Εκ των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή: Ομιλία ΙΘ’ (Κεφ. 19-25) – Αγίου Ιερομ. Κλήμεντος, Επισκόπου Ρώμης.

19. Και ο Πέτρος είπε˙ Πρέπει να τιμωρούμε τον εαυτό μας με την εγκράτεια, όταν η σαρκική επιθυμία θέλει να μας ωθήσει σε βλάβη άλλου, γνωρίζοντας ότι ο πονηρός μπορεί τους κακούς να τους σκοτώσει, αφού από την αρχή έχει πάρει την εξουσία εναντίον τους. Και αυτό δεν είναι ακόμα κακό γι’ αυτούς που διέπραξαν κακά, αλλά το ότι μετά το θάνατό τους οι ψυχές τους εξακολουθούν να κολάζονται αυτό είναι πραγματικά φοβερό, και δίκαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι σωστό για εκείνους που πολιτεύθηκαν κακώς. Γι’ αυτό πρέπει να παραιτείται, όπως είπα, ώστε, για χάρη βραχύχρονης ηδονής, να μη τον ρίξει κάποιος άλλος δίκαιος, για λίγη ηδονή, σε αιώνια κόλαση.

Και ο Σίμωνας˙ Μήπως λοιπόν δεν υπάρχει εκ φύσεως πονηρό ή αγαθό, αλλά διαφέρει ανάλογα με τον νόμο και το έθιμο; Στους Πέρσες λόγου χάρη επιτρέπεται να συνουσιάζονται με τις μητέρες, αδελφές και θυγατέρες τους, ενώ με άλλες απαγορεύεται ως κάτι πολύ φοβερό. Γι’ αυτό, αφού τα κακά δεν είναι καθορισμένα σε όλους, δεν είναι δυνατόν να περιμένουν την κρίση του Θεού.

Και ο Πέτρος είπε˙ Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει˙ διότι σε όλους είναι φανερό ότι η συνουσία με τις μητέρες είναι πράξη βδελυρή, έστω και αν οι Πέρσες, που είναι τμήμα του σύμπαντος, από κακή συνήθεια δεν αντιλαμβάνονται την παρανομία της μισητής πράξης τους. Όπως και οι Βρεττανοί συνουσιάζονται με όλους φανερά και δεν ντρέπονται˙ άλλοι επίσης τρώνε ανθρώπινες σάρκες και δεν αηδιάζουν, και άλλοι κάνουν ό,τι και τα σκυλιά και άλλα ακατανόμαστα. Έτσι, δεν πρέπει να κάνουμε τις κρίσεις μας με βάση την αίσθηση που έχει εκτραπεί από τη φύση. Διότι και το να φονευθεί κάποιος είναι κακό, έστω και αν δεν το λένε όλοι, διότι κανένας δεν θέλει να αυτοκτονήσει, και με την κλοπή κανένας δεν ευχαριστιέται για την τιμωρία του. Ακόμα λοιπόν και όταν ένας δεν συμφωνεί ότι υπάρχουν αμαρτήματα, αναγκαστικά είναι σωστό να περιμένουμε και τρίτη κρίση για τα αμαρτήματα.

Όταν ο Πέτρος είπε αυτά, ο Σίμωνας αποκρίθηκε˙ Έτσι νομίζεις ότι έχουν τα σχετικά με τον πονηρό; Πες μου.

20. Και ο Πέτρος απάντησε˙ Θυμόμαστε τον Κύριό μας και Δάσκαλο, που δίνοντας εντολές μας είπε˙ Τα μυστήρια να τα φυλάξετε για μένα και για τους υιούς του οίκου μου. Γι’ αυτό και στους μαθητές του εξηγούσε ιδιαίτερα τα μυστήρια της βασιλείας.1 Σε σένα όμως που μας πολεμάς και τίποτε άλλο δεν παρατηρείς, παρά μόνο αν τα δικά μας είναι αληθινά ή ψεύτικα, είναι ασέβεια να σου πούμε τα απόρρητα. Αλλά για να μη νομίσουν μερικοί από τους παρισταμένους, ότι, μη μπορώντας να απαντήσω σ’ αυτά που ειπώθηκαν από σένα, επινοώ δικαιολογίες, θα σου πω, αφού πρώτα σε ρωτήσω, αν δεν υπήρχε ο πόνος, τί θα μπορούσε να είναι ο πονηρός;

Και ο Σίμωνας είπε˙ Τίποτε.

Και ο Πέτρος˙ Επομένως το κακό είναι ο πόνος και ο θάνατος;

Και ο Σίμωνας˙ Μάλιστα.

