κύριο, και μάλιστα αυτός είναι και ιερέας, ποιός θα προσευχηθεί για την εξιλέωσή του;». Τα παιδιά του όμως δεν άκουγαν τα λόγια του πατέρα τους, που ήταν βεβαίως σωστά, αλλά όχι αυστηρά. Έμεναν αδιόρθωτα, διότι τα είχε εγκαταλείψει οριστικά ο Κύριος και είχε αποφασίσει να τα καταστρέψει για την αθεράπευτη ασέβειά τους.
26 Το μικρό παιδί όμως, ο Σαμουήλ, ζούσε και μεγάλωνε με προσοχή και ευλάβεια και ήταν ενάρετο και αγαπητό και στον Θεό και στους ανθρώπους.

22 και Ηλί πρεσβύτης σφόδρα, και ήκουσεν ά εποίουν οι υιοί αυτού τοις υιοίς Ισραήλ,
23 και είπεν αυτοίς, ινατί ποιείτε κατά το ρήμα τούτο, ο εγώ ακούω εκ στόματος παντός του λαού Κυρίου;
24 μή, τέκνα, ότι ουκ αγαθή η ακοή, ήν εγώ ακούω, μή ποιείτε ούτως, ότι ουκ αγαθαί αι ακοαί, άς εγώ ακούω, του μή δουλεύειν λαόν Θεώ.
25 εάν αμαρτάνων αμάρτη ανήρ εις άνδρα, και προσεύξονται υπέρ αυτού προς Κύριον, και εάν τω Κυρίω αμάρτη, τίς προσεύξεται υπέρ αυτού; και ουκ ήκουον της φωνής του πατρός αυτών, ότι βουλόμενος εβούλετο Κύριος διαφθείραι αυτούς.
26 και το παιδάριον Σαμουήλ επορεύετο και εμεγαλύνετο και ήν αγαθόν μετά Κυρίου και μετά ανθρώπων.

Στίχ. 27-36. Η προφητεία της τιμωρίας του Ηλί και της οικογένειάς του.

27 Κάποια μέρα ήλθε ένας προφήτης του Θεού στον Ηλί και του είπε: «Αυτά λέει ο μόνος Κύριος: ¨Φανέρωσα και αποκάλυψα τον εαυτό μου στους προγόνους σου, τότε που ήταν αυτοί δούλοι της δυναστείας του Φαραώ στη χώρα της Αιγύπτου.
28 Και διάλεξα τιμητικά μέσα από όλες τις φυλές του Ισραήλ τη φυλή του προπάτορά σου, του Λευΐ, για να είναι δική μου, να με υπηρετεί δηλαδή και να ανεβαίνει στο θυσιαστήριό μου, για να μου προσφέρει τις θυσίες, να θυμιάζει με το θυμίαμα και να φορά το ιερατικό άμφιο εφώδ. Έδωσα επίσης στα μέλη της οικογένειάς σας το δικαίωμα να έχουν για τη διατροφή τους όλα όσα όρισα να μένουν από τις θυσίες που προσφέρονται για να καούν στο θυσιαστήριο.
29 Γιατί λοιπόν αντίκρισες με αδιαφορία και αναισχυντία το θυμίαμα που ανήκει σε μένα, και τη θυσία που είναι δική μου, και τίμησες τα παιδιά σου περισσότερο από μένα και ανέχθηκες να γεύονται τα παιδιά σου από τις θυσίες που μου προσφέρουν οι Ισραηλίτες, πριν ακόμη προσφερθούν σε μένα στο θυσιαστήριο;¨
30 Γι’ αυτό, να τι λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ: ¨Είχα υποσχεθεί κάποτε ότι η οικογένειά σου και όλη η προγονική σου φυλή θα είναι αιωνίως δίπλα μου για να με υπηρετεί¨. Τώρα όμως ο Κύριος λέει: ¨Για κανένα λόγο δεν θα ανεχθώ περισσότερο αυτή την κατάσταση. Αλλά εγώ θα δοξάζω αυτούς που με τιμούν και με σέβονται˙ όποιον όμως με περιφρονεί, θα τον αφήσω να περιφρονηθεί και να ατιμασθεί.
31 Ήδη πλησιάζουν οι μέρες που θα εξαφανίσω τους απογόνους σου και γενικά τους απογόνους της πατρικής σου οικογένειας.
32 Στο εξής σ’ όλους τους αιώνες δεν θα υπάρχει κανένας άνθρωπος της φυλής σου που να ζει πολλά χρόνια και να με υπηρετεί. Αλλά θα πεθαίνουν όλοι νέοι.
33 Δεν θα εξαφανίσω όμως αμέσως ανεξαιρέτως κάθε άνδρα της οικογένειάς σου από το θυσιαστήριο. Θα αφήνω και μερικούς να ζουν για λίγο, για να σβήνουν τα μάτια τους από το κλάμα και να λειώνει η ψυχή τους, καθώς θα βλέπουν τη γενική καταστροφή˙ κι έπειτα θα πέφτουν κι αυτοί νεκροί. Όσοι από την οικογένειά σου θα έχουν ισχυρή κράση και θα αντέχουν να βλέπουν τη συμφορά, θα θανατώνονται με σφαγή.
34 Το σημάδι που θα σου δείξει ότι θα ακολουθήσει τιμωρία, θα είναι αυτό που θα συμβεί στους δύο γιους σου, τον Οφνί και τον Φινεές. Θα πεθάνουν δηλαδή και οι δύο μαζί την ίδια μέρα.
35 Και θα αναδείξω για μένα άλλον αρχιερέα, που θα μου είναι πιστός και θα κάνει όλα όσα επιθυμεί η καρδιά μου και θέλει η ψυχή μου. Θα στερεώσω τον οίκο του, ώστε να είναι πιστός και αφοσιωμένος σε μένα διαρκώς και θα περάσει όλη τη ζωή του κοντά στον βασιλιά που θα έχω διαλέξει και χρίσει.
36 Και όποιος απομείνει ζωντανός από την οικογένειά σου, θα έρχεται σ’ αυτό τον αρχιερέα, θα τον προσκυνά και θα τον ικετεύει να του δώσει μια οποιαδήποτε εργασία με ελάχιστη αμοιβή. Και θα του λέει: Βάλε με σε μια οποιαδήποτε ιερατική υπηρεσία, έστω και στην πιο ταπεινή, αρκεί να μπορώ να έχω ένα κομμάτι ψωμί για να ζήσω¨».

