Ο Έλεγχος της Ανομίας και η Θεϊκή Οικονομία! Ο Πρώτος Κανόνας της Αποτομής του Τιμίου Προδρόμου σε νεοελληνική απόδοση.

Εισαγωγικό Σημείωμα.

Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί τον Πρώτο Κανόνα της εορτής της Αποτομής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ένα εξαίρετο δείγμα της βυζαντινής υμνογραφίας, το οποίο αποδίδεται στον Αγιο Ιωάννη τον Μοναχό (παραδοσιακά ταυτισμένο με τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό). Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει το πρωτότυπο υμνογραφικό κείμενο (Ωδές α΄-θ΄, τα σχετικά Καθίσματα, το Κοντάκιο, τον Οίκο και το Συναξάριο) σε παράλληλη, ρέουσα νεοελληνική απόδοση από την Ελένη Χρήστου.

Ο Κανόνας αυτός ψάλλεται στις 29 Αυγούστου, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μας τιμά με αυστηρή νηστεία το μαρτυρικό τέλος του Βαπτιστού. Η υμνολογία δεν περιορίζεται στην απλή εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων —της μέθης του Ηρώδη, του προκλητικού χορού της Σαλώμης και της πονηριάς της Ηρωδιάδας— αλλά εμβαθύνει σε δύο κεντρικούς θεολογικούς άξονες:

Τον Έλεγχο της Εξουσίας: Ο Πρόδρομος Ιωάννης προβάλλεται ως ο αλύγιστος «πύργος της εγκράτειας» που υπερασπίζεται τον Θείο Νόμο, χωρίς να πτοείται από το θράσος των επίγειων βασιλέων.

Την Εις Άδου Κάθοδο: Ο αποκεφαλισμός του Προδρόμου ερμηνεύεται ως μέρος της Θείας Οικονομίας. Όπως υπήρξε προπομπός του Χριστού στη γη, έτσι γίνεται «Προφήτης και Άγγελος» και στον Άδη, προαναγγέλλοντας στους νεκρούς την έλευση του Ζωοδότου Σωτήρος.

Η γλαφυρή μεταφορά του κειμένου στη νεοελληνική καθιστά τα υψηλά νοήματα και τις ποιητικές αντιθέσεις του Κανόνα προσβάσιμα στον σύγχρονο αναγνώστη, διατηρώντας ακέραιη τη εκκλησιαστική και κατανυκτική τους ατμόσφαιρα.

Κανών πρώτος της Αποτομής της τιμίας κάρας Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ποίημα Ιωάννου Μοναχού.

Ωδή α’ Ήχος πλ. δ’ Υγράν διοδεύσας.

Τόν από νηδύος στειρωτικής, φανέντα Προφήτην, τού εκ μήτρας παρθενικής, κυοφορηθέντος απορρήτως, τόν Ιερόν ανυμνήσωμεν Πρόδρομον.
Ας ανυμνήσουμε τον ιερό Πρόδρομο, ο οποίος φανερώθηκε ως Προφήτης από στείρα μήτρα, (προαναγγέλλοντας Αυτόν) που κυοφορήθηκε με τρόπο Μυστηριώδη από παρθενική μήτρα.

Τούς όρους τής φύσεως υπερβάς, τής δικαιοσύνης, συνετήρησας τούς θεσμούς, παράνομον μίξιν διελέγχων, μή δεδοικώς βασιλέων θρασύτητα.
Αφού ξεπέρασες τους όρους της φύσεως (με την ασκητική σου ζωή), διατήρησες τους θεσμούς της (Θείας) δικαιοσύνης, ελέγχοντας την παράνομη σαρκική ένωση, χωρίς να φοβηθείς το θράσος των βασιλέων.

Τού νόμου τώ γάλακτι εκτραφείς, τήν νομοθεσίαν, συναφείας τής νομικής, ως νόμου σφραγίς επισφραγίζων, αντικατέστης πρός μίσος ακόλαστον.
Αφού ανατράφηκες με το γάλα του (Μωσαϊκού) Νόμου, επισφραγίζοντας τη νομοθεσία της νόμιμης συζυγικής συνάφειας ως η σφραγίδα του Νόμου, αντιτάχθηκες σε ένα ακόλαστο μίσος.

