Ο γράφων το βιβλίο αυτό αναφέρει τα ακόλουθα: «Επισκέφθηκα τον παπά –Φώτη στο σπίτι της κ. Σοφίας Καπέδρα στον Υμηττό, οδός Βρυούλων 46, στις 27/11/2002. Βρήκα τον παπά –Φώτη σε ανάρρωση. Ήταν περίοδος της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων. Ο παπά –Φώτης μόλις άκουσε την παρουσία μου σηκώθηκε και με υποδέχθηκε στο μικρό δωμάτιο που φιλοξενούταν. Με υποδέχθηκε με πολλή καλοσύνη και αγάπη. Αλληλοασπασθήκαμε ασπαζόμενοι ο ένας το χέρι του άλλου. Αμέσως του διάβασα κάποιες ευχές εις ασθενούντα από το Μικρόν Ευχολόγιον. Εκείνος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του κι εγώ του πέρασα το πετραχήλι στο κεφάλι του. Ο παπά –Φώτης κάθε φορά που έλεγα: «Του Κυρίου δεηθώμεν», έλεγε το «Κύριε ελέησον». Ήταν σαν ένα μικρό παιδάκι. Αφού τελείωσα τις ευχές μου είπε να κάνω εκτενή καθώς και απόλυση. Πάντα όταν μου έλεγε κάποιος να του κάνει κάποια ευχή ο παπά –Φώτης έβαζε Ευλογητός και τελείωνε πάντα με απόλυση. Έπειτα καθίσαμε και μιλήσαμε. Μου μίλησε για την περιπέτεια της υγείας του. Φαίνεται ότι πονούσε στην πλάτη του.
Κάθε φορά που τον ρωτούσα: «Παπά –Φώτη πονάτε;», εκείνος μου απαντούσε: «Πονάω λιγάκι» και δεν έδινε μεγάλη σημασία. Του μίλησα για το έργο της ενορίας μας, για τα παιδιά της συνάξεως των νέων και των κατηχητικών και το πόσο χάρηκαν οι νέοι με την παρουσία του στο Αρχονταρίκι μας καθώς και ορισμένες απορίες που προέκυψαν από το μυστήριο της εξομολογήσεως. Κάποια στιγμή άρχισε να μου διηγείται κάποιες ιστορίες από την ποιμαντική του δράση. «Θυμάμαι», μου έλεγε, «πως όταν ήμουν στον Τρίγωνα ως εφημέριος με καλούσαν διάφοροι πιστοί από το Πλωμάρι να πάω να τους λειτουργήσω τα ξωκκλήσια τους. Στο Πλωμάρι και τη γύρω περιοχή υπάρχουν πολλά ξωκκλήσια. Επειδή τότε δεν υπήρχαν δρόμοι για να πάει κανείς εκεί δυσκολευόταν άλλοι παπάδες να πάνε και δεν πήγαιναν και ο κλήρος έπεφτε σε μένα». Μου έλεγαν οι πιστοί: «Παπά –Φώτη θέλουμε μια λειτουργία στο τάδε ξωκκλήσι» και πρόθυμος εγώ πήγαινα και τους λειτουργούσα. Αντιλαμβάνεσαι», μου λέει, «πόσο δρόμο και τι ταλαιπωρίες περνούσα για να πάω στα ξωκκλήσια.
