Εγκώμιο-Ομιλία στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και στους Διαδόχους του – Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου;.

Εισαγωγικό Σημείωμα

Ταυτότητα και Πηγή του Κειμένου

Ο τίτλος της ομιλίας αυτής είναι: Εγκώμιο/Ομιλία στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και στους Διαδόχους του. Δημοσιεύεται στην Ελληνική Πατρολογία Migne (*Patrologia Graeca*), Τόμος 60 (παρίσι, 1859).

Το κείμενο αυτό παραδίδεται υπό το όνομα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (Pseudo-Chrysostomica) (πράγμα όχι και τόσο σίγουρο), καθώς στην πατερική γραμματεία πολλά μεταγενέστερα εγκωμιαστικά κείμενα αποδόθηκαν σε εκείνον λόγω του κύρους του.

Περιεχόμενο και Δομή:

1. Μέρος Α΄ (Εγκώμιο στον Ευαγγελιστή Ιωάννη). Προσωνύμια & Έπαινος:** Ο συγγραφέας πλέκει το εγκώμιο του Ευαγγελιστή, αποκαλώντας τον «στύλο της οικουμένης», «σάλπιγγα του Θεού Λόγου» και «κιθάρα της θεολογίας». Η Έφεσος εξαίρεται ως η πνευματική κοιτίδα όπου άναψε το «φως της θεολογίας». Περιγράφεται η εξορία του Ιωάννη στην Πάτμο, η Αποκάλυψη, και η απόφασή του να συγγράψει το Ευαγγέλιο στην Έφεσο για να συμπληρώσει όσα παρέλειψαν οι άλλοι τρεις Ευαγγελιστές και να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις της εποχής. Περιγράφεται, τέλος, με ποιητικές εικόνες η πνευματική «ανάβαση» του Ιωάννη στους ουρανούς, πέρα από τα τάγματα των αγγέλων, ώστε να συλλάβει την άχρονη γέννηση του Λόγου («Εν αρχῇ ἦν ὁ Λόγος»).

2. Μέρος Β΄ (Εγκώμιο στους Διαδόχους & Ποιμένες). Τονίζεται η Αποστολική Διαδοχή! Η χάρη και η εξουσία του Χριστού μεταβιβάζονται από τον Ιωάννη και τους Αποστόλους στους επισκόπους, ποιμένες και διδασκάλους της Εκκλησίας. Ετσι, εγκωμιάζονται οι Πατέρες της Εκκλησίας που αγωνίστηκαν κατά των αιρέσεων, διατηρώντας την ορθόδοξη ομολογία, την ενότητα και την ειρήνη στο σώμα της Εκκλησίας.

*****

**αʹ.** Ο Ιωάννης στην Έφεσο της Ασίας, ο Ιωάννης το καύχημα της Ασίας, ή μάλλον ο στύλος της οικουμένης, ο Ιωάννης ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού, και η σάλπιγγα του Θεού Λόγου, το κλέος των Εφεσίων, και ο κήρυκας των περάτων, η κιθάρα της θεολογίας, αξίως καλούμενος Θεολόγος· το Χερουβικό στόμα, και το Σεραφικό μυσταγώγημα, ή και πάνω από αυτά δεν θα παραιτηθώ από το να πω. Διότι αυτόν που οι άνω δυνάμεις των αγγέλων με τρόμο δοξάζουν, ο Ιωάννης με μεγάλη τη φωνή με παρρησία εκήρυξε: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος».

Μακαρία είσαι, πόλη των Εφεσίων, διότι σε εσένα πρώτον ήχησε η τοιαύτη θεόλεκτος βροντή· μακαρία είσαι, πόλη των Εφεσίων, διότι σε εσένα συνετάγη το τοιούτον γραμματείο (έγγραφο/βιβλίο)· μακαρία είσαι, διότι σε εσένα [βρέθηκε] ο τοιούτος Ιωάννης. Διότι και άλλοι μεν Ιωάννηδες [υπήρχαν] σε όλη την οικουμένη και σε εσένα, αλλά κανείς τοιούτος Ιωάννης, ούτε σε εσένα, ούτε σε όλη την οικουμένη. Όθεν Αυτός που γνωρίζει τον νου των ανθρώπων, και γινώσκει τα κρύφια της καρδιάς, αφού βρήκε αυτόν τοιούτον, άγιο και αμίαντο, υψηλό στον βίο, καθαρό στην καρδιά, κεκοσμημένο με την αγνεία, τετελειωμένο στην αγάπη· παραδίδοντας σε αυτόν ως πιστό σε όλα να πιστεύει την ιδία του μητέρα, την αμίαντη περιστερά, την άσπιλη αμνάδα, την ακηλίδωτη δάμαλη, την ασύγκριτη ανάμεσα στους ανθρώπους, την ανώτερη όλων των ποιημάτων (κτισμάτων) του Θεού· πράγμα το οποίο κανείς άλλος από τους αγίους δεν έχει εμπιστευθεί.

Μακαρία είσαι, πόλη των Εφεσίων, διότι τοιούτου ανδρός πόδια σε πάτησαν, του οποίου τη καθαρή διαγωγή και τα ίχνη οι άγγελοι εθαύμασαν· μακαρία είσαι, πόλη των Εφεσίων, διότι πρώτη από κάθε πόλη υψηλότερη αναδείχθηκες, εξαιτίας του Ιωάννη του ηγαπημένου· μακαρία είσαι, διότι όλες οι Εκκλησίες της οικουμένης τυγχάνουν μαθήτριές σου, αφού διδάχθηκαν από εσένα να θεολογούν: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Διότι όπως εάν υπάρχει ένας λύχνος σε κάποιον τόπο καικαίει, και από παντού πολλοί προστρέχουν, από εκεί καθένας αφού ανάψει βαδίζει λοιπόν με θάρρος, μηδαμώς προσκόπτοντας, μήτε πλανώμενος· έτσι έγινε και στην Έφεσο. Αφού πρώτη άναψε τον λύχνο της θεολογίας, όλες οι Εκκλησίες των περάτων τρέχοντας προς εσένα, η καθεμία άναψε τη δική της λαμπάδα τη θεολογία, και επέστρεψε χαίρουσα. «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Και στην Έφεσο δεν ελαττώθηκε το ίδιο το φως της θεολογίας, και η οικουμένη κατέχοντας τα ίσα φώτα κηρύττει το: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος».

Είναι δε αναγκαίο και τους αγώνες αυτού να φέρουμε στο μέσο, όσο μας είναι δυνατόν, λίγα από τα πολλά· διότι όλα τα κατορθώματά του δεν επαρκεί όλος ο χρόνος για να τα διηγηθούμε. Τα μεν περισσότερα τα ακούσαμε από το βιβλίο των Πράξεων, όσα δηλαδή όντας μαζί με τους αποστόλους καλώς αγωνίστηκε. Ύστερα γίνεται εξόριστος από τον Δομετιανό τον βασιλέα των Ρωμαίων στο νησί που καλείται Πάτμος για τον λόγο του Θεού και το κήρυγμα της ευσεβείας, και συγγράφει [για την] Εκκλησία, την οποία του έδειξε ο Θεός, και Αποκάλυψη μυστηρίων αρρήτων και φοβερών, έπειτα και τις άγιες τρεις Επιστολές του.

