Ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή
«ΜΕΤΑ ΤΗΝ Θεία Λειτουργία, είμαστε μόνοι στο κελί. Εγώ έγραφα επιταγές, που έστελνε ελεημοσύνη σε φτωχούς και σε μοναστήρια. Με είχε παρακαλέσει: “Να μου συμπληρώσεις κάποια δελτία. Έτσι έλεγε τις επιταγές, δελτία. Εκεί τον ρώτησα: “Ποια είναι, Γέροντα, η μεγαλύτερη αρετή;. Πήρε πολύ σοβαρό ύφος, έλαμψε το πρόσωπό του και μου είπε: “Ή αγάπη του Θεού, παιδί μου.
Την άλλη μέρα, θέλοντας να το επαναλάβει, του είπα: “Ώστε η αγάπη του Θεού είναι η πρώτη αρετή. Γέροντα και με αποπήρε: “Έλα-έλα, όλες καλές είναι οι αρετές. Πάψε και τρώγε.» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
Τρείς μεγάλους έχει η ιστορία
«ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ήμασταν έντεκα παιδιά από το λεκανοπέδιο, όλοι άγνωστοί μεταξύ μας. Καθόμαστε έξω, γύρω στο τραπέζι. Ό Γέροντας ήξερε μόνο εμένα. Οι άλλοι είχαν έρθει για πρώτη φορά. Μου λέει: “Βάλε καφέ στην κατσαρόλα. Έντεκα καφέδες. Ό Γέροντας γέλαγε συνεχώς και έλεγε: “Δόξα σοι ο Θεός. Ρωτάει τον πρώτον: “Πώς σε λένε;. “Κωνσταντίνο. Ρωτάει τον δεύτερο, Κωνσταντίνο. Ρωτάει τον τρίτο έως και τον δέκατο, Κωνσταντίνο.
Εμένα με ήξερε. Έντεκα Κωνσταντίνοι, άγνωστοι μεταξύ τους. Τα χάσαμε. “Δεν είναι περίεργο, Γέροντα;, τον ρώτησα. “Κι ένας εσείς, δώδεκα. “Αφήστε με εμένα. Εγώ πάω, εσείς να είστε καλά, είπε.
Μετά είπε: “Όλοι οι Κωνσταντίνοι είναι χαριτωμένοι, γιατί έχουν ένα τόσο μεγάλο Άγιο. Πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος!!! Πολύ μεγάλος που είναι!!! Τρείς μεγάλους έχει η ιστορία, Μέγα Κωνσταντίνο, Μέγα Βασίλειο και Μέγα Αλέξανδρο.» “Γέροντα, έχει κι άλλους”, του είπα. “Όχι, η ιστορία, μιλάμε, έχει μόνο τρείς μεγάλους, Μέγα Κωνσταντίνο, Μέγα Βασίλειο, Μέγα Αλέξανδρο”.» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
(Την ίδια ακριβώς δήλωση είχε κάνει ο πατήρ Ευμένιος και σε μιά άλλη συντροφιά, μιά μέρα, όπως μαρτυρεί η κυρία Γερασιμούλα Αριστείδου Λαμπράκη. “Τρείς ήταν οι μεγάλοι φωστήρες της ιστορίας, τους είχε πει. “Ό Μέγας Βασίλειος, ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Μέγας Αλέξανδρος).
«Πολύ ωραίος ο καύσωνας»
«ΚΑΠΟΤΕ, ΜΕ τον μεγάλο καύσωνα, ήρθε ένα ανδρόγυνο και του έλεγε: “Γέροντα, πεθαίνουμε. Μεγάλος καύσωνας!.
Αυτός γελούσε. “Πολύ ωραίος ο καύσωνας, τι καλός που είναι ο καύσωνας!, έλεγε.
Όταν, επίσης, έκανε τσουχτερό κρύο ή έβρεχε, πάλι έλεγε: “Πόσο μου αρέσει το κρύο, πολύ ωραίο το κρύο! Και η βροχή πολύ μου αρέσει. Τι ωραία που είναι η βροχή!» [Πλακιάς Κωνσταντίνος]
Στις τρείς την νύχτα
«ΚΑΠΟΤΕ, ΠΗΓΑ, πήρα την ευχή του και τον ρώτησα: “Πότε εξομολογείτε, Γέροντα;. “Κάθε μέρα, ό,τι ώρα να’ ναι, μου απάντησε. “Και στις τρείς την νύχτα, Γέροντα;, τον ξαναρώτησα. “Ναι, ό,τι ώρα να’ ναι, μου είπε.
Με την χάρι που είχε, έδινε απλές, φωτισμένες συμβουλές, που έμπαιναν στην καρδιά.» [Σωτηρίου Νικόλαος]
«Αυτός τίποτε δεν έχει»
«ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ, επισκέφθηκα τον Γέροντα και ήταν πίσω από την μάνδρα, εκεί που είναι τώρα ο Τίμιος Σταυρός. Έκανε δουλειές και προσευχόταν.
