«Καλέ μου κύριε, δεῖξτε καλοσύνη καὶ προσέξτε ἕναν φτωχό, πεινασμένο ἄνθρωπο. Δὲν ἔχω βάλει τίποτε στὸ στόμα μου ἐδῶ καὶ τρεῖς μέρες. Δὲν ἔχω οὔτε τα πέντε καπίκια[i] νὰ πληρώσω ἕνα κρεββάτι γιὰ νὰ κοιμηθῶ ἀπόψε. Ὁρκίζομαι -στὸ Θεό! Ἔκανα πέντε χρόνια δάσκαλος σὲ χωριό, ἔχασα ὅμως τὴ θέση μου ἀπὸ τὶς ἴντριγκες στὰ ζέμστβο[ii]. Ὑπῆρξα θῦμα ψευδομαρτυρίας. Εἶμαι ἄνεργος ἕναν χρόνο τώρα».
Ὁ Σβορτσώφ, δικηγόρος τῆς Πετρούπολης, κοίταξε ἐξεταστικὰ τὸ σκοῦρο μπλὲ τριμμένο πανωφόρι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τοῦ μιλοῦσε, τὰ θολὰ μεθυσμένα μάτια του, καὶ τὶς κόκκινες κηλῖδες στὰ μάγουλά του, καὶ τοῦ φάνηκε ὅτι εἶχε δεῖ τὸν ἄνθρωπο ξανά.
«Καὶ τώρα μοῦ πρόσφεραν μιὰ θέση στὴν ἐπαρχία τῆς Καλούγκα[iii]», συνέχισε ὁ ζητιάνος, «ἀλλὰ δὲν ἔχω τα μέσα νὰ ταξιδέψω ἐκεῖ. Δεῖξε ἔλεος, βοήθησέ με! Ντρέπομαι ποὺ ζητῶ, ἀλλά μὲ σπρώχνουν οἱ περιστάσεις».
Ὁ Σβορτσὼφ παρατήρησε τὶς γαλότσες τοῦ ζητιάνου· ἡ μιὰ ἦταν κοντὴ σὰν παπούτσι, ἡ ἄλλη ἦταν ψηλὴ σὰν μπότα, καὶ ξαφνικὰ θυμήθηκε.
«Ἄκου, προχτὲς σὲ συνάντησα στὴν ὁδὸ Σαντοβόι», εἶπε ὁ Σβορτσώφ, «καὶ τότε μοῦ ἔλεγες, ὄχι ὅτι εἶσαι δάσκαλος στὴν ἐπαρχία ἀλλὰ σπουδαστὴς ποὺ τὸν ἀπέβαλαν. Τὸ θυμᾶσαι;».
«Ἐε, ὄχι, δὲ μπορεῖ νά ‘γινε αὐτό!» ψέλλισε ὁ ζητιάνος ταραγμένος. «Εἶμαι δάσκαλος, κι ἂν τὸ ἐπιθυμεῖς, μπορῶ νὰ σοῦ δείξω τὰ ἔγγραφα ποὺ τὸ ἀποδεικνύουν».
«Ἀρκετὰ μὲ τὰ ψέματα! Εἶπες, ὅτι εἶσαι σπουδαστής, μοῦ εἶπες μάλιστα καὶ τὸν λόγο ποὺ σὲ ἀπέβαλαν. Θυμᾶσαι;».
Ὁ Σβορτσὼφ κοκκίνησε καὶ, μὲ μιὰ ἔκφραση ἀποστροφῆς στὴν ὄψη του, τράβηξε τὸ βλέμμα του ἀπ’ τον κουρελή.
«Εἶναι σιχαμερό, κύριε!» φώναξε ὀργισμένος. «Πρόκειται γιὰ ἀπάτη! Θὰ σὲ παραδώσω στὴν ἀστυνομία, ποὺ νὰ πάρει ἡ ὀργή! Εἶσαι φτωχὸς καὶ πεινασμένος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲ σοῦ δίνει τὸ δικαίωμα νὰ ψεύδεσαι ἔτσι ἀσύστολα!».
Ὁ κουρελὴς ἔπιασε τὸ πόμολο τῆς πόρτας καί, σὰν τὸ πουλὶ στὴν ξώβεργα, ἔφερε γῦρο μὲ τὸ βλέμμα του τὸν χῶρο ἀπελπισμένος.
«Δε, δὲ λέω ψέματα», ψέλλισε, «μπορῶ νὰ σοῦ δείξω ἔγγραφα».
