Τὸ νησάκι ποὺ βρίσκεται στὰ βορινὰ τῆς Λέσβου, ἀνάμεσα Πέτρα καὶ Μόλυβο, εἶναι γυμνὸ κι ἔρημο. Δὲν ἔχει ὄνομα, κι οἱ ψαρᾶδες ποὺ δουλεύουν σ’ ἐκεῖνες τὶς θάλασσες τὸ λένε ἁπλά ἔτσι: «Τὸ νησί». Δὲν ἔχει μήτε ἕνα δέντρο, ἐξὸν ἀπὸ θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τὰ βουνὰ τῆς Λέσβου συνθέτουν μιὰ ἥμερη ἁρμονία ἀπὸ γραμμή, ἀπὸ κίνηση καὶ χρῶμα. Πλάι σ’ αὐτὴ τὴν σπατάλη, τὸ γυμνὸ νησὶ μὲ τὴν αὐστηρὴ γραμμή του φαίνεται ἀκόμα πιὸ ἔρημο. Σὰν νὰ τὸ εἶχε ξεχάσει ὁ Θεός, ὅταν ἔχτιζε τὶς στεριὲς κι ἔκανε τὶς θάλασσες στὶς ἑφτὰ πρῶτες μέρες τοῦ Κόσμου.
Μὰ ἀπὸ τούτη τὴν γυμνὴ λουρίδα τῆς γῆς μπορεῖς νὰ δεῖς, τὸ καλοκαίρι, τὸν ἥλιο νὰ πέφτει μέσα στὸ ἀτέλειωτο πέλαγο. Τότε τὰ χρώματα βάφουν τὰ νερὰ κι ὁλοένα ἀλλάζουν, κάθε στιγμή, σὰν νὰ λιώνουν μὲς στ’ ἀλαφρὰ κύματα. Ὅταν τὰ βράδια εἶναι πολὺ καθαρά, μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις τὰ βουνὰ τοῦ Ἄθω νὰ βγαίνουν μέσα ἀπ’ τὸ πέλαγο καὶ σιγὰ πάλι νὰ σβήνουν μαζὶ μὲ τὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται. Αὐτὴ τὴν ὥρα ὁ μπαρμπα-Δημήτρης, ὁ μοναχικὸς κάτοικος τοῦ ἔρημου νησιοῦ, θὰ κάμει τὴν τελευταία κίνηση ποὺ τὸν ἑνώνει μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ τὴ ζωή: θ’ ἀνάψει τό φῶς στὸν φάρο. Τὸ φῶς θ’ ἀρχίσει ν’ ἀνάβει, νὰ σβήνει, πάλι, πάλι, στὸ ἴδιο διάστημα αὐστηρά, ἀναπόφευχτα, ὅπως οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τῆς ζωῆς, ἡ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος.
Ὁ γερο-φαροφύλακας τράβηξε τὴν βάρκα στὸν ἄμμο. Τὴν σιγούραρε καλά, μὴν τυχὸν τὴ νύχτα γυρίσει ὁ καιρὸς καὶ φουσκώσουν τὰ νερά. Τὴν κοίταξε γιὰ τελευταία φορά, πρὶν πάρει τὸν δρόμο γιὰ τὸν φάρο.
-Λοιπόν, πάει κι αὐτὸ τὸ ταξίδι…, λέει σιγά.
Το λιμάνι στο Κατάκολο
Τὸ λέει μονάχος του καὶ σωπαίνει. Τὸ ταξίδι αὐτό, στὴν ἀντικρινή στεριά, γίνεται μιὰ φορὰ τὸ μῆνα. Πηγαίνει γιὰ τὶς προμήθειές του, γιὰ τὸ ἀλεύρι, τὸ λάδι καὶ γιὰ τὰ γεννήματα ποὺ τοῦ χρειάζονται. Στὴν ἀρχή, σὲ κάθε ταξίδι, ἔμενε ὅλη τὴ μέρα στὸ χωριό. Μιλοῦσε μὲ παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα γιὰ τὴν χώρα, γιὰ τὸν κόσμο, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἦταν σὲ πόλεμο γιὰ εἶχαν εἰρήνη.
Ὁ τελωνοφύλακας τοῦ ἔδινε τὸν μισθό του.