Θεοτοκίον

Τάξεις σε Αγγέλων καί τών βροτών, ανύμφευτε Μήτερ, ευφημούσιν ανελλιπώς, τόν Κτίστην γάρ τούτων ώσπερ βρέφος, εν ταίς αγκάλαις σου εβάστασας.
Οι τάξεις των Αγγέλων και των ανθρώπων (των θνητών), ανύμφευτη Μητέρα, σε εγκωμιάζουν ασταμάτητα, διότι κράτησες στην αγκαλιά σου σαν βρέφος τον Κτίστη (Δημιουργό) τους.

Ωδή γ’ Σύ εί τό στερέωμα.

Πανάσεμνον κόριον, τού μεθυσμού πλησθέν έφησε, Δός μοι, τανύν, κάραν Ιωάννου, ώ Ηρώδη εν πίνακι.
Το ασεμνότατο κορίτσι (η Σαλώμη), αφού γέμισε από τη μέθη (του χορού και του κρασιού), είπε: «Δώσε μου, τώρα αμέσως, Ηρώδη, το κεφάλι του Ιωάννη μέσα σε πιάτο (εκτενές πινακίδιο)».

Η παίς εξωρχήσατο, καί ως παράνομον τέρψασα, τόν Ηρώδην, πρός φόνον ανθέλκει, τού Προδρόμου καί κήρυκος.
Το κορίτσι χόρεψε έξαλλα και, αφού μάγεψε με παράνομο τρόπο τον Ηρώδη, τον παρασύρει προς τον φόνο του Προδρόμου και κήρυκα.

Ώ σής αθλιότητος, Ηρώδη άφρον καί άνομε! ποία τόλμη, κόρης ασελγούσης, φόνον άδικον έπραξας.
Ώ, τι αθλιότητα δική σου, Ηρώδη ανόητε και παράνομε! Με τι είδους (αναίσχυντη) τόλμη, εξαιτίας ενός ακόλαστου κοριτσιού, διέπραξες έναν άδικο φόνο;

Θεοτοκίον.

Δός ημίν βοήθειαν, ταίς ικεσίαις σου Πάναγνε, τάς προσβολάς, αποκρουομένη, τών δεινών περιστάσεων.
Δώσε μας βοήθεια, Πάναγνη, με τις ικεσίες σου, αποκρούοντας τις επιθέσεις των δύσκολων περιστάσεων.

Κάθισμα Ήχος α’ Τόν τάφον σου Σωτήρ.

Τόν Πρόδρομον Χριστού, Βαπτιστήν καί Προφήτην, Τιμήσωμεν πιστοί, καθαρώ συνειδότι, ως ένδοξον κήρυκα, μετανοίας διδάσκαλον, καί ως μάρτυρα, παναληθή τού Σωτήρος, τήν γάρ άνοιαν, τήν τού Ηρώδου ελέγξας, τήν κάραν εκτέμνεται.
Ας τιμήσουμε με καθαρή συνείδηση, εμείς οι πιστοί, τον Πρόδρομο του Χριστού, τον Βαπτιστή και Προφήτη, ως ένδοξο κήρυκα, διδάσκαλο της μετανοίας, και ως μάρτυρα απόλυτα αληθινό του Σωτήρος· διότι, επειδή ήλεγξε την αφροσύνη του Ηρώδη, αποκεφαλίζεται!

Δόξα… Ήχος δ’ Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Νύν επέφανεν ημίν, ο τού Σωτήρος Βαπτιστής, καί ευφραίνει νοητώς, τάς διανοίας τών πιστών, τό τής ερήμου καλλώπισμα, καί Προφητών η σφραγίς, όθεν τού Χριστού εδείχθη Πρόδρομος, καί μάρτυς αψευδής, τής παρουσίας αυτού, Πνευματικοίς ούν άσμασι συμφώνως, τώ Ιωάννη βοήσωμεν, Προφήτα κήρυξ, τής αληθείας, πρέσβευε τού σωθήναι ημάς.
Τώρα μας φανερώθηκε ο Βαπτιστής του Σωτήρος και ευφραίνει πνευματικά τις διάνοιες των πιστών, αυτός, το στολίδι της ερήμου και η σφραγίδα των Προφητών· γι’ αυτό και αναδείχθηκε Πρόδρομος του Χριστού και αληθινός μάρτυρας της παρουσίας Του. Με πνευματικά, λοιπόν, άσματα, όλοι μαζί ας φωνάξουμε στον Ιωάννη: «Προφήτη, κήρυκα της αλήθειας, μεσίτευε για να σωθούμε».

