Εκ των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή: Ομιλία ΙΗ’ (Κεφ. 18-23) – Αγίου Ιερομ. Κλήμεντος, Επισκόπου Ρώμης.

18. Λέγοντας ο Ησαΐας εκ μέρους του Θεού, «ο Ισραηλιτικός λαός δεν με γνώρισε, και ο λαός δεν με κατανόησε»,1 δεν σημαίνει μ’ αυτό ότι και ο Ησαΐας υπαινίσσετο άλλον Θεόν, εκτός από τον Δημιουργό, αλλά ονόμαζε άγνωστο τον γνώριμο με άλλο αίνιγμα, εννοώντας ότι ο λαός, αγνοώντας τη δίκαιη διάθεση του γνωστού Θεού, αμάρτανε, και δεν υποπτευόταν ότι θα κριθεί από τον αγαθό Θεό. Γι’ αυτό, αφού είπε, «ο Ισραηλιτικός λαός δεν με γνώρισε και ο λαός μου δεν με κατάλαβε», προσθέτοντας λέει˙ «αλλοίμονο, έθνος αμαρτωλό, λαέ γεμάτε αμαρτίες».2 Επειδή δηλαδή από άγνοια της δικαιοσύνης του, όπως είπα, δεν φοβούνταν, γέμισαν αμαρτίες, εκλαμβάνοντάς τον μόνο ως αγαθόν, επειδή δεν τιμωρούσε τις αμαρτίες τους.

19. Και μερικοί βέβαια αμάρτησαν έτσι, από την απερίσκεπτη αντίληψή τους για το αγαθό. Άλλοι πάλι από τα αντίθετα. Διότι, εκλαμβάνοντας τις εναντίον του Θεού μαρτυρίες των Γραφών ως αληθινές, ενώ είναι άδικες και ψεύτικες, δεν γνώριζαν την πραγματική θεότητα και δύναμή του. Γι’ αυτό με τη δικαιολογία ότι αυτός αγνοεί και χαίρεται για τους φόνους και συγχωρεί με δώρα τους κακούς, και ακόμα ότι εξαπατά και ψεύδεται και κάνει τα πάντα άδικα, αυτοί με τη δικαιολογία ότι έκαναν όμοια με τον Θεό έργα, ενώ αμάρταναν, ισχυρίζονταν ότι εκδήλωναν ευσέβεια. Γι’ αυτό και δεν μετακινούνταν προς το καλύτερο, και όταν νουθετούνταν δεν μετανοούσαν. Διότι δεν φοβούνταν, αφού με τις πράξεις τους αυτές εξομοιώνονταν δήθεν με τον Θεό.

20. Σ’ αυτούς λοιπόν που πιστεύουν ότι είναι τέτοιος, θα μπορούσε κανείς εύλογα να πει ότι ειπώθηκε˙ «κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα, παρά μόνο ο Υιός, όπως ούτε τον Υιό γνωρίζει κανένας, παρά μόνο ο Πατέρας».3 Και πολύ σωστά. Γιατί, αν τν γνώριζαν, δεν θα αμάρταναν πιστεύοντας στα βιβλία που γράφτηκαν πραγματικά για πειρασμό εναντίον του Θεού. Αλλά και κάπου αλλού, θέλοντας να τους επισημάνει πιο καθαρά την αιτία της πλάνης τους, λέει˙ «γι’ αυτό παραπλανάστε, επειδή δεν γνωρίζετε την αλήθεια των Γραφών, και εξαιτίας αυτού αγνοείτε και τη δύναμη του Θεού».4 Γι’ αυτό πρέπει κάθε άνθρωπος που θέλει να σωθεί, όπως είπε ο Κύριος, να γίνει κριτής των βιβλίων που γράφτηκαν για πειρασμό. Διότι είπε το εξής˙ «να γίνετε τραπεζίτες έμπειροι». Και υπάρχει ανάγκη από τραπεζίτες, γιατί τα γνήσια είναι αναμιγμένα με τα κίβδηλα.

