26 Ιανουαρίου, μνήμη και του Οσίου πατρός ημών Γερμανού του εν Σαγματά: Βίος – Π. Σπυρίδονος Βασιλάκου και Αθανασίου Καραπέτσα.

Στο μονοπάτι της αφάνειας.

Ήξερε να αφυπνίζει τα ίχνη της πνευματικής του πορείας. Το μονοπάτι της αφάνειας, που μόνο το βλέμμα του Θεού επισκέπτεται, ακολούθησε πιστά. Βάδισε σ’ αυτόν τον δρόμο με οδηγό την προσευχή, την άσκηση, την υπακοή, την ταπείνωση. Σε αυτόν τον δρόμο τα βήματα της προσευχής, της άσκησης, της σιωπής, της υπακοής, της ταπείνωσης. Κάθε του βήμα… μια μυστική λατρεία αφιερωμένη στον Χριστό. Οι πατέρες του Σαγματά τον αγαπούσαν το γέροντά τους, τον π. Γερμανό. Η κάθε ημέρα του γι’ αυτούς ήταν σελίδα από το συναξάρι των παλαιών και μεγάλων ασκητών της ερήμου. Πολλοί ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να μάθουν περισσότερα στοιχεία της αγιασμένης του ζωής. Ήταν όμως δύσκολο να βρουν το μονοπάτι της αφάνειας και να μπουν στο πυκνό δάσος της σιωπής που συνήθως κρυβόταν.
-Γέροντα, ποιά είναι η πατρίδα σας; Πού γεννηθήκατε;
-Πατρίδα μου ο Χριστός. Μακριά του είμαι εξόριστος. Σε Αυτόν προσπαθώ να γυρίσω… Με έφερε από το πουθενά στην ύπαρξη η αγάπη του. Αυτή με γέννησε.
Δυο κουβέντες, δυο λεξούλες… και πάλι επέστρεφε τρέχοντας στην αγαπημένη του σιωπή. Μπορεί να μην μιλούσε πολύ. Όμως, ένα βλέμμα του ήταν αρκετό να στηρίξει και δυο λέξεις να χορτάσουν την ψυχή τους.
Τα χρόνια ήταν δύσκολα, σκληρά χρόνια. Αγνάντευε ο γέροντας Γερμανός από την κορυφή του βουνού τη Θήβα και τα χωριά. Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής το μαύρο πέπλο της σκλαβιάς. Η πλούσια γη είχε περάσει στα χέρια του Τούρκου κατακτητή. Όσα μπόρεσαν να κρατήσουν, ένα κομμάτι γης, φορολογήθηκαν τόσο άγρια που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ξενιτευτούν. Εκείνοι που σήκωναν κεφάλι στην τυραννική εξουσία συχνά το έχαναν. Με το χαράτσι εξαγόραζαν και προσωρινά εξασφάλιζαν τη ζωή των μελών της οικογένειας που ήταν πάνω από δέκα ετών. Το χειρότερο ήταν όταν έπρεπε, για να μην αφανιστεί το σπιτικό τους, να δώσουν ένα από τα παιδιά τους για το σώμα των γενιτσάρων. Θρήνος ζυμωμένος με οργή, αγανάκτηση, εκδίκηση και ικεσία.