Φαίνεται εκείνος ο κόπος βγήκε τώρα στα γηρατειά μου και ταλαιπωρούμαι και καθηλωμένος στο δωμάτιο και στο κρεβάτι. Κατάμαυρα είναι τα κόκκαλά μου από τις τόσες και τόσες οδοιπορίες και μάλιστα πορείες με φορτίο προκειμένου να χτίσω τον άγιο Λουκά. Κουβαλούσα χιλιόμετρα ολόκληρα πέτρες και λιθάρια. Τότε δεν υπήρχαν μέσα συγκοινωνίας όπως σήμερα. Μέχρι από την Αδριανούπολη μετέφερα πέτρα και την απόθεσα στον άγιο Λουκά επειδή ο άγιος καταγόταν από εκεί. Και από πολλά άλλα μέρη έχω κουβαλήσει διάφορες πέτρες για ευλογία. Και φυσικά πάντα με τα χέρια μου και πάνω στην πλάτη μου. Γι’ αυτό φαίνεται τα κόκκαλά μου είναι κατάμαυρα. Κι όμως η ευλάβεια του κόσμου ήταν μεγάλη. Ενθυμούμαι πως όλοι οι άνθρωποι νήστευαν. Μάλιστα τον καιρό της συγκομιδής της ελιάς παρέμειναν οι άνθρωποι αν και εργαζόμενοι μέσα στο κρύο νηστεύοντας και το λάδι. Κάποτε πήγα να λειτουργήσω σ’ ένα χωριό πάνω από το Πλωμάαρι στο Κάτω Χωριό και βρήκα νέους που δεν κατέλυαν τροφή εάν δεν έπεφτε ο ήλιος. Έκαναν ενάτη!
Και σήμερα, τίποτα κανείς δεν νηστεύει. Μάλιστα και τη Μεγάλη Παρασκευή την καταλύουν με κρέας οι αθεόφοβοι πιστοί μας! Έτυχε στα τωριά χρόνια να ξαναεπιεσκεφθώ το ίδιο χωριό και βρήκα άνθρωπο να τρώει κρέας και του τα έψαλλα. Σηκώθηκε ο αθεόφοβος να με χτυπήσει όμως κάποιοι άλλοι του είπαν ότι καλά του τα λέω και ότι είχε άδικο μιας και τέτοια μέρα οφείλουμε να την τιμούμε νηστεύοντας. Θυμάμαι ακόμη και γέρους που νήστευαν άλαδο. Έτρεμαν από τη νηστεία. Κι όμως την κρατούσαν με πολλή προσοχή και πολλή πίστη. Ο κόσμος σήμερα ασέβησε πάρα πολύ. Δεν υπολογίζει νηστείες…». Στο τέλος τον ευχαρίστησα που με δέχθηκε. Του είπα το πόσο πολύ τον αγαπούμε όλοι μας. Φαινόταν τόσο ιλαρό το πρόσωπό του που αδυνατούσα να συνεχίσω να τον βλέπω. Καρτερικός και ανεκτικός. Αλληλοασπασθήκαμε και χαιρετηθήκαμε εν Κυρίω».
Ο γράφων το βιβλίο αυτό είχε και την εξής εμπειρία από τον παπά –Φώτη. Όταν χειροτονήθηκα διάκονος το 1996 στην Αθήνα και διακονούσα στα Γραφεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ως εισηγητής της πρωτοσυγκελλίας ερχόταν κατά καιρούς ο παπά –Φώτης και με επισκεπτόταν. Πάντα καθόταν τόσο ταπεινά στο κάθισμά του έτοιμος ανά πάσα στιγμή να φύγει. Στον ώμο του κουβαλούσε πάντα ένα καλογερικό ταγάρι γεμάτο με διάφορες πραμάτειες. Πράγματα διάφορα, ό,τι εύρισκε στο δρόμο χρήσιμο το μάζευε. Ό,τι του έδινες το έπαιρνε με μεγάλη χαρά. Δεν παρέλειπε να σ’ ευχαριστήσει για ό,τι του έδινες. Και πάντα φυσικά ήταν ατημέλητος και ανυπόδητος. Μια φορά στο γραφείο του έδωσα ένα φύλλο χαρτί που μου ζήτησε. Το πήρε κάθισε σε μια γωνιά και μου έγραψε με καλλιτεχνικά γράμματα τον υπέροχο ύμνο της αγάπης του Αποστόλου Παύλου και μου το χάρισε, ως άλλωστε συνήθιζε να κάνει σε όλους. Έκανε περίπου δύο ώρες να το τελειώσει. Το περίσσευμα του λευκού χαρτιού το έκοβε το έπαιρνε μαζί του για να γράψει κάτι άλλο.
