α’. Τα προμηνύματα.
1.1966. Ο π. Ιωήλ είναι πια 65 ετών. Ώριμος στα χρόνια της σωματικής ζωής. Ώριμος πνευματικά. Με ολοκληρωμένο το έργο της ζωής του. Η έκδοση «Παλαιάς Διαθήκης» έχει τελειώσει. Έχει ολοκληρωθή. Είναι ευχαριστημένος. Δοξάζει τον Θεό. Τον ευχαριστεί. Αλλά αισθάνεται να έχει δυνάμεις.
-Θα γράψω βιβλίο για τον Πασκάλ. Δυνατό μυαλό ο Πασκάλ. Υπέροχες οι σκέψεις του. Μας προβληματίζουν τόσο, έτσι σκόρπιες, όπως σώθηκαν! Φαντασθήτε τι θα ήσαν, αν ζούσε και τις έκανε σύστημα, έργο ολοκληρωμένο! Θα ασχοληθώ με τον Πασκάλ.
-Άφησε τον Πασκάλ στην άκρη, Γέροντα. Έταξες τον εαυτό του στην αγία Γραφή. Παρακάλεσες τον Θεό να σε αφήσει να ολοκληρώσεις την έκδοσή της με ερμηνεία και σχόλια για τον λαό. Είπες και κουβέντες… «Τότε θα ειπώ˙ Νυν απολύεις τον δούλόν Σου…». μείνε στην αγία Γραφή. Κάνε αναθεώρηση και βελτίωση αυτών που έχεις γράψει. Έτσι αναβάλλεται εκείνο το «Νυν απολύεις»… Και σε χρειαζόμαστε.
– Ο Πασκάλ με εγοήτευε πάντοτε. Αφού ζω και είμαι καλά, θα ασχοληθώ με τον Πασκάλ. Θα γράψω ένα βιβλίο, που θα εξαντλώ όλα τα θέματα γύρω από το πρόσωπο και τις «Σκέψεις» του. Θα τις κάνω σύστημα εγώ… Για την Παλαιά Διαθήκη, ό,τι έγραψα, έγραψα.
-Πάτερ, το είχες «τάξει»! τότε θα ειπώ: Νυν απολύεις!
-Και αφού ζω και είμαι καλά;
Αλλά έκανε λάθος.
2. 1966. Την νύχτα της Αναστάσεως, με το πρώτο «Χριστός ανέστη» ένα περιστέρι με ασημένιο χρώμα εφάνη να πετάει επάνω από το κεφάλι του προς τον ουρανό. Το είπαν πέντε – δέκα πρόσωπα. Μόνο. Και όλοι έκαμαν την ίδια σκέψη:
-Πάει το στολίδι της Εκκλησίας μας. Θα μας φύγει για τον ουρανό.
Και, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της μεγάλης χαράς της Αναστάσεως, γέμισε η ψυχή τους λύπη και πίκρα:
-Μη, Κύριε! Μη μας τον παίρνεις! Μη εάσεις ημάς ορφανούς!
3. Την ίδια περίπου εποχή, ενώ ο π. Ιωήλ έκανε τον εσπερινό στο εκκλησάκι των Ταξιαρχών, μια γυναίκα που ο Γέροντας την εθαύμαζε μυστικά για την αγαθότητα της ψυχής της, είδε τον Ταξιάρχη Μιχαήλ να περπατάει μέσα στο Ναό και να πηγαίνει κοντά του.
-Φαίνεται ήρθε η ώρα του. Θα μας τον πάρει ο Ταξιάρχης. Καλότυχος. Αυτός πάει στην δόξα. Αλλοίμονο σε μας!
β. Στο άγιο Όρος.
1. Αλλά ο Ιωήλ αισθανόταν θαυμάσια. Και δεν το έβαζε κάτω. Και επειδή με την ίδρυση της Μονής (του Ησυχαστηρίου του) όλο και τον έπιαναν, όπως ο ίδιος έλεγε, οι «ανακαψίλες» της περιόδου που ήταν μαθητής του Ηλία Παναγουλάκη, πόθησε να επισκεφθή το άγιο Όρος. Και επήγε. Και αχόρταγος στον πόθο του, το περιγήθη σχεδόν ολόκληρο. Ακόμη και στις σκήτες επήγε. Και στα Καυσοκαλύβια. Και στα Κατουνάκια.
Εγύρισε φορτωμένος. Εντυπώσεις. Αναμνηστικά για τους φίλους και τα πνευματικά τέκνα. Κασέττες με αγιορείτικες ψαλμωδίες και κωδωνοκρουσίες. Χωρίς φυσικά να παραλείψει το «τάλαντο». Γύρισε ενθουσιασμένος!