Και ο Πέτρος˙ Άρα δεν υπάρχει το κακό αιώνια, αλλά και δεν μπορεί να υπάρξει˙ διότι ο πόνος και ο θάνατος είναι από αυτά που συμβαίνουν, από τα οποία κανένα δεν υπάρχει, όταν υπάρχει ασθένεια. Διότι τί είναι πόνος, παρά κάτι το ανάρμοστο; Και τί είναι θάνατος, παρά χωρισμός της ψυχής από το σώμα; Όταν λοιπόν υπάρχει αρμονία δεν υπάρχει πόνος, ο δε θάνατος ούτε καν είναι μεταξύ αυτών που υπάρχουν, διότι, όπως είπα, ο θάνατος δεν είναι τίποτε, παρά χωρισμός της ψυχής από το σώμα, που όταν γίνεται, το μεν σώμα που είναι από τη φύση του αναίσθητο, διαλύεται, η δε ψυχή που είναι αισθητή μένει ζωντανή. Γι’ αυτό όταν υπάρχει αρμονία δεν είναι δυνατόν να πονέσει κανείς ούτε να πεθάνει, αλλά ούτε και θανάσιμα βότανα, ούτε δηλητηριώδη ερπετά ούτε τίποτε άλλο τέτοιο, που έχουν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο. Γι’ αυτό όταν επικρατεί αθανασία είναι φυσικό να φανερωθούν όλα όσα έγιναν.

Πράγμα που θα γίνει έτσι, όταν εξαιτίας της δικαιοσύνης ο άνθρωπος θα γίνει αθάνατος, και θα επικρατεί η ειρηνική βασιλεία του Χριστού˙ τότε και η ιδιοσυγκρασία του θα είναι ήπια, για να μη εκδηλώνει έντονες ορμές, και θα υπάρχει και αλάνθαστη γνώση, για να μη υπάρξει κανένα από τα κακά ως αγαθό που προκαλεί πίκρα και πόνο, ώστε να μη είναι θνητός.

19. Και ο Πέτρος˙ Εαυτόν χρη κολάζειν τότε τη εγκρατεία, όταν η επιθυμία προς ετέρου βλάβην ορμήσαι θέλη, ειδότα ότι ο πονηρός τους μεν κακούς ανελείν δύναται, απ’ αρχής την κατ’ αυτών ειληφώς εξουσίαν. Και ούπω τούτο κακόν τοις κακά πράξασιν, αλλά το μετά την αναίρεσιν τας ψυχάς αυτών κολαζομένας διαμένειν, τούτο όντως είναι χαλεπόν, δικαίως των κακώς προδιωρισμένων ορθώς έχειν είποι τις, ου είνεκεν παραιτείσθαι χρη, ως έφην, βραχείας χάριν ηδονής, αϊδίω περιβαλείν κολάσει.

Και ο Σίμων˙ Μήτι ουν ουκ έστι τη φύσει πονηρόν ή αγαθόν, αλλά νόμω διαφέρει και έθει; Ούτω παρά Πέρσαις ίδιον το γαμείν μητέρας, αδελφάς, θυγατέρας, άλλας δε ώσπερ χαλεπώτατον αγορεύεται. Όθεν των κακών μη ωρισμένων πάσι, την εκ Θεού κρίσιν προσδοκάν ουκ έστιν.

Και ο Πέτρος έφη˙ Ου δύναται τούτο συστήναι˙ πάσι γαρ φαίνεται, ότι το μητράσι μίγνυσθαι μυσαρόν, καν Πέρσαι, μόριον υπάρχοντες του παντός, υπό κακού έθους της μυσαράς αυτών πράξεως τον άνομον μη αντιλαμβάνωνται. Ως και Βρεταττανοί εμφανώς επί πάντων κοινωνούσιν και ουκ αιδούνται˙ και άλλοι σάρκας ανθρώπων εσθίουσιν, και ου μισούνται, και έτεροι τα κυνών και άλλα άρρητα πράσσουσιν. Ούτως ου χρη αισθήσει υπό έθους του κατά φύσιν εκτραπείση τας κρίσεις ποιείσθαι. Και γαρ το φονευθήναι κακόν εστίν, καν μη πάντες λέγωσιν, ότι μηδείς αυτοπαθείν θέλει, και κλοπή ουδείς επί τη εαυτού κολάσει ήδεται. Καν ουν ενός ουδέποτε ομολογουμένου είναι αμαρτήματα, εξ ανάγκης και τρίτην κρίσιν προς τα αμαρτήματα ορθώς έστι προσδοκάν.

Ταύτα του Πέτρου ειπόντος, ο Σίμων απεκρίνατο˙ Ούτω σοι δοκεί τα κατά τον πονηρόν είναι; Ειπέ μοι.