Σκόπει δε την άφατη αγαθότητα του Θεού, που πανταχού ξενιτεύεται μαζί με εκείνους που τον αγαπούν· και αν κρατούνται σε φυλακή, και αν τυγχάνουν σε εξορίες, είτε στο βυθό της θάλασσας, είτε σε λάκκο κατακλεισθούν, και αν όπου δήποτε παραριφθούν, δεν χωρίζεται από αυτούς, συμμαχώντας και ενισχύοντας, και ανακουφίζοντας από τους πόνους. Έπειτα αφού επανήλθε από την εξορία, καταλαμβάνει την Έφεσο, και διατρίβοντας εκεί συντάσσει το Ευαγγέλιο όντας ετών εκατό, διαρκέσας έως ολόκληρων εκατόν είκοσι. Διάγοντας εκεί συγγράφει τη θεολογία, ή μάλλον στους ουρανούς, από όπου την εκόμισε· διότι των τοιούτων στους ουρανούς διάγει το πολίτευμα. Διάγοντας στην Έφεσο, με σάρκα, στα πέρατα της οικουμένης εξάπλωσε τη σαγήνη (τα δίχτυα) της θεολογίας λέγοντας: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Ως αληθώς Μέγας είναι ο Κύριος ημών, και μεγάλη η ισχύς αυτού, και της συνέσεως αυτού δεν υπάρχει αριθμός· Αυτός που είπε προς αυτούς: «Εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία». Πόσοι βασιλείς και δυνάστες και σοφοί εφώναξαν πολλάκις με δύναμη μεγάλη, αλλά η φωνή αυτών ούτε έως τα τείχη της πόλεως δεν έφθασε;

Και ο πένης (φτωχός) ο αλιέας στην Έφεσο εφθέγξατο (μίλησε): «Εν αρχή ήταν ο Λόγος», και όλη τη γη η φωνή εκάλυψε. Είδες στόμα υψηλότερο από κάθε φωνή; Είδες γλώσσα οξύτερη από αστραπή; Είδες φωνή τρανότερη (καθαρότερη) από κάθε βροντή; Είδες τέτοια δύναμη; Δάσκαλο από την Έφεσο να μαθητεύει όλα τα έθνη, και να διδάσκει να θεολογούν: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Αυτή η φωνή ψάρεψε την οικουμένη, και ενώ σαλευόταν τη στήριξε· αυτή η φωνή εφώτισε τον κόσμο, και ενίσχυσε κατά του αντιπάλου· αυτή η φωνή είναι ανάσταση των πολλών και πρόξενος σωτηρίας, για μερικούς δε πτώση και καθαίρεση εξαιτίας του αμφισβητούμενου σημείου· για μεν τους πιστεύοντες, ότι εν αρχή ήταν, ανάσταση· για δε τους λέγοντες, ότι έγινε από μη όντα, πτώση και σιωπή. Διότι πολύ πλήθος των αιρετικών τότε αφού επαναστάτησαν εσάλευαν την Εκκλησία, λαλώντας αδικία προς το ύψος, και λέγοντας ότι ήταν κάποτε, όταν δεν ήταν, και πριν γίνει δεν ήταν, και ότι έγινε από μη όντα. Ω στόματα μιαρά, και γλώσσες βδελυγμένες, και χείλη γεμάτα από δηλητήριο ασπίδων!

Τι [υπάρχει] χειρότερο από αυτή τη βλασφημία; Τι ατιμότερο από αυτή την αθεΐα; Όθεν ο απόστολος Ιωάννης μη αντέχοντας πλέον να ακούει τις μιαρές φωνές αυτών, συντάσσει το Ευαγγέλιο, παρακαταθέτοντας στην Εκκλησία μέγα θησαυρό, τον τέταρτο ποταμό, το πολύτιμο μαργαριτάρι. Διότι αφού επανήλθε, όπως προείπαμε, από την εξορία στην Έφεσο, και αφού κατανόησε λοιπόν, ότι τα βιβλία των λοιπών ευαγγελιστών καταρτίσθηκαν, και σχεδόν κάθε θεόπνευστη Γραφή προς οικοδομή της Εκκλησίας, λείπει όμως το τέταρτο θεμέλιο της οικουμένης, και ότι εκτός αυτού δεν είναι δυνατόν να σταθεί η οικουμένη, αναλογιζόταν μέσα του λέγοντας: «Τι αναβάλλω; Τι», λέει, «μακροθυμώ ακόμα; Τι δεν προσφέρω στο μέσο το κρυμμένο από τους αιώνες μυστήριο; Τι αποκρύπτω για τον εαυτό μου την από τους αιώνες σοφία, την οποία αφού έπεσα πάνω στην αθάνατη πηγή έσυρα (άντλησα); Τι δεν δημοσιεύω, αυτό που οι άγγελοι αγνοούν; Τι δεν αποκαλύπτω στα πέρατα, αυτό που κανείς δεν επιγινώσκει, παρά μόνο ο Πατέρας; Τι δεν γράφω, αυτό ακριβώς που ο Ματθαίος και ο Μάρκος και ο Λουκάς από επαινούμενη δειλία παρασιωπώντας προσπέρασαν, αφού εξετέλεσαν τα προσταγμένα σε αυτούς;»

Όθεν θα λαλήσω και εγώ σύμφωνα με τη δωρεά που μου δόθηκε από άνωθεν. Ο Ματθαίος μεν όσο χωρούσε (μπορούσε), έγραψε σύμφωνα με τη δική του δύναμη, ο Μάρκος δε και ο Λουκάς ομοίως σύμφωνα με τη χορηγία του Αγίου Πνεύματος εδογμάτισαν θεοπρεπώς τα βιβλία τους.

Θα γράψω και εγώ και θα προσθέσω στους προηγούμενους την τέταρτη πηγή της ζωής. Διότι λείπει για θεοσύστατη φωνή ο λόγος περί θεολογίας, και κινδυνεύει ο κόσμος σε αυτό το μέρος. Θα γράψω βιβλίο, δια του οποίου θα φραχθεί κάθε στόμα που λαλεί αδικία κατά του Θεού· θα γράψω βιβλίο που καλύπτει κάθε σοφία στον κόσμο· θα γράψω βιβλίο, που δεν διηγείται περί ανθρώπου. Διότι δεν λείπουν από την Εκκλησία, όσα έγραψε ο Μωυσής γι’ αυτά, περί ουρανού και γης και θαλασσών και ιχθύων και πετεινών και τετραπόδων, και ερπετών και φυτών και σπερμάτων και φωστήρων και βρωμάτων και της λοιπής κτίσεως· εγώ δε αφού αφήσω όλα τα γινόμενα από τον χρόνο και μέσα στον χρόνο, θα λαλήσω περί του αχρόνου και ακτίστου Θεού Λόγου, του γεννηθέντος αρρήτως από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων, για τον οποίο ο Μωυσής αυτός δεν ίσχυσε να πει· εγώ δε «όλα τα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ».

Αυτά σκεπτόμενος μέσα του ο απόστολος Ιωάννης, και κρατώντας τον γραφικό κάλαμο στο χέρι, και εννοώντας πως θα αρχίσει τη θεολογία, χαίροντας μεν στην ψυχή, τρέμοντας δε στο χέρι γίνεται μετάρσιος (μετέωρος/υψωμένος), και ενώ με το σώμα ήταν στην Έφεσο, με την καθαρή καρδιά ήταν μετέωρος στο πνεύμα. Αφού άφησε λοιπόν όλη τη γη, διεπέρασε τον αέρα που είναι χυμένος στο μέσο, προσπέρασε τις διακοσμήσεις των αστέρων, προσπέρασε τις στρατιές των αγγέλων, τις χοροστασίες των αρχαγγέλων, και όλες τις νοερές δυνάμεις, τα τάγματα των Χερουβίμ και Σεραφίμ, και άφησε όλα όσα παράχθηκαν από μη όντα, και υπερέβη όλους τους ουρανούς, και προσπέρασε όσα δεν ήταν [άκτιστα]. Πλησίασε τα όρια των ανεφίκτων, και κανείς δεν ήταν ο κωλύων ή ο εμποδίζων την άνοδο αυτού. Διότι κάθε άσπιλος στο σώμα, καθαρός δε στην καρδιά, και άκακος στην ψυχή, και ταπεινός στο πνεύμα, ούτε από τα αερικά πνεύματα εμποδίζεται, ούτε από τις ουράνιες δυνάμεις κωλύεται να ανέλθει στην άνω Ιερουσαλήμ, όπου όλοι οι μακάριοι συνάζονται, όπως αυτός ο μακάριος απόστολος, ο μικρότερος Ιωάννης, και μείζων του μεγάλου αγίου Ιωάννη [του Βαπτιστή].