-Τί ευρήκες, πάτερ, στο Άγιο Όρος;
-Από το άριστα μέχρι το μηδέν!
-Ώστε ευρήκες στο άγιο Όρος και μηδέν;
-Ντροπή σου, καϋμένε! Εκεί εκόλλησες; Στο μηδέν; Είναι ανάγκη να πάει κανείς στο άγιο Όρος, για να βρη και να ιδεί το μηδέν; Εδώ που ζούμε, όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου, όλο μηδέν βλέπεις! Στο Άγιο Όρος δεν επήγα, να ιδώ αν υπάρχει και εκεί κανένα μηδέν!…
-Ώστε ευρήκες στο άγιο Όρος και μηδέν;
-Εσύ το χαβά σου, παιδί μου! Σου είπα: Δεν επήγα ψάχνοντας να ιδώ, αν υπάρχει και μηδέν! Δεν έψαχνα για το μηδέν. Έψαχνα για το άριστα, που το ευρίσκω, εδώ στον κόσμο.
-Και το ευρήκες το άριστα, πάτερ, στο Άγιο Όρος;
-Ναι, το ευρήκα. Και γύρισα ευχαριστημένος. Χαλάλι όλοι οι κόποι μου.
Μεγάλο πράγμα να βρη και ιδεί κανείς το άριστα. Η ψυχή του τότε χορταίνει. Μια για πάντα. Και η διάνοιά του φωτίζεται. Μια για πάντα. Με φως άδυτο και ανέσπερο. Η μεγαλύτερη ευεργεσία του Θεού στον κόσμο, είναι οι άνθρωποι που ζουν το άριστα˙ εκείνοι που και με το λόγο τους˙ και με τα έργα τους˙ και με ολόκληρο τον εαυτό τους, δείχνουν την οδό προς τα άνω˙ προς τον μεγάλο Πατέρα μας.
Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να ψάχνεις για ένα τέτοιο οδοδείκτη, και να μη τον βρίσκεις πουθενά. Τότε, αν έχεις λίγη αίσθηση, σε πιάνει το παράπονο. Και λες:
-Σώσόν με, Κύριε, ότι εκλέλοιπεν όσιος˙ ότι ωλιγώθησαν αι αλήθεια από των υιών των ανθρώπων (Ψαλμ. 11,2).
2. Στο άγιο Όρος ο π. Ιωήλ φρόντισε και επισκέφθηκε τους ονομαστούς τότε πατέρες: Γαβριήλ Διονυσιάτη, Αθανάσιο Ιβηρίτη, Θεόκλητο Διονυσιάτη και άλλους πολλούς. Και για όλους είχε λόγια επαίνου και θαυμασμού. Με τον πανόσιο Θεόκλητο Διονυσιάτη, που δίκαια θα τον επωνόμαζε κανείς αίτιο της αναγέννησης του μοναχικού βίου στο Όρος, είχε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία. Την αποδίδουμε κατά προσέγγιση, με βάση όσα ακούσαμε από το στόμα του αειμνήστου π. Ιωήλ.
-Ιερό το χρέος της αδιάλειπτης προσευχής. Γιατί ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό.
-Βεβαίως. Συμφωνώ απόλυτα.
-Εμείς εδώ στο Όρος με το κομποσχοινάκι μας αγωνιζόμαστε, όσο είμαστε εν εγρηγόρσει να ψελλίζουμε την νοερά προσευχή. Το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν. Σεις, τί κάνετε; Την λέτε συνεχώς αυτήν την μονολόγιστον ευχήν;
-Εγώ λέγω συνεχώς το, Δόξα Σοι, Κύριε, Δόξα Σοι!
-Μα τα λόγια που μας παρέδωκαν οι άγιοι πατέρες είναι το Κύριε Ιησού Χριστέ…, όχι το Δόξα Σοι, Κύριε…
-Έλα καϋμένε! Η προσεχή είναι ένωση της καρδιάς και του νου με τον Θεό. Και η ένωση αυτή δεν γίνεται με τα λόγια, τα οποιαδήποτε λόγια, αλλά με την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα στον Θεό. Αυτό έχει αξία. Όχι τα λόγια!
-Εμείς εδώ το λέμε και το πιστεύομε, ότι τα λόγια της παραδεδομένης ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ…», έχουν πολύ μεγάλη αξία, γιατί παιδαγωγούν τον άνθρωπο και διαμορφώνουν μέσα στην καρδιά του το σωστό φρόνημα.