-Λοιπόν, καὶ τὸν ἄλλο μῆνα μὲ τὸ καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ὁ γέρος κουνοῦσε τὸ κεφάλι του κι εὐχαριστοῦσε.
-Μὲ τὸ καλό, ἂν θά ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τὶς ἄλλες ὧρες, ὥσπου νὰ γυρίσει στὸ «νησί του», τὶς περνοῦσε ἀνεβαίνοντας στὴ μικρὴ Παναγιά, στὸν βράχο μὲ τὰ ἑκατὸ σκαλιά, νὰ κάμει τὴν προσευχή του. Σταύρωνε τὰ χέρια του μπροστὰ στὸ παλιὸ εἰκόνισμα, χαμήλωνε τὸ κεφάλι καὶ προσευχόταν γιὰ τὰ δυὸ ἀγόρια του, ποὺ χάθηκαν στὴν καταστροφὴ τῆς Ἀνατολῆς, γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, τελευταῖα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
-Ἂν ζοῦνε, προστάτευέ τα, παρακαλοῦσε γιὰ τὰ παιδιά του. Φύλαγέ τα ἀπὸ θυμὸ κι ἀπὸ κακὴ ὥρα. Φύλαγέ τα ἀπ’ τὸ μαχαίρι…
Μουρμούριζε τοὺς χαιρετισμούς, ὅ,τι ἄλλο ἤξερε ἀπὸ προσευχή, καὶ τὰ γερασμένα πόδια του τρέμαν.
-Κι ἐμένα, καιρὸς πιὰ εἶναι νὰ ξεκουραστῶ…, ἔλεγε καὶ βούρκωναν τὰ μάτια του.
Κατέβαινε τὰ ἑκατὸ σκαλιὰ κάθε φορὰ μὲ πιὸ ἀλαφρὴ καρδιά. Στὸν δρόμο στεκόταν καὶ κοίταζε τὰ παιδάκια ποὺ παίζαν. Τὸν ξέραν ὅλα καὶ σὰν τὸν βλέπανε, βάζαν τὶς φωνές:
-Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τοὺς ἀγόραζε φουντούκια καὶ τοὺς τὰ μοίραζε, κι ἐκεῖνα φωνάζαν χαρούμενα:
-Μὴν ἀργήσεις νὰ ξανάρθεις, παππούλη! Μὴν ἀργήσεις!
Ἔτσι γινόταν σὲ κάθε ταξίδι, κάθε φορά. Μὰ ὅσο τὰ χρόνια περνοῦσαν, τόσο ξεσυνήθιζε μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐρημιὰ ὁλοένα τὸν κυρίευε, μέρα μὲ τὴ μέρα, τὸν ἀπορροφοῦσε, σὰν νὰ στάλαζε μὲς στὴν ὕπαρξή του τὴν φοβερή της δύναμη. Σὲ κάθε ταξίδι λιγόστευε, ὅσο μποροῦσε, τὸν καιρὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ μείνει στὸ χωριὸ γιὰ τὶς δουλειές του.
Ἔκοψε καὶ τὸ ἀνέβασμα στὴν ἐκκλησίτσα τοῦ βράχου.
-Συχώρεσέ με, γιατί πιὰ δὲν μπορῶ, ἔλεγε στὸν Θεό, σὰν νὰ εἶχε κάμει ἁμαρτία. Παντοῦ μπορῶ νὰ σὲ παρακαλῶ, γιὰ νὰ βλέπεις πόσο εἶμαι ἀδύναμος.
Κι ὅταν γύριζε στὸ νησί του, ὕστερα ἀπὸ κάθε ταξίδι, ἔμενε πολὺ ἀργὰ τὴ νύχτα, κάτω ἀπ’ τὰ ἄστρα, νὰ προσεύχεται.
Δὲν ρωτοῦσε πιὰ νέα, τί γίνεται στὸν κόσμο. Δὲν ἤξερε τίποτα. Ὅλος ὁ κόσμος στένευε, μέρα μὲ τὴ μέρα, γύρω στὸ ἔρημο νησί, κι ἔκλεινε μὲ τὸ βαθὺ πέλαγο καὶ μὲ τὰ χρώματα, σὰν ἔγερνε ὁ ἥλιος.
