1.Αφού (ο Πέτρος) σηκώθηκε τη νύχτα και ξύπνησε και μας, κάθισε όπως πάντα και είπε˙ Ρωτήστε με για όποια πράγματα θέλετε.
Και ο Σοφωνίας άρχισε πρώτος˙ Πες σε μας που επιθυμούμε να μάθουμε, ποιά είναι η πραγματική διδασκαλία για τον πονηρό.
Και ο Πέτρος είπε˙ Ήδη βέβαια και με την ομιλία μου προς τον Σίμωνα τη φανέρωσα, άλλ’ επειδή τα σχετικά μ’ αυτόν τα είπα μαζί με άλλα θέματα, δεν φωτίστηκαν με σαφήνεια˙ διότι πολλά θέματα που φαίνονται ότι είναι ισοδύναμα με την αλήθεια, αυτής της αλήθειας προσφέρουν στους περισσότερους κάποια γνώση˙ ώστε, εάν σας πω τώρα, αυτά που είπα τότε με πολλά θέματα στον Σίμωνα, να μη νομίσετε ότι τιμάστε με ίση προς αυτόν τιμή.
Και ο Σοφωνίας˙ Μίλησες σωστά, είπε˙ διότι εάν τώρα για χάρη μας ξεχωρίσεις μερικά από τα θέματα που ανέπτυξες τότε, αυτή την αλήθεια θα την κάνεις πιο φανερή.
2. Και ο Πέτρος˙ Ακούσατε, λοιπόν, είπε, την αλήθεια για την αρμονία του πονηρού. Ο Θεός που όρισε δύο βασιλείες, ίδρυσε και δύο αιώνες, αποφασίζοντας να δώσει τον κόσμο αυτόν στον πονηρό, επειδή αυτός είναι μικρός και παρέρχεται γρήγορα, ενώ στον αγαθόν υποσχέθηκε ότι θα δώσει τον μελλοντικό αιώνα, επειδή είναι μεγάλος και αιώνιος. Τον άνθρωπο λοιπόν τον δημιούργησε αυτεξούσιο, με την ικανότητα να κλίνει σε όποιες πράξεις θέλει. Και το μεν σώμα του αποτελείται από τρία μέρη και γεννιέται από την θηλυκή. Έχει δε επιθυμία σαρκική, οργή, λύπη και όλα τα συνακόλουθα μ’ αυτά. Και το πνεύμα κι αυτό δεν αποτελείται από τρία γένη, αλλά από τρία μέρη, και γεννιέται από τον αρσενικό. Και είναι δεκτικό λογισμού, γνώσεως, φόβου και των όσων ακολουθούν αυτά. Κάθε μια από τις τριάδες έχει μια ρίζα, ώστε να είναι ο άνθρωπος μπροστά του. Ανοίχτηκαν δύο δρόμοι, του νόμου και της παρανομίας˙ και δύο βασιλείς ορίστηκαν, η μία λεγομένη των ουρανών, και η άλλη αυτών που βασιλεύουν τώρα στη γη.
Αλλά και δύο βασιλείς τοποθετήθηκαν, από τους οποίους ο βασιλιάς του πρόσκαιρου αυτού κόσμου χειροτονήθηκε να βασιλεύει με τον νόμο και κατασκευάσθηκε έτσι να χαίρεται με την εξολόθρευση των κακών˙ ο άλλος, που είναι κι αυτός βασιλιάς του μελλοντικού αιώνα, αισθάνεται στοργή για όλη την ανθρώπινη φύση, χωρίς να μπορεί να έχει παρρησία στα παρόντα πράγματα, αλλά, προσπαθώντας να κρύβει ποιος ακριβώς είναι, συμβουλεύει αυτά που συμφέρουν.
1.Νύκτωρ δε διαναστάς και διυπνίσας ημάς, καθεσθείς συνήθως έφη˙ Πυνθάνεσθέ μου, περί ων βούλεσθε.
Και ο Σοφωνίας αυτώ πρώτος ήρξατο˙ Πώς όντως ο περί πονηρού λόγος έχει, επιθυμούσιν ημίν μαθείν υφήγησαι.
