«Αλλά η εξουσία αυτή είναι των ιερέων», λέει. Και εγώ το γνωρίζω˙ πράγματι αυτό είναι αληθινό. Δεν είναι όμως εξουσία όλων και εκείνων δηλαδή που έχουν απλά την ιεροσύνη, αλλά είναι εξουσία αυτών που ιερουργούν το Ευαγγέλιο με ταπεινό φρόνημα και ζουν με άψογο βίο˙ είναι εξουσία αυτών που πρώτα πρόσφερα τον εαυτό τους στον Κύριο, και παρουσίασαν πνευματικά ως θυσία τέλεια, άγια και ευάρεστη, και καθαρή λατρεία τους μέσα στο ναό του σώματός τους,1 και έγιναν δεκτοί, και εμφανίσθηκαν στο ουράνιο θυσιαστήριο, και προφέρθηκαν τέλεια προσφορά στον Θεό και Πατέρα από τον αρχιερέα Χριστό, και μεταβλήθηκαν και άλλαξαν και μεταμορφώθηκαν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ώστε να γίνουν όμοιοι με τον Χριστό, που πέθανε για μας και αναστήθηκε με τη δόξα της θεότητας˙ είναι εξουσία αυτών που με τέλεια ταπείνωση, νύχτα και μέρα, μετανοούν και πενθούν και παρακαλούν με δάκρυα, όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά και για το ποίμνιο που ο αρχιερέας Χριστός τους εμπιστεύθηκε, και για όλες τις άγιες εκκλησίες του Θεού που υπάρχουν στον κόσμο˙ και όχι μόνο αυτό, αλλά και που κλαίνε σφοδρά μπροστά στον Θεό για τα ξένα αμαρτήματα˙ είναι εξουσία αυτών που δεν καταναλώνουν τίποτε περισσότερο από την απαραίτητη τροφή, ούτε ασχολούνται σε κάποιο πράγμα με την περιποίηση ή την απόλαυση του σώματος, αλλά, όπως έχει γραφεί, καθοδηγούνται από το Πνεύμα και δεν εκτελούν την επιθυμία της σάρκας2˙ και ακόμη είναι εξουσία αυτών που για χάρη της δικαιοσύνης και της εντολής του Θεού δεν ξεχωρίζουν ούτε φτωχό, ούτε πλούσιο, ούτε άρχοντα, ούτε αρχόμενο, ούτε τον ίδιο τον βασιλιά, που φορά το στέμμα, και δεν αποχαυνώνονται, και δεν παραβλέπουν ή παραβαίνουν την εντολή του Θεού, που εξουσιάζει τα πάντα με το πρόσχημα της ευσπλαχνίας, ή για να πάρουν δώρα, ή από φόβο, ή από αγάπη, ή από κάποιο άλλο ορατό ή αόρατο πράγμα.