20. Και ο Πέτρος˙ Μεμνήμεθα του Κυρίου ημών και Διδασκάλου, ως εντελλόμενος είπεν ημίν˙ Τα μυστήρια εμοί και τοις υιοίς του οίκου μου φυλάξατε. Διο και τοις αυτού μαθηταίς κατ’ ιδίαν επέλυε της των ουρανών βασιλείας τα μυστήρια. Σοι δε, πολεμούντι ημάς και μηδέν έτερον διασκοπούντι ή τα ημέτερα είτε αληθή όντα, είτε ψευδή, τα απόρρητα λέγειν, ασεβείν εστίν. Άλλ’ ίνα μη δόξωσί τινές των παρεστώτων, ότι αδυνατώ προς τα υπό σου ρηθέντα αποκρίνασθαι (προφάσεως διαμηχανώμαι), ερώ πρότερον πυνθανόμενός σου, ει το μη αλγείν ήν, τι αν έστιν ήν ο πονηρός;

Και ο Σίμων έφη˙ Ουδέν.

Και ο Πέτρος˙ Άρά γε το πονηρόν το αλγείν εστί και το θανείν;

Και ο Σίμων˙ Φαίνεται.

Και ο Πέτρος˙ Ουκ άρα υπάρχει το πονηρόν αεί, άλλ’ ουδέ μην υπάρξαι δύναται˙ το γαρ αλγήσαι και θανείν των συμβαινόντων εστίν, ων ουθέτερόν εστί παρούσης ευσθενείας. Τί γαρ εστίν αλγείν, ή το αναρμοστείν; Τί δε θάνατος ή χωρισμός ψυχής από σώματος; Ούτ’ ουν αρμονίας ούσης το αλγείν εστίν˙ το γαρ θανείν ουδέ όλως των υπαρκτών εστίν, ότι θάνατος ουδέν εστίν, ως έφην, ή χωρισμός ψυχής από σώματος, ου συμβάντος, το μεν σώμα φύσει αναίσθητον ον λύεται, η δε ψυχή αισθητή ούσα ζώσα υπάρχει. Όθεν αρμονίας ούσης ουκ αλγείν έστιν, ουκ αποθανείν, άλλ’ ουδέ μη βοτάναι θανάσιμοι, ουχ ερπετά ιοβόλα, ουδέ άλλο τι τοιούτον, ου το τέλος θάνατος. Όθεν αθανασίας επικρατούσης ευλόγως πάντα γεγονότα φανήσεται. Όπερ και ούτως έσται, οπόταν δικαιοσύνης αιτία, ο άνθρωπος αθάνατος γένηται της του Χριστού ειρηνικής επικρατούσης βασιλείας, ότε αυτού και η κράσις εύκρατός εστίν, ίνα μη οξείας φύη ορμάς˙ έτι τε και γνώσις άπταιστος, ίνα μη τι των κακών ως αγαθόν πικροποιούν τε αλγούν έσται, ίνα μη θνητός η.

Υποσημείωση.

1. Μάρκ. 4, 34

***

21. Και ο Σίμωνας είπε˙ Αυτά βέβαια καλά τα είπες˙ όμως στον κόσμο αυτόν δεν νομίζεις ότι ο άνθρωπος είναι δεκτικός κάθε πάθους; Και εννοώ σαρκικής επιθυμίας, οργής, λύπης και τα παρόμοια.

Και ο Πέτρος˙ Και αυτά είναι από εκείνα που συμβαίνουν και όχι από τα αιώνια, και θ’ αποδειχθεί ότι συμβαίνουν προς όφελος της ψυχής. Διότι και η σαρκική επιθυμία ορίστηκε από εκείνον που δημιούργησε τα πάντα καλώς, να εμφανίζεται στον ζωντανό οργανισμό, ώστε οδηγούμενος από αυτήν σε συνουσία να πληθύνει την ανθρωπότητα, από την οποία γίνεται η επιλογή του πλήθους των καλυτέρων, που είναι κατάλληλοι για την αιώνια ζωή. Πλην όμως χωρίς την επιθυμία κανένας δεν θα επιχειρούσε την επαφή με τη γυναίκα, ενώ τώρα, με τη δικαιολογία της ηδονής, με την ιδέα ότι κάνει χάρη στον εαυτό του ο άνθρωπος κάνει το θέλημα εκείνου. Όμως, εάν κανείς χρησιμοποιεί την επιθυμία για νόμιμο γάμο, δεν ασεβεί, εάν όμως παρακινείται σε μοιχεία, ασεβεί, και γι’ αυτό τιμωρείται, επειδή εκείνο που δόθηκε καλώς το χρησιμοποίησε κακώς. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο και η οργή πήρε από τον Θεό την φυσική ιδιότητα να ανάβει μέσα μας, για να μας τραβάει να αμυνόμαστε εναντίον των αμαρτημάτων.