Καί νύν… Θεοτοκίον.

Κατεπλάγησαν Αγνή, πάντες Αγγέλων οι χοροί, τό μυστήριον τής σής, κυοφορίας τό φρικτόν, πώς ο τά πάντα συνέχων νεύματι μόνω, αγκάλαις ως βροτός, ταίς σαίς συνέχεται, καί δέχεται αρχήν, ο προαιώνιος, καί γαλουχείται σύμπασαν, ο τρέφων, πνοήν αφάτω χρηστότητι; καί σέ ως όντως, Θεού Μητέρα, ευφημούντες δοξάζουσιν.
Έμειναν έκπληκτοι, Αγνή, όλοι οι χοροί των Αγγέλων μπροστά στο φρικτό μυστήριο της δικής σου κυοφορίας· (βλέποντας) πώς Αυτός που συγκρατεί τα πάντα με μόνο ένα Του νεύμα (θέλημα), κρατιέται σαν θνητός (άνθρωπος) στις δικές σου αγκάλες, και πώς δέχεται χρονική αρχή Αυτός που είναι προαιώνιος, και πώς θηλάζει Αυτός που τρέφει κάθε πνοή με ανέκφραστη καλοσύνη. Γι’ αυτό και εσένα, ως πραγματική Μητέρα του Θεού, σε εγκωμιάζουν και σε δοξάζουν.

Ωδή δ’ Συ μου ισχύς Κύριε.

Ουκ ενεγκών, τό τών ελέγχων απότομον, ο τού νόμου, ταίς ποιναίς υπεύθυνος, ου’ παρρησίαν θεοσεβή, ο ταίς ασελγείαις τών ηδονών συμφυρόμενος, δεσμήσας συνετήρει, τόν αϋλως τοίς άνω, πρό τού τέλους χοροίς συναπτόμενον.
Μην αντέχοντας την αυστηρότητα των ελέγχων [σου], ο υπόλογος στις ποινές του νόμου, αυτός που κυλιόταν στις ασέλγειες των ηδονών [ο Ηρώδης], επειδή δεν είχε θεοσεβή παρρησία, αφού [σε] φυλάκισε, σε κρατούσε φρουρούμενο· εσένα, που με άυλο τρόπο, πριν από το τέλος [της ζωής σου], ενωνόσουν με τους άνω [ουράνιους] χορούς.

Ψυχοβλαβή, μέθην καί οίστρον ακόλαστον, εκνοσήσας, έκδοτος ο δείλαιος, τοίς χορικοίς, κρότοις τών ποδών, αποδεδειγμένος, φονεύς Προφήτου γεγένηται, συνέλαβε γάρ μέθην, ασωτίας μητέρα, καί δεινήν ανομίαν απέτεκεν.
Αφού αρρώστησε βαριά από την ψυχοβλαβή μέθη και τον ακόλαστο οίστρο [πάθος], ο άθλιος, παραδομένος στα χορευτικά χτυπήματα των ποδιών, αποδείχθηκε φονιάς του Προφήτη· διότι συνέλαβε τη μέθη, τη μητέρα της ασωτίας, και γέννησε τη φοβερή ανομία.

Όντως εν σοί, ου διεψεύσθη η θεία φωνή, τών Προφητών, σύ γάρ πέλεις περισσότερος, ως προφητείαις αξιωθείς, εξ αυτής νηδύος, εν ατελεί τώ τού σώματος, καί τόν προφητευθέντα, υπό σού Θεόν Λόγον, καί ιδών καί βαπτίσας εν σώματι.
Πράγματι, σε εσένα δεν διαψεύστηκε η θεία φωνή των Προφητών, διότι εσύ είσαι περισσότερο [από προφήτης], καθώς αξιώθηκες να προφητεύσεις μέσα από την ίδια την κοιλιά [της μητέρας σου], όταν το σώμα σου ήταν ακόμα ατελές, ενώ είδες και βάπτισες με σώμα τον Θεό Λόγο που είχε προφητευθεί κι από ‘σένα.