Οἱ τελευταῖοι σύντροφοι ποὺ ἄλλαζε πότε-πότε καμιὰ κουβέντα μαζὶ τους ἦταν ψαρᾶδες πού, σὰν δὲν τοὺς ἔπαιρνε ὁ καιρός, ἄραζαν γιὰ λίγο στὸ νησί του. Μέναν ἐκεῖ στὴν ἀκρογιαλιά, ὅπου ἐρχόταν νὰ σβήσει τὸ κῦμα, καὶ λέγαν γιὰ τὰ βάσανά τους καὶ γιὰ τὴ μοῖρα τους. Πολλὲς φορὲς ξενυχτοῦσαν ἐκεῖ. Τότε, στὶς μακριὲς ὧρες, ὥσπου νὰ χαράξει, ὅταν οἱ ἄλλες κουβέντες τέλειωναν, ἐρχόταν καὶ ἡ ἐπίσημη ὥρα γιὰ τὰ δυὸ παιδιά του.
-Ποιός τὸ ξέρει…, τοῦ ‘λεγαν οἱ ψαρᾶδες. Μπορεῖ νὰ ζοῦνε κι νά ’ρθοῦν, μπαρμπα-Δημήτρη. Ἔτσι σὰν τοὺς γλάρους σου, ποὺ γύρισαν.
Δὲ μιλοῦσε, δὲ σάλευε, τὰ ἥμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στὸ βάθος τῆς νύχτας.
-Ναί, μπαρμπα-Δημήτρη, σὰν τοὺς γλάρους σου. Ἔτσι, μποροῦν νὰ γυρίσουν καὶ νά ’ρθοῦν. Μὴν ἀπελπίζεσαι.
Οἱ ψαρᾶδες τότε, μ’ αὐτὴ τὴν ἀφορμή, φέρναν τὴν κουβέντα στοὺς γλάρους τοῦ γέρου.
-Ἀλήθεια, τοῦ λέγανε, πῶς μπόρεσες νὰ τοὺς μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενὰ δὲν ἀκούστηκε νὰ μερώνουν οἱ γλάροι…
-Ἔτσι εἶναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αὐτός. Ὅλα μερώνουν ἐδῶ κάτου. Μοναχὰ ὁ ἄνθρωπος…
Τὸν ρωτοῦσαν νὰ τοὺς πεῖ πάλι τὴν ἱστορία μὲ τοὺς γλάρους, μόλο ποὺ τὴν ξέραν, ὅπως τὴν ξέραν κι ὅλοι ὅσοι ζοῦσαν στὴν ἀντικρινή στεριά. Τὰ εἶχε βρεῖ μικρά, μὲς στοὺς βράχους, δυὸ γλαρόπουλα ἀμάλλιαγα ἀκόμα. Ἦταν χειμῶνας τότε, τὰ λυπήθηκε καὶ τὰ κουβάλησε στὸ καλύβι του, πλάι στὸν φάρο. Τὰ κράτησε καὶ τὰ μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρὰ ψάρια ποὺ ἔπιανε τὸ δίχτυ του. Μιὰ μέρα τοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ ἕνα ὄνομα.
-«Ἔ, λοιπόν, ἐσένα θὰ σὲ λέμε…».
Μὲς στὶς ἀναμνήσεις του, μὲς στὴν καρδιά του, κείνη τὴν ἥμερη ὥρα τριγυρίζανε τὰ δυὸ παιδικὰ πρόσωπα, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν πολὺ μικρὰ καὶ τὰ φώναζε.
-«Λοιπόν…, ἐσένα νὰ σὲ λέμε Βασιλάκη, εἶπε στὸ ἕνα πουλί. Κι ἐσένα νὰ σὲ λέμε Ἀργύρη…».
Ἔτσι, ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ τὰ φωνάζει μὲ τὰ ὀνόματα τῶν παιδιῶν του. Κι οἱ γλάροι σιγά-σιγά τὰ συνηθίσανε.