-Είναι ένα αίτημα – έκφρασης της κατάστασης του δούλου. Εγώ αγαπώ τον Θεό. Δεν θέλω να Του ζητάω τίποτε. Και δεν Του ζητάω τίποτε. Μόνο Τον δοξολογώ. Για όλα! Τί είναι ανώτερο; Η αίτηση, ή η δοξολογία; Πότε ενεργούμε πιο ευάρεστα ενώπιον του Κυρίου; Όταν όλο Του ζητάμε, ή όταν όλο Τον δοξάζομε; Ποιό από τα δύο είναι το ανώτερο είδος προσευχής;
Ανεξάρτητα από το τι θα μπορούσε να του απαντήσει κανείς, νομίζομε, ότι το σκεπτικό του μακαριστού π. Ιωήλ εξέφρασε κυρίως την δική του, (την προσωπική του) πνευματική κατάσταση: ότι είχε φθάσει στην πνευματική κατάσταση του φίλου του Θεού.
3. Όμως. Όσο και αν είχε γυρίσει από το Όρος κατενθουσιασμένος, δεν μπορούσε να κρύψει και ότι είχε γυρίσει κατάκοπος και εξαντλημένος. Και στην σωματική εξάντληση ήλθε να προστεθή η ψυχική ταλαιπωρία.
Ο άνθρωπος που επί σαράντα ολόκληρα χρόνια είχε συνεχές και απαράβατο πρόγραμμα το να διαβάζει και να «γράφει», τουλάχιστον πέντε ώρες, την ημέρα˙ και τις υπόλοιπες ώρες ή να προσεύχεται, ή να συζητεί πνευματικά με τα πνευματικά του τέκνα έχοντας το ναι –ναι και το ου – ου, τώρα έπεσε σε μαστόρους˙ με όλες τις συνέπειες˙ τις πονηρίες˙ τις ανακολουθίες˙ και όλες τις γνωστές ιδιοτυπίες, στις οποίες τους σπρώχνει ο αγώνας για την ζωή, η βιοπάλη.
Τον είχαμε βρη κατ’ επανάληψη να τρέμει από την ταραχή του.
-Παιδάκι μου, άλλα να λέμε και άλλα να κάνουν!…
-Μη μπλέκεις, πάτερ. Δεν κάνεις για τέτοιες δουλειές!…
Μα είχε πια μπλέξει. Και πριν προλάβει να ξεμπλέξει, αναθέτοντας τις δουλειές αυτές σε άλλους, ήρθε το έμφραγμα!… Την νύχτα. Ενώ ξημέρωνε η 16 Δεκεμβρίου 1966. Και μεταφέρθηκε επειγόντως στο Νοσοκομείο.
γ. Πως αντιμετώπισε τον θάνατο.
1.Οι ιατροί έκαμαν γρήγορα την διαπίσωση:
Έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ελπίδα καμμία. Ο θάνατος έρχεται με απόλυτη βεβαιότητα. Ζήτημα ημερών.
Η είδηση διέτρεξε την Καλαμάτα σαν αστραπή. Έφτασε στα πέρατα της Ελλάδος. Κανένας δεν ήθελε να το πιστέψει. Αλλά η αλήθεια δεν εξαρτάται από τα δικά μας συναισθήματα. Ο π. Ιωήλ ήταν στο Νοσοκομείο. Και βάδιζε σταθερά προς το τέλος. Πώς; Όπως έζησε. Με τον Χριστό στην καρδιά. Και με τον λόγο Του στο στόμα. Προσευχόταν. Συμβούλευε. Οικοδομούσε.
Και κάτι το παράξενο. Αυτός, που υγιής έκανε αραιά, αλλά πάντοτε με σεμνοπρέπεια και μεγαλοπρέπεια τον σταυρό του, τώρα τον κάνει συχνά – πυκνά. Και από τα βάθη της καρδιάς του βγαίνει ο ελαφρός ήχος του στεναγμού:
-Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.
-Δόξα Σοι, Χριστέ μου.
-Δόξα τω Θεώ˙ πάντων ένεκεν.
Συμβουλεύει και παρηγορεί τα πνευματικά του τέκνα.
2. Ας καταγράψωμε μερικά από τα τελευταία λόγια του:
α. Είπε μία αφοσιωμένη μαθήτριά του.
-Μη φοβάσαι, πάτερ. Θα γίνεις καλά. Την πρωτοχρονιά θα κόψωμε όλοι μαζί την βασιλόπιτα. Όπως και πέρυσι.
Απάντησε εκείνος:
-Αμέ, Αμέ!…
β. Του λέει μια άλλη:
-Τα παιδιά σας έχουν πολιορκήσει τον Θεό με τις προσευχές τους. Δεν μπορεί, θα τα ακούσει!
