Αποτελεί η 28η Οκτωβρίου 1940 τη δεύτερη μεγάλη εθνική μας επέτειο, αποδεκτή επέτειο από το σύνολο του ελληνισμού.
Καμμιά συμφορά από όσες ακολούθησαν μετά δεν μπόρεσε να μαράνει τις δόξες εκείνου του πολέμου των επτά (7) μηνών και τεσσάρων (4) ημερών. Και ζουν ανάμεσά μας αγωνιστές της εποποιίας του «40» που μας βοηθούν με τα λόγια και τα έργα τους να διακρίνουμε και να εγκολπωθούμε τα μηνύματα που προβάλλουν από τις σελίδες του «έπους».
Εθνική ευαισθησία, δηλαδή ζωντανή συνείδηση για κάθε εθνικό θέμα φανέρωσαν οι Έλληνες κάθε στιγμή και κάθε ώρα στη διάρκεια εκείνων των αγώνων. Από τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά που απάντησε στον Γκράτσι ΟΧΙ ή για την απόλυτη ιστορική ακρίβεια «ώστε λοιπόν πόλεμος» καθώς του επέδιδε το υποκριτικό και βάναυσο τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Από τον τότε βασιλέα Γεώργιο Β’ που υπέγραψε τάχιστα τα διατάγματα Γενικής και πολιτικής επιστρατεύσεως απευθύνοντας αμέσως το διάγγελμα του ΟΧΙ ως τον τσοπάνο της Πίνδου που πρόσφερε αυθόρμητα χωρίς αποζημίωση, το κοπάδι του στο στρατό, το κοπάδι – που ποιος ξέρεις πόσα χρόνια έκανε ν’ αποκτήσει λέγοντας: «Εγώ θα ζήσω και χωρίς πρόβατα, ενώ εσείς οι φαντάροι, με τί άλλο θα τραφείτε εδώ στην ερημιά!».
Εθνική ευαισθησία φανέρωσαν οι νέοι που έσπευδαν – όχι να γραφούν σε σχολές για να πάρουν αναβολή στρατεύσεως – αλλά έσπευδαν, στρατεύσιμοι και εθελοντές με τραγούδια και ενθουσιασμό (μάρτυρες αδιάψευστοι οι φωτογραφίες στους δρόμους και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς με το χαμόγελο) να προωθηθούν στο μέτωπο.
Εθνική ευαισθησία εκίνησε και τους διανοουμένους της εποχής, παλαιότερους και νεώτερους σε μια πνευματική επιστράτευση, και απηύθυναν έκκληση και διακήρυξη προς τους ανθρώπους των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών ολοκλήρου του κόσμου: «Η μάχη της Ελλάδος είναι μια μάχη παγκόσμια… Για να κερδίσουμε αυτή τη μεγάλη μάχη, θα κάνουμε όλες τις θυσίες… Δεν θα συλλογισθούμε ούτε τη ζωή μας, ούτε τη ζωή των δικών μας, ούτε τις πόλεις μας που βομβαρδίζονται, ούτε τον πλούτο του τόπου μας, που καταστρέφεται. Το έμβλημά μας είναι το ίδιο των πατέρων μας του 1821: «Ελευθερία ή θάνατος». Από τους πρώτους που υπέγραψαν τα παραπάνω ο Κ. Παλαμάς, ο Σπ. Μελάς, ο Άγγ. Σικελιανός, ο Στρ. Μυριβήλης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γ. Ξενόπουλος, ο Ηλ. Βενέζης, ο Κ. Ουράνης, ο Γ. Σεφέρης, ο Άγγ. Τερζάκης, ο Αιμ. Χουρμούζιος κ.ά. και οι νεώτεροι από αυτούς έφθασαν και στο μέτωπο.
Εθνική συγκίνηση ζωηρά αισθάνονταν και μετέδιδαν στην Ελλάδα ολόκληρη και οι άνθρωποι που υπηρετούσαν την τέχνη σ’ όλες τις μορφές της.
Οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ηθοποιοί του «40» δεν ειρωνεύονταν, ούτε μείωναν και δεν ύβριζαν την Ελλάδα μας, όπως ατυχώς και ασεβώς συμβαίνει στα χρόνια μας. Τα θέατρα πολεμούσαν με πατριωτικά νούμερα και αναδείχθηκαν εθνικός άμβωνας διαθέτοντας «τα πάντα για την τιμή, τα πάντα για την εθνική αξιοπρέπεια». Από τις σκηνές των θεάτρων, όπως του «Μοντιάλ» στην Αθήνα πρωτοαναγγέλθηκε η κατάληψη της Κορυτσάς, του Αργυρόκαστρου και των Αγίων Σαράντα από τον Ελληνικό στρατό. Έξω από το θέατρο «Κοτοπούλη» ο ηθοποιός Καρέζος έπαθε συγκοπή από τις κραυγές χαράς που έβαλε όταν ο στρατός μας μπήκε στην Κορυτσά.