Έκανε οικονομία στο χαρτί. Άλλη πάλι φορά ερχόταν και με χαιρετούσε και δεχόταν το κέρασμά μου, όποιο κι αν ήταν αυτό. Έπινε τσάι και ζητούσε και μια φρυγανιά για να βουτήξει στο τσάι του. Δεν πρόσεχε μη λερωθεί, γιατί ήταν πάντα λερωμένος και ατημέλητος. Ποτέ δεν κατέλυε τις νηστείες του. Και φυσικά όσες φορές συνέπεσε να μ’ επισκεφθεί Τετάρτες και Παρασκευές δεν κατέλυε ποτέ του λάδι. Κρέας δεν έτρωγε. Κάποτε που μ’ επισκέφθηκε στον ιερό ναό αγ. Ελευθερίου στα Πατήσια, όπου εφημερεύω, τον πήγα στο ενοριακό Κέντρο Αγάπης. Τον πλησίασε η αείμνηστη μαγείρισσα κ. Αντιγόνη Μωραΐτη και τον υποδέχθηκε με πολλές χαρές και περιποιήσεις. Εκείνος της μίλησε άσχημα και απότομα. Του λέω: «Παπά –Φώτη αυτά τα κάνει η κυρία από πολλή αγάπη». Τότε μου λέει κοφτά και με ύφος επιτιμητικό: «Παπά μου, με τις γυναίκες λίγα λόγια».
Αλλά και για το καλυμμαύχι του θα ήθελα να πω δυο λόγια. Το καλυμμαύχι του το είχε ως χώρο φύλαξης διαφόρων χαρτιών. Συγκεκριμένα τοποθετούσε πρωτίστως τα ονόματα που του έδιδαν διάφοροι πιστοί για να τα μνημονεύσει. Φύλαγε ακόμη διάφορα χαρτιά. Όλα ήταν πατικωμένα ένα πάνω στο άλλο. Για να βρει κάτι που του χρειαζόταν έπρεπε να τα βγάλει όλα και τότε γέμιζε κυριολεκτικά ένα τραπέζι χαρτιά. Η περίπτωσή του μας θυμίζει ένα παπά –Νικόλα Πλανά. Άλλοτε ήρθε στο ναό μου πάλι για να με συναντήσει. Ήταν απόγευμα. Δεν με βρήκε γιατί απουσίαζα στον ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος για μια εκπομπή. Για τέσσερις περίπου ώρες στεκόταν όρθιος και με περίμενε χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Ήθελε οπωσδήποτε να με συναντήσει. Μέχρι να επιστρέψω στο ναό οι ιερείς και οι νεωκόροι προθυμοποιήθηκαν να του προσφέρουν κάτι, εκείνος δεν δεχόταν τίποτα. Όταν επέστρεψα και τον είδα να περιμένει στο ναό μου χάρηκα πολύ, κι εκείνος έδειχνε ότι ακόμα περισσότερο χαιρόταν. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό και χαρούμενο.
Αλληλοασπασθήκαμε κι αφού λόγο τα είπαμε αμέσως ανεχώρησε. Κάποια άλλη φορά ήρθε στο ναό μου με κάποιες κυρίες. Τον έφεραν με ένα αυτοκίνητο πολυτελείας. Παραξενεύτηκα που τον είδα να κατεβαίνει από ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Αμέσως τον ρώτησα: «Τί γίνεται παπά –Φώτη;». Και μου λέει: «Οι κυρίες είναι γνωστές μου». Τότε πετάχτηκε μια από τις κυρίες και μου είπε: «Τον φιλοξενήσαμε στο σπίτι μας. Του ετοιμάσαμε το βράδυ το κρεβάτι κι αυτός κοιμήθηκε στη γωνιά κουρνιαστός χωρίς καν να κοιμηθεί στο κρεβάτι!». Ήταν φύσει ασκητικός ή ήθελε κάτι διαφορετικό να διδάξει στις πλούσιες εκείνες κυρίες; Εκείνη τη φορά που ήλθε το βράδυ καθώς καθόμασταν και συζητούσαμε διάφορα πνευματικά θέματα μου είπε, διαβάζοντας τον λογισμό μου τα ακόλουθα: «Φυσικά παπά μου θα αναρωτιέσαι πως βρίσκω τα χρήματα και χτίζω τον άγιο Λουκά. Ε, λοιπόν μάθε ότι τα χρήματα που έχω τα παίρνω από πλούσιους που με προσκαλούν να τους αγιάσω τα σπίτια τους. Ποτέ μου δεν καταδέχθηκα χρήματα από πτωχούς».