Ύψωσε το χέρι στον ουρανό και είπε:
-Ό,τι θέλει ο Θεός.
γ. Ένας ιατρός του είπε:
-Έτσι επισκέπτεται, πάτερ, ο Θεός τους μεγάλους!
Απάντησε σταθερά και κοφτά.
-Εγώ δεν είμαι μεγάλος, παιδάκι μου. Είμαι πολύ μικρός.
δ. 22.12.1966
Αναστέναξε. Και είπε:
-Εγώ, παιδιά μου, έχω πεθάνει πια!…
Και ξαφνικά τον καταλαμβάνει έκφραση τρόμου:
-Ε, σεις, φύγετε, φύγετε…
Τί να έβλεπε άραγε; Δαιμόνια. Τί άλλο;
Μετά από λίγο γαλήνεψε πάλι. Και είπε:
-Τα μεγαλεία είναι ψηλότερα. Όλο και στην δόξα πάω…
ε. 23.12.1966 πρωί. Ημέρα Παρασκευή.
Μόλις ξύπνησε.
-Τί θέλετε, πάτερ;
-Να ταχτοποιηθώ, παιδάκι μου!
Σαν να κοιμήθηκε λίγο. Και μετά…
-Να ο Χριστός!… Εκεί επάνω!…
Έσκυψε το κεφάλι με δέος και είπε ικετευτικά:
-Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. Σοι δόξα πρέπει, Κύριε ο Θεός ημών…
Και μετά από λίγο:
-Δόξα Σοι, Χριστέ ο Θεός, η ελπίς ημών…
Και ξαφνικά βρυχήθηκε δυνατά:
-Στάσου, ρε παιδάκι μου. Τί κάνετε σεις οι δυο; Δικός σας είμαι; Δεν είμαι δικός σας! Δεν είμαι δικός σας!
Ηρέμησε. Συνήλθε. Θυμήθηκε, ότι είχε ζητήσει να κοινωνήσει. Ανακάθισε και άρχισε να διαβάζει τις ευχές της Ιεράς Ακολουθίας της Μεταλήψεως. Με ευλάβεια. Και με ταπείνωση:
-Δέξαι ουν καμέ, φιλάνθρωπε Χριστέ, ως την πόρνην, ως τον ληστήν, ως τον τελώνην, και ως τον άσωτον!
-Σπλαγχνίσθητι… ποίησον μετ’ εμού κατά το έλεός Σου…
Τα είπε με κατάνυξη. Του εφόρεσαν το επιτραχήλιο. Και επήρε μέσα του, για τελευταία φορά, την Πηγή της Ζωής. Εκείνον που είπε: «Ο τρώγων με, ζήσεται δι’ Εμέ» (Ιω. 6, 55). «Ο τρώγων Μου την Σάρκα και πίνων Μου το Αίμα έχει ζωήν αιώνιον˙ καγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6, 54).
Ευχαρίστησε τον Κύριο. Και, στη συνέχεια, θέλοντας να εύρη σημείο επαφής για κάποια συζήτηση με τα πρόσωπα που τον περιστοίχιζαν, ερώτησε:
-Τί φαγητό θα έχωμε την Κυριακή; (Την Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 1966, ήταν τα Χριστούγεννα!).
Απάντησε η πάντοτε γεμάτη πνευματικές εξάρσεις Σ.Σ.:
-Μην τα σκέπτεσθε αυτά, πάτερ. Άλλα πράγματα πρέπει να σας απασχολούν αυτές τις στιγμές.
Παρενέβη μια άλλη!
-Την Κυριακή, εκάμαμε όλοι μας παράκληση στο εκκλησάκι μας για σας!…
-Ας γίνει, όπως Εκείνος θέλει.
Επανήλθε «δριμύτερη» η πρώτη!
-Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ανά πάσαν στιγμήν έτοιμοι, όπως μας ελέγατε!…
-Άσε τα αυτά παιδάκι μου, τώρα! Αν εγώ πεθάνω τώρα, δεν με σώζει τίποτε! Να πεθάνει κανείς ήρεμα και με θάρρος!… Άλλη η θεωρία˙ και άλλη η πράξη. Όσο ζή κανείς, αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει. Και λέει αυτά τα κατά συνθήκην ψέματα! (Και με δάκρυα στα μάτια):… Έφταιξα, Κύριε! Έφταιξα ενώπιόν Σου. Ελέησέ με… Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ˙ πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου.
στ. Παρασκευή, 23.12.1966. ώρα 15:45 μ.μ.