Θεοτοκίον

Σύ τών πιστών, καύχημα πέλεις ανύμφευτε, σύ προστάτις, σύ καί καταφύγιον, Χριστιανών τείχος καί λιμήν, πρός γάρ τόν Υιόν σου, εντεύξεις φέρεις Πανάμωμε, και σώζεις εκ κινδύνων τούς εν πίστει καί πόθω, Θεοτόκον αγνήν σε γινώσκοντας.
Εσύ, ανύμφευτη [Παναγία], είσαι το καύχημα των πιστών, εσύ είσαι η προστάτιδα, εσύ και το καταφύγιο, το τείχος και το λιμάνι των Χριστιανών· διότι προς τον Υιό σου φέρεις μεσιτείες, Πανάμωμε, και σώζεις από κινδύνους εκείνους που με πίστη και πόθο σε αναγνωρίζουν ως αγνή Θεοτόκο.

Ωδή ε’ Ίνα τί με απώσω.

Μητρικαίς υποθήκαις, άθλον τής ορχήσεως τής κακοδαίμονος, τής ωμής λεαίνης, ο ωμότερος σκύμνος ητήσατο, ήν καί θήρες πάντες, εν ερημίαις ηυλαβούντο, κεφαλήν τού Προδρόμου καί κήρυκος.
Με τις συμβουλές της μητέρας του, το πιο άγριο λιονταράκι, η Σαλώμη, ζήτησε ως έπαθλο του κακότυχου χορού, της άγριας λέαινας [της Ηρωδιάδας] την κεφαλή του Προδρόμου και κήρυκα, την οποία ακόμα και όλα τα θηρία στις ερημιές σεβόντουσαν.

Ώ τών σών ανεφίκτων, καί ακαταλήπτων κριμάτων φιλάνθρωπε! ότι τού εκ μήτρας, πεφηνότος δοχείον τού Πνεύματος, καί συναυξηθέντος, τή σωφροσύνη καί αγνεία, ασελγές, κατωρχήσατο κόριον.
Ω, πόσο απρόσιτες και ακατάληπτες είναι οι κρίσεις σου, Φιλάνθρωπε! Πώς για χάρη ενός ασελγούς κοριτσιού που χόρευε, [αποκεφαλίστηκε] εκείνος που από την κοιλιά της μητέρας του αναδείχθηκε δοχείο του Πνεύματος και μεγάλωσε μαζί με τη σωφροσύνη και την αγνεία!

Προσφιλές καί οικείον, τώ τήν συζυγίαν τήν άσεμνον στέργοντι, γενεσίων πότοις, καί Προφήτου συνάψαι αναίρεσιν, καί κρατήρα πλήρη, προφητικών τοίς φιληδόνοις, καί αγίων αιμάτων κεράσασθαι.
[Ήταν] προσφιλές και οικείο σε αυτόν που αγαπούσε την άσεμνη συζυγία [τον Ηρώδη], να συνάψει στα ποτά των γενεθλίων του και τη θανάτωση του Προφήτη, και να κεράσει στους φιλήδονους έναν κρατήρα γεμάτο από προφητικά και άγια αίματα.

Θεοτοκίον.

Μητρικήν παρρησίαν, τήν πρός τόν Υιόν σου κεκτημένη Πάναγνε, συγγενούς προνοίας, τής ημών μή παρίδης δεόμεθα, ότι σέ καί μόνην, Χριστιανοί πρός τόν Δεσπότην, ιλασμόν ευμενή προβαλλόμεθα.
Έχοντας τη μητρική παρρησία προς τον Υιό σου, Πάναγνε, σε παρακαλούμε να μην παραβλέψεις τη συγγενική πρόνοια για εμάς· διότι εσένα και μόνο, οι Χριστιανοί, προβάλλουμε προς τον Δεσπότη ως ευμενή εξιλασμό.

Ωδή ς’ Ιλάσθητί μοι Σωτήρ.