Και ο Πέτρος˙ Ήδη μεν, έφη, και δια της προς Σίμωνα διαλέξεως εξέφηνα, τω δε συν ετέροις κεφαλαίοις τα περί αυτού ειρηκέναι ου πάνυ σαφώς εφωτίσθη˙ πολλά γαρ κεφάλαια ισοδυναμείν δοκούντα τω αληθεί αυτού του αληθούς τοις πλείοσι παρέχει τινά γνώσιν˙ ώστε, εάν νυν υμίν είπω, α τότε μετά πολλών ειρήκειν κεφαλαίων τω Σίμωνι, μη οιηθήτε ίση αυτώ τιμή τετιμήσθαι.
Και ο Σοφωνίας˙ Ορθώς, έφη, λέγεις˙ ει νυν γαρ ημίν εκ πολλών των τότε ειρημένων κεφαλαίων αφορίζεις, αυτό το αληθές ποιήσεις φανερώτατον.
2. Και ο Πέτρος˙ Ακούσατε, έφη, τοιγαρούν της περί του πονηρού αρμονίας την αλήθειαν. Ο Θεός δύο βασιλείας ορίσας και δύο αιώνας συνεστήσατο, κρίνας τω πονηρώ δεδόσθαι τον παρόντα κόσμον δια το μικρόν τε αυτόν είναι και παρέχεσθαι οξέως, τω δε αγαθώ δώσειν υπέσχετο τον μέλλοντα αιώνα, άτε δη μέγαν όντα και αΐδιον. Τον ουν άνθρωπον αυτεξούσιον εποίησεν, επιτηδειότητα έχοντα νεύειν προς ας βούλεται πράξεις. Και το μεν σώμα αυτού εστί τριμερές, εκ θηλείας έχουν την γένεσιν. Έχει γαρ επιθυμίαν, οργήν, λύπην και τα τούτοις επόμενα. Το δε πνεύμα και αυτό ου τριτογενές ον, αλλά τριμερές, εκ του άρρενος έχει την γένεσιν, και δεκτικόν έστι λογισμού, γνώσεως, φόβου και των τούτοις επομένων. Εκατέρα δε των τριάδων μίαν έχει την ρίζαν, ως είναι τον άνθρωπον εκ φυραμάτων δύο, θηλείας τε και άρρενος. Διο δη και δύο αυτώ οδοί προετέθησαν, νόμου τε και ανομίας˙ δύο τε βασιλείαι ωρίσθησαν, η μεν ουρανών λεγομένη, η δε των επί γης νυν βασιλευόντων.
Αλλά και δύο βασιλείς ετάχθησαν, ων ο μεν του παρόντος και προσκαίρου κόσμου νόμω βασιλεύειν χειροτονείται, ος και επ’ ολέθρω πονηρών χαίρειν εκράθη, ο δε έτερος, και αυτός βασιλεύς υπάρχων του εσομένου αιώνος, στέργει πάσαν ανθρώπων φύσιν, εν τοις παρούσι την παρρησίαν έχειν ου δυνάμενος, άλλ’ ως τις ποτ’ εστί λανθάνειν πειρώμενος τα συμφέροντα συμβουλεύει.
***
3. Ο καθένας από τους δύο αυτούς βασιλείς εκδιώκει τον άλλο, με εντολή του Θεού. Ο καθένας δε από τους ανθρώπους έχει εξουσία να υπακούει σε όποιος από αυτούς θέλει, για να κάνει καλά ή κακά. Αλλά εάν κάποιος διαλέξει να κάνει τα καλά, γίνεται κτήμα του αγαθού βασιλιά που θα έρθει στο μέλλον, και εάν κάποιος κάνει τα κακά, γίνεται υπηρέτης του παρόντος πονηρού. Αυτός εξαιτίας των αμαρτιών, με δίκαιη απόφαση, έχει πάρει την εξουσία εναντίον του και εάν θελήσει να την χρησιμοποιήσει και πριν από τον μέλλοντα αιώνα, τιμωρώντας τον στην παρούσα ζωή ευχαριστιέται, και ενώ ικανοποιεί τη δική του επιθυμία, εκτελεί τη θέληση του Θεού. Αντίθετα, ο άλλος που δημιουργήθηκε με την εξουσία να χαίρεται για τους δίκαιους, όταν βρίσκει ένα δίκαιο ευχαριστιέται πολύ, σώζοντάς τον στην αιώνια ζωή, και αυτός, ενώ ικανοποιεί τον εαυτό του, αποδίδει στον Θεό τη χάρη γι’ αυτούς. Επιτρέπεται όμως σε κάθε άδικο που μετάνοιωσε να σωθεί, και σε κάθε δίκαιο άνδρα για την τελευταία αμαρτία του να δικαστεί.