Σ’ αυτούς ανήκει η εξουσία να δένουν και να λύνουν3 και να ιερουργούν και να διδάσκουν, και όχι σ’ εκείνους που εκλέχθηκαν και χειροτονήθηκαν μόνο από τους ανθρώπους˙ διότι, ο απόστολος λέει: «Δεν λαμβάνει κάποιος από μόνος του το αξίωμα, αλλά το λαμβάνει εκείνος που καλείται από τον Κύριο».4 Δεν είπε ο απόστολος, «εκείνος που δέχεται την εκλογή από τους ανθρώπους», αλλά «εκείνος που προορίσθηκε και τοποθετήθηκε σ’ αυτό από τον Θεό». Διότι εκείνοι που έγιναν από τους ανθρώπους και με τη μεσολάβηση των ανθρώπων, αυτοί είναι κλέφτες και ληστές, όπως είπε ο Κύριος: «Εγώ είμαι η θύρα˙ όλοι όσοι ήρθαν, και έρχονται, όχι μ’ εμένα, αλλά ανεβαίνοντας από αλλού, αυτοί είναι κλέφτες και ληστές».5
Μη λοιπόν πλανάσθε, αδελφοί, εκείνος, που ζει μέσα σε σκότος, είναι έξω από τη θύρα, και αυτός, που νομίζει ότι μπήκε, αλλά δεν μπήκε μέσα από το φως, είναι και ο ίδιος έξω από την μάνδρα. Διότι, αν ο Χριστός είναι φως του κόσμου6 και θύρα,7 είναι οπωσδήποτε θύρα φωτεινή και δεν είναι απλά μόνο θύρα, και αυτός, που βρέθηκε σ’ αυτή τη θύρα, βρέθηκε μέσα στο φως του κόσμου. Αλλά ο Χριστός είναι φως του κόσμου όχι επειδή τον βλέπουμε με τρόπο αισθητό, αλλά με τρόπο πνευματικό. Διότι ο ορατός ήλιος φωτίζει όχι μόνο τα σωματικά μάτια των ανθρώπων, αλλά φωτίζει συγχρόνως και των άλογων ζώων, των τετραπόδων δηλαδή και των πτηνών˙ ο νοητός όμως ήλιος,8 που φανερώθηκε στον κόσμο, φωτίζει μόνο λογικές ψυχές, και δεν συνηθίζει να τις φωτίζει όλες αυτές χωρίς διάκριση και χωρίς να το αξίζουν˙ διότι ο νοητός ήλιος δεν είναι χωρίς ψυχή, ή, μάλλον, να πω, χωρίς ζωή˙ όπως και δεν είναι ένας δούλος ή ένα δημιούργημα, που τάχθηκε στην υπηρεσία άλλων όπως δηλαδή είναι αυτός ο ορατός ήλιος, που ανατέλλει συγχρόνως για δικαίους και αδίκους και για κακούς και αγαθούς.9 Αλλά, αν και λέγεται φως και ονομάζεται ήλιος,10 είναι ωστόσο υπεράνω από όλο το φως και υπεράνω από τον ήλιο, ως δημιουργός και Δεσπότης του φωτός και του ήλιου. Είναι δηλαδή ζωή11 και ζωοποιός˙ είναι αλήθεια,12 δικαιοσύνη και αγιασμός13 είναι απλός, ασύνθετος, αγαθός, και κάθε αγαθό και υπεράνω από κάθε αγαθό.
Επειδή λοιπόν και είναι και ονομάζεται αλήθεια, γίνεται αλήθεια γι’ αυτούς, που επιστρέφουν αληθινά˙ επειδή είναι δικαιοσύνη, είναι δικαιοσύνη γι’ αυτούς, που μίσησαν κάθε αδικία˙ επειδή είναι αγιασμός, είναι αγιασμός γι’ αυτούς, που πλύθηκαν και καθαρίσθηκαν με τα δάκρυα˙ επειδή είναι απλός, είναι απλός γι’ αυτούς, που δεν έχουν μέσα τους καμία πονηρία ή κακία˙ επειδή είναι ασύνθετος, είναι ασύνθετος γι’ αυτούς, που δεν έχουν καμία διπροσωπία ή διψυχία ή δυσπιστία της ψυχής˙ επειδή είναι αγαθός, είναι αγαθός γι’ αυτούς, που δεν σύρουν μαζί με τα πνευματικά έργα της μετάνοιας κάποιες σωματικές ή βιοτικές μέριμνες και φροντίδες, και δεν τις αναμιγνύουν και δεν τις ανακατώνουν μ’ αυτά τα έργα, αλλά πλησιάζουν σ’ αυτόν γυμνοί, ως προς τη γνώμη και τη διάθεση της ψυχής, χωρίς κακία. Αυτούς τους γεμίζει σύντομα, με το να δέχεται την απλότητά τους, μα κάθε αγαθό, και τους κάνει αμέσως, μόλις αποκαλυφθεί και φανερωθεί, συμμέτοχους στα αγαθά, που ξεπερνούν το νου και τη σκέψη.