Τού νόμου τών εντολών, προκινδυνεύων μακάριε, ελέγχοις παιδαγωγείς, τόν παρανομήσαντα, ού γάρ έφυς κάλαμος, δυσμενών πνευμάτων, ριπιζόμενος προσπνεύσεσι.
Καθώς προκινδυνεύεις για τον νόμο των εντολών, μακάριε, παιδαγωγείς με ελέγχους αυτόν που παρανόμησε· διότι δεν υπήρξες καλάμι που κλυδωνίζεται από τις ριπές των εχθρικών πνευμάτων.

Τώ λύθρω τώ τής σφαγής, η κεφαλή σταζομένη, ηνέχθη τών πορνικών αγώνων εις μίσθωμα, Ηρώδην ελέγχουσα, καί μετά τό τέλος, ως τήν φύσιν συνθολώσαντα.
Η κεφαλή σου, που έσταζε από το αίμα της σφαγής, προσφέρθηκε ως αμοιβή των πορνικών αγώνων [του χορού], ελέγχοντας τον Ηρώδη ακόμα και μετά το τέλος σου, επειδή θόλωσε [μόλυνε] τους νόμους της φύσης.

Ερήμους περιπολών, θριξί καμήλου σκεπόμενος, τάς μέν ως φωτολαμπές, κατώκεις ανάκτορον, τάς δέ ως βασίλειον, περιφέρων κόσμον, σών παθών κατεβασίλευσας.
Καθώς περιπολούσες στις ερήμους σκεπασμένος με τρίχες καμήλου, κατοικούσες σε αυτές [τις ερήμους] σαν σε φωτολαμπές ανάκτορο, και περιφέροντας αυτές [τις τρίχες] σαν βασιλικό κόσμημα, κυριάρχησες απόλυτα πάνω στα πάθη σου!

Θεοτοκίον.

Ρυσθείημεν τών δεινών, πταισμάτων ταίς ικεσίαις σου, Θεογεννήτορ αγνή, καί τύχοιμεν πάναγνε, τής θείας ελλάμψεως, τού εκ σού αφράστως, σαρκωθέντος Υιού τού Θεού.
Μακάρι να λυτρωθούμε από τα δεινά σφάλματά μας με τις ικεσίες σου, αγνή Θεογεννήτορ, και είθε να επιτύχουμε, Πάναγνε, τη θεία έλλαμψη του Υιού του Θεού, ο οποίος σαρκώθηκε από εσένα με ανέκφραστο τρόπο.

Κοντάκιον Ήχος πλ. α’

Η τού Προδρόμου ένδοξος αποτομή, οικονομία γέγονέ τις θεϊκή, ίνα καί τοίς εν’ Άδη τού Σωτήρος κηρύξη τήν έλευσιν, θρηνείτω ούν Ηρωδιάς, άνομον φόνον αιτήσασα, ου νόμον γάρ τόν τού Θεού, ού ζώντα αιώνα ηγάπησεν, αλλ’ επίπλαστον πρόσκαιρον.
Ο ένδοξος αποκεφαλισμός του Προδρόμου έγινε σύμφωνα με κάποια θεϊκή οικονομία, ώστε [ο Πρόδρομος] να κηρύξει τον ερχομό του Σωτήρος και σε αυτούς που βρίσκονταν στον Άδη. Ας θρηνεί, λοιπόν, η Ηρωδιάς, που ζήτησε τον άνομο φόνο· διότι δεν αγάπησε τον νόμο του Θεού, ούτε την αιώνια ζωή, αλλά την επίπλαστη και πρόσκαιρη [ζωή].

Ο Οίκος.