Σὰν μεγάλωσαν κι ἦρθε ἡ ἄνοιξη, ἕνα πρωὶ σκέφτηκε πὼς εἶναι ἁμαρτία νὰ ἔχει σκλαβωμένα τὰ πουλιά. Ἀποφάσισε νὰ τὰ λευτερώσει. Ἄνοιξε τὸ μεγάλο καλαμένιο κλουβὶ κι ἔπιασε πρῶτα τὸ ἕνα πουλί. Τὸ κράτησε μὲς στὰ δυό του χέρια, τὸ χάιδεψε. Αἰσθανόταν τὴν καρδιά του νὰ εἶναι πολὺ ἀλαφρή.
-«Ἄιντε, λοιπόν, Βασίλη!» εἶπε στὸ πουλὶ καὶ ἄνοιξε τὰ χέρια του, νὰ τὸ ἀφήσει νὰ φύγει.
Τὸ πουλὶ πέταξε, ἔφυγε.
Ἔβγαλε καὶ τὸ ἄλλο, τὸ χάιδεψε σὰν τὸ πρῶτο, τὸ ἄφησε κι αὐτό. Ὅλα ἦταν ἥμερα κείνη τὴ μέρα καὶ ἡ νύχτα ποὺ ἦρθε ἦταν ἥμερη. Μονάχα ποὺ αἰσθανόταν νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ ἔρημος.
Τὸ ἴδιο βράδυ εἶχε ἀποτραβηχτεῖ νωρίς, ὅταν ἄκουσε στὸ μικρὸ παράθυρο τῆς καλύβας ἀλαφριὰ χτυπήματα. Πλησίασε καὶ κοίταξε. Δὲν τὸ πίστευε. Πετοῦσε ἀπ’ τὴν χαρά του, σὰν νὰ ἦταν τὰ παιδιά του ποὺ γύριζαν.
Ἄνοιξε τὴν πόρτα νὰ μποῦν μέσα οἱ γλάροι.
Ἀπὸ τότε αὐτὸ γινόταν: τὰ πουλιὰ φεύγαν τὸ πρωί, ταξιδεύανε ὡς τὶς ἀντικρινὲς στεριὲς τῆς Ἀνατολῆς, ὡς πέρα στὸ Σίγρι, καὶ τὰ βράδια γύριζαν. Ἔκαναν κοπάδι μαζὶ μὲ ἄλλους γλάρους καὶ πολλὲς φορὲς πετοῦσαν πάνω ἀπ’ τὸ ρημονήσι. Ἂν ἦταν χαμηλά, ὁ γέρος μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίσει ἀπ’ τὰ σταχτιὰ σημάδια ποὺ εἶχαν κάτω ἀπ’ τὶς φτεροῦγες. Σὰν ἔβγαινε μὲ τὴν βάρκα κι αὐτοὶ τριγύριζαν ἐκεῖ σιμά, χαμήλωναν καὶ τσίριζαν ἀπὸ πάνω του. Τοὺς εἶχαν μάθει κι οἱ ἄλλοι ψαρᾶδες στὰ μέρη ἐκεῖνα. Καὶ σὰν τοὺς βλέπανε, φωνάζαν γελῶντας:
-Ἔ, Βασίλη!… Ἔ, Ἀργύρη!…
Ἔτσι, περνοῦσαν οἱ μέρες στὸ ρημονήσι. Ἡ μιά, ἡ ἄλλη, αὐτὴ ποὺ πέρασε, αὐτὴ ποὺ θά ’ρθεῖ. Μιὰ ἀδιατάραχτη σειρὰ ἀπὸ μέρες καὶ νύχτες, ποὺ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ περιμένουν, ἄλλο ἀπ’ τὸν θάνατο.
Μιὰ βραδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ ἔγινε κάτι ἀσυνήθιστο. Οἱ γλάροι δὲ γύρισαν. Μήτε τὴν ἄλλη μέρα φάνηκαν, μήτε τὴν ἄλλη νύχτα.
Μπορεῖ νὰ ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ὁ γέρος, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν ἀνησυχία του.
Τὸ ἄλλο πρωί, ὅπως συνήθιζε, κάθισε στὸ πεζούλι τοῦ φάρου. Κοίταξε τὸ πέλαγο. Μιὰ στιγμή τοῦ φάνηκε, πὼς ἡ θάλασσα αὐλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σὰν νὰ περνοῦσαν δελφίνια καὶ παίζαν. Πολλὲς φορὲς ἔβλεπε στ’ ἀνοιχτὰ νὰ περνοῦν δελφίνια. Τὰ παρακολουθοῦσε νὰ γράφουν τὶς ἀργὲς κινήσεις τους ὄξω ἀπ’ τὸ νερό, πάλι νὰ πέφτουν.