Το βράδυ εκείνο τον φιλοξένησα στο σπίτι μου. Μόλις μπήκε στο σπίτι μας ευλόγησε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Αμέσως μετά επειδή ήταν κατάκοπος όλη την ημέρα του είπα να ξαπλώσει στον καναπέ. Με υπάκουσε. Του είπα: «Παπά –Φώτη όσο εσύ θα ξεκουράζεσαι εγώ θα σου ετοιμάσω μια σουπίτσα». Ήταν καλοκαίρι και η πρεσβυτέρα έλειπε με τα παιδιά στην εξοχή. Του προετοίμασα λοιπόν μια χορτόσουπα άλαδη, ήταν ημέρα Τετάρτη. Αφού τελείωσα τον προσκάλεσα να κοπιάσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε και ήρθε και ευλόγησε την νηστήσιμη τράπεζα. Μόλις έβαλε την πρώτη κουταλιά στο στόμα του μου είπε: «Συγχαρητήρια, την έκανες πολύ ωραία». Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήταν και ό,τι καλύτερο, αλλά βλέποντας το φιλότιμό μου να τον περιποιηθώ με επαίνεσε. Δέχθηκα την ευχή του με πολλή χαρά. Αμέσως μετά αφού τελειώσαμε ενώ εγώ μάζευα τα πιάτα, εκείνος άρχισε να διαβάζει το Μικρό Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς από στήθους. Δεν προλάβαινα να ανάβω κανδήλια και θυμίαμα κι εκείνος κόντευε να τελειώσει και τους Χαιρετισμούς.
Όταν έλεγε τους Χαιρετισμούς τα μάτια του έλαμπαν και το πρόσωπό του γινόταν ακόμη πιο γαλήνιο. Στο καθιστικό του σπιτιού μου έχω την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας της Μονής Φιλοθέου στο φυσικό της μέγεθος, όπως ακριβώς είναι στο Μοναστήρι. Μπροστά της κρέμεται σχεδόν πάντοτε ακοίμητη η κανδήλα της Παναγίας. Μου είπε: «Ωραία που έχ’ς την Παναγία μέσ’ στο σπίτ’ς. Μεγάλη ευλογία! Χαίρουμαι που το κανδήλ’ς καίει. Να σας φυλάει η Χάρη Της». κατόπιν αφού μου είπε κάποια προσωπικά θέματα του είπα να του στρώσω στον καναπέ να κοιμηθεί. Έστρωσα σεντόνι και του έβαλα και μαξιλάρι. Όλο το βράδυ χαιρόμουν με την παρουσία του στο σπίτι μας. Όμως εκείνος όλο το βράδυ έδειχνα ότι δεν κοιμόταν. Δεν γνωρίζω τι έκανε στο καθιστικό. Πάντως βρισκόταν κάτω από την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. Το πρωί αφού σηκωθήκαμε πολύ νωρίς, εγώ για την εκκλησία προκειμένου να τελέσω τον όρθρο εκείνος μου είπε: «Εγώ διάβασα όλο τον όρθρο και τώρα φεύγω γιατί έχω δουλειές».