Στεκόταν ο Γέροντας και αφουγκραζόμενος τον πόνο των ψυχών θαρρούσε πως έφταναν της Αντιγόνης τα αναφιλητά και γίνονταν ένα με το κλάμα των μανάδων. Έτσι γονάτιζε. Άφηνε τον πόνο των σκλάβων στον σταυρό του Χριστού, στη στοργική αγκαλιά της Θεοτόκου και ζητούσε – τί άλλο; Ανάσταση. Και η ικεσία του Γερμανού γινόταν σπαθί και τρυπούσε το μαύρο πέπλο και περνούσαν μερικές ηλιαχτίδες του ελέους, που ζέσταιναν και φώτιζαν τις αποκαμωμένες ψυχές. Αλήθεια, ποιός ξέρεις πόσα παιδιά θα έκρυψε, πόσες μάνες θα παρηγορούσε, πόσους πατεράδες θα στήριξε; Το βέβαιο είναι ότι όποιος και να τον πλησίασε έφυγε με το ταγάρι της ψυχής γεμάτο ελπίδα. Μπορεί ο γερο – Γερμανός να ήταν μακριά από τον κόσμο αλλά μέσα στους πόνους, στις δυσκολίες και στα προβλήματά του.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ανηφόρησε για το μοναστήρι. Περνώντας το Ύπατο, την ομηρική Γλίσαντα, έμαθε πως εκεί χτυπήθηκαν οι Αργείτες με τους Θηβαίους. Και αυτός… για μάχη ανέβαινε το κακοτράχαλο βουνό! Ήθελε να παλέψει με τον Γολιάθ, τη σάρκα, και να την νεκρώσει με το «ελέησόν με». Σφοδρή μάχη. Πήρε από το οπλοστάσιο της εκκλησίας τα όπλα του πνεύματος. Σύμμαχος του ο Χριστός! Εχθρός σκληρός ο διάβολος.
Ο Παυσανίας στις «Περιηγήσεις» του διασώζει ένα μύθο. Στο Ύπατο ζούσε ένας δράκοντας. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Αυτόν τον δράκο, τον σκότωσε ο μάντης Τειρεσίας. Αυτόν τον όφη, ο Γερμανός θα τον συναντούσε στην κορυφή του βουνού. Με τον διάβολο θα πάλευε σκληρά και θα τον νέκρωνε μέσα στο πεδίο της δικής του ζωής.
-Μην φοβάστε τον διάβολο, έλεγε στους πατέρες. Πονηρός είναι, όχι δυνατός. Του αφαίρεσε τη δύναμη ο Χριστός μας. Μόνο να μας τρομάξει μπορεί. Να μας συγχύσει. Να ακουμπάει η καρδιά μας στον Χριστό. Όταν νιώθετε ότι σας πλησιάζει ο πονηρός, με όλη τη δύναμη της ψυχής σας να φωνάζετε! «Χριστέ μου, τρέξε». Και μόλις αυτός ο μισόκαλος ακούει το όνομα του Κυρίου, θα φεύγει σαν το σκυλί που σε κυνηγά και σε βλέπει να σκύβεις να πάρεις πέτρα.
-Γέροντα, ποιά είναι η πέτρα που φοβάται ο διάβολος;
-Η πέτρα είναι η προσευχή. Για να πιάσεις την πέτρα, πρέπει να σκύψεις. Αυτή η κίνηση θα είναι η μετάνοια, η ταπείνωση. Είναι η κίνηση πριν την προσευχή. Να ταπεινώνεσαι, να μετανοείς και να βάζεις στην προσευχή σου το όνομα του Χριστού. Έτσι, θα φεύγει ο διάβολος… με την ουρά στα σκέλια.
Κι άλλα πολλά οι πατέρες άκουγαν και έβλεπαν. Είχαν το προνόμιο να ακούν τη θεωρία αλλά να βλέπουν και την πράξη στη ζωή του Γερμανού. Έτσι μάθαιναν πως μπορούν να πατούν στη γη και να χαίρονται τον ουρανό. Να ζουν μέσα στο χρόνο και να γεύονται την αιωνιότητα.
Η μεγάλη δυσκολία που συνάντησε στη μοναχική του πορεία ο π. Γερμανός, ήταν η εκλογή του στη θέση του ηγουμένου της μονής. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πώς ήταν δυνατόν! «Ο τελευταίος… πρώτος;» σκεφτόταν. Η βαθιά του ταπείνωση δεν τον άφηνε να δεχθεί την υψηλή θέση.