«Και ποιός», λέει, «θα τους αναγνωρίσει αυτούς, που αναφέραμε, ων άραγε και τώρα υπάρχουν τέτοιοι;» Θα τους αναγνωρίσει αυτός, που καταυγάζεται με φως από τον ουρανό, δηλαδή από το Πνεύμα. Εκείνος όμως, που μιλά γι’ αυτούς, αλλά δεν τους γνωρίζει, γιατί καταδέχεται να λάβει μαρτυρία από άλλους; Δεν γνωρίζει ότι, αν βάλει, ακόμη και από άγνοια, μέσα στα πρόβατα του Χριστού ένα λύκο, ο ίδιος θα υποστεί το κρίμα για τα πρόβατα; «Και ποιός», λέει, «τους γνωρίζει αυτούς; Είναι άνθρωπος και αγνοεί αυτά που υπάρχουν στην καρδιά». Αν δεν είναι τυφλός, δεν θα αγνοήσει ποτέ έναν τέτοιο άνθρωπο. Διότι πώς αυτός, που βλέπει, δεν θα διακρίνει το πρόβατο από το λύκο, τον ληστή από τον ποιμένα; Αν πάλι είναι τυφλός ως προς αυτά, ας ζητήσει χειραγωγό και οδηγό, ή προτιμότερο, ας σταματήσει και αυτή την εργασία και αυτή τη διάκριση, αποφεύγοντας να γίνει οδηγός άλλων και να βάζει οδηγό σε άλλους, και αν ακόμη έχει όλο τον κόσμο να συμφωνεί μαζί του. Εγώ εννοώ αυτό˙ ότι εκείνος δηλαδή που βλέπει με πνευματικό τρόπο και που ακούει με πνευματικό τρόπο, όποιον θα δει και θα συναντήσει και θα μιλήσει πολλές φορές μαζί του, βλέπει την ίδια την ψυχή του, τι λογής είναι και ποια ακριβώς είναι, αν και δεν την βλέπει στην ουσία, αλλά στην εμφάνιση.
Λοιπόν, αν αξιώθηκε να λάβει και Άγιο Πνεύμα, το γνωρίζει αυτό από την ίδια την όψη του˙ αν όμως αυτός, που βλέπουμε, είναι ακόμη ατελής ως προς τη θεία χάρη και δεν έγινε ακόμη όμοιος με τον Θεό, θα το αναγνωρίσει αυτό μάλλον εκείνος, που τον βλέπει και μιλά μαζί του, από τα λόγια του, όπως δηλαδή και ο ίδιος ο Δεσπότης μας και Θεός διακήρυξε λέγοντας: «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους»14˙ και ακόμη: «Όπως ακριβώς ένα δέντρο αναγνωρίζετε από τον καρπό του,15 έτσι και ένας άνθρωπος αναγνωρίζεται από το λόγο του, τι λογής είναι». Αλλά και αυτός, που βλέπει και μιλά μαζί του, θα αναγνωρισθεί τι λογής είναι απ’ αυτούς, που είναι υγιείς ως προς το λόγο και ως προς της ψυχής˙ διότι οι άλλοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ακόμη και τα ίδια τα έργα με αναισθησία και αδιακρισία. Όταν δηλαδή βλέπουν κάποιον να νηστεύει με κενοδοξία, τον δέχονται, αλλά αυτόν που τρώει με ταπείνωση, τον κατακρίνουν. Κάποιον άλλο, που εγκρατεύεται με ταπείνωση, τον θεωρούν υποκριτή, αλλά αυτόν, που τρώει με γαστριμαργία, τον νομίζουν απλό και απροσποίητο, και ευχαριστιούνται να τρώνε συχνότερα μαζί του, ικανοποιώντας τα πάθη τους. Αλλά βέβαια και αυτούς, που προσποιούνται τον σαλό, και λένε άκαιρα αστειότητες και φλυαρίες, και κάνουν