«Ποιός μπορεῖ νὰ σὲ πιστέψει;», συνέχισε Σβορτσώφ, πάντα μὲ περιφρονητικὸ τόνο στὴ φωνή του. «Νὰ ἐκμεταλλεύεσαι τὴν συμπαθεια τοῦ κοινοῦ γιὰ τοὺς δασκάλους τῆς ἐπαρχίας καὶ τοὺς σπουδαστὲς — εἶναι τόσο φτηνό, τόσο δόλιο, τόσο βρώμικο! Σὲ κάνει νὰ ἐπαναστατεῖς!».
Ὁ Σβορτσὼφ συνέχισε μὲ ἕνα ἀγριεμένο ἀνελέητο κήρυγμα. Τὰ ξεδιάντροπα ψέματα τοῦ κουρελὴ τοῦ προκαλοῦσαν ἀπέχθεια καὶ ἀποστροφή, ἦταν προσβολὴ γιὰ ὅσα ὁ ἴδιος, ὁ Σβορτσώφ, ἀγαποῦσε καὶ ἐπαινοῦσε μέσα του: τὴν εὐγένεια, τὴν εὐαισθησία, τὴν συμπόνοια γιὰ τοὺς δυστυχισμένους. Μὲ τὸ ψέμα του, μὲ τὴν ὕπουλη ἐπίθεσή του στὴν συμπόνοια, ὁ ἄνθρωπος εἶχε πράγματι μαγαρίσει τὴν φιλανθρωπία, ποὺ τὸν ἔκανε εὐχαρίστως καὶ πρόθυμα νὰ δίνει βοήθεια στοὺς φτωχούς. Στὴν ἀρχὴ, ὁ ζητιάνος ὑπεράσπισε τὸν ἑαυτό του, διαμαρτυρήθηκε, πῆρε ὅρκο· ὕστερα, σώπασε καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι, πλημμυρισμένος ἀπὸ ντροπή.
«Κύριε!», εἶπε βάζοντας τὸ χέρι στὴν καρδιά του, «ἀλήθεια! Ἔλεγα ψέματα! Οὔτε σπουδαστὴς εἶμαι οὔτε δάσκαλος. Ὅλα αὐτὰ ἦταν φτιαχτά! Ἤμουν στὴ ρωσικὴ χορωδία καὶ μ’ ἔδιωξαν, ἐπειδὴ ἔπινα. Ἀλλά, τί μπορῶ νὰ κάνω; Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πιστέψτε με, δὲν μπορῶ νὰ ἐπιβιώσω χωρὶς ψέματα — ὅταν λέω τὴν ἀλήθεια, κανεὶς δὲ μοῦ δίνει τίποτα. Τὴν ἀλήθεια λέγοντας κανείς, μπορεῖ νὰ βρεθεῖ πεθαμένος ἀπ’ τὴν πεῖνα, καί χωρὶς μιὰ στέγη γιὰ τὴ νύχτα, ξυλιασμένος ἀπ’ τὸ κρύο! Ὅ,τι λέτε τώρα εἶναι σωστό, τὸ καταλαβαίνω αὐτό, ἀλλά τί νὰ κάνω;».
«Τί νὰ κάνεις; Ρωτᾶς, τί νὰ κάνεις; φώναξε ὁ Σβορτσώφ, πλησιάζοντάς τον ἀπειλητικά. «Νὰ δουλέψεις — αὐτὸ πρέπει νὰ κάνεις! Νὰ δουλέψεις πρέπει!».
«Νὰ δουλέψω. Αὐτὸ τὸ ξέρω κι ἀπὸ μόνος μου ἀλλὰ, ποῦ μπορῶ νὰ βρῶ δουλειά;».
«Βλακεῖες! Εἶσαι νέος, δυνατός καὶ ὑγιὴς· ἀσφαλῶς καὶ θὰ μποροῦσες νὰ βρεῖς δουλειά, ἂν πράγματι τὸ ἤθελες. Ἀλλά, ξέρεις ὅτι εἶσαι τεμπέλης, κακομαθημένος, μεθύστακας! Ζέχνεις βότκα κι ἀπὸ ἀπόσταση! Εἶσαι κάλπης καὶ διεφθαρμένος ὡς τὸ μεδούλι κι εἶσαι καλὸς μόνο στὴν τεμπελιὰ καὶ στὸ ψέμα! Κι ἂν καταδεχόταν ἡ εὐγένειά σου νὰ πιάσεις δουλειά, θά ‘πρεπε βέβαια νά ‘ναι γραφείου δουλειά, στὴ ρωσικὴ χορωδία ἢ στὴν κατασκευὴ μπιλιάρδων, ὅπου θὰ εἶχες ἕναν μισθὸ, κι ἀπὸ δουλειά, καμία! Ἀλλά, πῶς θὰ σοῦ φαινόταν νὰ δουλέψεις χειρωνακτικά; Πάω στοίχημα, δὲν θὰ δεχόσουν νὰ δουλέψεις ἀχθοφόρος ἢ βιομηχανικὸς ἐργάτης! Εἶσαι πολὺ τρυφερούδι γιὰ τέτοιες δουλειές!».
«Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πόσο σκληρὰ μὲ κρίνεις!», φώναξε ὁ ζητιάνος γελῶντας πικρόχολα. «Ποῦ μπορῶ νά ‘βρω ἐγὼ δουλειά; Εἶναι πολὺ ἀργὰ γιὰ μένα νὰ δουλέψω ὑπάλληλος – ἀκόμα καὶ στὸ ἐμπόριο πρέπει νὰ ἀρχίσεις ἀπὸ παραγιός. Οὔτε καὶ γιὰ χαμάλη δὲ μὲ θέλουν, γιατί δὲν μπορῶ νὰ σηκώνω τὰ βαριά. Οὔτε καὶ σ’ ἐργοστάσιο μὲ παίρνουνε – δὲν εἶμαι, λέει, εἰδικευμένος».
«Ἀνοησίες! Πάντα βρίσκεις δικαιολογίες. Θὲς νά ‘ρθεις νὰ μοῦ κόψεις ξύλα;».
«Δὲ θ’ ἀρνιόμουν, ἀλλὰ στὶς μέρες μας, ἀκόμη κι οἱ τεχνῖτες ξυλοκόποι μένουν χωρὶς φαΐ».
«Ἀχά! Ὅλοι ἐσεῖς οἱ λουφαδόροι μιλᾶτε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Μόλις κάποιος σᾶς προτείνει μιὰ δουλειά, ἐσεῖς ἀμέσως τὴν ἀρνεῖστε. Θά ‘ρθεις νὰ μοῦ κόψεις ξύλα;».
«Μάλιστα, κύριε, θά ‘ρθω».
«Πολὺ ὡραῖα, σύντομα θὰ τὸ μάθουμε. Ὑπέροχα – θὰ δοῦμε».
Ὁ Σβορτσὼφ συνέχισε βιαστικὰ τὸν δρόμο του τρίβοντας τὰ χέρια του, ὄχι χωρὶς κάποια μοχθηρία, καὶ μόλις διάβηκε τὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς φώναξε τὴ μαγείρισσα ἀπὸ τὴν κουζίνα. «Ἄ, Ὄλγα!», εἶπε. «Ὁδήγησε αὐτὸν τὸν κύριο στὴν ἀποθήκη γιὰ τὰ ξύλα καὶ δῶσε του νὰ μᾶς κόψει μερικά!».
Ὁ κουρελὴς σήκωσε τοὺς ὤμους του, σὰν νὰ βρισκόταν σὲ ἀμηχανία, καὶ ἀκολούθησε ἀπρόθυμα τὴ μαγείρισσα. Ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ βάδιζε καταλάβαινε κανεὶς, ὅτι συμφώνησε νὰ πάει νὰ κόψει ξύλα, ὄχι ἐπειδὴ πεινοῦσε ἢ γύρευε δουλειά, ἀλλὰ ἐπειδὴ ντράπηκε ποὺ παγιδεύτηκε ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ λόγια. Κι ἀκόμη καταλάβαινε κανεὶς, ὅτι ἀπὸ τὸ πολὺ πιοτὸ δὲν εἶχε καθόλου δυνάμεις – ἔνοιωθε ἀδύναμος καὶ καθόλου ἐνθουσιασμένος μὲ τὴν ἰδέα τῆς δουλειᾶς.
Ὁ Σβορτσὼφ ἔτρεξε στὴν τραπεζαρία. Τὰ παράθυρά της ἔβλεπαν στὴν αὐλὴ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μποροῦσε νὰ παρακολουθεῖ κανεὶς ὅ,τι γινόταν στὴν αὐλή. Ὁ Σβορτσὼφ στάθηκε στὸ παράθυρο, κοίταξε πρὸς τὴν αὐλὴ καὶ εἶδε τὴ μαγείρισσα καὶ τὸν ζητιάνο νὰ βγαίνουν στὴν αὐλὴ ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα καί, διασχίζοντας τὸ λασπωμένο χιόνι, νὰ φτάνουν στὴν ξυλαποθήκη.