Ωστόσο, οι δύο αυτοί ηγεμόνες είναι τα γρήγορα χέρια του Θεού που επιθυμούν να εκτελέσουν το θέλημά του. Και ότι αυτό έτσι είναι, έχει λεχθεί στο Νόμο από αυτόν τον ίδιο τον Θεό˙ «εγώ θα σκοτώσω και θα κάνω να ζήσουν˙ θα πατάξω και θα θεραπεύσω».1 Και πράγματι σκοτώνει και ζωογονεί. Σκοτώνει με το αριστερό του χέρι, δηλαδή μέσω του πονηρού που κατασκευάστηκε να χαίρεται για την τιμωρία των ασεβών. Σώζει δε και ευεργετεί με το δεξιό του χέρι, δηλαδή μέσω του αγαθού, ο οποίος δημιουργήθηκε για να χαίρεται με την ευεργεσία και σωτηρία των δικαίων. Οι ουσίες όμως αυτών δεν είναι έξω από τον Θεό˙ εξάλλου δεν υπάρχει καμμιά άλλη αρχή. Δεν προήλθαν όμως από τον Θεό ως ζωντανά όντα, διότι είχαν την ίδια γνώμη μ’ αυτόν. Ούτε έγιναν με τυχαία συμβάντα, παρά τη θέληση αυτού, διότι η μεγάλη του δύναμη θα κατελύετο. Αλλά από μεν τον Θεό προήλθαν τα πρώτα τέσσερα στοιχεία, το θερμό, το ψυχρό, το υγρό και το ξερό. Γι’ αυτό και είναι πατέρας κάθε ουσίας, η οποία είναι διακριτικό γνώρισμα της ανάμιξης των στοιχείων.
Διότι, ενώ η ανάμιξή τους έγινε έξω από τον Θεό, η προαίρεσή τους γεννήθηκε ύστερα ως παιδί τους. Ο πονηρός λοιπόν, αφού υπηρετήσει άμεμπτα τον Θεό για τον σκοπό του παρόντος κόσμου, επειδή δεν προέρχεται από μια μόνο ουσία, δηλαδή της κακίας, αφού μεταβληθεί μπορεί να γίνει αγαθός. Διότι δεν κάνει τώρα κανένα κακό, αν και είναι κακός, αφού νόμιμα πήρε την εξουσία να τιμωρεί.
4. Όταν ο Πέτρος είπε αυτά, ο Μιχαίας, που ήταν ένας από τους συνοδούς του, ρώτησε˙ Από πού λοιπόν προήλθε η τάση των ανθρώπων να αμαρτάνουν;
Και ο Πέτρος είπε˙ Από την άγνοιά τους, ότι για όσα κακά κάνουν όταν γίνει κρίση θα τιμωρηθούν οπωσδήποτε. Από εκεί, όπως είπα άλλοτε, και τη σαρκική επιθυμία, ενώ την έχουν για τη διαιώνιση της ζωής, την ικανοποιούν όπως τύχει με την ασέλγεια σε άκακα παιδιά, ή με κάποια άλλη ελκυστική αμαρτία. Διότι με το να αγνοούν ότι κρίνονται, όπως είπα πριν, δεν φοβούνται και βιάζονται να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους παράνομα. Ώστε δεν είναι κακός ο Θεός, ο οποίος καλώς έβαλε την επιθυμία, για να διαιωνίζεται η ζωή, αλλά αυτοί είναι ασεβέστατοι, που χρησιμοποιούν με τρόπο κακό το καλό της επιθυμίας. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να σκεφτόμαστε και για την οργή, ότι δηλαδή, όταν κανείς την χρησιμοποιεί δίκαια, όπως επιτρέπεται, είναι ευσεβής, όταν όμως βγαίνει έξω από το μέτρο και κρίνει μόνος τον εαυτό του, είναι ασεβής.