άπρεπες χειρονομίες, και παρακινούν τους άλλους σε γέλια, θεωρώντας ότι τάχα μ’ αυτά τους τα φερσίματα και τις χειρονομίες και τα λόγια φροντίζουν να κρύψουν την αρετή τους και την απάθεια, αυτούς τους τιμούν σαν απαλλαγμένους από τα πάθη και σαν αγίους, ενώ εκείνους, που ζουν με ευλάβεια και αρετή και απλή καρδιά, και είναι πραγματικά άγιοι, τους θεωρούν ότι είναι ίδιοι με τους άλλους ανθρώπους και τους καταφρονούν. Άλλοι ακόμη θεωρούν τον φλύαρο και επιδεικτικό άνθρωπο, ότι είναι διδακτικός και πνευματικός, ενώ τον σιωπηλό και προσεκτικό ως προς την αργολογία τον χαρακτηρίζουν αγροίκο και μουγγό. Άλλοι αυτόν, που μιλά με Άγιο Πνεύμα, τον αποστρέφονται σαν αλαζόνα και υπερήφανο, επειδή ενοχλούνται μάλλον με τα λόγια του, παρά κατανύσσονται, ενώ εκείνον, που λέει ωραία λόγια από τη φύση του ή από τα μαθήματα, που διδάχθηκε, και ψεύδεται απερίφραστα για τη σωτηρία τους, τον επαινούν υπερβολικά και τον αποδέχονται. Και έτσι, κανείς δεν υπάρχει ανάμεσά τους, που να μπορεί να δει καλά και να διακρίνει πως είναι το πράγμα.
Εκείνος, δηλαδή, που είναι οριστικά τυφλός, είναι τυφλός σε όλα, όπως και εκείνος, που είναι κουφός, είναι κουφός σε όλα. Διότι ούτε ο τυφλός βλέπει τον ένα και δεν βλέπει τον άλλο, ούτε ο κουφός ακούει τη φωνή του ενός και δεν ακούει τη φωνή του άλλου, αλλά και ο τυφλός και ο κουφός είναι εντελώς ανάπηροι ως προς αυτές τις αισθήσεις. Έτσι λοιπόν καθένας, που δεν έχει αίσθηση προς το ένα, δεν έχει αίσθηση προς όλα, όπως και εκείνος που έχει αίσθηση προς το ένα, έχει αίσθηση προς όλα, αλλά και βρίσκεται έξω από την αίσθησή τους˙ έχει δηλαδή αίσθηση όλων των πραγμάτων, αλλά και δεν εξουσιάζεται από την αίσθησή τους. Εκείνος, που είναι κουφός στο Λόγο, είναι κουφός σε κάθε φωνή, όπως και εκείνος, που ακούει τον Λόγο, ακούει τα πάντα. Αυτός κάνει τον κουφό προς κάθε φωνή˙ ακούει δηλαδή όλους, αλλά και δεν ακούει κανένα, παρά μόνο αυτούς, που μιλούν με τον Λόγο˙ και ούτε αυτούς ακούει, αλλά μόνο τον Λόγο, που μιλά άφωνα με τη φωνή του. Εκείνος, που είναι τυφλός στο Ένα, είναι ολότελα τυφλός προς όλα, εκείνος όμως, που βλέπει μέσα από το Ένα, είναι μέσα σε θέαση όλων, και αποφεύγει τη θέαση όλων, και βρίσκεται μέσα στη θέαση όλων, και είναι έξω από αυτά, που βλέπει. Αυτός, με το να είναι μέσα στο Ένα, βλέπει τα πάντα, και με το να είναι μέσα σε όλα, δεν βλέπει κανένα από αυτά. Έτσι λοιπόν εκείνος, που βλέπει μέσα από το Ένα, δια μέσου του Ενός διακρίνει και τον εαυτό του και όλους και όλα, και με το να είναι κρυμμένος μέσα σ’ αυτό, δεν βλέπει κανένα από όλα αυτά.