Ἡ Ὄλγα ἔριξε μιὰν ὀργισμένη ματιὰ πρὸς τὸν ζητιάνο, τοῦ ἔδωσε μιὰ μὲ τὸν ἀγκῶνα της γιὰ νὰ τὸν παραμερίσει, ξεκλείδωσε τὴν πόρτα τῆς ξυλαποθήκης, μπῆκε καὶ βρόντηξε θυμωμένα τὴν πόρτα πίσω της.
«Ἴσως νὰ τὴν διακόψαμε τὴ γυναῖκα πάνω στὸν καφέ της», σκέφτηκε ὁ Σβορτσὼφ. «Τί κακότροπο πλάσμα ποὺ εἶναι!».
Μετὰ εἶδε τὸν ψευτοδάσκαλο, τὸν ψευτοσπουδαστὴ καθισμένο ἐπάνω σὲ ἕνα κούτσουρο καὶ χαμένο στὶς σκέψεις του. Στήριζε μὲ τὶς γροθιές του τὸ πρόσωπό του μὲ τὰ κόκκινα μάγουλα καὶ τὴν ἀκόμη πιὸ κόκκινη μύτη. Ἡ γυναῖκα πέταξε μὲ δύναμη μπροστὰ στὰ πόδια του ἕνα τσεκούρι, ἔφτυσε μὲ θυμὸ καί, κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἔκφρασή της, τοῦ ‘βαλε τὶς φωνές. Ὁ ζητιάνος τράβηξε ράθυμα ἕνα κούτσουρο πρὸς τὸ μέρος του, τὸ στήριξε ἀνάμεσα στὰ γόνατά του καί, καθισμένος πάντα, βάλθηκε νὰ τὸ χτυπᾶ βαριεστημένα μὲ τὸ τσεκούρι. Τὸ κούτσουρο τοῦ ξέφυγε καὶ κύλησε μακριά του. Ὁ ζητιάνος τὸ ξανατράβηξε πρὸς τὸ μέρος του, χουχούλισε τὰ παγωμένα χέρια του καὶ χτύπησε ξανὰ μὲ τὸ τσεκούρι του τὸ κούτσουρο, μὲ ἄκρα προσοχή, σὰν νὰ φοβόταν μήπως χτυπήσει τὸ πόδι του ἢ μήπως κόψει τὸ δάχτυλο του. Τὸ κούτσουρο ἔπεσε ξανά.
Ὁ Σβορτσὼφ ἔνοιωσε νὰ τοῦ περνάει ὁ θυμὸς· αἰσθάνθηκε λύπη καὶ ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἔβαλε ἕναν σακατεμένο καὶ ἄρρωστο ἄνθρωπο νὰ κάνει ἔξω, στὸ κρύο, μιὰ ταπεινωτικὴ δουλειά.
«Καλά! Τί νὰ γίνει;», σκέφτηκε, πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν τραπεζαρία πρὸς τὸ γραφεῖο του. «Τὸ ἔκανα γιὰ τὸ καλό του, πάντως».
Μιὰ ὥρα ἀργότερα, ἡ Ὄλγα ἦρθε καὶ τοῦ ἀνήγγειλε, ὅτι ὅλα τὰ ξύλα εἶχαν κοπεῖ.
«Ὡραία! Δῶσε του μισὸ ρούβλι[iv]!», εἶπε ὁ Σβορτσώφ. «Ἂν θέλει, μπορεῖ νὰ ἔρχεται νὰ μᾶς κόβει ξύλα κάθε πρώτη τοῦ μηνός. Πάντα μποροῦμε νὰ τοῦ βρίσκουμε μιὰ δουλειά».
Τὴν πρώτη τοῦ ἑπόμενου μῆνα, ὁ ἀλήτης ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του καὶ κέρδισε πάλι μισὸ ρούβλι, μολονότι δύσκολα ἔστεκε στὰ πόδια του.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ μέρα ἐμφανιζόταν συχνὰ στὴν αὐλὴ καὶ πάντοτε τοῦ ἔβρισκαν δουλειά. Ἄλλοτε φτυάριζε τὸ χιόνι, ἄλλοτε τακτοποιοῦσε τὰ ξύλα στὴν ἀποθήκη, ἄλλοτε τίναζε χαλιὰ καὶ στρώματα.