Και το τραγούδι της εποχής ήταν στην υπηρεσία των εθνικών αγώνων. Όχι ξεπεσμένο, παθητικό, βαρύ και ράθυμο, ούτε φανατισμένο, αλλά τραγούδι απλό με στίχους αγάπης για την Ελλάδα και τόνο ενθουσιαστικό βρέθηκε στα χείλη όλου του κόσμου, γοήτευε, συγκινούσε, συνόδευε τους φαντάρους στις πορείες και στο μέτωπο. Δεν είναι υπερβολή να λέγεται ότι ξεκίνησε τραγουδώντας ο Ελληνικός στρατός. Η «τραγουδίστρια της Νίκης» με τα τραγούδια «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» και το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» τόνωσε κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το εθνικό φιλότιμο και το τονώνει ακόμα και σήμερα.
Πίστη, μεγάλη πίστη, βαθειά και θερμή πίστη στο Θεό είναι το πιο μεγάλο μήνυμα από το έπος τους «40». Πίστη έχουν όλοι οι Έλληνες. Πρώτα οι ηγέτες της εποχής εκείνης, που υπογράφουν τα διατάγματα με την επίκληση «Ο Θεός βοηθός». Και στα ημερολόγιά τους και στους λόγους τους τονίζουν συχνά: «Ο Θεός μας βοηθεί. Γεννηθήτω το θέλημά του». Ή σε άλλες σελίδες: «Χιόνια, κακοκαιρία, μέτωπο. Δεν φθάνουν ούτε τροφές. Τί θα γίνουμε Θεέ μου! Ούτε μάλλινα φθάνουν, ούτε ταχυδρομεία. Κλειστοί οι δρόμοι. Αλλά θα τα υπερβούμε όλα. Με τη βοήθεια του Θεού και της Παναγίας!».
Η Εκκλησία έθεσε εξάλλου τα πάντα στην υπηρεσία των εθνικών αγώνων. Από την πρώτη στιγμή με τη διακήρυξη του τότε αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και της ιεράς Συνόδου, κάλεσε όλους τους Έλληνες «εις τον άγιον υπέρ πίστεως και πατρίδος αμυντικόν αγώνα. Η Εκκλησία ευλογεί όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της πατρίδος, ευπειθή εις το κέλευσμα αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν εν μία ψυχή και καρδία να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της ελευθερίας και της τιμής!».
Σε λαϊκές εικόνες που κυκλοφόρησαν παρουσιαζόταν η Παναγία με ανοιχτά τα χέρια να ευλογεί τα όπλα. Στα ταχυδρομικά δελτάρια αναγραφόταν η φράση: «Με τη Μεγαλόχαρη πάντα εμπρός». Οι μάνες ξεπροβοδούσαν με την ευχή «άντε στο καλό κι η Παναγιά μαζί σου» ή έγραφαν στα γράμματά τους: «Η Παναγία νικητή στο σπίτι θα σε φέρει – γιατί είναι μάνα και πονεί και τον καϋμό μου ξέρει».
Αλλά και στο μέτωπο οι φαντάροι ξέχασαν τις αδυναμίες τους, πίστευαν και το έλεγαν πως τους προφυλάγει η Μεγαλόχαρη και τους πιστούς και αγνούς δεν τους βρίσκει βόλι. Σ’ ολόκληρη τη γραμμή του μετώπου, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου, ίσαμε ψηλά στις παγωμένες λίμνες Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχιζε να έχει παντού το ίδιο όραμα: «έβλεπε τις νύχτες μια γυναικεία μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη. Την αναγνώριζε ότι ήταν η Μάνα, η λαβωμένη της Τήνου, η Υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία.
Ο αετός της Πίνδου, ο Κωνσταντίνος Δαβάκης, μετά τον τραυματισμό του συνέχιζε να μάχεται και όταν αποκαμωμένος και εξαντλημένος βρέθηκε στο αιματοβαμμένο φορείο του, παρακαλούσε με μισοσβησμένη φωνή τον ακόλουθό του λοχία Ιατρού να τον βοηθεί να κάνει το σταυρό του.