Δια μέσου όλων λοιπόν προσπέρασε, και κανείς δεν ήταν ο εναντιούμενος. Διότι οι άγγελοι βλέποντας από τη γη άνθρωπο ενδοξότερο των αγγέλων, μη έχοντας τίποτα να πουν, σιωπούσαν· οι δε χοροί των αγγέλων δεν τόλμησαν να κατασχέσουν άλλον άγγελο από τη γη λαμπρό στην παρθενία, πλήρη αγιασμού, καθαρό στην καρδιά, γεμάτο εὐωδία. Οι πύλες των ουρανών πάλι βλέποντας ξένο πρόσωπο δοξασμένο, να αποστίλβει θείες ακτίνες υπέρ τον ήλιο, και υπονοώντας ότι αυτός είναι, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς, αυτός που έπεσε στο στήθος αυτού με πολλή καθαρότητα, όθεν και η τοιαύτη δόξα έχει περιχυθεί σε αυτόν, αφού ανοίχθηκαν σπουδαίως παρεχώρησαν την είσοδο. Έπειτα πλησίασε αφήνοντας τα ανεπίβατα· έφθασε στον άνω βυθό. Τι λοιπόν θα πούμε προς αυτά; Αληθινή η θεία φωνή που λέει δια του προφήτου: «Αλλά μόνο αυτούς που με δοξάζουν θα δοξάσω»· καθώς και ο θεοπάτωρ Δαυίδ προεφήτευσε γι’ αυτόν, ότι «Οι κραταιοί της γης του Θεού σφόδρα επάρθηκαν»· και πάλιν: «Στους αγίους που είναι στη γη αυτού εθαυμάστωσε ο Κύριος όλα τα θελήματα αυτού σε αυτούς».

Διότι τι [είναι] μείζον από αυτό το θαύμα, το να αφιχθεί σε τόσο ύψος άνθρωπος χοϊκός (χωμάτινος); Με πολλή παρρησία, και όσα είναι δυνατόν να θεαθούν, εθεάθηκε, και ενώ ήθελε να φιλονικήσει (να προχωρήσει) στα επέκεινα, «Όντως κανείς από τους ανθρώπους δεν είδε, ούτε δύναται να δει», καθώς γράφει ο Παύλος ο απόστολος· καθώς και ο ίδιος ο Ιωάννης [γράφει] τα όμοια, ότι «Θεό κανείς δεν έχει δει πώποτε». Τι λοιπόν θα πούμε προς αυτά; Ότι ο μεν Παύλος καλώς έγραψε λέγοντας: «Όντως κανείς από τους ανθρώπους δεν είδε, ούτε δύναται να δει». Διότι εδώ δεν είναι τα κατά ανθρώπους, ούτε τα κατά φύσιν, αλλά τα υπέρ φύσιν· ούτε της δουλείας, αλλά της υιοθεσίας και φιλίας («Διότι εσείς είστε φίλοι μου, δεν θα σας καλέσω πλέον δούλους»)· ούτε μη καθαρά, αλλά καθαρά και λαλούμενα, καθώς η θεία φωνή λέει προς αυτούς, ότι «Εσείς είστε καθαροί»· οι δε καθαροί στην καρδιά θα δουν τον Θεό.

Αυτά τοίνυν τα μέγιστα και θεία χαρίσματα φέροντας μαζί του ο Ιωάννης, και αφού επιβιβάστηκε στα υψηλά έχοντας θαρρήσει, έφθασε στο απέραντο πέλαγος, και βλέποντας με τους αμίαντους οφθαλμούς της καρδιάς του στους κόλπους του ανάρχου Πατρός τον συνάναρχο Λόγο, τον γεννηθέντα αρρήτως προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα, και μη ισχύοντας πλέον να κατέχει μέσα του εκείνη την ανεκλάλητη χαρά, [άνοιξε] το άγιο και σεραφικό στόμα του, και με μεγάλη τη φωνή ανέκραξε λέγοντας: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Βλέπε μου τη σύνεση του αλιέως, σκόπησε τη σοφία του αγραμματίστου ανδρός. Είδες μου αδιήγητο ύψος διδασκάλου, να κάθεται στην Έφεσο, και να θεωρεί τα υπεράνω των ουρανών; Με το πνεύμα αποδήμησε στον άνω βυθό, και αφού ψάρεψε τη θεολογία από τον πατρικό κόλπο έγραφε κάτω με το σώμα: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος». Ακούστε, οι πιστοί, και στηριχθείτε, «Εν αρχή ήταν ο Λόγος»· ακούστε, οι γλωσσαλγούντες (φλύαροι/κακολόγοι) αντίλογοι, και αισχυνθείτε, «Εν αρχή ήταν ο Λόγος».

Μη παρρησιάζεστε πλέον βλάσφημοι, μη πολεμάτε πλέον την Εκκλησία αντίχριστοι· μη παρανομείτε πλέον, μη υψώνετε πλέον κέρας, «Μη επαίρετε στο ύψος το κέρας σας, και μη λαλείτε αδικία κατά του Θεού», λέγοντας ότι «Ήταν κάποτε, όταν δεν ήταν, και πριν γίνει δεν ήταν, και ότι έγινε από μη όντα». Πάψε τη γλώσσα σου από το κακό, και τα χείλη σου από το να λαλήσουν δόλο. Διότι αυτός ήταν και προϋπήρχε, και αεί ήταν, ούτε αφού άρχισε, ούτε αφού έπαυσε από το να είναι, ούτε σε χρόνο ο άχρονος, ούτε κτίσμα, ή ποίημα· διότι αυτός είναι ποιητής και δημιουργός των απάντων, ορατών τε και αοράτων. Διότι «Όλα έγιναν δι’ αυτού». Αληθώς και τώρα είναι καιρός να ειπωθεί εκείνο το προφητικό λόγιο: «Αυτός είναι ο Θεός ημών· δεν θα λογισθεί έτερος προς αυτόν».

Εξεύρε κάθε οδό επιστήμης, και έδωσε αυτήν στον Ιωάννη τον ηγαπημένο από αυτόν. Θέασε μου λοιπόν δια μιας φωνής πως «Διόρθωσε/στέριωσε όλη την οικουμένη, η οποία δεν θα σαλευθεί»· βλέπε μου έναν άνθρωπο να κάθεται στην Έφεσο, και να διδάσκει θεολογία όλο τον κόσμο· κατανόησε, πόσες πολιτείες στην ανατολή, πόσες χώρες, πόσες Εκκλησίες, πόσες πάλι προς τις δυσμές του ηλίου, και τη μεγάλη Ρώμη ομοίως, και στα πλευρά, και στα μέρη του νότου, και τη χώρα των Καππαδοκών, και όλα τα εν τω μέσω, νήσους, ερήμους, και τα άκρα της γης. Εννόησε πάλι τα πλήθη των Εκκλησιών, τον κλήρο, και τα πλήθη του λαού, ανδρών τε και γυναικών, εάν δύνασαι να εξαριθμήσεις αυτούς.

