Για τον όρκο και την εγκράτεια.

Του αγίου Αναστασίου του Σιναΐτη

Ερώτηση: Αν κανείς ορίσει με όρκο να κάνει κάτι καλό, όπως, για παράδειγμα, να μην πιεί κρασί για κάποιο διάστημα ή να νηστέψει ή να κάνει κάτι άλλο παρόμοιο, και έπειτα από ραθυμία δεν μπορέσει να εκπληρώσει αυτό που επιχείρησε, τι οφείλει να κάνει;

Απόκριση: Γενικά, το να ορίζει κανείς κάτι τέτοιο με όρκο είναι σφαλερό και πρέπει να αποφεύγεται. Δεν μας κυβερνά1 η ανάγκη αλλά η αυτεξούσια προαίρεση, και δεν πρέπει να υποδουλώνουμε την ελεύθερη βούλησή μας βιάζοντάς την με όρκο. Ούτε πάλι να απέχουμε από κάποιο από τα δημιουργήματα του Θεού θεωρώντας το κακό, αλλά όλα να τα χρησιμοποιούμε με διάκριση. Ωστόσο οι άγιοι πατέρες, οι οποίοι συνέταξαν για εμάς τις ιερές ευχές, έκαναν και γι’ αυτό το θέμα μία ευχή2 που μέσω του ιερέα λύνει τον άνθρωπο˙ γιατί έχει λεχθεί στους αληθινούς ιερείς του Θεού: «Όσα θα λύσετε στη γη, θα είναι λυμένα και στον ουρανό»3 . Αυτός όμως που θα λύσει και θα παραβεί τον όρκο του, οφείλει να ομολογεί στον Θεό το σφάλμα του και να κατηγορεί τη ραθυμία και την επιπολαιότητά του. Αν δηλαδή κάποιος που υποσχέθηκε κάτι σε θνητό βασιλιά δεν τολμά μέχρι θανάτου να παραβεί την υπόσχεση, πόσο περισσότερο άξιος τιμωρίας θα είναι αυτός που έδωσε με όρκο υπόσχεση στον αθάνατο και ουράνιο Βασιλιά και έπειτα αθέτηση ό,τι υποσχέθηκε;

Όμως η μετάνοια έχει μεγάλη δύναμη.

Του αγίου Διαδόχου.

Όσοι αγωνίζονται πρέπει να μισούν όλες τις παράλογες επιθυμίες τόσο πολύ, ώστε να αποκτήσουν ως μόνιμη συνήθεια το μίσος εναντίον τους. Την εγκράτεια όμως στις τροφές4 πρέπει κανείς να την τηρεί έτσι που ποτέ να μη φτάσει να σιχαθεί κάποια από αυτές˙ γιατί αυτό είναι επικατάρατο και τελείως δαιμονικό. Γιατί από τις τροφές δεν επέχουμε επειδή είναι κακές – μη γένοιτο! – αλλά αποφεύγουμε τις πολλές και άχρηστες τροφές για να χαλιναγωγούμε κατάλληλα τα μέλη της σάρκα που πυρώνονται. Επίσης, για να δίδεται το περίσσευμά μας για τις ανάγκες των φτωχών, κάτι που είναι γνώρισμα αληθινής αγάπης.

Από το Γεροντικό.

Οι πατέρες πήγαν κάποτε στην Αλεξάνδρεια, όπου τους είχε καλέσει ο μακάριος αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος, για να κάνουν προσευχή και να γκρεμίσει τα είδωλα.5 Καθώς έτρωγαν μαζί του, παρέθεσαν στο τραπέζι κρέας μοσχαρίσιο, και αυτοί έτρωγαν χωρίς κανέναν δισταγμό. Πήρε λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος ένα κομμάτι και το έδωσε στον γέροντα που καθόταν δίπλα του, λέγοντας: «Αυτό το κομμάτι είναι καλό, φάε, αββά». Οι γέροντες που τον άκουσαν, είπαν: «Εμείς ως τώρα τρώγαμε χόρτα. Αν όμως είναι κρέας, εμείς δεν τρώμε». Και κανένας δεν έφαγε πλέον από αυτό.

Υποσημειώσεις.

1. Στο κείμενο: διαρκούμεθα. Διόρθωση: διοικούμεθα.
2. Βλ. στο Ευχολόγιον το Μέγα: Ευχή επί των εν επιτιμίοις όντων και εαυτούς όρκω δεσμούντων και Ευχή επί των προπετώς ομνυόντων.
3. Ματθ. 18, 18.
4. Στο κείμενο: των πραγμάτων. Διόρθωση: των βρωμάτων (Λόγος ασκητικός, παράγραφος μγ’, Φιλοκαλία Α’, σ’. 247).
5. Ο Θεόφιλος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας (385-412), μετά από σχετικό διάταγμα (391) του Μεγάλου Θεοδοσίου, είχε επιδοθεί στο κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών.

Από το βιβλίο: Ευεργετινός: “Ήτοι Συναγωγή των θεοφθόγγων ρημάτων και διδασκαλιών των θεοφόρων και αγίων πατέρων, από πάσης γραφής θεοπνεύστου συναθροισθείσα.”

Τόμος 2-ος. μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση): Δ. Χρισταφακόπουλος

Εκδόσεις, Το Περιβόλι της Παναγίας, 2001

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.