21. Όταν ο Πέτρος είπε αυτά, ο Σίμωνας προσποιούμενος ότι εξεπλάγη από αυτά που ειπώθηκαν για τις Γραφές, δήθεν φοβισμένος είπε˙ Μακριά από μένα και όσους με αγαπούν, να ακούμε τα λόγια σου. Μέχρι τώρα, που δεν γνώριζα ότι πιστεύεις αυτά για τις Γραφές, σε ανεχόμουνα και συζητούσα, τώρα όμως απομακρύνομαι. Έπρεπε όμως να φύγω από την αρχή, διότι σε άκουσα να λες˙ Εγώ δεν πιστεύω κανέναν που λέει ο,τιδήποτε εναντίον εκείνου που έκτισε τον κόσμο, ούτε αγγέλους, ούτε προφήτες, ούτε Γραφές, ούτε ιερείς, ούτε δασκάλους, ούτε κανέναν άλλον, έστω και αν κάποιος κάνει σημεία και θαύματα, έστω και αν αστράφτει στον ουρανό φανερά, ή κάνει αποκαλύψεις με οράματα ή όνειρα. Ποιός λοιπόν μπορεί να σε μεταπείσει, καλώς ή κακώς, να πιστέψεις κάτι άλλο εκτός από αυτά που πιστεύεις, αφού επιμένεις τόσο δυνατά και αμετακίνητα στη δική σου γνώση;

18. Εκ δε του ειπείν τον Ησαΐαν εκ προσώπου του Θεού, «Ισραήλ δε με ουκ έγνω, και ο λαός με ου συνήκαεν», ου παρά τούτο και ο Ησαΐας άλλον παρά τον εγνωσμένον Δημιουργόν ηνίσσετο θεόν, αλλά τον εγνωσμένον άγνωστον έλεγεν ετέρω αινίγματι, ως την διάθεσιν, την δικαίαν του εγνωσμένου Θεού, ο λαός αγνοών ημάρτανεν, και υπό του αγαθού Θεού κριθήσεσθαι ουχ υπελάμβανεν. Δια τούτο μετά το ειπείν, «Ισραήλ δε με ουκ έγνω, και ο λαός με ου συνήκεν», επαγαγών λέγει˙ «ουαί, έθνος αμαρτωλόν, λαός πλήρης αμαρτιών». Τη γαρ προς το δίκαιον αυτού αγνωσία, ως έφην, μη φοβούμενοι πλήρεις εγένοντο αμαρτιών, μόνον αγαθόν, ως μη επεξερχόμενον αυτών τας αμαρτίας, είναι υπολειφότες.

19. Και τίνες μεν ούτως ημάρτανον, εκ της δια το αγαθόν ακρίτου υπολήψεως. Έτεροι δε εκ των εναντίων. Τας γαρ κατά του Θεού των Γραφών φωνάς, αδίκους ούσας και ψευδείς, αληθείς υπολαμβάνοντες, την όντως αυτού θειότητα και δύναμιν ουκ ήδεισαν. Διόπερ ως αγνοούντος αυτού και φόνοις χαίροντος και θυσιών δώροις τους πονηρούς αφιέντος, έτι δε και απατώντος και ψευδομένου και πάντα άδικα ποιούντος, αυτοί ως όμοια Θεού ποιήσαντες, αμαρτάνοντες, ισχυρίζοντο ευσεβείν. Διο και αμετάθετοι εις το κρείττον ήσαν, και νουθετούμενοι ουκ επεστρέφοντο. Ου γαρ εφοβούντο, ως τω Θεώ δια των τοιούτων πράξεων εξομοιούμενοι.