Αλλά [είναι] ευκολότερο να εξαριθμήσεις την άμμο της θάλασσας παρά τόσα πλήθη. Και αυτοί όλοι [είναι] μαθητές του Ιωάννη, αφού διδάχθηκαν από αυτόν να θεολογούν: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος»· και στην αγορά αυτό ψάλλουν: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος»· και οδοιπόροι, και πελάγιοι και πλωτήρες αυτό μελωδούν: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος», και στις ερήμους, και στα όρη και ιδιώτες (απλοί άνθρωποι) και σοφοί, και μικροί και μεγάλοι και καθένας που εννοεί, αυτά θεολογεί: «Εν αρχή ήταν ο Λόγος»· και λοιπόν με το να πληθυνθούν πανταχού αυτοί που κράζουν απαύστως το «Ήταν και ήταν», εξέλιπαν αυτοί που λέγουν το «Δεν ήταν». Αυτοί που θεολογούν πληθύνθηκαν, και αυτοί που ματαιολογούν εξέλιπαν· οι ευσεβείς προέκοψαν, και οι ασεβείς προσέκοψαν· οι πιστοί ευφράνθηκαν, και οι άπιστοι ετάκησαν (έλιωσαν/παρέλυσαν). Τόξο δυνατών ασθένησε, και αυτοί που ασθενούν περιζώσθηκαν δύναμη. Τα μωρά του κόσμου εξελέγχθηκαν, και οι σοφοί του κόσμου καταργήθηκαν.

Αλλά μέχρι πότε δεν θα σταματήσω τον λόγο περί αυτών; Διότι και αν επιμείνω να λέω, δεν θα φθάσω να διηγηθώ το ύψος της δόξης αυτών. Διότι τη δόξη, που έλαβε από τον Πατέρα ο δάσκαλος, έδωσε σε αυτούς. Και τι λοιπόν επιμένω να διήκω (να απλώνομαι σε) ανέφικτα; Διότι και αυτά που τολμήσαμε να πούμε, [είναι] όχι όσο είναι άξιο του προκειμένου χορού των αγίων μαθητών, αλλά όσο είναι δυνατόν στη δική μας δύναμη· διότι το να εγκωμιάσει αυτούς επαξίως κάθε άνθρωπος απορεί (αδυνατεί). Όθεν και εγώ με φόβο λαλώ, όσα λαλώ περί αυτών, μήπως εξαιτίας της οικείας ανικανότητας, και του μικρού και πενιχρού του λόγου, σμικρύνω τους επαίνους αυτών, και παρασκευάσω αυτούς να αγανακτούν εναντίον μου.

Πλην όπως [είναι] συμπαθείς προς όλους, και τώρα θα συγχωρήσουν τη δική μας ασθένεια. Διότι εάν λοιδορούμενοι ευλογούν, διωκόμενοι ανέχονται, δυσφημούμενοι παρακαλούν, πολύ περισσότερο εγκωμιαζόμενοι κατά τη δύναμή μας δεν θα αγανακτήσουν, επειδή γνωρίζουν το ασθενές της φύσεως, αν και έχουν λάβει τώρα το υπέρ φύσιν από τον Θεό που [τους] αγάπησε. Και λοιπόν αυτοί που κάποτε ήταν πτωχοί έχουν γίνει πλούσιοι, οι άδοξοι ένδοξοι, οι αγράμματοι σοφοί, οι αλιείς των ιχθύων, αλιείς ανθρώπων· και έτσι αφού τελείωσαν τον δρόμο εξεδήμησαν προς την ζωή που δεν έχει τέλος, προς τον δικό τους δάσκαλο και Κύριο Ιησού Χριστό· σε αυτόν η δόξα. Αμήν.

**βʹ.** Αφού παρέδωσαν στους διαδόχους τους τις σαγήνες (τα δίχτυα) και τα θήρατρα, την δε εξουσία, την οποία έλαβαν από Αυτόν που έχει κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Διότι «Ιδού», λέει, «σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς, και πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, και τίποτα δεν θα σας αδικήσει».

Τούτων λοιπόν, όπως προείπαμε, την εξουσία και την αρχοντία και τον ζήλο διαδέχονται οι τίμιοι δάσκαλοι, οι ιεράρχες, και ποιμένες της ποίμνης του Χριστού, βαδίζοντας στα ίχνη των αποστόλων, οι γενναίοι υπέρμαχοι της Τριάδος, αυτοί που προσπέρασαν το πράγμα του νόμου, και παρέλαβαν το ζωοποιό Πνεύμα, αυτοί που σαν άροτρο ανασκάπτουν, και βαθαίνουν, και ερευνούν, και φανέρωσαν τον νου στις θείες Γραφές σε όλους τηλαυγώς (ολοκάθαρα), αυτοί που διατράνωσαν την πίστη και απελάκτισαν (έδιωξαν) την κακοπιστία, αυτοί που στήριξαν τους ορθοδόξους με τα θεία δόγματα, και έρηξαν τους κακοδόξους με τα θεία βέλη, αυτοί που βρήκαν τον κρυμμένο οίνο της κατανύξεως, και πότισαν την ποίμνη που διψούσε, αυτοί που αναέλαβαν τον ποιμενικό αυλό, και εσάλπισαν τα θεία· οι λειτουργοί και φύλακες και εργάτες του αμπελώνος, οι ρήτορες των θείων δογμάτων, και ρομφαίες κατά των αιρετικών, οι επίσκοποι που τέθηκαν από το Άγιο Πνεύμα, όπως έφη ο άγιος Παύλος: «Ποιμάνατε την Εκκλησία του Θεού»· αυτοί που δεν παραιτήθηκαν από τις
επερχόμενες θλίψεις,

και εκόμισαν τον επαγγελμένο (υποσχεμένο) στέφανο της ζωής· αυτοί που απέφυγαν τις νεωτερικές επιθυμίες, και εκληρονόμησαν τη μακαρία ελπίδα· οι στρατηγοί του μεγάλου βασιλέως, οι πλούσιοι στον λόγο του Θεού, και πτωχοί στο πνεύμα· οι μιμητές των αποστόλων και τύποι των πιστών· οι αγελάρχες των πόλεων και κήρυκες της οικουμένης· αυτοί που έθεσαν τις ψυχές τους υπέρ της ποίμνης, και έχυσαν το αίμα τους υπέρ της πίστεως· αυτοί που μιμήθηκαν εκείνον τον παλαιό Αβραάμ, και αναπαύθηκαν στους κόλπους αυτού· με τον ίδιο τρόπο και αυτοί οι εκδικητές του Κυρίου, αφού δέχθηκαν τη φάση (την είδηση/πληροφορία) περί των δυσωνύμων και κακοδόξων, οι οποίοι αφού στρέβλωσαν τις θείες Γραφές και συνέχυσαν την αλήθεια, και παρέκκλιναν από την ευθεία οδό αιχμαλωτίζουν ψυχές, έλκοντας στο αΐδιο (αιώνιο) σκότος της αιρέσεως, αφού συναθροίσθηκαν όλοι μαζί ομοφρόνως οι πιστοί, [έχοντας] δαυιδικό ζήλο, σαν λίθους τα θεία λόγια από τον χείμαρρο, ήγουν το Ευαγγέλιο, και αφού αναέλαβαν την άρρηκτη πίστη της Αγίας Τριάδος,

παρατάχθηκαν σε πόλεμο κατά των αναρίθμητων και αθέων αιρετικών, σύμψυχοι συμφωνώντας το ένα και λέγοντας μαζί με τον Απόστολο: «Ένας Κύριος, μία πίστη, ένα βάπτισμα, Ένας Θεός και Πατέρας όλων, ένα Πνεύμα Άγιο, ο φωτισμός όλων, μία θεότητα, ένας Θεός»· σε αυτόν η δόξα και το κράτος πάντοτε, νυν και αεί, και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