Δελφίνια θὰ εἶναι καὶ τώρα.
Μὰ σὲ λίγο εἶδε καθαρὰ, πὼς δὲν ἦταν.
-Ἄνθρωποι εἶναι! εἶπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στὸ ἀκρογιάλι καὶ περίμενε. Σὲ λίγο ξεχώρισε, πὼς ἦταν ἕνα ἀγόρι κι ἕνα κορίτσι. Κολυμποῦσαν πλάι πλάι, μὲ ἀργὲς κινήσεις, γεμᾶτες βεβαιότητα. Καὶ τὸ μικρὸ κῦμα ἔκλεινε πάνω στὸ αὐλάκι ποὺ ἄφηναν.
-Τί νὰ θέλουν;
Δὲ θυμόταν ἄλλη φορὰ νὰ εἶχαν ἔρθει κατὰ κεῖ γιὰ κολύμπι ἄνθρωποι. Κι ὕστερα, δὲ φαινόταν ἐκεῖ γύρω καμιὰ βάρκα, ἀπ’ ὅπου νὰ εἶχαν πέσει.
Σὲ λίγη ὥρα εἶχαν φτάσει.
Τὰ δυὸ βρεμένα κορμιὰ τινάζουνται ἀπ’ τὴν θάλασσα στ’ ἀκρογιάλι.
Τὸ ἀγόρι κοιτάζει τὸ κορίτσι μὲς στὰ μάτια καὶ τεντώνει τὰ χέρια του ψηλά.
-Ἄχ! λέει, παίρνοντας βαθιὰ ἀνάσα. Τί καλὰ ποὺ ἦταν!
Τὸ κορίτσι κάνει τὴν ἴδια κίνηση μὲ τὰ χέρια. Πιὸ ἀργά:
-Τί καλὰ ποὺ ἦταν!
Ὕστερα τρέξαν πρὸς τὸν φαροφύλακα.
-Ἐσύ ‘σαι ὁ μπαρμπα-Δημήτρης; λέει τὸ ἀγόρι.
-Ἐγὼ εἶμαι, λέει μὲ ταραχή. Μπὰς καὶ σᾶς ἔτυχε τίποτα;
-Ἄ, μπά! βιάζεται νὰ πεῖ τὸ ἀγόρι. Εἴπαμε χτὲς νὰ κάνουμε αὐτὸ τὸ ταξίδι μὲ τὴν φίλη μου, καὶ νὰ ποὺ ἤρθαμε.
-Ἀπὸ ποῦ; ρωτᾶ ὁ γέρος μὲ ἀπορία.
-Μὰ ἀπ’ ἀντίκρυ, ἀπ’ τὴν Πέτρα.
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης δὲν ξέρει τί νὰ πεῖ, μουρμουρίζει μονάχα, πὼς δὲ θυμᾶται νὰ τοῦ εἶχαν ἔρθει ἄλλη φορὰ ξένοι μὲ τέτοιο ταξίδι.
Ἄρχισαν ν’ ἀνεβαίνουν πρὸς τὸν φάρο.
Περπατοῦσε πρῶτος, τὰ παιδιὰ ἀκολουθοῦσαν. Δὲ θὰ ἦταν τὸ καθένα περισσότερο ἀπὸ δεκαοχτώ, δεκαεννιὰ χρονῶ. Κι ἐκεῖνος βάδιζε μπρός, καὶ τὰ χρόνια βάραιναν στοὺς ὤμους του, σὰν νὰ τοῦ ζητοῦσαν τὴν εὐθύνη, γιατί δὲν τ’ ἄφηνε νὰ ξεκουραστοῦν.
Κάθισαν στὸ πεζούλι τοῦ φάρου. Μπροστά τους τὸ Αἰγαῖο ἀκύμαντο, ὁ ἥλιος ἔτρεμε πάνω του.
-Ἀπὸ ποῦ ἔρχεστε; ρώτησε ὁ γέρος.