Αλλά και αυτήν αν κάποιος την χρησιμοποιεί χωρίς μέτρο αδικεί, ενώ αν την χρησιμοποιεί κατ’ αξία εκτελεί το δίκαιο. Αλλά και της λύπης είμαστε δεκτικοί, για να δείχνουμε τη συμπάθειά μας και στο θάνατο των δικών μας, της γυναίκας ή των παιδιών ή των αδελφών ή των γονέων ή των φίλων ή κάποιων άλλων. Γιατί, αν δεν συμπονούσαμε, θα ήμασταν απάνθρωποι. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλα τα άλλα θα βρεθούν να είναι χρήσιμα, εάν φυσικά τα σκεφθούμε με τον τρόπο που είπα.

22. Και ο Σίμωνας˙ Γιατί όμως πεθαίνουν και ανώριμοι, και εμφανίζονται αρρώστιες κατά χρονικά διαστήματα, αλλά υπάρχουν και δαίμονες και μανίες και πάθη κάθε είδους, που μπορούν να μας τιμωρούν;

Και ο Πέτρος˙ Επειδή οι άνθρωποι, κάνοντας τα πάντα για την ηδονή τους, έρχονται σε επαφή χωρίς να προσέχουν, οπότε η εκσπερμάτωσή του που δεν γίνεται στον κατάλληλο καιρό, είναι φυσικό να δημιουργεί μύρια κακά. Ενώ έπρεπε αυτοί να σκέπτονται, όπως έχει ορισθεί ο κατάλληλος καιρός για φυτεία και σπορά, έτσι και για τη σαρκική επαφή έχουν ορισθεί ως κατάλληλες προσεκτικές επιλεγμένες μέρες. Γι’ αυτό κανείς μαθαίνει από την παράδοση του Μωυσή, ο οποίος κατηγορούσε τον λαό για αμαρτίες, αποκαλώντας τους υιούς των σεληνιακών νεομηνιών1 και των Σαββάτων. Αλλά στις αρχές του κόσμου οι άνθρωποι ζούσαν πολλά χρόνια και χωρίς αρρώστιες, από τότε όμως που παραμέλησαν αυτήν την διάκριση, οι γιοι που τους διαδέχονται, εξαιτίας της άγνοιας, ερχόμενοι σε επαφή κατά τρόπο που δεν πρέπει, βάζουν τα παιδιά τους κάτω από τον κίνδυνο μυριάδων παθών. Γι’ αυτό και ο Δάσκαλός μας αναφερόμενος στον εκ γενετής τυφλό, που ξαναβρήκε το φως του από αυτόν, όταν τον ρωτήσαμε, εάν αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός,
απάντησε˙ «ούτε αυτός αμάρτησε σε τίποτε, ούτε οι γονείς του, αλλά για να φανερωθεί μέσω αυτού η δύναμη του Θεού, η οποία θεραπεύει τα αμαρτήματα της άγνοιας».2 Και πράγματι, εξαιτίας της άγνοιας συμβαίνουν αυτά, δηλαδή από το ότι δεν γνωρίζουν πότε πρέπει να έρχονται σε επαφή με τη γυναίκα τους, εάν είναι καθαρή από την εμμηνόρροια. Όμως αυτά που προανέφερες είναι πάθη από άγνοια και δεν έχουν προκληθεί από τον πονηρό. Επιπλέον δος μου αυτόν που δεν αμαρτάνει και πάρε αυτόν που δεν πάσχει,3 οι οποίοι εκτός του ότι δεν πάσχουν οι ίδιοι, θα δεις ότι μπορούν να θεραπεύσουν και άλλους. Ο Μωυσής λόγου χάρη, εξαιτίας της ευσέβειάς του έζησε όλο τον χρόνο της ζωής χωρίς αρρώστια, και θεράπευε με προσευχές τους Αιγυπτίους, οι οποίοι υπέφεραν εξαιτίας των αμαρτιών τους.

21. Και ο Σίμων έφη˙ Ταύτα μεν ορθώς έφης˙ πλην εν τω νυν κόσμω ου δοκεί σοι παντός πάθους δεκτικός είναι ο άνθρωπος; Λέγω δε επιθυμίας, οργής, λύπης και των τοιούτων.