***

αʹ. Ἰωάννης ἐν Ἐφέσῳ τῆς Ἀσίας, Ἰωάννης τῆς Ἀσίας τὸ καύχημα, μᾶλλον δὲ τῆς οἰκουμένης ὁ στῦλος, Ἰωάννης ὁ ἀγαπητὸς τοῦ Χριστοῦ μαθητὴς, καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σάλπιγξ, τῶν Ἐφεσίων τὸ κλέος, καὶ τῶν περάτων ὁ κήρυξ, ἡ κιθάρα τῆς θεολογίας, Θεολόγος ἀξίως καλούμενος• τὸ Χερουβικὸν στόμα, καὶ τὸ Σεραφικὸν μυσταγώγημα, ἢ καὶ ὑπὲρ ταῦτα εἰπεῖν οὐ παραιτήσομαι. Ὃν γὰρ αἱ ἄνω δυνάμεις ἀγγέλων τρόμῳ δοξάζουσιν, Ἰωάννης μεγάλῃ τῇ φωνῇ παῤῥησίᾳ ἐκήρυξεν• Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ πρῶτον ἤχησεν ἡ τοιαύτη θεόλεκτος βροντή• μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι ἐν σοὶ συνετάγη τὸ τοιοῦτον γραμματεῖον• μακαρία εἶ, ὅτι ἐν σοὶ ὁ τοιοῦτος Ἰωάννης. Καὶ ἄλλοι μὲν γὰρ Ἰωάνναι ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ καὶ ἐν σοὶ, ἀλλ\’ οὐδεὶς τοιοῦτος Ἰωάννης, οὔτε ἐν σοὶ, οὔτ\’ ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ. Ὅθεν ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων, καὶ γινώσκων τὰ κρύφια τῆς καρδίας, εὑρὼν αὐτὸν τοιοῦτον, ἅγιον καὶ ἀμίαντον, ὑψηλὸν τὸν βίον, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, κεκοσμημένον τῇ ἀγνείᾳ, τετελειωμένον ἐν ἀγάπῃ. τοῦτον ὡς πιστὸν ἐν πᾶσι πιστεύειν τὴν ἰδίαν μητέρα παραδοὺς, τὴν ἀμίαντον περιστερὰν, τὴν ἄσπιλον ἀμνάδα, τὴν ἀκηλίδωτον δάμαλιν, τὴν ἀσύγκριτον ἐν ἀνθρώποις, τὴν πάντων τῶν ποιημάτων Θεοῦ ἀνωτέραν• ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος τῶν ἁγίων πεπίστευται.

Μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι τοιούτου σε ἀνδρὸς πόδες πάτησαν, οὗ τὴν καθαρὰν διαγωγὴν καὶ τὰ ἴχνη ἄγγελοι ἐθαύμασαν• μακαρία εἶ, πόλις Ἐφεσίων, ὅτι πρώτη πάσης πόλεως ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης, διὰ Ἰωάννην τὸν ἠγαπημένον• μακαρία εἶ, ὅτι πᾶσαι τῆς οἰκουμένης αἱ Ἐκκλησίαι σου μαθήτριαι τυγχάνουσι, παρὰ σοῦ διδαχθεῖσαι θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὥσπερ γὰρ ἐὰν ᾖ λύχνος ἔν τινι τόπῳ καιόμενος, καὶ πανταχόθεν πολλοὶ προστρέχοντες, ἐκεῖθεν ἕκαστος ἀνάψας θαῤῥῶν λοιπὸν πορεύεται, μηδαμῶς προσκόπτων, μηδὲ πλανώμενος• οὕτω καὶ ἐν Ἐφέσῳ γέγονε. Πρώτη ἀνάψασα τὸν τῆς θεολογίας λύχνον, πᾶσαι τῶν περάτων αἱ Ἐκκλησίαι πρὸς σὲ δραμοῦσαι, ἑκάστη τὴν ἑαυτῆς λαμπάδα τὴν θεολογίαν ἀνῆψε, καὶ ὑπέστρεψε χαίρουσα. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Καὶ ἐν Ἐφέσῳ τοῦ ἰδίου φωτὸς τῆς θεολογίας οὐκ ἠλαττώθη, καὶ ἡ οἰκουμένη τὰ ἴσα φῶτα κατέχουσα κηρύττει τὸ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Ἀναγκαῖόν τε καὶ τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ εἰς μέσον ἀγαγεῖν, ὅσον ἡμῖν δυνατὸν, ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα• πάντα γὰρ αὐτοῦ τὰ κατορθώματα οὐκ ἐξαρκέσαι πᾶς ὁ καιρὸς πρὸς διήγησιν. Τὰ μὲν γὰρ πλεῖστα ἠκούσαμεν ἐκ τῆς βίβλου τῶν Πράξεων, ὅσα συνὼν τοῖς ἀποστόλοις καλῶς ἠγωνίσατο. Ὕστερον ἐξόριστος ὑπὸ Δομετιανοῦ τοῦ τῶν Ῥωμαίων βασιλέως εἰς τὴν νῆσον τὴν καλουμένην Πάτμον γίνεται διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ κήρυγμα τῆς εὐσεβείας, καὶ Ἐκκλησίαν συγγράφει, ἣν ἔδειξεν αὐτῷ ὁ Θεὸς, καὶ Ἀποκάλυψιν μυστηρίων ἀῤῥήτων καὶ φοβερῶν, ἔπειτα καὶ τὰς ἁγίας αὐτοῦ τρεῖς Ἐπιστολάς.

Σκόπει δὲ τὴν ἄφατον τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα, πανταχοῦ συγξενιτεύοντος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν• κἂν ἐν φυλακῇ κατέχωνται, κἂν ἐν ἐξορίαις τυγχάνωσιν, εἴτε ἐν βυθῷ θαλάσσης, εἴτε ἐν λάκκῳ κατακλεισθῶσιν, κἂν ὅπου δ\’ ἂν παραῤῥιφῶσιν, οὐ χωρίζεται τούτων, συμμαχῶν καὶ ἐνισχύων, καὶ τῶν πόνων ἐπικουφίζων. Εἶτα ἐπανελθὼν τῆς ἐξορίας, καταλαμβάνει τὴν Ἔφεσον, κἀκεῖσε διατρίβων συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον ὢν ἐτῶν ἑκατὸν, διαρκέσας ἕως ὅλων ἑκατὸν εἴκοσιν. Ἐκεῖσε διάγων συγγράφεται τὴν θεολογίαν, μᾶλλον δὲ ἐν οὐρανοῖς, ὅθεν αὐτὴν ἐκομίσατο• τῶν γὰρ τοιούτων ἐν οὐρανοῖς διάγει τὸ πολίτευμα. Ἐν Ἐφέσῳ διάγων, ἐν σαρκὶ, εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῆς θεολογίας τὴν σαγήνην ἐξήπλωσε λέγων, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ὡς ἀληθῶς Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός• ὁ εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν. Πόσοι βασιλεῖς καὶ δυνάσται καὶ σοφοὶ ἐφώνησαν πολλάκις ἐν δυνάμει μεγάλῃ, ἀλλ\’ ἡ φωνὴ αὐτῶν οὐδ\’ ἕως τῶν τειχέων τῆς πόλεως ἔφθασε;

καὶ ὁ πένης ὁ ἁλιεὺς ἐν Ἐφέσῳ ἐφθέγξατο• Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ φωνὴ ἐκάλυψεν. Εἶδες στόμα πάσης φωνῆς ὑψηλότερον; εἶδες γλῶσσαν ἀστραπῆς ὀξυτέραν; εἶδες φωνὴν πάσης βροντῆς τρανοτέραν; εἶδες δύναμιν τοιαύτην; διδάσκαλον ἀπὸ τῆς Ἐφέσου πάντα τὰ ἔθνη μαθητεύοντα, καὶ θεολογεῖν διδάσκοντα• Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Αὕτη ἡ φωνὴ τὴν οἰκουμένην ἡλίευσε, καὶ σαλευομένην ἐστήριξεν• αὕτη ἡ φωνὴ τὸν κόσμον ἐφώτισε, καὶ κατὰ τοῦ ἀντιπάλου ἐνίσχυσεν• αὕτη ἡ φωνὴ τῶν πολλῶν ἀνάστασις καὶ σωτηρίας πρόξενος τινῶν δὲ πτῶσις καὶ καθαίρεσις διὰ τὸ ἀντιλεγόμενον σημεῖον• τῶν μὲν πιστευόντων, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἦν, ἀνάστασις• τῶν δὲ λεγόντων, ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο, πτῶσις καὶ σιωπή. Πολὺ γὰρ πλῆθος τῶν αἱρετικῶν τότε ἐπαναστάντες ἐσάλευον τὴν Ἐκκλησίαν, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος λαλοῦντες, καὶ λέγοντες, ὅτι ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Ὦ στόματα μιαρὰ, καὶ γλῶσσαι ἐβδελυγμέναι, καὶ χείλη ἰοῦ ἀσπίδων πεπληρωμένα!