Τά γενέσιια τού Ηρώδου πάσιν εφάνησαν ανόσια, ότι εν μέσω τών τρυφώντων, η κεφαλή τού νηστεύοντος παρετέθη ώσπερ έδεσμα, Τή χαρά συνήφθη λύπη, καί τώ γέλωτι εκράθη πικρός οδυρμός, ότι τήν κάραν τού Βαπτιστού πίνακι φέρουσα, επί πάντων εισήλθεν, ως είπεν, η παίς, καί διά οίστρον, θρήνος επέπεσε πάσι τοίς αριστήσασι τότε σύν τώ βασιλεί, ου γάρ έτερψεν εκείνους, ούτε Ηρώδην αυτόν, φησί, καί ελυπήθησαν λύπην ουκ αληθινήν, αλλ’ επίπλαστον πρόσκαιρον.
Τα γενέθλια του Ηρώδου φάνηκαν σε όλους ανόσια, διότι ανάμεσα σε αυτούς που απολάμβαναν τις τροφές, η κεφαλή εκείνου που νήστευε παρατέθηκε σαν έδεσμα. Με τη χαρά λοιπόν ενώθηκε η λύπη, και με το γέλιο ανακάτεύτηκε πικρός οδυρμός· διότι το κορίτσι, φέροντας την κάρα του Βαπτιστή πάνω σε πιάτο, μπήκε μπροστά σε όλους, όπως είχε πει, και εξαιτίας του ακόλαστου πάθους, θρήνος έπεσε σε όλους όσοι δειπνούσαν τότε μαζί με τον βασιλιά. Διότι αυτό δεν έδωσε χαρά σε εκείνους, ούτε στον ίδιο τον Ηρώδη, όπως λέγεται, και λυπήθηκαν με λύπη όχι αληθινή, αλλά επίπλαστη και πρόσκαιρη.

Συναξάριον.

Τή Κθ’ τού αυτού μηνός, μνήμη τής αποτομής τής τιμίας κεφαλής τού αγίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστού Ιωάννου.
Κατά την 29η του Αυγούστου, εορτάζουμε τη μνήμη της αποτομής της τιμίας κεφαλής του αγίου και ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.

Στίχοι.

Τέμνει κεφαλήν χείρ μιαιφόνος ξίφει,
Τού χείρα θέντος εις κεφαλήν Κυρίου.
Εικάδι αμφ’ ενάτη Προδρόμου τάμεν αυχένα χαλκός.

Ένα χέρι, μολυσμένο από φόνο, κόβει με ξίφος την κεφαλή εκείνου που έβαλε το χέρι του πάνω στην κεφαλή του Κυρίου.

Κατά την εικοστή ένατη ημέρα, το χάλκινο ξίφος έκοψε τον λαιμό του Προδρόμου.

Ταίς τού σού Προδρόμου Χριστέ πρεσβείαις, ελέησον καί σώσον ημάς. Αμήν.
Με τις πρεσβείες του Προδρόμου σου, Χριστέ, ελέησέ μας και σώσε μας. Αμήν.

Ωδή ζ’ Θεού συγκατάβασιν.

Ακόλαστον όρεξιν, δεινήν τε μέθην καθοπλισάμενος, προσβαλών κατερράγης, πρός εγκρατείας πύργον ακλόνητον, καί σωφροσύνης πρός πόλιν απόρθητον, τόν τού Χριστού Βαπτιστήν, Ηρώδη άνομε.
Αφού οπλίστηκες με ακόλαστη επιθυμία και φοβερή μέθη, επιτέθηκες και συντρίφτηκες πάνω στον ακλόνητο πύργο της εγκράτειας και στην απόρθητη πόλη της σωφροσύνης, [δηλαδή] στον Βαπτιστή του Χριστού, άνομε Ηρώδη.

Ουκ έφριξε Πρόδρομε, ου συνεστάλη ού κατενάρκησεν, η μεμαθητευμένη τώ διαβόλω, τήν σήν προσφέρουσα, τιμίαν κάραν, αναιδώς εν πίνακι, προβιβασμοίς μητρικοίς, εκμοχλευθείσα τόν νούν.
Δεν έφριξε, Πρόδρομε, δεν μαζεύτηκε [από ντροπή], ούτε ναρκώθηκε [από φόβο] η [κόρη] που είχε μαθητεύσει κοντά στον διάβολο, η οποία πρόσφερε την τίμια κάρα σου αναιδώς πάνω σε πιάτο, αφού παρακινήθηκε στον νου της από τις μητρικές προτροπές.

Ως λύχνος προέλαμψας, προαπεστάλης δέ ώσπερ Άγγελος, ως Προφήτης κηρύττεις, αμνόν Θεού τόν φανέντα Χριστόν, ως μάρτυς ξίφει κεφαλήν εκτέτμησαι, προκαταγγέλλων αυτόν, καί τοίς εν Άδη νεκροίς.
Προέλαμψες σαν λύχνος, και στάλθηκες πιο μπροστά (από τον Χριστό) σαν Άγγελος, κι ως Προφήτης κηρύττεις τον Χριστό που φανερώθηκε ως Αμνός του Θεού, ως Μάρτυρας αποκεφαλίστηκες με ξίφος, προαναγγέλλοντας Αυτόν και στους νεκρούς που βρίσκονταν στον Άδη.

