Η φωνή της σιωπής… Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Πάντως, επειδή είμαι άνθρωπος ασθενής στην πίστη και στην αρετή, στην προσευχή ρωτούσα το Θεό: «Είναι ευλογημένο να μείνω εδώ, Θεέ μου; Κάνω καλά που επιμένω και υπομένω; Πες μου Εσύ και εγώ μένω. Πες μου Εσύ και εγώ φεύγω». Καμία απάντηση. Τίποτα. Όχι μόνο η φωνή του Θεού, αλλά και η σιωπή Του πολλά έχει να σου πει, πολλά να δείξει, πολλά να διδάξει. Για να ακούσεις τη φωνή και κυρίως τη σιωπή πρέπει να σιωπήσει το θέλημά σου.

Όταν εκοιμήθη το γεροντάκι, πήγα να τον ασπαστώ. Τη στιγμή που έσκυβα άκουσα τη Χάρη: «Καλά έκανες». «Κύριε ελέησον!». Τώρα μου μίλησες, Θεέ μου; Εεε, με τη σιωπή Του έβλεπε τον αγώνα, με το λόγο Του υπόγραψε την ευλογία της υπακοής. Ήρθε η αγανάκτηση πολλές φορές. Σαν τη φωτιά. Θέλει προσευχή για να τη σβήσεις. Ήρθε η εξάντληση, σαν αδυναμία. Θέλει υπομονή να ενδυναμωθείς. Ήρθε και ο θυμός και μου χτύπησε την πόρτα. Θέλει υπακοή να τον κρατήσεις απ’ έξω.

Στέρηση του φωτός.

Θα σας εξομολογηθώ που ένιωσα, να πούμε, το μεγαλύτερο βάρος της υπακοής, τον οξύτερο πόνο και τη χειρότερη δυσκολία. Όταν ακολουθώντας το γέρο – Ιωσήφ είπα στα γεροντάκια μου και αφήσαμε τους ζηλωτές, μνημόνευα τον πατριάρχη και έβλεπα με τη Χάρη Φως άπλετο στο Μυστήριο. Ου, Φως να δείτε! Όλα γίνονταν Φως, όλα Φως! Τα πάντα Φως! Όλα Χριστός και να φωνάζουν: «Εγώ Φως εις τον κόσμον ελήλυθα…».

Κάτι πήγε να γίνει. Το ξεκινήσαμε σιγά – σιγά. Πήγαμε και λίγο στους Δανηλαίους. Δεν το μπορούσαν. Δεν το σήκωναν. Αφού δεν το σηκώνουν εκείνοι, θα το σηκώσω εγώ. Μεγάλοι άνθρωποι είναι. Εκείνοι θα μου κάνουν υπακοή; Θα σηκωθούν τα ποδάρια να κουμαντάρουν το κεφάλι; Άστους σε αυτό που ξέρουν. Εγώ θα κάνω υπακοή και άμα φύγουν πρώτοι, βλέπουμε. Ήθελαν να είναι με τους ζηλωτές. Αυτό ήξεραν, αυτό βρήκαν και αυτό κράτησαν.

Οπότε αναγκαστικά σταμάτησα να λειτουργώ και στο γέρο – Ιωσήφ. Όλα κι όλα. Ό,τι κάνουμε να έχει αρχοντιά και φιλότιμο. Δεν μπορούσα να λειτουργώ πότε μνημονεύοντας τον πατριάρχη και πότε όχι. Λειτουργούσα στο σπιτάκι μας και δεν μνημόνευα τον πατριάρχη. Εκεί όμως, την ώρα της Λειτουργίας έβλεπα ένα τόσο δα φωτάκι. Να σαν τη φλογίτσα, τρόπον τινά, του καντηλιού. Προσπάθησα να τους πως, να το καταλάβουν. Έτσι στερήθηκα το Φως για πολλά χρόνια, αλλά ανάπαυσα τα γεροντάκια μου. Και όταν παιδιά αναπαύεις άνθρωπο, σου οφείλει, να πούμε ο Θεός… Δεν σε αφήνει η Χάρις απαρηγόρητο. Σου δίνει από αλλού.