Τί ταύτης τῆς βλασφημίας χεῖρον; τί ταύτης τῆς ἀθεΐας ἀτιμότερον; Ὅθεν ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης μηκέτι φέρων ἀκούειν τὰς τούτων μιαρὰς φωνὰς, συντάττει τὸ Εὐαγγέλιον, παρακαταθεὶς τῇ Ἐκκλησίᾳ μέγαν θησαυρὸν, τὸν τέταρτον ποταμὸν, τὸν πολύτιμον μαργαρίτην. Ἐπανελθὼν γὰρ, ὡς προείρηται, ἀπὸ τῆς ἐξορίας εἰς Ἔφεσον, καὶ κατανοήσας λοιπὸν, ὅτι τῶν λοιπῶν εὐαγγελιστῶν αἱ βίβλοι κατηρτίσθησαν, καὶ πᾶσα σχεδὸν θεόπνευστος Γραφὴ πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας, λείπει δὲ ὁ τέταρτος τῆς οἰκουμένης θεμέλιος, καὶ ὅτι τούτου ἐκτὸς τὴν οἰκουμένην σταθῆναι οὐκ ἔνι ἐλογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων. Τί ἀναβάλλομαι; τί, φησὶ, μακροθυμῶ ἔτι; τί οὐ προσφέρω εἰς μέσον τὸ ἀπὸ τῶν αἰώνων κεκρυμμένον μυστήριον; τί ἀποκρύβω ἑαυτῷ τὴν ἀπὸ τῶν αἰώνων σοφίαν, ἣν ἐκ τῆς ἀθανάτου πηγῆς ἐπιπεσὼν εἵλκυσα; τί οὐ δημοσιεύω, ὃν ἄγγελοι ἀγνοοῦσι; τί οὐκ ἀποκαλύπτω τοῖς πέρασιν, ὃν οὐδεὶς ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ; τί οὐ γράφω, ὅπερ Ματθαῖος καὶ Μάρκος καὶ Λουκᾶς δι\’ ἐπαινουμένην δειλίαν παρασιωπήσαντες παρέδραμον, τελέσαντες τὰ προστεταγμένα αὐτοῖς;

Ὅθεν λαλήσω κἀγὼ κατὰ τὴν δοθεῖσάν μοι δωρεὰν ἄνωθεν. Ματθαῖος μὲν ὅσον ἐχώρει, ἔγραψε κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, Μάρκος δὲ καὶ Λουκᾶς ὁμοίως κατὰ τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χορηγίαν τὰς ἑαυτῶν βίβλους θεοπρεπῶς ἐδογμάτισαν.

Γράψω κἀγὼ καὶ προσθήσω τοῖς ἔμπροσθεν τὴν τετάρτην πηγὴν τῆς ζωῆς. Λείπει γὰρ εἰς θεοσύστατον φωνὴν ὁ περὶ θεολογίας λόγος, καὶ κινδυνεύει ὁ κόσμος ἐν τῷ μέρει τούτῳ. Γράψω βίβλον, δι\’ ἧς ἐμφραγῇ πᾶν στόμα λαλοῦν κατὰ Θεοῦ ἀδικίαν• γράψω βίβλον τὴν καλύπτουσαν πᾶσαν ἐν κόσμῳ σοφίαν• γράψω βίβλον, οὐ περὶ ἀνθρώπου διηγουμένην. Οὐ γὰρ λείπει τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἃ περὶ τούτων ἔγραψε Μωϋσῆς περὶ οὐρανοῦ τε καὶ γῆς καὶ θαλασσῶν καὶ ἰχθύων καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων, καὶ ἑρπετῶν καὶ φυτῶν καὶ σπερμάτων καὶ φωστήρων καὶ βρωμάτων καὶ λοιπῆς κτίσεως• ἐγὼ δὲ πάντα τὰ ἀπὸ χρόνου καὶ ἐν χρόνῳ γινόμενα καταλείψας, λαλήσω περὶ τοῦ ἀχρόνου καὶ ἀκτίστου τοῦ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντος Θεοῦ Λόγου, περὶ οὗ Μωϋσῆς οὗτος εἰπεῖν οὐκ ἴσχυσεν• ἐγὼ δὲ Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ.

Ταῦτα ἐν ἑαυτῷ σκεπτόμενος ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, καὶ τὸν γραφικὸν κάλαμον ἐν τῇ χειρὶ κατέχων, καὶ ἐννοῶν πῶς τῆς θεολογίας ἄρξηται, χαίρων μὲν τῇ ψυχῇ, τρέμων δὲ τῇ χειρὶ μετάρσιος γίνεται, καὶ τῷ σώματι ἐν Ἐφέσῳ ὢν τῇ καθαρᾷ καρδίᾳ τῷ πνεύματι μετέωρος ὑπῆρχε. Καταλείψας οὖν πᾶσαν τὴν γῆν, διεπέρασε τὸν ἐν μέσῳ κεχυμένον ἀέρα, παρέδραμε τὰς τῶν ἀστέρων διακοσμήσεις, παρῆλθε τὰς στρατιὰς τῶν ἀγγέλων, τὰς τῶν ἀρχαγγέλων χοροστασίας, καὶ πάσας τὰς νοερὰς δυνάμεις, Χερουβὶμ καὶ Σεραφὶμ τάγματα, καὶ πάντα, ὅσα ἐξ οὐκ ὄντων παρήχθη, κατέλιπε, καὶ ὑπερέβη πάντας τοὺς οὐρανοὺς, καὶ ὅσα οὐκ ἦν παρέδραμε. Προσήγγισε τοὺς ὅρους τῶν ἀνεφίκτων, καὶ οὐδεὶς ὁ κωλύων ἢ ἐμποδίζων τὴν τούτου ἄνοδον. Πᾶς γὰρ ἄσπιλος τῷ σώματι, καθαρὸς δὲ τῇ καρδίᾳ, καὶ τὴν ψυχὴν ἄκακος, καὶ ταπεινὸς τῷ πνεύματι, οὔτε ὑπὸ τῶν ἀερικῶν πνευμάτων ἐμποδίζεται, οὔτε ὑπὸ τῶν οὐρανίων δυνάμεων κωλύεται ἀνελθεῖν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἔνθα πάντες οἱ μακάριοι συνάγονται, ὥσπερ οὗτος ὁ μακάριος ἀπόστολος ὁ μικρότερος Ἰωάννης, καὶ μείζων τοῦ μεγάλου
ἁγίου Ἰωάννου.