Κάθε φορὰ πληρωνόταν εἴκοσι μὲ σαράντα καπίκια [100 καπίκια=1 ρούβλι] καὶ μιὰ φορὰ μάλιστα τοῦ στείλανε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἕνα παλιὸ παντελόνι.
Ὅταν ὁ Σβορτσὼφ ἄλλαξε σπίτι, τὸν πλήρωσε νὰ βοηθήσει στὸ ἀμπαλάρισμα καὶ στὴ μεταφορὰ τῶν ἐπίπλων.
Αὐτὴ τὴ φορὰ, ὁ ἀλήτης ἦταν ξεμέθυστος, μελαγχολικὸς καὶ σιωπηλός. Μόλις ποὺ ἀκούμπησε τὰ ἔπιπλα καὶ ἀκολούθησε τὶς φορτωμένες ἅμαξες στὸ κρύο καὶ ἐνοχλήθηκε πολύ, ὅταν οἱ ἀμαξάδες βάλθηκαν νὰ τὸν πειράζουν γιὰ τὴν ἀπραξία, τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ κουρελιασμένο πανωφόρι του. Ὅταν ἡ μετακόμιση τέλειωσε, ὁ Σβορτσὼφ ἔστειλε καὶ τὸν φώναξαν.
«Λοιπόν, βλέπω, ὅτι τὰ λόγια μου ἔπιασαν τόπο.», τοῦ εἶπε δίνοντάς του ἕνα ρούβλι. «Ὁρίστε γιὰ τοὺς κόπους σου! Βλέπω ὅτι δὲν εἶσαι πιὰ μεθυσμένος καὶ ὅτι δὲν ἔχεις ἀντίρρηση νὰ δουλεύεις. Πῶς σὲ λένε;».
«Λουσκώφ».
«Λοιπόν, Λουσκώφ: μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω τώρα μιὰν ἄλλη, πιὸ καθαρὴ δουλειά. Ξέρεις νὰ γράφεις;».
«Ξέρω».
«Τότε, πήγαινε αὐτὸ τὸ γράμμα αὔριο σὲ ἕναν φίλο μου, κι αὐτὸς θὰ σοῦ δώσει κάποια κείμενα γιὰ ἀντιγραφή. Νὰ δουλέψεις σκληρά, νὰ μὴν πίνεις καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅσα σοῦ εἶπα. Στὸ καλό!».
Εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε βάλει ἕναν ἄνθρωπο στὸν ἴσιο δρόμο, ὁ Σβορτσὼφ χτύπησε φιλικὰ στὴν πλάτη τὸν Λουσκώφ καὶ, ἐπιπλέον, τὸν χαιρέτησε διὰ χειραψίας. Ὁ Λουσκὼφ πῆρε τὸ γράμμα καὶ, ἀπὸ ἐκείνη τὴ μέρα, δὲν ξαναφάνηκε πιὰ γιὰ δουλειὰ στὴν αὐλή.
Δυὸ χρόνια πέρασαν. Ἕνα βράδυ, καθὼς ὁ Σβορτσὼφ περίμενε μπροστὰ ἀπὸ τὸ ταμεῖο ἑνὸς θεάτρου γιὰ νὰ πάρει τὸ εἰσιτήριό του, πρόσεξε δίπλα του ἕναν μικρόσωμο ἄνδρα, ποὺ φοροῦσε ἕνα φθαρμένο παλτὸ ἀπὸ δέρμα φώκιας μὲ γούνινο γιακᾶ. Ὁ μικροκαμωμένος ἄνθρωπος ζήτησε μιὰ θέση στὸν ἐξώστη καὶ πλήρωσε μὲ χάλκινα νομίσματα.
«Λουσκώφ! Ἐσὺ εἶσαι;», ἀναφώνησε ὁ Σβορτσὼφ ἀναγνωρίζοντας τὸν παλιὸ ξυλοκόπο του. «Πῶς εἶσαι; Τί κάνεις; Πῶς πᾶνε τὰ πράγματα;».
«Ὡραῖα, εἶμαι συμβολαιογράφος τώρα καὶ κερδίζω τριανταπέντε ρούβλια τὸ μῆνα».