3. Των δε δύο τούτων ο έτερος τον έτερον εκβιάζεται, Θεού κελεύσαντος. Έκαστος δε των ανθρώπων εξουσίαν έχει, εκείνω αυτών ω βούλεται, πείθεσθαι προς το πράσσειν αγαθά ή κακά. Πλην, εάν τα αγαθά τις πράσσειν έληται, του εσομένου αγαθού βασιλέως γίνεται κτήμα, ει δε φαύλα πράξειέ τις, του παρόντος γίνεται πονηρού υπηρέτημα, ος δι’ αμαρτίας κρίσει θελήσας δικαία την κατ’ αυτού λαβών εξουσίαν και προς του μέλλοντος αιώνος θελήσας αυτή χρήσθαι εν τω νυν βίω κολάζων ήδεται, και ως ιδία χαριζόμενος επιθυμία την του Θεού βούλησιν εκτελεί. Ο δε έτερος επί δικαίων εξουσία χαίρειν δημιουργηθείς, δίκαιον ευρών μεγάλως ευφραίνεται, σώζων αυτόν αϊδίω ζωή, και αυτός δε ως εαυτώ χαριζόμενος την υπέρ τούτων εις Θεόν αναφέρει χάριν. Έξεστι δε παντί αδίκω μεταμεληθέντα σώζεσθαι, και παντί δικαίω ανδρί επί τελευταίας αμαρτίας δίκην υπέχειν. Πλην οι δύο ηγεμόνες ούτοι ταχείαι χείρές εισί Θεού προλαμβάνειν επιθυμούσαι, το αυτού θέλημα επιτελείν. Ότι δε τούθ’ ούτως έχει, είρηται και τω νόμω εκ προσώπου του Θεού.
«Εγώ αποκτενώ και ζην ποιήσω˙ πατάξω, καγώ ιάσομαι». Αληθώς γαρ αποκτείνει και ζωογονεί. Αποκτείνει μεν δια της αριστεράς, τούτ’ έστι δια του επί κακώσει των ασεβών χαίρειν κραθέντος πονηρού. Σώζει δε και ευεργετεί δια της δεξιάς, τούτ’ έστι δια του επ’ ευεργεσία και σωτηρία δικαίων χαίρειν δημιουργηθέντος αγαθού. Εισί δε ούτοι τα ουσίας έχοντες ουκ έξωθεν του Θεού˙ ουδέ γαρ έστιν ετέρα τις αρχή. Ου μην από του Θεού ως ζώα προεβλήθησαν, ομόδοξοι γαρ αυτώ ήσαν˙ ούτε συμβεβηκόσιν αυτομάτως παρά την αυτού βουλήν γεγονότες. Επεί το της δυνάμεως αυτού μέγιστον ανήρητο αν. Αλλά από του Θεού μεν προβέβληνται τα πρώτιστα στοιχεία τέσσαρα, το τε θερμόν και ψυχρόν, υγρόν τε και ξηρόν. Όθεν δη και πατήρ τυγχάνει πάσης ουσίας ούσης γνώμης της κατά την κράσιν˙ έξω γαρ κραθείσιν αυτοίς ως τέκνον ή προαίρεσις εγεννήθη. Ο ουν πονηρός προς τω του ενεστώτος κόσμου τέλει υπουργήσας αμέμπτως τω Θεώ, άτε δη ου μιας ουσίας ων της προς κακίαν μόνης, μετασυγκραθείς αγαθός γενέσθαι δύναται.
Ουδέ γαρ νυν κακόν τι ποιείν, καίτοι κακός ων, νομίμως κακουχείν ειληφώς την εξουσίαν.
4. Ταύτα του Πέτρου ειπόντος, Μιχαίας, και αυτός των ακολούθων τις ων, επύθετο˙ Πόθεν ουν τοις ανθρώποις το αμαρτάνειν;
Και ο Πέτρος έφη˙ Εκ του αγνοείν, ότι περί ων πράσσουσι κακώς, κρίσεως γενομένης πάντως κολασθήναι έχουσιν. Όθεν και την επιθυμίαν, ως άλλοτε είπον, διαδοχήν βίου έχοντες ταύτην πληροφορούσιν, ως έτυχεν ημέρων παίδων φθορά, ή άλλη τινί κολακευούση αμαρτία. Τω γαρ αγνοείν, ότι κρίνονται, ως φθάσας είπον, δια το άφοβον την επιθυμίαν ου νομίμως πληρούν επείγονται. Ώστε ουχ ο Θεός κακός, ο καλώς θεις την επιθυμίαν, ίνα διαδοχή βίου γένηται, άλλ’ αυτοί ασεβέστατοι,οι τω καλώ της επιθυμίας χρησάμενοι κακώς. Ούτω δη και επί της οργής έστι λογίσασθαι, ότι δικαίως μεν αυτή τις χρησάμενος, ως έξεστιν, ευσεβεί, παρά δε το μέτρον εξελθών και εαυτώ την κρίσιν λαβών ασεβεί.
Υποσημείωση.
