Η αυγή και το δειλινό. Αιώνες τώρα συναγωνίζονται στην ωραιότητα. Η αυγή καυχάται για τον ήλιο που προσφέρει. Το δειλινό λες και ντρέπεται για το σκοτάδι που το διαδέχεται. Βλέπεις, ο Θεός διάλεξε τη γλυκύτητά του και την ηπιότητά του για να συναντήσει τον άνθρωπο, αλλά εκείνος μέσα στην κατάσταση της πτώσης, αρνήθηκε την αγάπη και σήκωσε τη βαριά πέτρα της ευθύνης με το χέρι της αμετανοησίας και βλάσφημα την πέταξε στο Δημιουργό. Αυτή η πέτρα τραυμάτισε το δειλινό και με το αίμά του βάφει ακόμα θάλασσες και κορυφογραμμές…
Για τους ασκητές των Κατουνακίων όλα είναι δοσμένα στο Θεό. Από την αυγή μέχρι και το λιόγερμα, «από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών αινετόν το όνομα Κυρίου» (Ψαλμ. 112).. η εσπερινή ακολουθία˙ η συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό. Το φως του δειλινού με το ιλαρό φως της Αγίας Δόξης. Εδώ ο άνθρωπος δε βλασφημεί˙ παρακαλεί. Δε φεύγει˙ επιστρέφει. Δεν κρύβεται˙ αποκαλύπτεται. «Τας εσπερινάς ημών ευχάς πρόσδεξαι, Άγιε Κύριε». Ο παπά – Εφραίμ ο νεότερος στο ιερό. Ο παπά – Ιωσήφ με τον π. Προκόπιο και τον κυρ – Θόδωρο τον Πυριώτη στο ψαλτήρι. Ο γέροντας στο στασίδι του, στη θέση του σταθερός. Στη θέση της λατρείας, στον τόπο τον άγιο της προσευχής.
Με το «Δι’ ευχών» βγήκαμε πάλι στην αυλή. Τώρα ο γέροντας δε χρειάστηκε αφορμή. Είναι βέβαιο ότι στη μεσημεριανή ανάπαυση εκείνος ταξίδεψε από τους αεροδιαδρόμους της προσευχής. Πήγε σε τόπους γνωστούς, αγκάλιασε πρόσωπα αγαπημένα.
Η πρώτη αναχώρηση.
«Φύγαμε από το χωριό», συνέχισε στον ήχο της νοσταλγίας, «για την πόλη, για να πάμε στο σχολείο. Το Αμπελοχώρι μόνο δημοτικό είχε. Για μας τα παιδιά ήταν σαν να αλλάζαμε πλανήτη. Να σας πω, στεναχωρήθηκα. Κρατούσε ένα μπόγο στην πλάτη με κάτι ρουχαλάκια κι όσο ξεμάκρυνα μου ‘ρχονταν λυγμοί. Ο Χαράλαμπος το κατάλαβε και μου πετούσε πετραδάκια για να ξεχαστώ. Το πρώτο βράδυ πού να κοιμηθώ; Βλέπεις, άλλο το χωριό, άλλο η πόλη. Ήμουν και από τον χαρακτήρα μου ντροπαλός. Το χωριό μου πήγαινε καλύτερα. Με τον πολύ κόσμο τα έχανα.
Μια φορά, να σας πώς να γελάσετε, κατέβαινα το δρόμο που περνά από τα δικαστήρια. Βλέπω από μακριά κόσμο μαζεμένο. Είχαν δέσει εκεί και τα ζωντανά τους. Κοντοστάθηκα. Πώς θα περάσω από εκεί, λέω με το λογισμό μου. Γιατί; Λέει άλλος λογισμός. Τί θα σου κάνουν οι άνθρωποι, θα σε φάνε; Παίρνω, λοιπόν, φόρα και προχωρώ αποφασιστικά. Την ώρα που φτάνω εκεί που ήταν τα γαϊδουράκια και τα άλογα δεμένα, από την αμηχανία μου πατάω το κουμπί της ομπρέλας μου. Έεε! Τι να σας πω τι έγινε! Τα καημένα τα ζώα τρόμαξαν από το άνοιγμα της ομπρέλας! Άρχισαν να χοροπηδούν και να χλιμιντρίζουν απ’ το φόβο τους. Τι με θέλεις εμένα! Πού να τρέξω; Πού να κρυφτώ; Μέρες έκανα να βγω έξω. Ο Χαράλαμπος, ο αδελφός μου, ακόμα γελάει…
Η Θήβα το 1923 σήκωνε το σταυρό της απώλειας πολλών στη Μ. Ασία. Πόσοι άνθρωποι χάθηκαν. Πόσοι άφησαν πίσω γονείς, γυναίκες, παιδιά. Ξέρεις τί είναι να μην έχεις ένα τάφο να ανάψεις ένα καντήλι, ένα κερί, βρε αδελφέ. Κι εκείνοι που γύρισαν, άλλοι σακατεμένοι στο σώμα και οι περισσότεροι στην ψυχή. Πόσο αίμα είδαν, τί άκουσαν, τί έζησαν. Γύρισαν, αλλά άφησαν την ειρήνη τους, την ψυχή τους, τον ύπνο τους στα μαρτυρικά χώματα της Ανατολής.