Έφυγε ο παπά –Φώτης. Στο σπίτι μας όμως παρέμεινε μια ευωδία. Το σεντόνι και το μαξιλάρι ευωδίαζαν. Το σεντόνι ήταν ατσαλάκωτο. Επίσης την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως ήρθε στο ναό μου, τον Άγιο Ελευθέριο και συλλειτουργήσαμε. Ήθελε να μου ευχηθεί για την εις πρεσβύτερον χειροτονία μου που έγινε την Κυριακή 31 Ιανουαρίου 1999, που συνέπεσε να είναι του Τελώνου και του Φαρισαίου. Συλλειτουργήσαμε στη δεύτερη Λειτουργία που τελέσθηκε εκείνη την ημέρα, κατόπιν εντολής του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χρυστοδούλου. Τότε θυμόμαστε όλοι οι κληρικοί του ναού την μετ’ ευλαβείας επιτέλεση της θείας λειτουργίας. Λόγω γήρατος και προχωρημένης ηλικίας του παπά –Φώτη, ο προϊστάμενος του ναού Αιδεσιμολ. Πρωτ. π. Κων/νος Παναγιωτόπουλος κατά τη στιγμή της θείας κοινωνίας προθυμοποιήθηκε να πάρει εκείνος το άγιο Ποτήριο για να κοινωνήσει τον κόσμο. Τότε ο παπά –Φώτης του έβαλε τις φωνές, και φυσικά βγήκε ο ίδιος να κοινωνήσει όλον τον κόσμο.
Την ώρα που μεταλάμβανε τους πιστούς, ρωτούσε το όνομά τους. θυμάμαι που βγήκα στην Ωραία Πύλη και στεκόμουν δίπλα του, να ρωτάει τα ονόματα κι όταν του έλεγαν π. χ. Μιχάλης, ο παπά –Φώτης έλεγε χαριτωμένα: «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Μιχαήλ» και πρόσθετε όλος χαρά: «Μιχάλη, Μιχάλη τι θα γίνει αυτό το χάλι!». Θα θεωρηθεί πιθανόν τραβηγμένο, αλλά σε κάθε έναν που πρόσθετε κι ένα στιχάκι πιστεύω ότι ήταν κατάλληλο για την κάθε περίπτωση και είχε και κάποιο δίκαιο! Κατά την θεία λειτουργία έκαμνεν εκφωνήσεις στη Σλαβική γλώσσα και στη γαλλική. Το συνήθιζε, ήθελε με τον τρόπο του αυτό να δείξει την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Στο τέλος της θείας Λειτουργίας μου έδωσε μελισσοκερένιες λαμπάδες που είχε μέσα στον τορβά του για να πάω να τις ανάψω στον τάφο του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Σεραφείμ. Μου είπε τότε: «Ο αείμνηστος αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ήταν απλός και ταπεινός και δεν του άρεσαν τα πολλά λόγια.
Έχω συλλειτουργήσει με τον αείμνηστο αρχιεπίσκοπο και διέκρινα ότι ήταν πολύ ταπεινός». Αλλά και εγώ διεπίστωσα ότι ήταν γνωστοί και φίλοι με τον αρχιεπίσκοπο, γιατί κάποια φορά που ήρθε να με επισκεφθεί στην αρχιεπισκοπή Αθηνών, όταν διακονούσα εκεί, συνέβη εκείνη την ώρα να έρθει στα γραφεία ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ. Ο παπά –Φώτης ξεπρόβαλε μπροστά του να πάρει την ευχή του και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος τον προσκάλεσε στο γραφείο του για να πιουν καφέ. Έτσι ο παπά –Φώτης είχε φιλία με τον μακαριστό και όντως απλό και καταδεκτικό Αρχιεπίσκοπο. Στις 11 Οκτωβρίου 2000 ήρθε και με ξαναεπισκέφθηκε ο παπά –Φώτης στο ναό μου. Ερχόμενος ήταν φορτωμένος και μου χάρισε ένα καλυμμαύχιο και ένα ράσο τη στιγμή που ο ίδιος φορούσε ξεσχισμένα ράδα. Του είπα τότε: «Μα παπά –Φώτη μου, γιατί μου τα δίνεις εμένα αφού εσύ δεν έχεις;». Και μου απάντησε: «Εγώ είμαι καλόγερος».
Ήταν τότε παρόντες μπροστά σ’ αυτό το περιστατικό, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας κυρός Θεόκλητος Λέτσος και το ιερατείο του ναού μας. Ο Δεσπότης μου είπε: «Να τα πάρεις όσα σου δίνει και να μην τον κακοκαρδίσεις». Αυτό και έπραξα και τα έλαβα και τον ευχαρίστησα και φυσικά τα βαστάω αυτά ως πολύτιμη παρακαταθήκη του μέχρι σήμερα.