1. Δευτ. 32, 39
***
5. Και ο Σοφωνίας είπε πάλι˙ Η μακροθυμία σου, κύριέ μου, Πέτρε, μας δίνει το θάρρος να σε ρωτήσουμε πολλά πράγματα, για να τα εξακριβώσουμε. Γι’ αυτό έχοντας θάρρος κάνουμε ερωτήσεις με κάθε τρόπο. Θυμάμαι λοιπόν, ότι χθες ο Σίμων, συζητώντας μαζί σου, είπε, πως ο πονηρός, εάν έχει γεννηθεί από τον Θεό, αναγκαστικά θα είναι από την ίδια μ’ αυτόν που τον γέννησε ουσία, και θα έπρεπε να είναι αγαθός και όχι κακός. Εσύ όμως απάντησες, ότι δεν είναι οπωσδήποτε έτσι, διότι πολλοί από αγαθούς γεννιούνται κακοί, όπως από τον Αδάμ, όποιοι και αν είναι, γεννήθηκαν δύο, από τους οποίους ο ένας ήταν κακός και ο άλλος αγαθός. Και όταν ο Σίμωνας σε κατηγόρησε ότι χρησιμοποίησες ανθρώπινα παραδείγματα, απάντησες ότι με τη δικαιολογία αυτή ούτε ότι ο Θεός γέννησε πρέπει να παραδεχθούμε˙ διότι και αυτό το παράδειγμα είναι ανθρώπινο. Εγώ όμως ο Σοφωνίας το ότι γέννησε ο Θεός το παραδέχομαι, αλλά δεν παραδέχομαι ότι γέννησε κακόν, έστω και αν οι αγαθοί άνθρωποι γεννούν κακούς.
Και μη νομίσεις ότι απερίσκεπτα, από αυτά που διαφέρουν στους ανθρώπους, μερικά τα αποδίδω στον Θεό και μερικά όχι, επειδή την μεν γέννηση την αποδίδω στον Θεό, ενώ το ότι γέννησε ανόμοιο δεν το αποδίδω. Διότι οι μεν άνθρωποι, όπως είναι φυσικό, γεννούν ανόμοιους προς τα δικά τους διακριτικά για τον εξής λόγο. Αφού αποτελούν ένωση τεσσάρων στοιχείων, κατά τις διάφορες μετατροπές τα σώματα μεταβάλλονται διαφορετικά, όπως και στο ανθρώπινο σώμα σε κάθε ηλικία το χαρακτηριστικό της αλλαγής με την αύξηση ή ελάττωσή του παραβαίνει τη συμμετρική ένωση των στοιχείων. Διότι, αφού τα στοιχεία δεν μένουν πάντοτε ίδια, τα σπέρματα εκκρίνονται έχοντας διαφορετική κάθε φορά σύνθεση, ανάλογα δε προς την σύνθεση της εποχής είναι και τα χαρακτηριστικά αυτών που γεννιώνται, ή αγαθά ή κακά. Για τον Θεό όμως δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάτι τέτοιο˙ διότι, αφού είναι αμετάβλητος και αιώνιος, όταν θελήσει να γεννήσει, κατ’ ανάγκη αυτό που γεννιέται είναι ίδιο σε όλα με εκείνον που το γέννησε, εννοώ και την ουσία, και στα χαρακτηριστικά. Εάν όμως κάποιος θελήσει να πει, ότι και αυτός είναι μεταβλητός, δεν γνωρίζω πως μπορεί να τον πει και αθάνατο.
6. Ακούοντας ο Πέτρος αυτά και αφού για λίγο έμεινε σκεπτικός, είπε˙ Δεν νομίζω ότι κάποιος μπορεί να μιλάει με τον πονηρό, χωρίς να κάνει το θέλημα αυτού του πονηρού. Γι’ αυτό, γνωρίζοντάς το αυτό, ξέρω τι θα κάνω, ποιο από τα δύο, θα σιωπήσω ή θα μιλήσω. Διότι, εάν μεν σιωπήσω, θα μπορούσα να προκαλέσω γέλιο στους περισσότερους, επειδή, ενώ υπόσχομαι να κηρύξω την αλήθεια, αγνοώ τη διδασκαλία για την κακία. Εάν πάλι μιλήσω, φοβάμαι μήπως τυχόν δεν αρέσει στον Θεό να συζητείται το κακό, παρά μόνο το αγαθό. Όμως, απαντώντας στην ερώτηση του Σοφωνία, θα κάνω και σε σας πιο φανερές τις δικές μου αντιλήψεις. Συμφωνώ κι εγώ ότι δεν πρέπει να αποδίδουμε όλα τα ανθρώπινα στον Θεό. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι, μη έχοντας τα σώματα μεταβλητά, δεν μεταβάλλονται, αλλά με το πέρασμα του χρόνου είναι στη φύση τους να μεταβάλλονται από τις μετατροπές. Ο Θεός όμως δεν είναι έτσι˙ διότι από το έμφυτο πνεύμα του, με δύναμη που δεν μπορεί να περιγραφεί, το σώμα γίνεται ό,τι είδους θέλει.