Άγριο πράγμα ο πόλεμος. Μήπως και ο πνευματικός ο αόρατος, εύκολος είναι; Ακήρυχτος πόλεμος, να πούμε. Αόρατος ο εχθρός, κάθε λεπτό μία μάχη ισχυρή. Εκεί που χτυπά τον λογισμό και τρέχουν οι ενισχύσεις, επιτίθεται στο σώμα, κυριεύει την επιθυμία, πυροβολεί την υπομονή, βομβαρδίζει με την αμέλεια, σε ρίχνει στο χαντάκι της ακηδίας. Χρησιμοποιεί ο εχθρός τα όπλα που του έδωσες, τα πάθη σου. Με αυτά σε πολεμά. Γι’ αυτό και εσύ βάλε μπροστά το μεγάλο όπλο. Το όνομα του Κυρίου. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Είναι άρμα η ευχούλα. Και έδαφος να σου πήρε ο εχθρός, με την ευχούλα θα το πάρεις πίσω. Θα το ελευθερώσεις. Και ο ουρανός θα πανηγυρίσει τη νίκη σου και την ήττα του. σε σένα να θριαμβεύει ο Χριστός και να συντρίβεται ο διάβολος.
Όταν έρχονται εδώ στο καλυβάκι μας άνθρωποι από τον κόσμο, το πρώτο που τους ρωτώ είναι αν εξομολογούνται, αν προσεύχονται και κοινωνούν. Για να δω αν είναι άοπλοι ή οπλισμένοι. Αν δεν έχεις όπλα, θα σε καταβροχθίσει το λιοντάρι που τριγυρίζει να φάει τους ανθρώπους. Ο Απόστολος Πέτρος τα λέει. Βλέπεις, ο Χριστός σε κυνηγά για να σε θρέψει με το Σώμά Του και με το Αίμά Του, με την αγάπη Του και το έλεός Του. Και ο άλλος σε κυνηγά για να σε φάει. Ε! Όχι να του κάνουμε και το τραπέζι!
Σύμμαχος μεγάλος και η Παναγία μας. Άμα την επικαλείσαι, και μόνο που την ακούει ο πονηρός, σπαρταράει σαν το ψάρι έξω από το νερό, αφρίζει και εξαφανίζεται. Όχι μόνο τον διώχνει αλλά και τα τραύματά σου περιποιείται. Να, οι Χαιρετισμοί, να πούμε, είναι σα γιατρικό στις πληγές σου.
Αδικημένε μου άγιε, βοήθα.
Ο άγιος Νεκτάριος… Πολύ τον αγαπώ. χατίρι δε μου έχει χαλάσει. Αλλάζω τώρα κουβέντα, αλλά αξίζει. Κάποτε, είπα στους Σιμωνοπετρίτες να μου στείλουν εργάτες για να ανοίξω μία στέρνα. Όταν ήρθαν οι χριστιανοί εδώ, έπιασε βροχή. Εκείνοι με παρακάλεσαν να κάνω προσευχή να σταματήσει η βροχή, να μη χάσουν χρόνο και μεροκάματα. Τους ρωτώ:
«Πόσες μέρες θέλετε;»
«Πέντε, γέροντα», μου λένε.
Να ξέρω κι εγώ τι να ζητήσω, βρε παιδί μου. Πήγα στον άγιο Νεκτάριο. Ξέρεις; Είχε ανοίξει τους ουρανούς στην Αίγινα με την προσευχή του μετά από μεγάλη ανομβρία.
«Άγιέ μου, πέντε μέρες να σταματήσει η βροχή, και τρεις λειτουργίες να κάνω στη χάρη σου».
Και σταμάτησε η βροχή ένα πενταήμερο. Όταν τελείωσαν τη δουλειά οι εργάτες και έφευγαν, μέχρι να φτάσουν στο μοναστήρι έγιναν μούσκεμα. Και νόμιζαν οι καημένοι ότι εγώ το έκανα. Τί λέτε, βρε παιδιά! Είμαι εγώ άγιος για να κάνω τέτοια πράγματα; Ο άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός το έκανε.