Και ο Πέτρος˙ Και ταύτα των συμβαινόντων εστίν, ου των αεί όντων, χρησίμως δε τη ψυχή συμβαίνοντα νυν ευρεθήσεται. Η τε γαρ επιθυμία εκ του πάντα καλώς δημιουργήσαντος συμβαίνειν τω ζώω γεγένηται, ίνα υπ’ αυτής αγόμενον προς κοινωνίαν την ανθρωπότητα πληθύνη, αφ’ ης πλήθος εκλογής κρειττόνων γίνεται προς αιώνιον ζωήν επιτήδειον. Πλην άνευ επιθυμίας την προς γυναίκα κοινωνίαν ουδείς αν ανεδέξατο˙ νυν δε προφάσει ηδονής, ως εαυτώ χαριζόμενος ο άνθρωπος το εκείνου βούλημα ποιεί. Πλην, εάν τις τη επιθυμία χρήται προς νόμιμον γάμον, ουκ ασεβεί, προς μοιχείαν δε ορμών δυσσεβεί, και δια τούτο τιμωρείται, ότι τω καλώς τεθέντι εχρήσατο κακώς. Έτι τε ομοίως η οργή εν ημίν εξάπτεσθαι φύσιν έχειν είληφε παρά Θεού, ίνα προς άμυναν αμαρτημάτων υπ’ αυτής ελκώμεθα. Πλην αμέτρω αυτή τις χρησάμενος αδικεί, κατ’ αξίαν δε χρώμενος το δίκαιον εκτελεί. Αλλά και λύπης εσμέν δεκτικοί, ίνα το συμπαθητικόν έχωμεν επί τε θανάτω οικείων, γυναικός ή τέκνων ή αδελφών ή γονέων ή φίλων ή άλλων τινών.

Επείπερ, ει το συμπάσχειν ουκ είχομεν, απάνθρωποι αν ήμεν. Ομοίως και τα άλλα πάντα οικείως ευρεθήσεται έχοντα, εάν γε δι’ ο έλεγον επινοηθή.

22. Και ο Σίμων˙ Διατί δε και άωροι τελευτώσι και περιοδικαί νόσοι γίνονται έτι μην και δαίμονες και μανίαι και πάθη παντοδαπά κολάζειν μεγάλως δυνάμενα υπάρχει;

Και ο Πέτρος˙ Ότι οι άνθρωποι τα πάντα αυτών τη ηδονή χαριζόμενοι απαρατηρήτως κοινωνούσι και ούτως η των σπερμάτων καταβολή ακαίρως επιδοθείσα φυσικώς τα μυρία εκφύει κακά. Εχρήν δε αυτούς λογίζεσθαι, ότι, ως του φυτεύσαι και σπείραι καιρός επιτήδειος ώρισται, ούτω και του κοινωνήσαι επιτηρήσιμοι ημέραι προσωκείωνται. Ένθεν γουν τις εκ της Μωϋσέως παραδόσεως μεμαθηκώς, αιτιώμενος τον λαόν επί αμαρτίας, υιούς νεομηνιών των κατά σελήνην και σαββάτων απεκάλει. Αλλά και κατ’ αρχάς του κόσμου οι άνθρωποι πολυετείς τε ήσαν και άνοσοι. Οπότε δε αμελήσαντες την παρατήρησιν απέλιπον, έκτοτε κατά διαδοχήν υιοί αγνοίας αιτία ως μη δειν κοινωνούντες υπό μυρία πάθη τα εαυτών τιθέασι τέκνα. Όθεν και ο Διδάσκαλος ημών περί του εκ γενετής πηρού και αναβλέψαντος παρ’ αυτού εξετάζων ερωτήσασιν, «ει ούτος ήμαρτεν ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή» απεκρίνατο˙ «ούτε ούτός τι ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού, άλλ’ ίνα δι’ αυτού φανερωθή η δύναμις του Θεού, της αγνοίας ιωμένη τα αμαρτήματα».

Και αληθώς αγνοίας αιτία τα τοιαύτα γίνεται, ήτοι τω μη ειδέναι πότε δει κοινωνείν τη γαμετή, ει καθαρά εξ αφέδρου τυγχάνει. Πλην α προείρηκας πάθη εξ αγνοίας εστίν, ου μέντοι εκ πονηρού ειργασμένου. Προσέτι δε δος τον μη αμαρτάνοντα και λάβε τον μη πάσχοντα, και προς το μη πάσχειν και άλλους αυτόν θεραπεύσαι δυναμένους ευρήσεις. Αυτίκα γουν Μωϋσής δια ευσέβειαν απαθής τον πάντα της ζωής διετέλεσε χρόνον, και τους Αιγυπτίους δι’ αμαρτίας πάσχοντας ευχαίς ιάτο.

Υποσημειώσεις.

1. Νεομηνία (και νουμηνία), η αρχή του νέου μήνα, πρωτομηνιά, ο νέος σεληνιακός μήνας.
2. Πρβλ. Ιω. 9, 1ε
3. Πρόκειται για παροιμιώδη έκφραση, που δείχνει τη στενή σχέση της αμαρτίας με την αρρώστια.