Διὰ πάντων οὖν παρῆλθε, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιβαίνων. Ἄγγελοι γὰρ ὁρῶντες ἀπὸ γῆς ἄνθρωπον ἀγγέλων ἐνδοξότερον, μηδὲν ἔχοντες εἰπεῖν, ἐσιώπων• οἱ τῶν ἀγγέλων δὲ χοροὶ ἄλλον ἀπὸ γῆς ἄγγελον λαμπρὸν τῇ παρθενίᾳ, πλήρη ἁγιασμοῦ, καθαρὸν τῇ καρδίᾳ, ἐμπεπλησμένον εὐωδίας κατασχεῖν οὐκ ἐτόλμησαν. Αἱ πύλαι τῶν οὐρανῶν πάλιν ἰδοῦσαι ξένον πρόσωπον δεδοξασμένον, ὑπὲρ τὸν ἥλιον θείας ἀκτῖνας ἀποστίλβοντα, καὶ ὑπονοοῦσαι τοῦτον εἶναι, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐν τῷ στήθει αὐτοῦ ἐν πολλῇ καθαρόθητι ἀναπεσόντα, ὅθεν καὶ ἡ τοιαύτη αὐτῷ δόξα περικέχυται, σπουδαίως ἀνεῳχθεῖσαι τὴν εἴσοδον παρεχώρουν. Εἶτα ἐπλησίασε λείπων τὰ ἀνεπίβατα• ἔφθασεν εἰς τὸν ἄνω βυθόν. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ἀληθὴς ἡ θεία φωνὴ διὰ τοῦ προφήτου λέγουσα, Ἀλλ\’ ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω• καθὼς περὶ τούτου καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυῒδ προεφήτευσεν, ὅτι Τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν• καὶ πάλιν, Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς.

Τί γὰρ μεῖζον τούτου τοῦ θαύματος, εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀφικέσθαι ἄνθρωπον χοϊκόν; Ἐν πολλῇ παῤῥησίᾳ, καὶ ὅσα δυνατόν ἐστι θεαθῆναι, ἐθεάσατο, καὶ εἰς τὰ ἐπέκεινα αὐτὸν φιλονεικεῖν βουλόμενον, Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται, καθὼς γράφει Παῦλος ὁ ἀπόστολος• καθὼς καὶ αὐτὸς Ἰωάννης τὰ ὅμοια, ὅτι Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Ὅτι Παῦλος μὲν καλῶς ἔγραψε λέγων• Ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων, οὐδὲ ἰδεῖν δύναται. Ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ἔστι, τὰ κατὰ ἀνθρώπους, οὔτε τὰ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ φύσιν• οὔτε τῆς δουλείας, ἀλλὰ τῆς υἱοθεσίας καὶ φιλίας (Ὑμεῖς γὰρ φίλοι μου ἐστὲ, οὐκέτι καλέσω ὑμᾶς δούλους)• οὔτε μὴ καθαρὰ, ἀλλὰ καθαρὰ καὶ λαλούμενα, καθὼς πρὸς αὐτοὺς ἡ θεία φωνὴ λέγει, ὅτι Ὑμεῖς καθαροί ἐστε• οἱ δὲ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὄψονται.

Ταῦτα τοίνυν τὰ μέγιστα καὶ θεῖα χαρίσματα ἐπιφερόμενος ὁ Ἰωάννης, καὶ τεθαῤῥηκὼς ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβὰς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπέραντον πέλαγος, καὶ τοῖς ἀμιάντοις αὐτοῦ τῆς καρδίας ὀφθαλμοῖς θεασάμενος ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς τὸν συνάναρχον Λόγον, τὸν πρὸ πάντων αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀῤῥήτως γεννηθέντα, καὶ μηκέτι τὴν ἀνεκλάλητον ἐκείνην χαρὰν ἐν ἑαυτῷ κατέχειν ἐνισχύων τὸ ἅγιον καὶ σεραφικὸν αὐτοῦ στόμα, καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἀνέκραξε λέγων• Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Βλέπε μοι σύνεσιν ἁλιέως, σκόπησον σοφίαν ἀνδρὸς ἀγραμματίστου. Εἶδές μοι ὕψος διδασκάλου ἀδιήγητον, ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὰ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν θεώμενον; Τῷ πνεύματι εἰς τὸν ἄνω βυθὸν ἀπεδήμησε, καὶ ἐκ τοῦ πατρικοῦ κόλπου τὴν θεολογίαν ἁλιεύσας τῷ σώματι κάτω ἔγραφεν• Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Ἀκούσατε, οἱ πιστοὶ, καὶ στηρίχθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος• ἀκούσατε, οἱ γλωσσαλγοῦντες ἀντίλογοι, καὶ αἰσχύνθητε, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.

Μηκέτι παῤῥησιάζεσθε βλάσφημοι, μηκέτι πολεμεῖτε τὴν Ἐκκλησίαν ἀντίχριστοι• μηκέτι παρανομεῖτε, μηκέτι ὑψοῦτε κέρας, Μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν, καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν, λέγοντες, ὅτι Ἦν πότε, ὅτε οὐκ ἦν, καὶ πρὶν γενέσθαι οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐγένετο. Παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. Αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ προῆν, καὶ ἀεὶ ἦν, οὔτε ἀρξάμενος, οὔτε παυσάμενος τοῦ εἶναι, οὔτε ἐν χρόνῳ ὁ ἄχρονος, οὔτε κτίσμα, ἢ ποίημα• αὐτὸς γὰρ ποιητὴς καὶ δημιουργὸς τῶν ἁπάντων, ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων. Πάντα γὰρ δι\’ αὐτοῦ ἐγένετο. Ἀληθῶς καὶ νῦν εἰπεῖν καιρὸς ἐκεῖνο τὸ προφητικὸν λόγιον, Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν• οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν.

Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰωάννῃ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ\’ αὐτοῦ. Θέασαί μοι γὰρ διὰ μιᾶς φωνῆς πῶς Τὴν οἰκουμένην πᾶσαν ἐκατόρθωσεν, ἥτις οὐ σαλευθήσεται• βλέπε μοι ἕνα ἄνθρωπον ἐν Ἐφέσῳ καθεζόμενον, καὶ τὸν κόσμον ὅλον θεολογίαν διδάξαντα• κατανόησον, πόσαι κατὰ ἀνατολὴν πολιτεῖαι, πόσαι χῶραι, πόσαι Ἐκκλησίαι, πόσαι πάλιν ἐπὶ δυσμὰς ἡλίου, καὶ τὴν μεγάλην Ῥώμην ὁμοίως, καὶ ἐπὶ τὰ πλευρὰ, καὶ ἐπὶ τὰ μέρη τοῦ νότου, τήν τε Καππαδόκων χώραν, καὶ τὰ ἐν μέσῳ πάντα, νήσους, ἐρήμους, καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς. Ἐννόησον πάλιν τῶν Ἐκκλησιῶν τὰ πλήθη, τὸν κλῆρον, καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, εἰ δύνασαι ἐξαριθμῆσαι τούτους.

Ἀλλ\’ εὐκοπώτερον ἄμμον θαλάσσης ἐξαριθμῆσαι ἢ τοσαῦτα πλήθη. Καὶ οὗτοι πάντες μαθηταὶ Ἰωάννου, παρ\’ αὐτοῦ διδαχθέντες θεολογεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος• καὶ ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦτο ψάλλουσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος• καὶ ὁδοιπόροι, καὶ πελάγιοι καὶ πλωτῆρες τοῦτο μελῳδοῦσιν, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ἐν ταῖς ἐρήμοις, καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ἰδιῶται καὶ σοφοὶ, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ πᾶς ὅστις ἐννοεῖ, ταῦτα θεολογεῖ, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος• καὶ λοιπὸν ἐν τῷ πληθυνθῆναι πανταχοῦ κράζοντας ἀπαύστως τὸ Ἦν καὶ ἦν ἐξέλιπον οἱ λέγοντες τὸ Οὐκ ἦν. Οἱ θεολογοῦντες ἐπληθύνθησαν, καὶ οἱ ματαιολογοῦντες ἐξέλιπον• οἱ εὐσεβεῖς προέκοψαν, καὶ οἱ ἀσεβεῖς προσέκοψαν• οἱ πιστοὶ εὐφράνθησαν, καὶ οἱ ἄπιστοι ἐτάκησαν. Τόξον δυνατῶν ἠσθένησε, καὶ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν. Τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξηλέγχθησαν, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου κατηργήθησαν.