Αν, να σας πω τι έκανε ακόμα αυτός ο άγιος εδώ στο σπιτάκι μας. Πάω μια μέρα και ρίχνω μια ματιά στο σιτάρι. Τί να δω! Γεμάτο ψείρα ήταν. Πω, πω, τί θα κάνω τώρα; Πώς να ασχοληθώ, που είχα τον παπα – Νικηφόρο άρρωστο; Σα μωρό παιδί ήταν. Όπου πήγαινα τον κρατούσα από το χέρι. Παίρνω ένα βαμβακάκι, πάω και το σταυρώνω στο λείψανο του αγίου, που είχε ο π. Γεράσιμος. «Βοήθα με, άγιε του Θεού», του είπα, και έριξα το βαμβάκι στο σιτάρι. Εεε! Τί να σας πω! Τόσο καθαρό και καλό σιτάρι δεν είχαμε ποτέ.
Να σας πω και το άλλο, μιας και ήρθε στην παρέα μας ο άγιος Νεκτάριος. Πήγα στο νοσοκομείο στην Αθήνα το 1980, με πόνο δυνατό και φαγούρα στο ποδάρι μου. Ήταν το έκζεμα που το έχω «ευλογία» από μικρό παιδί. Δε μπορούσα να σταθώ πουθενά, ούτε να κοιμηθώ, ούτε να ησυχάσω. Ξέρεις άμα «θυμώσει» το έκζεμα, είναι μαρτύριο, σωστό μαρτύριο. Δυνατότερο και από τον πόνο είναι. Το μαρτύριο του Ιώβ δεν ήταν ο πόνος αλλά κνησμός. Καθόταν γυμνός πάνω στις κοπριές και με ένα όστρακο έξυνε το μαρτυρικό του σώμα. Μαρτύριο σας λέω. Μεγάλο μαρτύριο. Πάντα προσευχόμουν για τους ασθενείς που είναι στα νοσοκομεία, να τους αξιώνει ο Θεός να γυρίσουν στα σπιτάκια τους και στις οικογένειές τους. Όταν το έζησα το νοσοκομείο, άρχισα να προσεύχομαι περισσότερο και θερμότερα. Ξέρετε, ο πόνος είναι η ντουντούκα της ψυχής. Δίνει, τρόπον τινά, δύναμη και έκταση στη φωνή της. Και να είχα τον πόνο του ποδαριού μόνο; Το ότι ήμουν έξω από το Άγιον Όρος, πού το πας; Μακριά απ’ τα Κατουνάκια και το σπιτάκι μας.
Βάζω κι εγώ μια φωνή από το βάθος, να πούμε, από τη ρίζα της ψυχής μου: «Άγιέ μου, άγιε Νεκτάριε, πονεμένε μου άγιε, αδικημένε μου άγιε, βοήθα με στο κελί μου να γυρίσω και μια λαμπάδα σαν το μπόι μου θα σου ανάψω…».
Αυτό ήταν! Από εκείνη τη στιγμή, ενώ πριν τα πράγματα ήταν δύσκολα, έκανε μεταβολή η έξαρση της ασθενείας. Εεε! Πού να τα βάλεις με τέτοιον γιατρό!
Ξέρετε γιατί έχει τόση παρρησία ο άγιος Νεκτάριος; Σήκωσε ταπεινά, αγόγγυστα, να πούμε, το βαρύτατο σταυρό της συκοφαντίας. Ξέρεις τί είναι η συκοφαντία; Μια θηλιά στο λαιμό σου. Εάν σου περάσουν θηλιά, δε θα φωνάξεις; Ε! Αυτός ο ιεράρχης της Εκκλησίας, θηλιά του έβαλαν και μιλιά δεν έβγαλε. Χρόνια ολόκληρα. Ό,τι ήταν να πει το έλεγε η ψυχή του στον Χριστό. Ο άγιος είχε περάσει από τα μέρη μας. Φίλος ήταν με τον γέροντα Δανιήλ, τον καθηγητή της ερήμου των Κατουνακίων. Όσιος μεγάλος και αυτός. Αλλά είχε περάσει και από τη Θήβα ο Άγιος Νεκτάριος. Μάλιστα, έλεγαν οι παλαιοί ότι είχε λειτουργήσει στον άγιο Θόδωρο και είχε αφήσει ως ευλογία το μαντήλι με το οποίο κρατούσε τη ράβδο του σε μία οικογένεια που τον φιλοξένησε, μα μου διαφεύγει το όνομά τους.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