20. Προς δε τους τοιούτον αυτόν νομίζοντας είναι ευλόγως αν τις λέγοι ειρήσθαι˙ «ουδείς έγνω τον Πατέρα, ει μη ο Υιός, ως ουδέ τον Υιόν τις οίδεν, ει μη ο Πατήρ». Και εικότως. Ει γαρ ηπίσταντο, ουκ αν ταις όντως προς πειρασμόν κατά του Θεού γραφείσαις βίβλοις πιστεύοντες ημάρτανον. Αλλά και αλλαχή που λέγει, θέλων σαφέστερον αυτοίς την αιτίαν της πλάνης αυτών υποδείξαι˙ «δια τούτο πλανάσθε, μη ειδότες τα αληθή των Γραφών, ου ένεκα αγνοείτε και την δύναμιν του Θεού». Διο δει πάντα άνθρωπον σωθήναι θέλοντα γενέσθαι, ως ο Διδάσκαλος είπεν, κριτήν των προς πειρασμόν γραφεισών βίβλων. Ούτω γαρ είπεν˙ «γίνεσθε τραπεζίται δόκιμοι». Τραπεζιτών δε χρεία, ότι τοις δοκίμοις και τα κίβδηλα αναμεμιγμένα.

21. Ταύτα του Πέτρου ειπόντος, ο Σίμων επί τοις ρηθείσι περί των Γραφών προσποιησάμενος εκπεπλήχθαι, ως πτοηθείς έφη˙ Απείη μοι και τοις εμέ φιλούσιν, των σων επακούειν λόγων. Και μέχρι μεν ότε ουκ ήδειν σε ταύτα περί των Γραφών φρονούντα, ηνειχόμην και διελεγόμην, νυν δε αφίσταμαι. Έδει μέντοι την αρχήν υποχωρήσαί με, ότι ήκουσά σου λέγοντος˙ Εγώ κατά του κτίσαντος τον κόσμον, ουδέν ουδενί πιστεύω λέγοντι, ούτε αγγέλους, ούτε προφήταις, ου Γραφαίς, ουχ ιερεύσιν, ου διδασκάλοις, ουκ άλλω ουδενί, καν σημείά τις και τέρατα ποιή, καν εν αέρι επιφανώς αστράπτη, η δι’ οραμάτων ή δι’ ενυπνίων αποκαλύπτη. Τίς ουν σε μεταπείσαι δύναται, είτε καλώς είτε κακώς, έτερόν τι φρονείν παρά τα δόξαντά σοι, ισχυρώς ούτω και ακινήτως τη σεαυτού γνώσει ενδιαμένοντα;

Υποσημειώσεις.

1. Ησ’. 1, 3
2. Ησ’. 1, 3-4
3. Ματθ. 11, 17
4. Μάρκ. 12, 24

***

22. Και ο Πέτρος, όταν ο Σίμων είπε αυτά, ενώ επρόκειτο να φύγει, είπε˙ Άκουσέ με ακόμα σ’ αυτό και πήγαινε όπου θέλεις˙ και όταν ο Σίμωνας γύρισε και παρέμεινε, ο Πέτρος είπε˙ Γνωρίζω ότι εξεπλάγης τότε, επειδή είπα˙ Όποιος και αν είναι αυτός που λέει ό,τιδήποτε εναντίον του Θεού, που έκτισε τον κόσμο, δεν τον πιστεύω. Τώρα όμως άκουσε το πιο μεγάλο˙ Εάν πραγματικά ο Θεός που έκτισε τον κόσμο σκέφτεται έτσι όπως τον περιγράφουν οι Γραφές, και αν κατά άλλον τρόπο είναι ασύγκριτα κακός, ώστε να μη μπορούν ούτε οι Γραφές να τον διηγηθούν, ούτε κανένας άλλος να είναι σε θέση να τον κατανοήσει, πάλι εγώ δεν θα παύσω αυτόν μόνο να σέβομαι και να κάνω το θέλημά του. Και θέλω να γνωρίζεις και να πεισθείς, ότι εκείνος που δεν τρέφει στοργή στον Δημιουργό του, ούτε για άλλον μπορεί ποτέ να έχει. Εάν πάλι έχει για άλλον, έχοντάς την παράνομα, αγνοεί ότι έχει τον έρωτα των αδίκων, που είναι εκ του πονηρού, και ότι ούτε εκείνον μπορεί να τον διατηρήσει σίγουρα.