Μια φορά, διαβάζαμε το ψαλτήρι. Το κάθισμα του ψαλτηρίου. Και δίνει ένα σάλτο η ψυχή μου, το πνεύμα μου και πάει απέναντι στα βράχια. Να, αυτά εκεί απέναντι. Και άρχισα να παροτρύνω, τρόπον τινά, την κτίση σε δοξολογία του Δημιουργού: «Αινείτε αυτόν οι ουρανοί των ουρανών και το ύδωρ το υπεράνω των ουρανών. Αινείτε τον Κύριον εκ της γης, δαράκοντες και πάσοι άβυσσοι˙ πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεύμα καταιγίδος, τα ποιούντα τον λόγον αυτού˙ τα όρη και πάντες οι βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι˙ τα θηρία και πάντα τα κτήνη ερπετά και πετεινά πτρεωτά…». Δεν τα έλεγα αυτά με το λόγο. Όχι, ένιωθα να μιλώ στο καθένα από αυτά με έναν άλλο τρόπο που δεν μπορώ να εξηγήσω, και να τα παρακινώ στη δοξολογία. Τρόμαξα, παιδιά, να γυρίσω, να μαζευτώ, για να συνεχίσω το κάθισμα του ψαλτηρίου.

Και εμείς τρομάξαμε, συγκλονιστήκαμε, αφού είχαμε ενώπιόν μας την εικόνα του Αδάμ της δοξολογίας, που σαν μαέστρος έμπειρος κατεύθυνε τον ευχαριστιακό ύμνο της κτίσεως στην Αγάπη του Δημιουργού.

Ο Χριστός μοσχοβολάει.

Εδώ ήταν κι ο «αββάς» μας, ο γέρο – Προκόπιος. Θηβαίος κι αυτός από το Πυρί. Είχε πολλά χαρίσματα αυτή η ψυχή. Μάγειρας άριστος. Είχε τάξη. Προκομμένος άνθρωπος, με σειρά. Είχε και αίσθηση της χάριτος. Έκανα προσευχή και ερχόταν και μου έλεγε:

«Τί μυρίζει, βρε παιδί μου; Τί ευωδιάζει παπά μου;».

«Τί να σου πω κι εγώ; Ο βασιλικός θα είναι».

«Μα το παραθύρι είναι κλειστό», έλεγε με απορία και γυρνούσε στο εργόχειρο.

Ε, τί να σου πω; Η προσευχή ευωδίαζε. Και μόνο το όνομα του Χριστού μοσχοβολάει μέσα στο στόμα σου. Ήταν φορές που ο γέρο – Προκόπιος αγανακτούσε με τη σκληρότητα του γέροντα. Ήταν απαρηγόρητος. Μια φορά έφυγε, πήγε εδώ κοντά σε ένα σπιτάκι και έμεινε μόνος. Βάζει και ο παπά – Νικηφόρος κάτω τον εγωισμό του και μια και δυο πάει και τον βρίσκει. Πώς τον φώτισε ο Θεός; Πώς γλύκανε το λόγο του;

Να ξέρετε, η ταπείνωση, τρόπον τινά, όχι μόνο γλυκαίνει την ψυχή, αλλά και το λόγο μας. Ο ταπεινός λόγος, ο καλός λόγος, ο αγαθός λόγος έχει μεγάλη δύναμη, έχει άλλη χάρη. Και τις δυσκολότερες ψυχές ανοίγει. Και τις σκληρότερες καρδιές μαλακώνει. Και το άκαμπτο θέλημα το λυγίζει. Ο π. Προκόπιος δεν ήταν σκληρή ψυχή. Αγαθή ψυχή ήταν, αγαθότατη. Έτσι τον έπεισε εύκολα ο γέροντας να επιστρέψει. Άμα αφήσεις τον εγωισμό στην άκρη, όλα τα καταφέρνεις. Κουβαλάς να πούμε τον εγωισμό σου, κρατάς τις ιδιοτροπίες σου και τους θυμούς σου και τη γκρίνια σου. Αφήνεις τον εγωισμό σου, όλα αυτά τα αφήνεις στην άκρη.

Τάφος… Σημείον παρουσίας.

Άλλη μια φορά που τον π. Προκόπιο τον τυραννούσαν οι λογισμοί της φυγής, «Δεν αντέχω. Ως εδώ. Πάει τέλειωσε», μου λέει.