Στο δικόρυφο Ιβάν της Μόροβας αντικρύζοντας την πόλη της Κορυτσάς, ολόκληρο σύνταγμα έψαλε αυθόρμητα «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια» με κατάνυξη στην ερημιά και ο δυνατός αντίλαλος απλωνόταν σ’ όλες τις χαράδρες. Δεν ήταν τυχαία τα γεγονότα ότι στις 8 Νοεμβρίου 1940, ημέρα της συνάξεως Δυνάμεων περιερχόταν η πρωτοβουλία των πολεμικών επιχειρήσεων στους Έλληνες και το ότι στις 21 Νοεμβρίου 1940, ημέρα της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, οι Έλληνες κατελάμβαναν κι απελευθέρωναν την Κορυτσά. Και το γεγονός ότι στις 6 Δεκεμβρίου, δηλαδή σαράντα (40) ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου κατελάμβαναν κι απελευθέρωναν οι Έλληνες την πόλη «Άγιοι Σαράντα» εξηγήθηκε ως τιμωρία του Μουσολίνι γιατί είχε αλλάξει την ονομασία της πόλεως, ονομάζοντάς την, Porto Edda προς τιμήν της κόρης του.
Όλα αυτά και πολλά άλλα ήταν «Μεγάλα της χριστιανικής πίστεως κατορθώματα». Ουδείς Έλλην ήταν αδρανών ή θεώμενος αλλά ο καθείς ενεργών με τη Χάρη της Αόπλου Παναγίας, της Θεοτόκου, της Στρατηγού των Ελλήνων, της Νικοποιού. Για όλα αυτά μετατέθηκε και η εορτή της αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου από την 1η Οκτωβρίου στις 28 Οκτωβρίου, καθ’ όσον το «40» αποτελεί μεγαλουργία της Παναγίας, που περιεσκέπασε τις Ελληνικές στρατιές, τις περιέσωσε από τις εχθρικές προσβολές και τις οδήγησε προς τη νίκη.
Αγάπη για την ελευθερία και πνεύμα θυσίας είναι συγκλονιστικά μηνύματα του έπους του «40». Είναι μεράκι του Ελληνικού λαού να ζει ελεύθερα και γι’ αυτό η Ελλάδα βρέθηκε στο χαράκωμα της ελευθερίας.
Χιόνια, παντού χιόνια, πολλά χιόνια ήταν το μόνιμο σκηνικό του αγώνα του «40». Ατέλειωτες ώρες μαρτυρίου καθώς η ζωή είχε γίνει φαρμάκι πάνω στα βουνά, ανάμεσα ουρανού και γης. Και στάθηκε ο Έλληνας φαντάρος με το όπλο «επί σκοπόν» ακοίμητος νύχτα – ημέρα, εβδομάδες και μήνες, χωρίς να παραιτηθεί από την επιθετική προσπάθεια, χωρίς να λυγίσει το επιθετικό του πνεύμα και για να μη δοθεί στον εχθρό καιρός για ανασύνταξη. Οι Ηπειρώτισσες ανέβαιναν στις κορυφές των 2.500 μέτρων κουβαλώντας πολεμοφόδια και βαδίζοντας φορτωμένες 18 ώρες στο 24ωρο και κατέβαιναν μεταφέροντας τραυματίες. Οι φάλαγγες των μεταγωγικών γκρεμοτσακίζονταν στις βαθειές χαράδρες και στις στροφές του ιλλίγγου, αλλά οι υπερασπιστές κρατήθηκαν και μετέτρεψαν τη μάχη της Πίνδου στη μεγαλύτερη στρατηγική παγίδα της Νεοελληνικής Ιστορίας.
Τα κρυοπαγήματα νέκρωναν τα άκρα, τα οποία δεν αρκούσαν οι συνηθισμένες κουβέρτες να προστατεύσουν από το αβάσταχτο κρύο των τριάντα (30) βαθμών υπό το μηδέν. Το χιόνι τους έθαβε στον ύπνο και φρουροί αποναρκώθηκαν στην παγωνιά. Σιώπαιναν και δεν μιλούσαν, γιατί μόλις άνοιγαν το στόμα να μιλήσουν, πάγωναν τα δόντια τους. Οι στρατιώτες των προφυλακών έμοιαζαν με κάτασπρα αγάλματα καθώς μια κρούστα πάγου εσκέπαζε όλο το πρόσωπό τους.