Και εάν τυχόν υπάρχει κάποιος ανώτερος του Δημιουργού, ως αγαθός θα με αποδειχθεί γι’ αυτό, επειδή αγαπώ τον Πατέρα μου, ενώ εσένα δεν θα σε αποδεχθεί γνωρίζοντας ότι τον φυσικό δημιουργό σου, δεν λέω πατέρα, τον εγκατέλειψες ελπίζοντας σε κάτι ανώτερο, χωρίς να φροντίσεις γι’ αυτό που είναι φυσικό. Έτσι, και αν ακόμα βρεις ανώτερο από αυτόν, γνωρίζει ότι και αυτόν κάποτε θα τον εγκαταλείψεις, περισσότερο μάλιστα επειδή δεν είναι πατέρας σου, τη στιγμή που εγκατέλειψες και τον πραγματικό σου πατέρα.

23. Αλλά θα πεις˙ Γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ανώτερος πάνω από αυτόν και γι’ αυτό δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Αυτό λοιπόν θα οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει˙ γνωρίζει όμως ότι η διάθεσή σου είναι έτοιμη για αγνωμοσύνη. Εάν πάλι σε δέχεται αν και είσαι αχάριστος, ενώ εμένα γνωρίζοντας ότι είμαι ευγνώμων δεν με πλησιάζει, είναι παράλογος, σύμφωνα με τα δικά σου λόγια, αφού δεν χρησιμοποιεί τον αξιόπιστο. Έτσι αγνοείς, Σίμωνα, ότι είσαι υπηρέτης της πονηρίας.

Και ο Σίμωνας αποκρίθηκε˙ Από πού λοιπόν φύτρωσε το πονηρό, πες μας.

Και ο Πέτρος είπε˙ Επειδή σήμερα έφτασες να φύγεις, και είπες ότι στο εξής δεν θα με ακούς, επειδή είμαι βλάσφημος, αύριο, αν θέλεις να μάθεις, αν έρθεις θα σου διηγηθώ και θα σου επιτρέψω να εξετασθώ όπως θέλεις, χωρίς φιλονεικίες.

Και ο Σίμωνας είπε˙ Θα κάνω όπως μου αρέσει. Και αφού είπε αυτό έφυγε.

Όμως από αυτούς που είχαν έρθει μαζί του κανένας δεν τον ακολούθησε, αλλά πέφτοντας στα πόδια του Πέτρου ζητούσαν να τους συγχωρήσει που είχαν γοητευθεί από τον Σίμωνα, και να τους δεχθεί μετανιωμένους. Και ο Πέτρος, αφού πλησίασε και αυτούς τους μετανιωμένους και το άλλο πλήθος, έβαλε επάνω τους τα χέρια του προσευχόμενος και θεραπεύοντας όσους από αυτούς έπασχαν, και έπειτα απολύοντάς τους τους παράγγειλε να έρθουν νωρίς το πρωί. Και αφού είπε αυτά και μπήκε μέσα μαζί με τους συνηθισμένους, έκανε αυτά που συνήθιζε επειγόμενος να ησυχάσει, επειδή είχε βραδυάσει.