Θεοτοκίον.

Ρυσθέντες τώ τόκω σου, τής καταδίκης τού πάλαι πτώματος, τήν φανείσαν αιτίαν, ελευθερίας σέ Μητροπάρθενε, σύν τώ Υιώ σου τώ δόντι αντίλυτρον, υπέρ ημών εαυτόν αεί δοξάζομεν.
Αφού λυτρωθήκαμε με τη γέννησή σου από την καταδίκη της παλιάς πτώσης, εσένα, Μητροπάρθενε, που φάνηκες η αιτία της ελευθερίας, μαζί με τον Υιό σου —ο οποίος έδωσε τον εαυτό του ως αντίλυτρο για εμάς— πάντοτε σε δοξάζουμε.

Ωδή η’ Επταπλασίως κάμινον.

Ο προδραμών τού τόκου σου, καί τού θείου παθήματος, εν τοίς κατωτάτοις, διά ξίφους γίνεται, Προφήτης καί Άγγελος, καί τής εκεί εισόδου σου, ως φωνή τού Λόγου, Ιωάννης κραυγάζων, Νεκροί τόν ζωοδότην, τυφλοί τόν φωτοδότην, αιχμάλωτοι τόν ρύστην, Χριστόν υπερυψούτε.
Αυτός που έτρεξε πιο μπροστά από τη γέννησή σου και το θείο σου πάθημα, γίνεται στα κατώτατα μέρη [στον Άδη] μέσω του ξίφους Προφήτης και Άγγελος και της εκεί εισόδου σου, φωνάζοντας ως φωνή του Λόγου, ο Ιωάννης: «Νεκροί, υπερυψούτε τον ζωοδότη, τυφλοί τον φωτοδότη, αιχμάλωτοι τον ελευθερωτή Χριστό»!

Παρθενικής γεννήσεως, προσδραμών εκ στειρώσεως, νύν τής εκουσίου, τού τά πάντα κτίσαντος, υπήρξας σταυρώσεως, προοδευτής εκτιμήσεως, τής κεφαλικής, τοίς έν τώ, Άδη κραυγάζων, Νεκροί τόν ζωοδότην, τυφλοί τόν φωτοδότην, αιχμάλωτοι τόν ρύστην Χριστόν υπερυψούτε.
Αφού έτρεξες πιο μπροστά από τη στείρωση για την παρθενική γέννηση, τώρα υπήρξες προπομπός της εκούσιας σταύρωσης Εκείνου που έκτισε τα πάντα, φωνάζοντας σε αυτούς που βρίσκονται στον Άδη για την αξία του αποκεφαλισμού σου: «Νεκροί, υπερυψούτε τον ζωοδότη, τυφλοί τον φωτοδότη, αιχμάλωτοι τον ελευθερωτή Χριστό».

Τής κεφαλής τού σώματος, εκτμηθείσης σου Πρόδρομε, η τής σής σαρκός ψυχή ηγεμονεύουσα, εκ ταύτης διήρητο, αλλ’ η θεότης εκ τής σαρκός, τού Εμμανουήλ ού διηρέθη εντεύθεν, οστούν ου συνετρίβη τού Θεού καί Δεσπότου, διό υπερυψούμεν, αυτόν εις τούς αιώνας.
Αν και η κεφαλή κόπηκε από το σώμα σου, Πρόδρομε, η ψυχή σου, που ηγεμονεύει πάνω στη σάρκα σου, είχε χωριστεί από αυτήν· όμως η θεότητα του Εμμανουήλ δεν χωρίστηκε από τη σάρκα Του εξαιτίας αυτού [του θανάτου], ούτε οστό του Θεού και Δεσπότου συντρίφτηκε· γι’ αυτό και Τον υπερδοξάζουμε στους αιώνες.

Θεοτοκίον.