Την ίδια ημέρα ένας κύριος ονόματι Γεώργιος Μπούρας που βοηθάει οικειοθελώς για πολλά χρόνια στο ναό μας επειδή τον είδε ξυπόλητο και δεν φορούσε κάλτσες, του πρότεινε να του χαρίσει τρία ζεύγη κάλτσες. Ο παπά –Φώτης του απήντησε αυστηρά και κοφτά: «Όχι δεν θέλω». Τότε αμέσως αφού άκουσα τη συνομιλία του είπα: «Παπά –Φώτη θα μπορούσες να του πεις ευχαριστώ και να πάρεις τις κάλτσες και να τις δωρίσεις σε κάποιον φτωχό που θα συναντήσεις στο δρόμο σου». Τότε μου λέει: «Ε, πες του να μου τις δώσει!». Τέτοια ταπείνωση είχε και τέτοια υπακοή έκανε ο παπά –Φώτης.
Στις 14 Φεβρουαρίου 2002, ημέρα Πέμπτη με ξαναεπισκέθηκε ο παπά –Φώτης στο ναό μου. Εκείνη την ώρα είχα κάποια εργασία στο ναό και τον υποδέχθηκε στο γραφείο μου μια κοπέλλα από τις Συνάξεις των νέων, που αντιμετώπιζε κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Μέχρι να επιστρέψω στο γραφείο μου έγινε μια σχετική συζήτηση μεταξύ τους. όταν έφθασα στο γραφείο και τον συνάντησα κι αφού ως συνήθως αλληλοασπασθήκαμε τις δεξιές μας μου είπε: «Ήρθα για να σου φέρω κάτι που θέλεις, αφού εσύ ασχολείσαι μ’ αυτά». Και μου δίδει ένα χειρόγραφο κείμενό του όπου ανέφερε περιστατικά προσωπικά του για το κτίσιμο του ναού του, καθώς και μια φωτογραφία του ναού του αγίου Λουκά. Του λέω: «Παπά –Φώτη πολύ σας ευχαριστώ που κάνατε τον κόπο και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μου φέρατε αυτά τα στοιχεία. Ξέρετε παπά –Φώτη, από το πρωί σήμερα ασχολούμαι μαζί σας γράφοντας όσα γνωρίζω για σας και γενικά τη ζωή και το έργο σας». Κι εκείνος απλά και αφοπλιστικά μου λέει: «Παπά μου, μα γι’ αυτό και ήρθα να σε συναντήσω!».
Ξαφνιάστηκα εντελώς. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο παπά –Φώτης δεν είναι απλώς ένας ευλαβής πιστός κληρικός, αλλά είναι χαρισματικός και διορατικός. Κατόπιν μου λέει για να διασκεδάσει τις σκέψεις μου περί του προσώπου του. «Παπά μου η κοπέλλα που συνάντησα σήμερα που ήρθα εδώ στο ναό σου έχει πνεύμα πύθωνος». Του λέω: «Γιατί παπά –Φώτη, πώς το κατάλαβες αυτό;». Και μου απαντά: «Άνθρωπος που έχει βάλει σκοπό να κάνει κακό στον εαυτό του και δεν σκέπτεται τον Θεό, έχει δαιμόνιο μέσα του». «Μα, παπά –Φώτη», του λέω, «η κοπέλλα αυτή είναι απόφοιτος της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου». Τότε, τον βλέπω με απορία ακόμη μεγαλύτερη καθότι άκουσε ότι είναι και καθηγήτρια της Θεολογίας. Του ζήτησα να μου πει τι πρέπει και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτήν. Ο παπά –Φώτης απάντησε: «Η κοπέλλα αυτή χρειάζεται νηστεία, προσευχή και εξομολόγηση και τακτική θεία μετάληψη. Μάλιστα», μου είπε, «νηστεία Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και άλαδο!». Του λέω: «Μα παπά –Φώτη μου η κοπέλα παίρνει φάρμακα!».