«Άκουσε, αββά μου καλέ, ο γέρο – Ιωσήφ μπορούσε να αναπαύσει τον λογισμό μου όση φουρτούνα κι αν είχε. Δεν πας στον τάφο του να βάλεις μετάνοια; Τώρα που είναι στο Χριστό έχει μεγαλύτερη δύναμη και ισχυρότερη χάρη».

Πήγε, λοιπόν, κι ο γέρο – Ιωσήφ του παρηγόρησε την ψυχή και απάλυνε τον λογισμό με ευωδία. Αφού η ευωδία είναι η γλώσσα των Αγίων. Ο λόγος που μας δίνουν από τον παράδεισο. Να σας πω και κάτι άλλο, βρε παιδιά. Ο τάφος του γέρο – Ιωσήφ είναι σημείο παρουσίας και επικοινωνίας με το γέροντα. Εκεί που λες ότι βρίσκεται πεθαμένος, είναι ολοζώντανος και ό,τι θες στο δίνει.

Ενθυμούμαι, παρότι και η μνήμη μου είναι πλέον ασθενής, κάποτε ο παπά – Χαράλαμπος δεν ήξερε τι να κάνει με ένα δόκιμο. Ρωτά το γέρο – Αρσένιο. Είδατε ταπείνωση; Ο ηγούμενος ρώτησε τον καλόγερο. Και τί του λέει ο π. Αρσένιος; «Το γέροντα να ρωτήσεις». Τόσα χρόνια φευγάτος ο γέροντας για το Χριστό, «τον γέροντα να ρωτήσεις», ο π. Αρσένιος. Μα για μας δεν έφυγε. Και εκεί και εδώ. Τότες ο π. Χαράλαμπος στέλνει το δόκιμο στον τάφο του γέροντος. «Πήγαινε παιδί μου να κόψεις δύο μούρα από τη μουριά». Πάει το παιδί, μόλις περνά από τον τάφο, πάρτον κάτω. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Το μήνυμα ελήφθη και το παιδάκι τράβηξε το δρόμο του.

Η οικονομία του Θεού.

Ένας άλλος πειρασμός του π. Προκοπίου, για να γυρίσουμε πάλι στο σπίτι μας, ήταν κι ο π. Λεόντιος. Φίλος παιδικός του παπά – Νικηφόρου από τη Θήβα. Ήρθε εδώ μεγάλος και άρρωστος. Ο γέροντας ανέθεσε τη φροντίδα του στον π. Προκόπιο. Εκεί να δεις αγανάκτηση και γκρίνια. Προσπαθούσα να τον αναπαύσω, να τον παρηγορήσω. Αν το έβλεπες κοσμικά, δίκιο είχε. Εάν το έβλεπες καλογερικά, χωρίς «ευλόγησον» και το δίκιο σου γίνεται άδικο.

Μέσα στο γέρο – Λεόντιο ήταν μπερδεμένη η κοσμική και η καλογερική ζωή. Μεγάλο μπέρδεμα. Θέλει χρόνο, υπομονή, προσευχή και διάκριση πολύ να τα ξεχωρίσεις. Και όταν τα ξεχωρίσεις, πάλι με μια επίσκεψη, μια αφορμή, μια κατάσταση, έναν λογισμό, πάλι μπερδεύονται. Ο γέρο – Λεόντιος, ούτε χρόνο είχε, ούτε υπομονή. Έτσι φορτωμένος με το βάρος των γηρατειών, της συνήθειας, της ασθένειας, γύρισε στη Θήβα. Έτσι ηρέμησε και ο π. Προκόπιος. Στα στερνά του, ο Θεός του έστειλε τον κυρ – Γιάννη, τον πατέρα του. Ήταν και αυτός στα 86 του χρόνια. Πού τους έβρισκες, που τους έχανες, όλο μαζί ήταν. Συζητούσαν, γελούσαν, έκλαιγαν, έλεγαν τα δικά τους και εγώ χαιρόμουν, γιατί ένιωθα πως ο Θεός έφερε τον ένα στον άλλον για παρηγοριά. Πώς να σας το πώ; Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ. Έτσι ο ένας στήριζε τον άλλον και μαζί σήκωναν το σταυρό των γηρατειών. Είδες πώς τα οικονομεί ο Θεός; Αφήνει κανέναν; Ποτέ και κανένα δεν αφήνει η αγάπη Του και το Έλεός Του.