-Σπουδάζουμε στὴν Ἀθήνα, εἶπε τὸ κορίτσι. Ἐγὼ σπουδάζω χημικὸς κι ὁ φίλος μου στὸ Πολυτεχνεῖο.
-Ἄ, ἀλήθεια!… Μουρμουρίζει ὁ γέρος χωρὶς νὰ καταλαβαίνει.
-Ἔχεις πάει καμιὰ φορὰ στὴν Ἀθήνα, παππούλη; Ρωτᾶ τὸ κορίτσι.
-Ὄχι. Ποτές.
-Θὰ τὸ ἤθελες τώρα;
Ἡ φωνή του εἶναι σιγανή, μόλις ἀκούεται:
-Ὄχι, παιδί μου. Τώρα εἶναι ἀργά.
-Θὰ εἶσαι πολὺ μονάχος ἐδῶ, παππούλη.
-Εἶμαι πολὺ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ὥρα. Ψηλὰ πέρασε ἕνα κοπάδι γλάροι. Ὁ γέρος σηκώνεται καὶ μπαίνει στὸ καλύβι νὰ φέρει γλυκό. Ἀπ’ τὸ μικρὸ παράθυρο μπορεῖ νὰ βλέπει τὰ δυὸ παιδιά, ἔτσι ποὺ εἶναι ξαπλωμένα. Στὰ κορμιά τους καὶ στὰ πρόσωπά τους τρέμουν ἀκόμα στάλες ἀπ’ τὴν θάλασσα. Ὁ ἥλιος τὰ ἔχει ψήσει ἀλύπητα, εἶναι κεῖ σὰν δυὸ ἀγάλματα ἀπὸ μπροῦντζο ποὺ τὰ ξέβρασε τὸ πέλαγο — μιὰ θεότητα τῆς ὑγείας καὶ μιὰ θεότητα τῆς νεότητας. Τὰ μαῦρα μαλλιὰ τοῦ κοριτσιοῦ πέφτουν πάνω στοὺς ὤμους του καὶ στὰ μεγάλα μαῦρα μάτια του σαλεύει βαθὺ φῶς.
…Ἔτσι ἁπλά καὶ ἥμερα εἶναι ὅλα στὸ ρημονήσι αὐτὴ τὴν ἱερὴ ὥρα. Ἔτσι ἥμερα εἶναι καὶ μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ γέρου ἀνθρώπου. Εἶναι πλημμυρισμένος, τοῦτο τὸ καλοκαιρινὸ πρωινό, εἶναι βουρκωμένος. Αὐτὴ ἡ ἀπρόοπτη τρυφερότητα ποὺ ἦρθε νὰ ταράξει τὴν ἐρημιά του, τὰ ἀκίνητα νερά…
-Παππούλη, νά ‘ρθουμε κι ἐμεῖς μέσα; τοῦ φωνάζει ἀπ’ ἔξω τὸ κορίτσι.
-Ἔρχουμαι ἐγώ, ἔρχουμαι! λέει ταραγμένος.
Τοὺς ἔφερε γλυκό, ἀμύγδαλα, κρύο νερό.
-Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο…, μουρμουρίζει, σὰν νὰ θέλει νὰ τὸν συχωρέσουν.
-Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τὸν πιάνει τὸ κορίτσι ἀπ’ τὸ χέρι νὰ καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
-Ἐλᾶτε καὶ αὔριο, τοὺς λέει δειλά. Θὰ ψαρέψω γιὰ σᾶς τὴ νύχτα.
-Αὔριο φεύγουμε, ἀπαντᾶ τὸ κορίτσι μὲ λύπη. Κρῖμα, τόσες μέρες ποὺ ἤμαστε ἐδῶ νὰ μὴν ἐρχόμαστε! Εἶσαι πάντα ἔτσι ἔρημος, παππούλη;
-Πάντα, παιδί μου.
-Ἄ, τώρα καταλαβαίνω, τί ἦταν οἱ γλάροι…, μουρμουρίζει τὸ ἀγόρι.
-Ναί, παιδί μου, αὐτὸ εἶναι. Ἡ ἐρημιά.
-Θὰ πρέπει νὰ τοὺς συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι τὸ ἀγόρι σὲ λίγο. Ἂν ἤξεραν, δὲν θὰ τὸ ἔκαναν ποτέ.