***

23. Και ο Σίμωνας είπε˙ Έστω ότι αυτά είναι έτσι. Δεν σου φαίνεται ότι είναι πολύ άδικη η ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων; διότι άλλος ζει με στερήσεις, άλλος είναι πλούσιος, άλλος είναι άρρωστος, άλλος είναι υγιής και άλλα επίσης τέτοια μύρια υπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή.

Και ο Πέτρος είπε˙ Δεν βλέπεις, Σίμωνα, ότι πάλι στρέφεις τη συζήτηση έξω από τον σκοπό; Διότι, ενώ συζητούμε για τον πονηρό, εσύ, κάνοντας εκτροπή, οδηγείς τον λόγο στα φαινομενικά ατοπήματα. Αλλά και σ’ αυτό θα σου απαντήσω. Ο κόσμος είναι όργανο που έγινε με πολλή δεξιότητα, ώστε στον άνδρα που θα ερχόταν δια μέσου των αιώνων η γυναίκα να γεννά αιώνια δίκαιους υιούς. Δεν θα μπορούσαν όμως να γίνουν εδώ ευσεβείς, εάν δεν υπήρχαν οι φτωχοί τους οποίους θα βοηθήσουν. Για τον ίδιο λόγο επίσης υπάρχουν και οι άρρωστοι, για τους οποίους θα φροντίσουν. Και τα άλλα όλα έχουν την ίδια δικαιολογία.

Και ο Σίμωνας˙ Δηλαδή είναι κακότυχοι οι ταπεινοί; Αφού για να γίνουν οι δίκαιοι αυτοί υποφέρουν.

Και ο Πέτρος˙ Εάν ήταν αιώνια η ταπείνωσή τους, θα ήταν πολύ μεγάλη ατυχία. Αλλά οι ταπεινώσεις και ανυψώσεις στους ανθρώπους γίνονται με κλήρο. Σε όποιον δεν αρέσει αυτό που σου έλαχε, είναι δυνατό να κάνει προσφυγή στον δικαστή και αφού δικαστεί νόμιμα, να αλλάξει τη ζωή του.

Και ο Σίμωνας˙ Ποιός είναι αυτός ο κλήρος και ο δικαστής;

Και ο Πέτρος˙ Αυτό αποτελεί θέμα άλλης ομιλίας. Ωστόσο, εάν επιτρέψεις, μπορούμε να σου αποδείξουμε, με ποιο τρόπο, αφού αναγεννηθείς και μεταβάλεις τον χαρακτήρα σου και ζήσεις σύμφωνα με τον νόμο, θα επιτύχεις την αιώνια σωτηρία.

24. Και ο Σίμωνας ακούοντας αυτά είπε˙ Μη νομίσεις λοιπόν, επειδή σε κάθε θέμα συζητώντας συμφωνούσα, ότι ερχόμουν σε άλλο θέμα με σκοπό για να πληροφορηθώ. Αντίθετα, σου έδινα ευκαιρία να πεισθείς για την άγνοιά σου, ώστε να έρθεις σε άλλο θέμα, με σκοπό, αφού μάθω όλη την άγνοιά σου, να μη σκέπτομαι να σε κατηγορώ. Αλλά αφού βεβαιωθήκαμε επί τρεις ήδη ημέρες, συγχώρησέ με, θα έρθω και θα σου αποδείξω ότι δεν γνωρίζεις τίποτε.

Αφού είπε αυτά ο Σίμωνας και επρόκειτο να βγει έξω, είπε ο δικός μου πατέρας˙ Άκουσέ με για λίγο, Σίμωνα, και μετά πήγαινε όπως σου αρέσει. Θυμάμαι ότι στην αρχή, πριν από τη συζήτηση, επειδή δεν είχες ακόμα αποκτήσει γνώμη για μένα, μου καταλόγιζες προκαταλήψεις. Και τώρα όμως που άκουσα με προσοχή τη συζήτηση και γνώρισα ότι ο Πέτρος υπερέχει και έδωσα σ’ αυτόν την αλήθεια, πώς σου φαίνομαι, ότι κρίνω σωστά, αφού γνωρίζω, ή όχι; Διότι, εάν πεις ότι έκρινα ορθά, να μη συμφωνήσεις, για να μη φαίνεσαι προκατειλημμένος, συ που και μετά από ομολογία δεν θέλεις να συμφωνήσεις. Εάν πάλι δεν αποφάνθηκα ορθά ότι ο Πέτρος υπερείχε κατά την συζήτηση, πείσε μας εσύ ότι δεν κρίναμε σωστά, ή να μη πάψεις να συζητάς μαζί του για όλα, αφού θα συμβαίνει κάθε φορά να ηττάσαι και να συμφωνείς. Αλλιώς θα ντρέπεσαι όλους τους ακροατές, και καθώς, αντί μεγάλης τιμωρίας, θα κατηγορείσαι και θα ασχημονείς, θα υποφέρει από τη συνείδηση η ψυχή σου.