Βλέπεις ανθρώπους να κυνηγούν σε όλη τους τη ζωή θέσεις, τιμές, δόξες, αξιώματα. Να λαχανιάζει η ψυχή στο τρέξιμο. Να νιώθουν πως η ευτυχία και η επιτυχία κρύβονται σ’ αυτά. Τρέχουν, τρέχουν, και δυστυχισμένοι πεθαίνουν. Και άλλους να τους καταδιώκουν τα αξιώματα, να τους ποθεί η δόξα, να τους ζητούν οι θέσεις και αυτοί, οι πραγματικά ευτυχισμένοι και μακάριοι, να κρύβονται. Ήταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Η αγάπη των πατέρων, που τον επέλεξε για γέροντά τους, αγωνιούσε. Ικέτευε η αγάπη τους τον Χριστό και παρακαλούσε τον Γερμανό. Τέσσερεις λεξούλες τον έκαναν να μαρμαρώσει σαν άγαλμα ήρωα αρχαίας τραγωδίας.
-Το θέλημα του Θεού.
Τίποτα άλλο δεν τον έπειθε. Το θέλημα του Θεού ήταν ο δρόμος, ο πόθος, η πορεία του. Εάν έφευγε, μήπως θα βρισκόταν στον παράδρομο του δικού του θελήματος.
-Κύριε ελέησον. Μη γένοιτο.
Έτσι έμεινε. Έγινε και η ενθρόνισή του. Οι πατέρες έκρυβαν τη χαρά τους. Πρόσεχαν τις εκδηλώσεις τους, μη τυχόν και πληγώσουν την ταπεινή του καρδιά. Και εκείνος σκυφτός περπάτησε προς τον ηγουμενικό θρόνο νιώθοντας την πορεία αυτή θυσιαστική ανάβαση στο Γολγοθά και όχι θριαμβευτική είσοδο στα Ιεροσόλυμα.
Το μεγάλο στήριγμα του γέροντα Γερμανού ήταν ο αββάς Κλήμης. Ο μεγάλος Όσιος του Σαγματίου όρους, που και οι τεράστιοι γρανιτένιοι βράχοι του βουνού υποκλίνονταν στο πέρασμά του. Σχεδόν τέσσερεις αιώνες τώρα ο Κλήμης ήταν στη γη της χαράς και της ειρήνης, στη Βασιλεία του Χριστού. Δεν εγκατέλειπε όμως το βουνό του, τους βράχους του, που αν τους αγγίξεις θα σου μαρτυρήσουν τους αγώνες του. Δεν εγκατέλειπε τους πατέρες μάρτυρες της παρουσίας του, το μοναστήρι, το ποτισμένο με την ευωδία του. Αυτός ήταν και η παρηγοριά του Γερμανού. Πήγαινε στον τάφο του αγίου και νύχτες ολόκληρες του σιγομουρμούριζε λογάκια γλυκιάς ικεσίας. Πόσες φορές δεν τον άκουσαν να του λέει:
-Δείξε μου, άγιε του Θεού, τι να κάνω. Στήριξε τους πατέρες, βοήθα τους χριστιανούς. Μίλα στο Χριστό! Πες του να ελεήσει κι εμένα τον άχρηστο.
Αυτά και άλλα πολλά του έλεγε. Κι ο όσιος Κλήμης μυστικά και γλυκά του μιλούσε στα βάθη της καρδιάς του.