Εκείνος, λοιπόν, που ακούει και βλέπει και αισθάνεται, γνωρίζει τη σημασία αυτών, που λέγονται, ενώ εκείνος, που δεν τη γνωρίζει, είναι φανερό ότι ούτε τα αισθητήρια της ψυχής του έχει καθαρά και υγιή. Αυτός όμως, που βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, δεν αντιλήφθηκε ακόμη ότι ως άνθρωπος είναι «προσκυνητής σύνθετος, επίγειος δηλαδή και ουράνιος, προσωρινός και αθάνατος, που βασιλεύει στα γήινα, αλλά κυβερνάται από τον ουρανό, θεατής της ορατής δημιουργίας, μύστης της νοούμενης», όπως λέει κάπου κάποιος ονομαστός στη θεολογία.16 Αλλά, αν και αυτός ήταν άνθρωπος σε τιμή, κατάντησε στη θέση των ανόητων ζώων και έγινε όμοιος μ’ αυτά17˙ και αφού έγινε όμοιος μ’ αυτά, παραμένει ακόμη τέτοιος, χωρίς να επιστρέψει, χωρίς δηλαδή να επανακληθεί ή να επανέλθει στο πρώτο αξίωμα,18 σύμφωνα με τη δωρεά της οικονομίας του Δεσπότη και Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Επειδή δηλαδή είναι ακόμη άλογο ζώο, όπως ειπώθηκε από τον Δαβίδ, ίσως δηλαδή όνος ή βόδι ή γουρούνι, στα οποία δεν δίνονται τα μαργαριτάρια19 της απόρρητης γνώσης από το Θεό, δεν ντύθηκε διόλου, ως προς τον λογικό και νοερό άνθρωπο, την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του επουράνιου ανθρώπου20 και Θεού. Αλλά όμως, επειδή δεν ντύθηκε αυτή την εικόνα με συναίσθηση και επίγνωση, γι’ αυτό είναι μόνο σάρκα και αίμα, χωρίς να μπορεί να αισθανθεί με το λόγο την πνευματική δόξα, όπως ακριβώς δεν μπορούν να δουν και οι γεννημένοι τυφλοί το φως του ήλιου μόνο με το λόγο.
Αλλά ελάτε, όσοι έχετε μέσα σας το πνευματικό φως, ας προφέρουμε μ’ αυτό το φως δόξα στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Υποσημειώσεις.
1. Α’ Κορ. 6, 19
2. Πρβ. Γαλ. 5, 16
3. Ματθ. 18, 18
4. Εβρ. 5, 4
5. Ιω. 10, 7-9 και 1
6. Πρβ. Ιω. 8, 12. 9,5
7. Πρβ. Ιω. 10, 7 και 9
8. Νοητός ήλιος˙ ο πνευματικός ήλιος, ο Χριστός.
9. Πρβ. Ματθ. 5, 45
10. Μαλ. 4, 2
11. Πρβ. Ιω. 11, 25. 14,6
12. Πρβ. Ιω. 14, 6
13. Πρβ. Α’ Κορ. 1, 30
14. Ματθ. 7, 16 και 20
15. Λουκ. 6, 43-45
16. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολογος (Λόγος 38, εις τα Θεοφάνια, 11, PG 36, 324A, και Λόγος 45, Εις το άγιον Πάσχα, 8, PG 36, 632A)
17. Πρβ. Ψαλ. 48, 13 και 21.
18. Πρώτο αξίωμα˙ εδώ, η προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου.
19. Πρβ. Ματθ. 7, 6
20. Πρβ. Α’ Κορ. 15, 49
Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).
Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου – κατηχήσεις. Λόγος 28 Α’-ος: Για τη ζωοποιό νέκρωση.