Του λέει με προσποιητή χαρά, μία πνευματική του θυγατέρα που ήταν δίπλα του:
-Πατέρα, σας βρήκαν την φλέβα!
Την κύτταξε σαν να ήθελε να της δώσει θάρρος˙ γιατί ήταν περίλυπη, έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό και ψιθύρισε:
-Δόξα Σοι, Κύριε.
Και αμέσως ήλθε η τελική κρίση. Σε ελάχιστα λεπτά η ψυχή του άφησε το σώμα του.
γ. Ίνα λάβη ανταπόδοσιν…
1. Το λείψανο του αοιδίμου π. Ιωήλ ευπρεπίσθηκε και μετακομίσθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Καλαμάτας. Και αμέσως άρχισαν να συρρέουν από όλα τα σημεία της πόλης άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής θέσης, για να τον ασπασθούν και να ζητήσουν, για τελευταία φορά, την ευχή του, ενώ επάνω από το ιερό του λείψανο οι φίλοι του κληρικοί εδιάβαζαν ασταμάτητα το ιερό Ευαγγέλιο.
2. Την νύκτα 23-24 Δεκεμβρίου τα πνευματικά τέκνα του μακαριστού γέροντα ετέλεσαν ολονύκτια αγρυπνία και «εδιάβασαν» ολόκληρη την ιερή ακολουθία εις κεκοιμημένους ιερείς.
3. Την άλλη ημέρα, 24 Δεκεμβρίου, στις 4:30 μ.μ. άρχισε η επίσημη ακολουθία της κηδείας. Την ώρα, που κανονικά έπρεπε να τελείται ο εσπερινός των Χριστουγέννων και α αντηχούν οι εκκλησίες από την δοξολογία του ενανθρωπήσαντος Θεού, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Β’ (Θέμελης) – ενώ πληθύς ιερέων, και χιλιάδες πιστών, πλημμύριζαν τον Ναό και τις ευρύχωρες γύρω του πλατείες, – διάβαζε με δέος και βαθειά κατάνυξη τις εξόδιες ευχές:
Δέσποτα, Κύριε, ο Θεός ημών,… ανάπαυσον τον δούλον Σου Ιωήλ ιερομόναχον εις τους κόλπους Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Και δος αυτώ τον στέφανον της δικαιοσύνης σου, την μερίδα των σωζομένων, εις την δόξαν των εκλεκτών σου˙ ίνα, υπέρ ων εκοπίασεν εν τω κόσμω τούτω δια το Όνομά Σου, λάβη πλουσίαν ανταπόδοσιν εν ταις μοναίς των αγίων Σου.
Στον επικήδειο λόγο του, ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος Β’ (Θέμελης) εξέφρασε την βαθειά αγάπη και εκτίμησή του για τον μεταστάντα και ετόνισε, ότι «ο λαμπρός αυτός κληρικός ηγωνίσθη τον καλόν αγώνα της αρετής˙ τετέλεκε τον δρόμον του καθήκοντος˙ ετήρησε την πίστιν και την υπερήσπισε˙ και, κατ’ ακολουθίαν, ο δίκαιος Κριτής θα αποδώση αυτώ το οφειλόμενον κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν, ως προφητεύει ο προφήτης Ιωήλ, «αποσταλάξει τα όρη γλυκασμόν και οι βουνοί ρυήσονται γάλα».
4. Ενταφιάσθηκε στο Ησυχαστήριό του. Τον συνώδευσε μέχρι εκεί ο Σεβ. Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Του εδιάβασε ο ίδιος με κατάνυξη και συγκίνηση αγάπης και συγγνώμης. Και τον ερράντισε με το λάδι της κανδήλας του Δεσπότου Χριστού, σύμβολο του απείρου ελέους του Κυρίου μας.
5. Σταθήκαμε λίγα λεπτά σαστισμένοι γύρω από τον τάφο του. Ήταν πια σκοτάδι. Η πρόρρηση – όραμα του αοιδίμου Φιλοθέου Ζερβάκου είχε εκπληρωθή˙ είχε γίνει πραγματικότητα. Την Καλαμάτα εσκέπαζε σαν πέπλος πένθους ένα πηχτό σκοτάδι!
-Εμπρός πάμε! Αργήσαμε πολύ!… Ήταν η φωνή του ποιμενάρχου μας. Και ετρέξαμε μαζί του στον πανίερο Καθεδρικό Ναό της Υπαπαντής, να δοξάσωμε Εκείνον, που για μας κατέβη εις τα κατώτερα μέρη της γης και εγέμισε τον κόσμο Του με την ευωδία των αγίων Του.
Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.