Και ο παπά –Φώτης γυρνάει και μου απαντάει αυστηρά: «Ε, και γω παίρνω φάρμακα. Τί σημαίνει αυτό; Η νηστεία γιατρεύει». Ήταν μια συγκλονιστική αποκάλυψη για το πώς ο ίδιος θεραπευόταν από τις πολλές ασθένειές του. Τελικά ο παπά –Φώτης αφού με ευχαρίστησε για την όλη φιλοξενία και αφού είχαμε συζητήσει και πολλά άλλα θέματα, ανεχώρησε παίρνοντας τον βαρύ τορβά του στον ώμο του. Όμως φεύγοντας κάθισε σ’ ένα πεζούλι παραπλεύρως του ναού και διάβαζε κάποια βιβλία μου που του χάρισα φεύγοντας. Η αλήθεια ήταν ότι η ξαφνική αναχώρησή του με προβλημάτισε. Μέσα μου όμως καλλιεργούσα από ώρα τον λογισμό ότι πρέπει να κλείσω το ναό γιατί είχε κιόλας βραδιάσει και μην τυχόν και συμβεί κάτι στο ναό. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ο παπά –Φώτης διάβαζε τον λογισμό μου και για να με αναπαύσει είπε ότι φεύγει. Καθώς όμως διάβαζε στο πεζούλι παραπλεύρως του ναού, από εκεί πέρασε για να φύγει και η κοπέλα με το ψυχολογικό πρόβλημα.
Εκείνη τον ξαναχαιρέτησε και του είπε να προσεύχεται γι’ αυτήν. Τότε, ο παπά –Φώτης σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και της είπε επιτιμητικά ότι δεν πρέπει να σκέπτεται άσχημα για τον εαυτό της. της είπε χαρακτηριστικά: «Πρόσεχε γιατί αμαρτάνεις. Είσαι Θεολόγος και δεν πρέπει να σκέπτεσαι κακά πράγματα!».
Στις 28 Νοεμβρίου 2001 ξαναήρθε ο παπά –Φώτης στο ναό μου και μου δώρισε αυτή τη φορά δύο αντεριά κι ένα καλυμμαύχι. Τότε μου είπε: «Τα κέντρα διασκεδάσεως είναι η καταστροφή του κράτους. Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είναι ήρωας και παλεύει με θηρίο». Μάλιστα μου είπε ότι του έστειλε κι ένα τηλεγράφημα συμπαραστάσεως. Αφού καθίσαμε για αρκετή ώρα πριν φύγει μου είπε εξομολογητικά στο πλατύσκαλο του ναού τα ακόλουθα: «Ξέρεις παπά –Θεμιστοκλή, προχθές ήρθε μια γυναίκα και μου εξομολογήθηκε. Μου είπε τα προβλήματά της κι ιδιαιτέρως μου είπε για ένα πρόβλημα που έχει με το γυιό της, ο οποίος ξεστράτησε κι έπεσε στην πορνεία και στα ξενοτρεχάματα. Έπειτα ήρθε και ο γυιός της και εξομολογήθηκε κι αυτός. Τελικά έδειξε μετάνοια κι ο Θεός γνωρίζει καλύτερα για τούτο. Όμως υπάρχει και μεγάλο χρέος στην οικογένεια. Έχουν δε ένα οικόπεδο στη Θεσσαλονίκη κι ενώ είναι κεντρικό δεν μπορούν να το πουλήσουν κι οι τόκοι των χρεών τους τρέχουν και το οφειλόμενον ποσόν επαυξάνει καθημερινά.
Τους είπα ότι, βλέπετε, η αμαρτία εκδικείται και δημιουργεί τόσα άλλα προβλήματα. Εσύ που είσαι εδώ πέρα εφημέριος κάνε προσευχή στον άγιο Ελευθέριο που τον υπηρετείς να ελευθερώσει την περίπτωσή τους». Θεωρούσε βέβαιο ότι οι άγιοι αμέσως ανταποκρίνονται στις ικεσίες των ανθρώπων, αρκεί εμείς οι άνθρωποι να τους το ζητήσουμε προσευχητικά. Του είπα ότι θα το κάνω και αφού αλληλοασπασθήκαμε ο ένας την δεξιά του άλλου έφυγε βέβαιος και ήσυχος ότι ο άγιος Ελευθέριος θα κάνει το θαύμα του. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε ότι ο παπά –Φώτης θεωρούσε βέβαιο ότι ο κάθε ιερέας μπορεί στον άγιο που υπηρετεί να απαιτεί προσευχητικά να του εκπληρώνει όλα τα αιτήματά του, όπως επίσης ότι ο παπά –Φώτης το πρόβλημα του άλλου το ένοιωθε για δικό του πρόβλημα. Έπασχε μετά πασχόντων και έχαιρε μετά χαιρόντων.