Κυριοτόκε δέσποινα, τής ψυχής μου τά τραύματα καί τάς ωτειλάς, τή συμπαθεί πρεσβεία σου, Παρθένε εξάλειψον, καί πεπτωκότα έγειρον, σώσόν με πανάμωμε, τόν άσωτον σώσον, σύ γάρ μου εί προστάτις, καί αντίληψις μόνη, αγνή ευλογημένη, εις πάντας τούς αιώνας.
Δέσποινα που γέννησες τον Κύριο, εξάλειψε με τη συμπαθή μεσιτεία σου, Παρθένε, τα τραύματα και τις πληγές της ψυχής μου, και σήκωσέ με που έχω πέσει, σώσε με Πανάμωμε, σώσε τον άσωτο· διότι εσύ είσαι η προστάτιδά μου και η μόνη μου αντίληψη [βοήθεια], αγνή και ευλογημένη, σε όλους τους αιώνες.

Ωδή θ’ Έφριξε πάσα ακοή.

Έφριξε φάλαγξ Πονηρά, καί ο ταύτης πρωτοστάτης διάβολος, τήν θεολόγον σου, Προφήτα γλώσσαν Χριστόν κηρύττουσαν, καί διά κόρης ασελγούς, Ηρώδην ανέπεισε, καρατομήσαί σε, αλλ’ ημείς σε οι πιστοί μεγαλύνομεν.
Έφριξε η πονηρή παράταξη [των δαιμόνων] και ο αρχηγός της, ο διάβολος, [ακούγοντας] τη θεολόγο γλώσσα σου, Προφήτα, να κηρύττει τον Χριστό· και μέσω της ασελγούς κόρης έπεισε τον Ηρώδη να σε καρατομήσει· αλλά εμείς οι πιστοί σε μεγαλύνουμε.

Φάραγξ μέν φύσις ταπεινή, ανυψώθη καί βουνός τεταπείνωται, η τού θανάτου οφρύς, φωνή βοώντος γάρ ανακέκραγεν, εν τοίς ερήμοις τού φωτός, τού, Άδου σκηνώμασι, Τάς πύλας άρατε, Βασιλεύς γάρ δυνατός εισελεύσεται.
Η φάραγγα, δηλαδή η ταπεινή [ανθρώπινη] φύση, υψώθηκε, και το βουνό [η αλαζονεία] του θανάτου ταπεινώθηκε· διότι η φωνή αυτού που φωνάζει [του Προδρόμου] φώναξε δυνατά μέσα στα σκοτεινά κατοικητήρια του Άδου: «Σηκώστε τις πύλες, διότι θα εισέλθει ο δυνατός Βασιλιάς».

Φρίττουσι πάθη τών βροτών, καί τώ φόβω δραπετεύουσι δαίμονες, τήν επισκίασιν, τής εκ Θεού σοι δοθείσης χάριτος, αλλ’ αμφοτέρων πειρασμών, τήν ποίμνην σου φύλαττε, Κυρίου Πρόδρομε, τήν εν πίστει σε αεί μεγαλύνουσαν.
Φρίττουν τα πάθη των ανθρώπων και από τον φόβο δραπετεύουν οι δαίμονες, εξαιτίας της επισκιάσεως της χάριτος που σού δόθηκε από τον Θεό· γι’ αυτό, Πρόδρομε του Κυρίου, φύλαγε το ποίμνιό σου από τους πειρασμούς και των δύο [παθών και δαιμόνων], το οποίο πάντοτε σε μεγαλύνει με πίστη.

Θεοτοκίον.

Έντεινε καί κατευοδού, καί βασίλευε Υιέ Θεομήτορος, Ισμαηλίτην λαόν, καθυποτάσσων τόν πολεμούντα ημάς, τώ ορθοδόξω βασιλεί, νίκας χαριζόμενος, κατά βαρβάρων εχθρών, ταίς πρεσβείαις τής τεκούσης σε Λόγε Θεού.
Τέντωσε το τόξο σου, προχώρα με επιτυχία και βασίλευε, Υιέ της Θεομήτορος, υποτάσσοντας τον ισμαηλίτικο λαό [τους εχθρούς] που μας πολεμά, χαρίζοντας νίκες στον ορθόδοξο βασιλιά κατά των βαρβάρων εχθρών, με τις πρεσβείες εκείνης που σε γέννησε, Λόγε του Θεού.

Απόδοση Ελένης Χρήστου.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.