Μου είπε: “Νίκο, ο διάβολος δεν έχει τίποτε. Ούτε τον εαυτό του, γιατί κι αυτός (ο εαυτός του) για την κόλαση είναι. Ενώ εμείς έχουμε την Αγία Τριάδα, την Παναγία μας, τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού μας, τους Αγίους Αγγέλους, όλους τους Αγίους, όλους τους ορθοδόξους ιερείς, που προσεύχονται για μας και όλους τους εν Χριστώ αδελφούς μας! Αυτός τίποτε δεν έχει.» [Σωτηρίου Νικόλαος]
«Μέσα σ’ όλο τον κόσμο είμαι κι εγώ»
«Ο ΠΟΛΥΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟΣ, αλλά γελαστός, Παππούλης Ευμένιος προσπαθούσε πολύ να κρύβει τα χαρίσματα, που του έδωσε ο Θεός: προορατικό, διορατικό, θαυματουργικό. Έκανε τον χαζό. Έδινε ευλογία πάντα κρυφά. Δεν ζητούσε ποτέ τίποτε για τον εαυτό του, όσο κι αν υπέφερε. Προσευχόταν μόνον για όλο τον κόσμο.
Μια φορά, τον παρακαλούσα πολλή ώρα να προσευχηθεί και για τον ίδιο, έστω να σηκώνεται λίγο μέχρι την τουαλέτα, για να γλιτώσει ένα από τα φρικτά μαρτύρια. “Εσείς να είσθε καλά, όλος ο κόσμος να είναι καλά, μου απαντούσε. Αυτό γινόταν πολλή ώρα. Τελικά, μου απαντάει: “Ε, μέσα σε όλο τον κόσμο είμαι κι εγώ. Δεν υπήρχε εγώ στον Παππούλη, μόνον ο Θεός και ο κόσμος.
Όταν υπέφερε φρικτά, έλεγε: “Υπομονή, ωραία δεν είναι; και γελούσε, Υπήρχαν φορές, που δεν μιλούσε και δάκρυζε. Δεν είπε ποτέ ότι κουράστηκε. Λίγες μέρες μόνο, πριν από το τέλος, μου έλεγε: “Τελείωσαν τα πάντα. Εγώ δεν καταλάβαινα, γι’ αυτό το είπε πολλές φορές. “Ό Κύριος είπε ότι κουράστηκα. Ε, σε λίγο….
Δεν ένοιωθε ότι άξιζε. Όλα τα θαύματα τα απέδιδε στον Θεό. Έλεγε συχνά: “Θεέ μου, συγχώρα με τον τεμπέλη, τον ανάξιο δούλο σου.
Η ψυχή του ήταν σαν μικρού παιδιού, που ήξερε να συγχωρεί. Δεν ήθελε να τον επαινούν. Ήταν τόσο ταπεινός, που νόμιζε ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι από εκείνον. Δεν κατέκρινε ποτέ, παρά έλεγε, όταν τον στενοχωρούσαμε και φερόμαστε αχάριστα: “Δεν πειράζει, ό,τι μπορεί ο καθένας.» [Γαβαλά Μαρία]
Τον πήγαινε ο Θεός στον Παράδεισο
«ΜΙΛΟΥΣΕ ΜΕ τους Αγίους, που ήταν οι φίλοι του. Μια φορά λέει: “Εδώ είναι ο Άγιος Νικήτας. Εγώ στενοχωρήθηκα, που δεν τον έβλεπα, ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητό μου, και έτσι δεν συνέχισε.
Τον πήγαινε ο Θεός και έβλεπε τον Παράδεισο και χαιρόταν πολύ και γελούσε ώρες πολλές. Έλεγε την ευχή και γελούσε. “Αχ, να ερχόταν ο Θεός να μας πάρει και να μας πάει εκεί, που οι Άγιοι αναπαύονται, στους κόλπους του Αβραάμ, έλεγε. Δεν μου έλεγε, όμως, τι έβλεπε. “Μα εγώ, Παππούλη, με τόσες αμαρτίες μπορώ να πάω εκεί, δηλαδή, στον Παράδεισο;, τον ρωτούσα.
Κι εκείνος μου απαντούσε: “Ό Θεός θα βοηθήσει.
Εκείνο το βράδυ, που βρισκόταν στον Παράδεισο, ενώ ήμασταν στο νοσοκομείο της Βούλας, μου έμαθε μια προσευχή:
“Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, βοήθησέ με να Σε αγαπώ πάντοτε, περισσότερο από τον εαυτό μου και περισσότερο απ’ όλους τους άλλους και να μην χορταίνω να Σε αγαπώ.» [Γαβαλά Μαρία]
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