Διότι το ότι νικήθηκες το είδαμε στην πράξη, και τον λόγο που υποσχέθηκες τον ακούσαμε. Τέλος, δεν νομίζω, ότι θα έρθεις για τη συζήτηση όπως υποσχέθηκες, αλλά για να μη κατηγορείσαι βγαίνοντας υποσχέθηκες ότι θα ξαναέρθεις.

25. Ο Σίμωνας τότε, επειδή υπήρχε ακόμα πολλή ώρα, αφού έβαλε τα χέρια του στο πολύ πλήθος για να τους θεραπεύσει και τους άφησε να φύγουν, μπήκε με τους πιο στενούς συνεργάτες του στο σπίτι και κάθισε. Εκεί λοιπόν κάποιος από τους ακολούθους του, που λεγόταν Σοφωνίας, είπε˙ Δοξάστηκε, Πέτρε, ο Θεός που σε εξέλεξε, και για τη σοφία αναπαύσεως χάριν εκείνων που έχουν αγαθές προθέσεις˙ διότι πραγματικά συζήτησες με τον Σίμωνα κατά τρόπο υπέροχο και ανεξίκακο. Ζητούμε να μιλήσεις και σε μας για τους πονηρούς, ελπίζοντας ότι σε μας θα φανερώσεις πιο ειλικρινά τον λόγο γι’ αυτούς, όχι όμως την ώρα αυτή, αλλά αύριο, εάν θέλεις˙ διότι αναγνωρίζουμε την κούρασή σου από τη συζήτηση.

Και ο Πέτρος είπε˙ Θέλω να γνωρίζετε, ότι εκείνος που κάνει κάτι με ευχαρίστηση, ξεκουράζεται από την ίδια την κόπωση, ενώ όταν κάνει αυτά που δεν θέλει, και από την ίδια την ανάπαυση κουράζεται πάρα πολύ. Ώστε μου χαρίζετε μεγάλη ανάπαυση, προκαλώντας συζήτηση για πράγματα που μου είναι αγαπητά. Ικανοποιημένοι από την πρόθεσή του και αναγνωρίζοντας την κόπωση μέσα στη νύχτα, όπως συνήθιζε να λέει στους πιο κοντινούς, ζητήσαμε να γίνει η μετάθεση της ομιλίας. Και αφού φάγαμε, πήγαμε για ύπνο.

23. Και ο Σίμων˙ Έστω μεν ταύτα ούτως έχειν. Ου δοκεί σοι αδικωτάτη η εν ανθρώποις ανωμαλία; Ος μεν γαρ πένεται, ος δε πλουτεί, και ος μεν νοσεί, και ος δε υγιαίνει, και ομώς τοιαύτα τινά μυρία εν τω ανθρωπίνω βίω.

Και ο Πέτρος˙ Ου συνοράς, ώ Σίμων, ότι πάλιν εκτός του σκοπού τους λόγους πέμπεις; Περί πονηρού γαρ ημών διαλεγομένων, συ εκτροπήν ποιήσας περί των δοκούντων ατοπημάτων τον λόγον εισηγήσω. Πλην και εις αυτό ερώ. Ο κόσμος όργανόν εστί τεχνικώς γεγονός, ίνα τω εσομένω άρρενι αιωνίως η θήλεια τίκτη δικαίους αιωνίους υιούς. Ουκ εδύναντο δε ευσεβείς ενταύθα αποτελεσθήναι, ει μη ήσαν οι ενδεείς οις επικουρήσουσιν. Ομοίως τε και δια τούτό εισί και νοσούντες, ων προνοήσουσιν. Και τα εξής τούτον περιέχει τον λόγον.

Και ο Σίμων˙ Ουκούν ητύχηται τοις ταπεινοίς; Προς γαρ το αποτελεσθήναι δικαίους αυτοί κακουχούνται.

Και ο Πέτρος˙ Ει ην αιώνιος ταπείνωσις αυτών, ατυχία αν ην μεγίστη. Αλλά προς τω κλήρω τα ταπεινώματα και υψώματα ανθρώποις γίνεται, ως δι’ αν μη αρέσκη ο κλήρος, ένεστιν εκκλήτως χρησάμενον και νομίμως διαδικασμένον τον υπ’ αυτού υπαλλάξαι βίον.