Σε μερικά τάγματα από τους οχτακόσιους είχαν απομείνει οι διακόσιοι. Ήταν λόχοι με δύναμη καμιά εικοσαριά μόνον άνδρες. Έρχονταν στιγμές που οι διοικητές ένιωθαν το θάρρος τους να λυγίζει. Και όμως αυτοί εκράτησαν με τα δόντια την ασυνθηκολόγητη θέληση, άνοιξαν τη θύρα της ελπίδας σε όλους τους λαούς της γης.
Η θυσία στον ελεύθερο ελληνικό κόσμο, αποτελεί μια αποχτημένη πείρα. Από το 1821 μέχρι σήμερα χάθηκαν στους αγώνες του έθνους για την ελευθερία πάνω από (3.000.000) τρία εκατομμύρια Ελλήνων, αριθμός απίστευτα μεγάλος για ένα μικρό λαό. Καμία άλλη χώρα δεν πρόσφερε συγκριτικά τόσες θυσίες στον αγώνα για την ελευθερία.
Ανώτερο ήθος και αισιοδοξία τα άλλα μηνύματα που έρχονται από το Έπος του «40». Καθώς η άγονη λύσσα του εχθρού ξέσπαγε σε βομβαρδισμούς των αμάχων και βομβαρδίστηκαν με πάθος από τον εχθρό – λέγεται και με προσωπική συμμετοχή του Τσιάνο και των δύο γυιών του Μουσολίνι – η Κέρκυρα, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη, η Φλώρινα, η Λάρισα και ο Βόλος, ο Ελληνικός λαός αντιδρούσε με περιφρόνηση: «Προσέξετε, οι μακαρονάδες μας χτυπούν».
Όταν οι Ιταλοί αιχμάλωτοι έφθασαν στην Αθήνα, ο λαός παρακολουθούσε τη διέλευσή τους με αξιοπρέπεια και οίκτο, αναφωνώντας: «Ζήτω η Ελλάς». Βλέποντας στους Αθηναϊκούς δρόμους ανώτερους και ανώτατους Ιταλούς αξιωματικούς να σιγοκουβεντιάζουν και να διαπραγματεύονται την πώληση φορτηγών αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών, αλόγων, οργάνων μουσικής, φαρμάκων και χειρουργικών εργαλείων. Βλέποντας το θέαμα του οριστικού ξεπουλήματος και του οριστικού ρεζιλέματος του αυτοκρατορικού στρατού του Μουσολίνι ένοιωθε λύπη γι’ αυτά τα ναυάγια και κρατούσε το γέλιο για τους αλαζόνες αρχηγούς τους.
Το γέλιο ήταν το μυστικό όπλο των Ελλήνων στον πόλεμο του «40». Χαρακτηριστικό αστείο και η θεωρία του ορεσίβιου λοχία καθώς εξηγούσε τη χρήση της χειροβομβίδας, αξίζει να το ενθυμούμαστε: – Ετούτο να το μαραφέτι λέγεται χειροβομβίς. Για προσέξτε τώρα πως το πιάνουμε. Το κρατάμε στο χέρι, και μπουσουλώντας – μπουσουλώντας κοντοζυγώνουμε τον εχθρό. Όταν τον κοντοζυγώσουμε τραβάμε τούτο δα το χαλκαδάκι που το λέμε «Περόνη» και την ξαμολάμε σα πέρα. Αυτό προκειμένου περί οιωνδήποτε εχθρών. Προκειμένου όμως περί κοκορόφτερων Ιταλών και τα τοιαύτα, αφήνουμε την χειροβομβίδα κάτω, τρέχουμε, τους πιάνουμε και τους πλακώνουμε στα χαστούκια! Έτσι άναβε ο ενθουσιασμός των μαχητών.
Μνήμη της Ελληνικής Βορείου Ηπείρου μας υπαγορεύει το έπος του «40». Η πολιτική του φασισμού από το 1922 είχε ματαιώσει την απόκτηση – προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου για την Ελλάδα. Όμως το «40» μετά την άμυνα ο Ελληνικός στρατός πέρασε στην επίθεση, απελευθερώνοντας την Κορυτσά στις 21 Νοεμβρίου, το Πόγραδετς στις 30 Νοεμβρίου, την Πρεμετή στις 5 Δεκεμβρίου, τους Αγίους Σαράντα στις 6 Δεκεμβρίου, το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου, την Κλεισούρα στις 17 Δεκεμβρίου και τη Χειμμάρα στις 23 Δεκεμβρίου. Έτσι ανανεώθηκε η σφραγίδα της ελευθερίας στα ελληνικά εδάφη της Βορείου Ηπείρου.