Ο λόγος του π. Γερμανού ήταν σαν να ξεφυλλίζεις τη Σοφία Σειράχ. Η εμπειρία του, Πανεπιστήμιο του πνεύματος η ζωή του δρόμος. Πολλοί πατέρες τον πλησίασαν, όπως οι μέλισσες το ανθάκι. Κι πήραν πολλά. Μερικοί απ΄ αυτούς. Ακολουθώντας το πνευματικό μονοπάτι του γέροντα, ανέβηκαν στο ύψος της αγιότητας. Ένας άριστος υποτακτικός του γέροντα Γερμανού ήταν ο Όσιος Σεραφείμ ο Δομποΐτης. Περιπλανήθηκε και ταλαιπωρήθηκε αρκετά, μέχρι να μάθει πως πάνω στο Σαγματά υπάρχει πηγή πνευματική, στήριγμα δυνατό και ο ίσκιος της Χάριτος. Ο Γερμανός διέκρινε από την πρώτη στιγμή ότι το σκαρί αυτό θα πλεύσει σταθερά μέσα στη θάλασσα της ζωής με προορισμό τον Χριστό. Με τα χέρια του τον έκειρε μοναχό, δίνοντάς του έτσι τη σκυτάλη της άσκησης. Με την προτροπή και την ευλογία του έγινε και ιερέας ο π. Σεραφείμ. Έβλεπε ο γέροντας. Έβλεπε πολλά. Αφού η Χάρις του Θεού του είχε ανοίξει το παραθυράκι που βλέπει στο μέλλον. Έβλεπε αλλά σιωπούσε. Σιωπούσε και αναπαυόταν στην πορεία του π. Σεραφείμ και άλλων πατέρων και δοξολογούσε το όνομα του Θεού.
Τα χρόνια περνούν γρήγορα. Το πέρασμά τους αφήνει τα δακτυλικά αποτυπώματα της φθοράς στα σώματα των ανθρώπων. Ο γέρο – Γερμανός έβλεπε τα σημάδια και προετοιμαζόταν για τη μεγάλη έξοδο. Τελευταία είχε εγκαταλείψει την αγαπημένη του σιωπή. Ζητούσε να βλέπει περισσότερο τους πατέρες. Να τους μιλά, να τους αποκαλύπτει, να τους προετοιμάζει.
-Δυο φτερά, πατέρες μου, μας χρειάζονταν. Η αγάπη και η ταπείνωση. Αυτά σου δίνουν ύψος. Έτσι το φίδι το κακό δεν μπορεί να σε φτάσει και να σε δηλητηριάσει.
-Τί σε οδηγεί στην αγάπη, γέροντα;
-Η ταπείνωση, παιδιά.
-Και στην ταπείνωση;
Η αγάπη! Να ξέρετε ότι, όταν αγαπάς, ταπεινώνεσαι κι, όταν ταπεινώνεσαι… τότε αγαπάς αληθινά!
-Και τότε τί γίνεται;
-Σταυρώνεσαι!
-Δηλαδή… Στο ύψος του σταυρού σε οδηγούν η αγάπη και η ταπείνωση;
-Είναι το μόνο ύψος που δεν φτάνει το κακό! Όταν είσαι εκεί, δε σε διεκδικεί το κακό, γιατί ανήκεις στην Ανάσταση.
Την Κυριακή κατέβηκε με δυσκολία στην εκκλησία. Τον κρατούσαν δυο από τους νέους πατέρες. Εκείνος κάποτε είχε στηρίξει την αδυναμία της νεότητάς τους. Τώρα κι αυτοί με τη σειρά τους κρατούσαν τον σταυρό των γηρατειών του. Στο ιερό στάθηκε όρθιος σε όλη τη Θεία Λειτουργία. Κοινώνησε βρέχοντας το μάκτρο με τα δάκρυά του. Προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο, όλες τις εικόνες. Στάθηκε σε κάθε γωνιά της εκκλησίας. Χάιδευε τους τοίχους της. Όλες οι κινήσεις του έδιναν την αίσθηση του αποχωρισμού. Οι πατέρες παρακολουθούσαν τη σκηνή σιωπηλά. Λες και δεν είχε τελειώσει η Θεία Λειτουργία.
Βγήκε από το ναό, που φιλοξένησε τόσα χρόνια τη λατρεία του, την ικεσία του, τον αναστεναγμό του για τελευταία φορά. Το απόγευμα της Κυριακής ζήτησε να τον πάνε στον τάφο του οσίου Κλήμη. Γονάτισε με δυσκολία. Όταν σηκώθηκε από το νωπό από τα δάκρυα έδαφος, τον άκουσαν να ψιθυρίζει:
-Έρχομαι γέροντα! Περίμενέ με! Πες κάτι στον Χριστό για μένα τον άθλιο.