«Θεὲ καὶ Κύριε! Ἐξαιρετικά! Χαίρομαι πολὺ γιὰ σένα! Εἶμαι πολύ, πάρα πολὺ χαρούμενος, Λουσκώφ. Βλέπεις, εἶσαι σὰν πνευματικὸ παιδί μου. Σὲ ἔσπρωξα στὸν ἴσιο δρόμο, ξέρεις. Θυμᾶσαι, πῶς σὲ βασάνισα, ἔ; Σὲ εὐχαριστῶ, φίλε μου, ποὺ δὲν ξέχασες τὰ λόγια μου».
«Κι ἐγὼ εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ Λουσκώφ. «Ἂν δὲν εἶχα ζητήσει τὴν βοήθειά σας, ἴσως νὰ ἀποκαλοῦσα ἀκόμη τὸν ἑαυτό μου δάσκαλο ἢ σπουδαστῆ. Ναί, ζητῶντας τὴν προστασία σας, ἔβγαλα τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ ἕνα βαθὺ καὶ σκοτεινὸ πηγάδι».
«Πραγματικὰ χαίρομαι πολύ».
«Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὶς εὐγενικὲς κουβέντες καὶ πράξεις σας. Μοῦ μιλήσατε ὑπέροχα ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Εἶμαι εὐγνώμων σὲ ἐσᾶς καὶ στὴν μαγείρισσά σας. Ὁ Θεὸς νὰ τὴν εὐλογεῖ αὐτὴ τὴν καλὴ γυναῖκα! Μοῦ μιλήσατε ὑπέροχα τότε καὶ θὰ σᾶς εἶμαι ὑπόχρεος γι’ αὐτὸ, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ πεθάνω. Ἀλλά, γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἡ μαγείρισσά σας, ἡ Ὄλγα, εἶναι ποὺ μὲ ἔσωσε».
«Τί ἐννοεῖς;»
«Νά! Ὅταν ἐρχόμουν στὸ σπίτι σας νὰ κόψω ξύλα, ἄρχιζε: «Ἄ, μέθυσε, ἐσύ! Ἄ, ἄθλιο πλάσμα! Μόνο ρημάδια ἔχει γιὰ σένα ἡ ζωή!». Καὶ στὴν συνέχεια, καθόταν ἀπέναντί μου, μὲ κοίταζε κατὰ πρόσωπο λυπημένα καὶ θρηνολογοῦσε: Ὦ, κακότυχο παιδί! Καμιὰ χαρὰ δὲν θὰ εἶναι γιὰ σένα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἀλλὰ οὔτε καὶ στὸν ἄλλο! Μεθύστακα! Θὰ καίγεσαι στὴν Κόλαση. Ἄ, κακορίζικε! Κι ἔτσι συνέχιζε, ξέρετε, σὲ αὐτὸν τὸν τόνο. Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω τὴν λύπηση ποὺ ἔνιωθε γιὰ μένα καὶ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσε γιὰ μένα. Ἀλλὰ τὸ πιὸ σπουδαῖο: ἔκοβε γιὰ χάρη μου τὰ ξύλα. Ξέρετε, κύριε, δὲν ἔκοψα οὔτε κούτσουρο γιά σᾶς. Ἐκείνη τὰ ἔκανε ὅλα. Γιατί αὐτὸ μὲ ἔσωσε, γιατί ἄλλαξα, γιατί ἔπαψα νὰ πίνω βλέποντάς την – δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐξηγήσω. Ξέρω μόνον, ὅτι, χάρη στὰ λόγια της, μιὰ μεγάλη ἀλλαγὴ ἔγινε μέσα στὴν ψυχή μου· μὲ ἔφερε στὸν ἴσιο δρόμο καὶ δὲν θὰ τὸ ξεχάσω ποτέ. Ὅμως, εἶναι ὥρα νὰ μποῦμε στὴν αἴθουσα! Χτυπάει τὸ κουδούνι γιὰ τὴν παράσταση».
Ἀπόδοση ἀπὸ τὰ γαλλικὰ: Δημήτρης Κοκκώνης
[i] Καπίκι: τὸ 1/100 του ρουβλίου.
[ii] Ζέμστβο: Ἐκλεγμένο περιφερειακὸ συμβούλιο τῆς ρωσικῆς ἐπαρχίας, ἐπιφορτισμένο μὲ τὴν διεκπεραίωση τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς.
[iii] Καλούγκα: ἐπαρχία Δυτικὰ ἀπὸ τὴν Μόσχα, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Ὄκα.
[iv] Ρούβλι: Τὸ νόμισμα τῆς Ρωσίας. Διαιρεῖται σὲ 100 καπίκια.