22. Και ο Πέτρος, ταύτα ειπόντι τω Σίμωνι, εκβαίνειν μέλλοντι έφη˙ Έτι τούτό μου άκουσον και πορεύου όπου θέλεις. Του δε Σίμωνος επιστραφέντος και επιμείναντος, ο Πέτρος έφη˙ Οίδα πως τότε ακούων κατεπλάγης, ότι είπον˙ Όστις ποτ’ αν η κατά του τον κόσμον κτίσαντος Θεού λέγων οτιούν, ου πιστεύω. Το δε επί τούτου μείζον νυν άκουσον. Εάν τω όντι ο τον κόσμον κτίσας Θεός την γνώμην τοιούτος ων τυγχάνη, οποίον αι Γραφαί καταλέγουσιν, και ει άλλως πως απαραβλήτως κακός εστίν, ως ούτε αι Γραφαί ειπείν ίσχυσαν, ούτε άλλος τις καν εννοήσαι δυνατός εστίν, ομοίως εγώ ουκ αποστήσομαι του αυτόν μόνον σέβειν και το αυτού βούλημα ποιείν. Ειδέναι γαρ σε θέλω και πεπείσθαι, ότι ο εις τον αυτού ποιητήν ουκ έχων στοργήν, ουδ’ εις έτερον έχειν ποτέ δύναται. Ει δε έχει προς έτερον, παρά φύσιν έχων, εκ πονηρού τον των αδίκων έρωτα έχων αγνοεί, ως μηδ’ εκείνον βεβαίως φυλάξαι δυνάμενος. Και ει άρα εστί τις έτερος υπέρ τον Δημιουργόν, αποδέξεταί με ως αγαθός ταύτη μάλλον, ότι τον εμόν αγαπώ πατέρα, σε δε ουκ αποδέξεται, ειδώς, ότι τον φύσει σου ποιητήν, ου γαρ λέγω πατέρα, κατέλιπες επ’ ελπίδι μείζονι, ου φροντίσας του ευλόγου. Ούτως ει και αυτού κρείττονα ευρήσης, οίδεν ότι και αυτόν καταλείψεις ποτέ, και μάλλον ότι μη γέγονέ σου πατήρ, οπότε και τον όντως σου πατέρα κατέλιπες.

23. Άλλ’ ερείς˙ Οίδεν ότι ουκ έστιν έτερος υπέρ αυτόν, και δια τούτο καταλειφθήναι ου δύναται. Χάρις ουν τω μη είναι, τα δε της γνώμης οίδεν έτοιμα προς αγνωμοσύνην. Ει δε ειδώς αγνώμονά σε αποδέχεται, εμέ δε ευγνώμονα επιστάμενος ου προσίεται, αλόγιστός εστί κατά τον σον λόγον, τω ευλόγω μη κεχρημένος. Ούτω πονηρίας, ω Σίμων, υπουργός ων αγνοείς.

Και ο Σίμων απεκρίνατο˙ Πόθεν ουν το πονηρόν πέφυκεν, ειπέ ημίν.

Και ο Πέτρος˙ Επειδή σήμερον, έφη, εκβαίνειν έφθασας, και έφης του λοιπού ως βλασφήμου μη ακούειν εμού, αύριον, ειγε θέλεις μαθείν, ελθόντι υφηγήσομαι και ως θέλεις εξετασθήναί με συγχωρήσω άνευ φιλονεικίας.

Και ο Σίμων έφη˙ Ως αν μοι δόξη ποιήσω. Και τούτο ειπών επορεύθη.

Των γε συνεισελθόντων αυτώ ουδείς συνεξήλθεν, αλλά τοις ποσί προσπεσόντες Πέτρου ηξίουν, επί τω συνηρπάσθαι τω Σίμωνι συγγνώμης τυγχάνειν, και αποδεχθήναι μετανοούντας. Ο δε Πέτρος προσιέμενος αυτούς τε τους μεταμελομένους και τους άλλους όχλους, επέθηκε τας χείρας ευχόμενος, και ιώμενος αυτών τους πάσχοντας, και ούτως απολύων παρήγγελλεν αυτοίς περί τον όρθρον ταχύνειν. Και τούτ’ ειπών και εισελθών μετά των συνήθων τα ειωθότα προς την επείγουσαν ησυχίαν εποίησεν, καταλαβούσης εσπέρας.

Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.

Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994

Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.