Έφευγε και κοίταζε πίσω τον τάφο, που τόσα χρόνια του έδινε ζωή. Τη Δευτέρα έμεινε στο κελί του. Δεν δέχτηκε φαγητό. Δεν μιλούσε. Μόνο προσευχόταν. Την Τρίτη το μεσημέρι τους κάλεσε όλους.
-Πατέρες μου, φεύγω! Σας ζητώ συγνώμη. Βάζει μετάνοια η ψυχή μου στον καθένα από σας, αφού το σώμα δεν έχει τώρα τη δύναμη. Δεν μπόρεσα να κάνω κάτι για σας.
-Τα πάντα κάνατε, γέροντα. Τώρα που θα κερδίσετε τον παράδεισο…
Σήκωσε το χέρι ο γέροντας κάνοντας νόημα στο λόγο να σταματήσει.
-Τον παράδεισο δεν τον κερδίζεις, παιδί μου. Η αγάπη του Θεού στον χαρίζει. Θέλω κάτι από εσάς…
-Ό,τι θέλετε, γέροντα!
-Να μη γνωρίζει κανείς, εκτός από εσάς, που θα βρίσκεται ο τάφος μου. Επιθυμώ οι πατέρες των επομένων χρόνων να πατούν πάνω και να τους δίνω μυστικά την ευλογία μου.
Θαύμασαν την ταπείνωση και σιώπησαν.
-Τώρα, να πάτε όλοι για τον εσπερινό.
Πέρασαν να πάρουν την ευχή του. Εκείνος τους αγκάλιαζε και τους φιλούσε. Η ακολουθία τελείωσε. Βγήκαν από την εκκλησία και τράβηξαν για το κελί του γέροντα. Η ευωδία του λιβανιού του εσπερινού τους συνόδευε. Εκεί όμως συνάντησαν άλλη ευωδία. Αυτή της ψυχής του οσίου Γερμανού, που είχε πετάξει για τον ουρανό.
Λένε ότι το Σαγμάτιο όρος πήρες το όνομά του από τη μορφή του. Μοιάζει με σάγμα, δηλαδή με σαμάρι. Σε αυτό, λοιπόν, το πέτρινο άλογο ανέβηκαν πολλοί ασκητές και κάλπασαν με ορμή προς την αιωνιότητα.
Απολυτίκιον Οσίου Γερμανού.
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χριστώ ηκολούθησας, καταλιπών τα της γης και βίου ισάγγελου, επιπληθεύσω σαφώς, ως άσαρκος Όσιε συ γαρ, εν Σαγματίω προσχωρών Θείω πόθω, σμίλλη πικρά την πάλαι πικράν γεύσιν απώσω. Διο Γερμανέ Θεοφόρε, αξίως δεδόξασαι.
Η μνήμη του τιμάται στις 26 Ιανουαρίου.

Από το βιβλίο των: Π. Σπυρίδονος Βασιλάκου και Αθανασίου Καραπέτσα: “Στα Μονοπάτια της Αγάπης του Θεού”. Ένα ταξίδι, για μικρούς και μεγάλους, στη ζωή των Αγίων της Βοιωτίας.
Εκδόσεις Αρχονταρίκι.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
26 Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου Ξενοφώντος και της συνοδείας αυτού: Βίος, Ασματική Ακολουθία, Παρακλητικός Κανών.
26 Ιανουαρίου, μνήμη και του Οσίου Πατρός ημών Κλήμεντος, του εν τω όρει του Σαγματά: Βίος, Ακολουθία, Παρακλητικός Κανών.
26 Ιανουαρίου, Η Γερόντισσα Μαρία της Γκατσίνα (αθεϊστικά εγκλήματα).
26 Ιανουαρίου, ανάμνηση του μεγάλου σεισμού, του επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού: Συναξάριον, Ακολουθία.

Κατηγορίες: Άρθρα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.