Όπως κι αν έχει το θέμα, μετά από καιρό διεπίστωσα ότι η εξαγορά αυτής της εξομολογήσεως προς εμένα έγινε εσκεμμένα για να με διδάξει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζω τους ανθρώπους που θα καταφεύγουν στο πετραχήλι μου. Να ομολογήσω ότι σε λίγο διάστημα από την ημέρα που είχα αυτήν την πνευματική εμπειρία από τον παπά –Φώτη, αντιμετώπισα στο πετραχήλι μου την ίδια ακριβώς περίπτωση εξομολογήσεως. Και τότε θυμήθηκα τον παπά –Φώτη…
Στις 13 Φεβρουαρίου 2002 ο παπά –Φώτης ξαναήρθε στην ενορία μας. Αφού αλληλοασπασθήκαμε, σε λίγη ώρα χτύπησε η καμπάνα. Ο παπά –Φώτης εντελώς με παράτησε και μπήκε βολίδα αμέσως στο ναό για να ακούσει την ακολουθία του εσπερινού μετά της παρακλήσεως εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Τον ακολούθησα ξωπίσω του. Ο παπά –Φώτης αφού προσκύνησε όλες τις εικόνες του ναού γύρω γύρω όπως συνήθιζε πάντα να κάνει σε κάθε ναό που έμπαινε μέσα, κάθισε στη δεύτερη σειρά των καθισμάτων των ανδρών και άκουγε την ακολουθία. Το ράσο του το είχε πεταγμένο στον αριστερό ώμο του. Επειδή του έπεφτε συνεχώς το παράτησε κάτω δίπλα στον καλογερικό του τορβά. Σε μια στιγμή έβγαλε το καλυμμαύχι του και το άφησε κι αυτό καταγής. Ιδιαιτέρα εντύπωση έκανε σε όλους όσοι ήταν στην εκκλησία εκείνη την ώρα το πώς προσευχόταν. Είχε ένα βλέμμα εντελώς παιδικό. Οι κινήσεις του, οι ματιές του μας θύμιζαν κάτι το άδολο, κάτι το ανεπιτήδευτο. Όταν άρχισαν τα Μεγαλυνάρια ο παπά –Φώτης σηκώθηκε και άρχισε τις στρωτές μετάνοιες.
Τα χέρια του ροζιασμένα από τις διάφορες εργασίες επρόδιδαν τους πολλούς κόπους της ασκήσεώς του. Έκαμε τις μετάνοιές του απλά και ταπεινά που καταλάβαινες ότι έτσι οφείλουμε κι εμείς να τις κάνουμε. Όταν τελείωσαν οι ακολουθίες ο παπά –Φώτης πήγε και ασπάσθηκε όλες τις εικόνες του τέμπλου. Έδωσε ένα καλό μάθημα σε όλους μας ότι εν ώρα ακολουθίας κανείς δεν πρέπει να προσέρχεται και να ασπάζεται τις εικόνες του τέμπλου γιατί έτσι περισπάται η προσοχή των προσευχομένων στο ναό. Μετά την ακολουθία ειδωθήκαμε και τα είπαμε για άλλη μια φορά. Ακολούθησαν και άλλες πολλές συναντήσεις με πολλές εκπλήξεις τις οποίες και μελλοντικά θα δημοσιεύσουμε.
Από το βιβλίο: Παπά-Φώτης Λαυριώτης. Σημείον αντιλεγόμενον (1913- 2010). Του Π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου. Αθήναι, 2011.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