Έχουμε λοιπόν στη Βόρεια Ήπειρο απαράγραπτα δικαιώματα γεωγραφικά, ιστορικά, εθνολογικά και πολιτιστικά. Όλες οι πόλεις και οι περιοχές της Βορείου Ηπείρου κέντρα του Ελληνισμού για χιλιετίες. Και σήμερα ζουν στις περιοχές αυτές τετρακόσιες χιλιάδες Έλληνες που σύμφωνα με τις καταγγελίες φυγάδων δεν έχουν την ελευθερία να πιστεύουν εκτελώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, ούτε να μιλούν Ελληνικά είναι ελεύθεροι ούτε να έχουν Χριστιανικά ονόματα.
Η ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 9 Οκτωβρίου 1981 ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας για τις απάνθρωπες πιέσεις που υφίστανται οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Είναι ανοιχτό το θέμα των Ελλήνων χριστιανών της Βορείου Ηπείρου και είναι επιταγή του έπους του «40» να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτούς, να συντονίζουμε τις προσπάθειες προς κάθε κατεύθυνση και να κάνουμε σεβαστά τα δικαιώματά μας τουλάχιστον αυτά που το Καταστατικό του οργανισμού Ηνωμένων εθνών ορίζει, στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και δικαιοσύνη.
Ζούμε βέβαια σε εποχή που τείνει να επικρατήσει πνεύμα αλληλοκατανοήσεως στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Αν εορτάζουμε το έπος του «40» και το τιμούμε δεν είναι για να αντλήσουμε πάθη και μίση, ούτε και για τους λαούς που πολεμήσαμε τότε, διότι δεν πολεμήσαμε τους λαούς αυτούς καθ’ εαυτούς, αλλά τα βάρβαρα πολιτικο – κοινωνικά συστήματά τους.
Όταν όμως βλέπουμε τη μισή Ελληνική Κύπρο υπό τον κατακτητή και 200.000 Κυπρίους πρόσφυγες, όταν ακούομε απειλές για τα νησιά και για τη Θράκη, όταν μας αμφισβητούν το Αιγαίο και όταν οι Έλληνες χριστιανοί της Βορείου Ηπείρου υφίστανται τα πάνδεινα, τότε παρουσιάζεται ανάγκη κάτι να κάνουμε σήμερα και εμείς.
Να υπενθυμίζουμε σ’ όλους τους λαούς της γης όσα προσφέραμε με τον αγώνα μας του «40», ότι εκτυπήσαμε βαρύτατα τους ανθρώπους και τα συστήματα της ωμής βίας και χαρίσαμε την ελπίδα στην ανθρωπότητα. Να υπενθυμίζουμε ότι, όταν οι κυβερνήσεις κατακτηθεισών χωρών χωρίς καμμιά αντίσταση, ή μετά από υποτυπώδη αγώνα, όπως η Νορβηγίας, Πολωνίας, Ολλανδίας, Βελγίου, Αυστρίας, Τσεχοσλοβακίας, Λουξεμβούργου, Γαλλίας κ.ά. συγκεντρώνονταν ως «σωματεία» εξορίστων στο Λονδίνο, στην Ελλάδα πολεμούσαν και πέθαιναν για την ελευθερία την τιμή και τη δόξα.
Πολλά μηνύματα φθάνουν ως εμάς από το έπος του «40». Στα χρόνια μας, φορτωμένα άγχος και αμφισβήτηση το «40» προβάλλει σαν θαυμάσιο θερμοκήπιο πίστεως, πατριωτισμού, αρετής και ανδρείας. Εκείνη η εποχή έχει βάρος αιώνων. Το έθνος μας κινητοποίησε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς του με μια μοναδική ενότητα διαθέσεων και ενεργειών και μεγαλούργησε.
Οπωσδήποτε η εθνική ενότητα προβάλλει ως το εντονότερο μήνυμα του έπους του «40». Όλοι σήμερα κάνουμε λόγο για εθνική ενότητα σαν περισσότερο αναγκαία στους καιρούς της ειρήνης και για να μην ξανάρθουν καιροί πολέμου.
Ωστόσο η εθνική ενότητα – έτσι το απόδειξε πανηγυρικά το έπος του «40» – προϋποθέτει εθνική ευαισθησία, πίστη χριστιανική, αγάπη για την ελευθερία και πνεύμα θυσίας.
Από το βιβλίο: Ιστορικές γραμμές, του Φιλολόγου – Ιστορικού, Εκπαιδευτικού Μ.Ε., Ιωάννου Ν. Παπαϊωάννου.
Τόμος Γ’. Λάρισα 1985.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