Ἀλλὰ μέχρι τίνος οὐ στήσω τὸν περὶ αὐτῶν λόγον; Καὶ γὰρ εἰ ἐπιμενῶ τοῦ λέγειν, οὐ μὴ φθάσω τὸ ὕψος διηγήσασθαι τῆς τούτων δόξης. Τὴν γὰρ δόξαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ Πατρὸς ὁ διδάσκαλος, δέδωκεν αὐτοῖς. Καὶ τί λοιπὸν ἐπιμένω διήκων ἀνέφικτα; Καὶ γὰρ καὶ ἅπερ εἰπεῖν ἐτολμήσαμεν, οὐχ ὅσον ἄξιον τοῦ προκειμένου χοροῦ τῶν ἁγίων μαθητῶν, ἀλλ\’ ὅσον δυνατὸν τῇ ἡμετέρᾳ δυνάμει• τὸ γὰρ τούτους ἐπαξίως ἐγκωμιάσαι πᾶς ἄνθρωπος ἀπορεῖ. Ὅθεν κἀγὼ φόβῳ λαλῶ, ἃ λαλῶ περὶ τούτων, μή πως διὰ τὴν οἰκείαν ἀνικανίαν, καὶ τὸ σμικρὸν τοῦ λόγου καὶ πενιχρὸν, σμικρύνω τούτων τοὺς ἐπαίνους, καὶ ἀγανακτεῖν αὐτοὺς κατ\’ ἐμαυτοῦ παρασκευάσω.

Πλὴν ὥσπερ εἰς πάντας συμπαθεῖς ὄντες, καὶ τανῦν συγγνώσονται τῇ ἡμετέρᾳ ἀσθενείᾳ. Εἰ γὰρ λοιδορούμενοι εὐλογοῦσι, διωκόμενοι ἀνέχονται, δυσφημούμενοι παρακαλοῦσι, πολλῷ μᾶλλον ἐγκωμιαζόμενοι κατὰ τὴν ἡμῶν δύναμιν οὐ μὴ ἀγανακτήσουσιν ἐπιστάμενοι τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως, εἰ καὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν νῦν εἰληφότες παρὰ τοῦ ἀγαπήσαντος Θεοῦ. Καὶ λοιπὸν οἱ ποτὲ πτωχοὶ γεγόνασι πλούσιοι, οἱ ἄδοξοι ἔνδοξοι, οἱ ἀγράμματοι σοφοὶ, οἱ τῶν ἰχθύων ἁλιεῖς, ἁλιεῖς ἀνθρώπων• καὶ οὕτω τὸν δρόμον τελέσαντες ἐξεδήμησαν πρὸς τὴν οὐκ ἔχουσαν τέλος ζωὴν, πρὸς τὸν ἑαυτῶν διδάσκαλον καὶ Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν• αὐτῷ ἡ δόξα. Ἀμήν.

βʹ. Τοῖς αὐτῶν διαδόχοις παραδεδωκότες τὰς σαγήνας καὶ τὰ θήρατρα, τὴν δὲ ἐξουσίαν, ἣν εἰλήφασι παρὰ τοῦ πᾶσαν ἐξουσίαν ἔχοντος ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. Ἰδοὺ γὰρ, φησὶ, δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.

Τούτων τοίνυν ὡς προείρηται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχοντίαν καὶ τὸν ζῆλον διαδέχονται οἱ τίμιοι διδάσκαλοι, οἱ ἱεράρχαι, καὶ ποιμένες τῆς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης, κατ\’ ἴχνος τῶν ἀποστόλων βαδίζοντες, οἱ γενναῖοι τῆς Τριάδος ὑπέρμαχοι, οἱ τὸ χρῆμα τοῦ νόμου παραδραμόντες, καὶ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα παραλαβόντες, οἱ δίκην ἀρότρου ἀνορύττοντες, καὶ βαθύνοντες, καὶ ἐρευνῶντες, καὶ τὸν νοῦν ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς πᾶσι τηλαυγῶς φανερώσαντες, οἱ τὴν πίστιν τρανώσαντες καὶ τὴν κακοπιστίαν ἀπελάσαντες, οἱ τοὺς ὀρθοδόξους τοῖς θείοις δόγμασι στηρίξαντες, καὶ τοὺς κακοδόξους τοῖς θείοις βέλεσι ῥήξαντες, οἱ τῆς κατανύξεως οἶνον κεκρυμμένον εὑρόντες, καὶ τὴν ποίμνην διψῶσαν ποτίσαντες, οἱ τὸν ποιμενικὸν αὐλὸν ἀναλαβόντες, καὶ τὰ θεῖα σαλπίσαντες• οἱ λειτουργοὶ καὶ φύλακες καὶ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος, οἱ τῶν θείων δογμάτων ῥήτορες, καὶ ῥομφαῖαι κατὰ τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τεθέντες ἐπίσκοποι, ὡς ἔφη ὁ ἅγιος Παῦλος• Ποιμάνατε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ• οἱ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις μὴ παραιτησάμενοι,

καὶ τὸν ἐπηγγελμένον τῆς ζωῆς στέφανον κομισάμενοι• οἱ τὰς νεωτερικὰς ἐπιθυμίας ἀποφυγόντες, καὶ τὴν μακαρίαν ἐλπίδα κληρονομήσαντες• οἱ στρατηγοὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, οἱ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ πλούσιοι, καὶ πτωχοὶ τῷ πνεύματι• οἱ μιμηταὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τύποι τῶν πιστῶν• οἱ τῶν πόλεων ἀγελάρχαι καὶ τῆς οἰκουμένης κήρυκες• οἱ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ποίμνης θέντες, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἐκχέαντες• οἱ τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον Ἀβραὰμ μιμησάμενοι, καὶ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἀναπαυσάμενοι• τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οὗτοι ἐκδικηταὶ τοῦ Κυρίου, τὴν φάσιν δεξάμενοι περὶ τῶν δυσωνύμων καὶ κακοδόξων, οἳ τὰς θείας Γραφὰς στρεβλώσαντες καὶ τὴν ἀλήθειαν συγχέαντες, καὶ τῆς εὐθείας ὁδοῦ ἐκνεύσαντες ψυχὰς αἰχμαλωτεύουσιν, εἰς τὸ ἀΐδιον ἕλκοντες τῆς αἱρέσεως σκότος, συναθροισθέντες ἅμα πάντες ὁμοφρόνως οἱ πιστοὶ, Δαυϊδικὸν ζῆλον, δίκην λίθων τὰ θεῖα λόγια ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, ἤγουν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τὴν ἄῤῥηκτον πίστιν τῆς ἁγίας Τριάδος ἀναλαβόντες,

παρετάξαντο πόλεμον κατὰ τῶν ἀναριθμήτων καὶ ἀθέων αἱρετικῶν, σύμψυχοι τὸ ἓν συμφωνοῦντες καὶ λέγοντες μετὰ τοῦ Ἀποστόλου, Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα, Εἷς Θεὸς καὶ Πατὴρ πάντων, ἓν Πνεῦμα ἅγιον, ὁ φωτισμὸς πάντων, μία θεότης, εἷς Θεός• αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

P.G. τόμος 60, 1859

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.