27 και ήλθεν ο άνθρωπος Θεού προς Ηλί και είπε, τάδε λέγει Κύριος, αποκαλυφθείς απεκαλύφθην προς οίκον του πατρός σου όντων αυτών εν γή Αιγύπτω δούλων τω οίκω Φαραώ
28 και εξελεξάμην τον οίκον του πατρός σου εκ πάντων των σκήπτρων Ισραήλ εμοί ιερατεύειν και αναβαίνειν επι θυσιαστήριόν μου και θυμιάν θυμίαμα και αίρειν εφούδ και έδωκα τω οίκω του πατρός σου τα πάντα του πυρός υιών Ισραήλ εις βρώσιν,
29 ινατί επέβλεψας επι το θυμίαμά μου και εις την θυσίαν μου αναιδεί οφθαλμώ και εδόξασας τούς υιούς σου υπέρ εμέ ενευλογείσθαι απαρχής πάσης θυσίας του Ισραήλ έμπροσθέν μου;
30 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ, είπα, ο οίκός σου και ο οίκος του πατρός σου διελεύσεται ενώπιόν μου έως αιώνος, και νύν φησί Κύριος, μηδαμώς εμοί, ότι αλλ’ η τούς δοξάζοντάς με δοξάσω, και ο εξουθενών με ατιμασθήσεται.
31 ιδού έρχονται ημέραι και εξολοθρεύσω το σπέρμα σου και το σπέρμα οίκου πατρός σου,
32 και ουκ έσται σοι πρεσβύτης εν οίκω μου πάσας τας ημέρας,
33 και άνδρα ουκ εξολοθρεύσω σοι απο του θυσιαστηρίου μου εκλείπειν τούς οφθαλμούς αυτού και καταρρείν την ψυχήν αυτού, και πάς περισσεύων οίκου σου πεσούνται εν ρομφαία ανδρών.
34 και τούτό σοι το σημείον, ο ήξει επι τούς δύο υιούς σου, Οφνί και Φινεές, εν μιά ημέρα αποθανούνται αμφότεροι.
35 και αναστήσω εμαυτώ ιερέα πιστόν, ός πάντα τα εν τη καρδία μου και τα εν τη ψυχή μου ποιήσει, και οικοδομήσω αυτώ οίκον πιστόν, και διελεύσεται ανώπιον χριστού μου πάσας τας ημέρας.
36 και έσται ο περισσεύων εν οίκω σου ήξει προσκυνείν αυτώ οβολού αργυρίου λέγων, παράρριψόν με επι μίαν των ιερατειών σου φαγείν άρτον.

Από το: “η Παλαιά Διαθήκη, κατά τους εβδομήκοντα, με σύντομη ερμηνεία.” Ερμηνευτική απόδοσις υπό π. Τρεμπέλα, Ηρ. Παπαδημητρίου, Γ. Ψαλτάκη, Ν. Βασιλειάδη. Απόδοση της ερμηνείας στην Νεοελληνική Μάριος Δομουχτσής.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:

«Ἔρρηξε γαστρὸς ἠτεκνωμένης πέδας,
ὕβριν τε δυσκάθεκτον εὐτεκνουμένης,
μόνη προσευχὴ τῆς Προφήτιδος πάλαι Ἄννης,
φερούσης πνεῦμα συντετριμμένον,
πρὸς τὸν Δυνάστην καὶ Θεὸν τῶν γνώσεων.»

(Η προσευχή) έσπασε τα δεσμά της στειρωμένης μήτρας (κοιλιάς),
καθώς και την ανυπόφορη προσβολή/ειρωνεία εκ μέρους εκείνης που είχε παιδιά (ενν. της Φεννάνας),
(όλα αυτά τα κατάφερε) η προσευχή και μόνο της Προφήτιδος Άννας στα παλιά τα χρόνια,
η οποία (Άννα) είχε πνεύμα-καρδιά πληγωμένη και ταπεινή,
(όταν προσευχήθηκε) προς Εκείνον, τον Κυρίαρχο των πάντων και Θεό κάθε γνώσεως.

20 Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Σαμουήλ του Προφήτου: Συναξάριον.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.