Ὁ γέρος δὲν καταλαβαίνει. Στέκει μὲ ἀπορία.
-Γιὰ ποιούς λές, παιδί μου;
-Γι’ αὐτοὺς ποὺ σκοτῶσαν τοὺς γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Εἶναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τὰ γόνατά του νὰ τρέμουν, ἡ καρδιά του χτυπᾶ.
-Τοὺς σκοτῶσαν εἶπες;
-Ἄ, δὲν τὸ ἤξερες ἀκόμα;…
Τὸ παιδὶ δαγκάνει τὰ χείλια του, μὰ εἶναι ἀργά. Τοῦ λέει τὴν ἱστορία: πὼς κυνηγοῦσαν, ὅλη ἡ νεολαία, ὕστερα κατεβήκαν στὴν ἀκρογιαλιὰ· οἱ δυὸ γλάροι χαμήλωσαν ἀπ’ τὸ ἄλλο κοπάδι, ὁ φίλος τους τράβηξε ἐκεῖ σιμά, γνώρισαν τὶς σταχτιὲς φτεροῦγες.
Ὁ γέρος ἀκούει, ἀκούει, — δὲν εἶναι τίποτα, δυὸ γλάροι ἦταν.
-Δὲν ἤξεραν, παππούλη…, λέει μὲ θερμὴ φωνὴ τὸ κορίτσι, συγκινημένο ἀπ’ τὴν βουβὴ λύπη ποὺ βλέπει στὸ γερασμένο πρόσωπο. Δὲν ἤξεραν…
Κι ἐκεῖνος κουνᾶ μόλις, ἀργά, τὸ κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
-Ναί, ναί, παιδί μου. Δὲν θὰ ξέραν…
Ἀρκετὴ ὥρα πέρασε.
-Πρέπει νὰ φύγουμε, λέει τὸ ἀγόρι. Τὸ κορίτσι σηκώνεται.
-Νὰ φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ὁ γέρος ἔρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στὴν ἀκρογιαλιά.
-Σὲ χαιρετοῦμε, παππούλη, λέει πρῶτο τὸ κορίτσι.
Πιάνει τὸ χέρι του, σκύβει νὰ τὸ φιλήσει. Κι αὐτός τῆς χαϊδεύει τὰ μακριὰ μαλλιά.
-Νὰ σᾶς βλογᾶ ὁ Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Ἔφυγαν. Παρακολουθεῖ πολλὴ ὥρα τὸ μικρὸ αὐλάκι ποὺ κάνουν τὰ κορμιά τους στὴν θάλασσα. Ὥσπου ὅλα σβήνουν ἀπ’ τὰ μάτια του. Καὶ τὸ πέλαγο εἶναι πάντα ἔρημο καὶ ἀτελείωτο.
Νυχτώνει. Ἔχει καθίσει στὸ πεζούλι, οἱ ὧρες περνοῦν. Ὅλα περνοῦν ἀπ’ τὰ θολωμένα μάτια του: τὰ μικρά του τὰ χρόνια, τὰ παιδιὰ ποὺ μεγάλωσε καὶ χάθηκαν, οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν πικράνανε. Ὅλα περνοῦν κι ὅλα σβήνουν. Καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ κι ἕνα κοπάδι γλάροι ποὺ πετοῦν ψηλά. Δυὸ γλάροι ἔχουν σταχτιὲς φτεροῦγες. Κι αὐτοὶ περνοῦν καὶ χάνουνται. Δὲν εἶναι πιὰ νὰ γυρίσει τίποτα. Ἔχει χαμηλώσει τὸ κεφάλι καὶ τὰ δάκρυα στάζουν στὴν ξερὴ γῆ. Ἀπὸ πάνω του, τὸ φῶς τοῦ φάρου ἀνάβει, πάλι, πάλι, στὸ ἴδιο διάστημα, αὐστηρὰ καὶ ἀναπόφευχτα, ὅπως οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τῆς ζωῆς, ἡ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος.
Από την συλλογή διηγημάτων: «Αιγαίο».1941.
Η/Υ ΠΗΓΗ:
Αγία Ζώνη.gr