Και ο Σίμων˙ Τίς ούτος ο κλήρος και έκκλητος;

Και ο Πέτρος˙ Του ετέρου λόγου εξήγησίς εστίν. Πλην, εάν επιτρέψης, δείξαί σοι δυνάμεθα, πώς αναγεννηθείς και την γένεσιν υπαλλάξας και νομίμως βιώσας αιωνίου τεύξη σωτηρίας.

24. Και ο Σίμων ταύτα ακούσας έφη˙ Μήτι νομίσης, ως επειδή εις έκαστον κεφάλαιον ζητών σε συνετιθέμην ως πληροφορούμενος εφ’ έτερον ερχόμενον κεφάλαιον. Άλλ’ αγνοίας σοι το πείθεσθαι παρείχον, ίνα επ’ άλλο έλθης κεφάλαιον, όπως πάσης αγνοίας σου μαθών μη στοχαζόμενος καταγινώσκω σου. Αλλά πεπληροφορημένων νυν ήδη τριών ημερών μοι συγχώρησιν, και ελθών δείξω σε μηδέν ειδότα.

Ταύτα του Σίμωνος ειπόντος και εξιέναι μέλλοντος ο εμός έφη πατήρ˙ Βραχέα μου, Σίμων, επακούσας, ως σοι φίλον εστίν, πορεύου. Μέμνημαι, ως την αρχήν προ της ζητήσεως, ως μήπω πείράν μου λαβών, προλήψεις μου κατέφερες. Και νυν δε επαλλήλως ακούσας της ζητήσεως και Πέτρον εν υπεροχή γνους και αυτώ το αληθεύειν νυν δους, τί σοι φαίνομαι ορθών κρίνειν ειδώς, η ού; Ει μεν γαρ ορθώς κρίνατά με φαίης, μη συνθή, ίνα μη φαίνη προειλημμένος, ο και μετά ομολογίαν ήττω συνθέσθαι μη θέλων. Ει δ’ άρα μη ορθώς τον Πέτρον εν υπεροχή της ζητήσεως απεφαινόμην, συ ημάς πείσον, πώς ουκ ορθώς εκρίναμεν, ή του ζητείν αυτώ επί πάντων μη παύση, επεί έσται σοι εκάστοτε ηττωμένω και συντιθεμένω. Ή δε το αιδείσθαι έχεις από πάντων των ακροατών, αντί μεγίστης τιμωρίας καταγινωσκομένω και ασχημονούντι υπό συνειδήσεως την σεαυτού αλγείν ψυχήν˙ το γαρ νενικήσθαι έργω είδομεν, τον δε επαγγελλόμενόν σου λόγον ηκούσαμεν.

Πέρας γουν ουκ οίμαι, σε επί την ζήτησιν ελθείν, ως υπέσχου, αλλά προς τω δοκείν μη αιτιάσθαι εξιών επανελθείν υπέσχηται.

25. Ο δε Σίμων ταύτα ακούσας υπό οργής τους οδόντας βρύξας, σιωπών επορεύθη.

Ο δε Πέτρος έτι ώρας ουκ ολίγης ούσης τον πολύν όχλον χειροθετήσας προς ίασιν και απολύσας, μετά των συνηθεστέρων εισιών οίκοι εκαθέσθη. Και δη τις των ακολούθων Σοφωνίας όνομα έφη˙ Ευλόγηται, Πέτρε, ο Θεός, ο εκλεξάμενός σε και σοφίας αναπαύσεως μεν ένεκεν των ευγνωμόνων˙ αληθώς γαρ μεγάλως και ανεξικάκως διειλέχθης προς Σίμωνα. Και ημίν δε περί πονηρών διαλεχθήναί σε αξιούμεν, ελπίζοντες γνησιώτερόν σε ημίν τον περί αυτού εκφαίναι λόγον, και ταύτα ουκ αυτής ώρας, άλλ’ αύριον, ει σοι φίλον εστίν˙ συγγινώσκομεν γαρ σοι δια τους εκ της ζητήσεως καμάτους.

Και ο Πέτρος˙ Ειδέναι υμάς θέλω, ότι ο μετά ηδονής ποιών τι υπ’ αυτών των καμάτων αναπαύεται, μη ποιών δε α βούλεται υπ’ αυτής της αναπαύσεως κάμνει τα μέγιστα. Ώστε μοι τα μεγάλα της αναπαύσεως χαρίζεσθε, τα εμοί φίλα διαλέγεσθαι ποιούντες. Πλην επί τη προαιρέσει αυτού εξαρκεσθέντες και τοις καμάτοις συγγνόντες εις την νύκτα, ως αυτώ έθος ην προς τους γνησιωτέρους λέγεσθαι την υπέρθεσιν γενέσθαι ηξιώσαμεν. Και δη αλών μεταλαβόντες εις ύπνον ετράπημεν.

Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.

Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994

Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.

Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.