Θα καταλάβεις αργότερα…

Ο γέροντάς μου, ο παπά – Νικηφόρος, εκοιμήθη το 1973. Ναι, 25 Σεπτεμβρίου του 1973. Όπως ήταν στο κρεβάτι του, λίγο πριν ξεψυχήσει, σήκωσε τα χεράκια του στον ουρανό και φώναξε: «Ο Θεός να σε ευλογήσει. Να σου χαρίσει τον Παράδεισο. Εσύ παιδί μου δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος». Γιατί με έβλεπε σαν άγγελο; Ήμουν; Όχι! Κύριε ελέησον! Όχι, όχι, δεν ήμουν. Αλλά του έκανα υπακοή. Κι όταν κάνεις υπακοή, τότε για τα μάτια, για την ψυχή του άλλου, είσαι άγγελος. Γιατί η υπακοή αγγελική αρετή είναι.

Ο αββάς μου ο καλός, η πληγωμένη μου ψυχούλα, ο ταλαιπωρημένος καλογεράκος, ο π. Προκόπιος ήταν και στην αρρώστια και στα γηρατειά διακριτικός και βολικός. Δεν πρόλαβα να τον διακονήσω και έφυγε, πέταξε για τον ουρανό το 1968. Την ευχή τους να έχουμε. Ο Θεός να τους αναπαύσει στο Έλεός Του και να τους έχει στα δεξιά Του. Πάντως, όταν έφυγαν τα γεροντάκια, κατάλαβα τον π. Γεδεών. Τότες είχε κοιμηθεί ο γέροντάς του και είχε μείνει μόνος. Ο π. Γεδεών άνθρωπος διακριτικός, να πούμε, καλλιεργημένος, λεπτή ψυχή, δεν ενοχλούσε ποτέ. Ένα απόγευμα βγαίνει έξω, εκεί που είναι το καλύβι τους, και αρχίζει να φωνάζει. Βγαίνω και εγώ να δω τι συμβαίνει.

«Ευλόγησον. Τί θέλεις; Είσαι καλά;» του φωνάζω.

«Συγχώρα με, παπά μου. Καλά είμαι. Όσο γι’ αυτό που θέλω θα το καταλάβεις και εσύ αργότερα».

Το κατάλαβα, όταν έμεινα και εγώ μόνος μου. Τί ήθελε η ψυχούλα; Να ακούσει μία ανθρώπινη φωνή. Βλέπεις, παιδί μου, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του, τρόπον τινά, κοινωνικός. Έτσι τον έφτιαξε ο Δημιουργός του. Εδώ στην έρημο, άμα δεν γεμίσεις με προσευχή τον χρόνο σου, μπορεί να τρελαθείς. Τί είναι η προσευχή; Κοινωνία είναι. Δεν είναι; Βάλε, λοιπόν, μέσα στη μοναξιά κοινωνία για να την αντιμετωπίσεις. Έμεινα και εγώ μόνος, όταν εκοιμήθησαν οι παππούδες. Όμως, ο Θεός δεν αφήνει. Είδε τον αμαρτωλό παπά – Εφραίμ και είπε: «ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον». Έτσι, πήρε τα γεροντάκια και μου έστειλε τα αγγελουδάκια μου, τα παιδάκια μου. Ήμουν εγώ άξιος να έχω τέτοια παιδάκια; Ήμουν άξιος…; Ε, τί άλλο να πούμε; Όλα τα εξομολογήθηκα».

«Γέροντα, να πούμε και για το γέροντα Ιωσήφ, το γέροντά σας», του είπε ο παπά – Εφραίμ.

«Τί να πούμε για το γίγαντα; Τον μέγα, το δάσκαλο της Χάριτος, τον παιδαγωγό εις Χριστόν. Ό,τι και να πούμε για το γέρο – Ιωσήφ είναι λίγο. Αύριο. Αύριο πρώτα ο Θεός. Να ξημερώσει πρώτα ο Θεός τη μέρα και μετά να πούμε για τον άνθρωπο του Θεού που μας έδειξε το δρόμο και άλλαξε η ζωή μας».

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.