Και πρέπει μάλλον να πιστεύουμε στη δύναμη αυτή, με την οποία και ο αέρας, που πήρε από αυτόν τη φύση που έχει, αφού από τον ασώματο νου που τον διαπερνά μετατραπεί σε δροσιά και αποκτήσει πυκνότητα, γίνεται νερό, το νερό παγώνοντας γίνεται πέτρες και χώμα, και οι πέτρες συγκρουόμενες ανάβουν φωτιά. Τέτοιος είναι με τις μεταβολές και μετατροπές ο αέρας που στην αρχή έγινε νερό, και με τις μετατροπές κατέληξε σε φωτιά, και το υγρό μεταβλήθηκε σε αντίθετη φύση. Αλλά τί; Μήπως και τη ράβδο του Μωυσή δεν την μετέτρεψε σε ζωντανό ον, κάνοντάς την φίδι, το οποίο πάλι μετέτρεψε σε ράβδο; Και με αυτή τη ράβδο, που μετατράπηκε, δεν μετέβαλε το νερό του Νείλου σε αίμα, το οποίο και πάλι το μετέτρεψε σε νερό; Αλλά και τον άνθρωπο, που ήταν χώμα, με το φύσημα της πνοής του τον μετέτρεψε σε σάρκα και πάλι τον μετέτρεψε σε χώμα. Μήπως και ο ίδιος ο Μωυσής που ήταν σάρκα, δεν μεταμορφώθηκε σε δυνατό φως, ώστε να μη μπορούν οι Ισραηλίτες να τον ατενίσουν;
Πολύ περισσότερο λοιπόν μπορεί να μετατρέπει ο Θεός τον εαυτό το σε ό,τι θέλει.
5. Και ο Σοφωνίας πάλιν έφη˙ Η μακροθυμία σου, κύριέ μου Πέτρε, παρρησίαν ημίν χαρίζεται ακριβείας χάριν κατά πολλά πυνθάνεσθαί σου. Διο θαρρούντες παντί τρόπω την εξέτασιν ποιούμεθα. Μέμνημαι τοίνυν, ως χθες Σίμων προς σε την ζήτησιν έχων έφη, ότι ο πονηρός, ει από του Θεού γεγέννηται, ακολούθως της αυτής τω προβάλονται τυγχάνει ουσίας, και αγαθός ώφειλεν είναι, και ουχί κακός. Συ δε αποκρίνω, μη πάντως ούτως έχειν, καθότι πολλοί εξ αγαθών κακοί γεννώνται, ώσπερ εκ του Αδάμ οποίοί τινές όντες δύο εγεννήθησαν, ων ο μεν ην κακός, ο δ’ αγαθός. Του δε Σίμωνος αιτιασαμένου, ότι ανθρωπίνως εχρήσω παραδείγμασιν, απεκρίνω, ότι τούτω τω λόγω ουδέ το γεννήσαι Θεόν παραδέξασθαι δει˙ ανθρώπινον γαρ και τούτο παράδειγμα. Εγώ δε Σοφωνίας το μεν γεννήσαι Θεόν παραδέχομαι, το δε κακόν γεννήσαι ου προσίεμαι, καν των ανθρώπων οι αγαθοί κακούς γεννώσι. Και μη τοι νομίσας με αλόγως των ανθρώποις διαφερόντων ένια μεν τω Θεώ αποδιδόναι, ένια δε ου, επειδή το μεν γεννήσαι δίδωμι, το δε ανόμοιον αυτού γεννήσαι ουκ αποδίδωμι.
Οι μεν γαρ άνθρωποι κατά το εικός ανομοίους ταις εαυτών γνώμαις γεννώσιν υιούς δια τοιαύτην αιτίαν. Εκ τεσσάρων γαρ συνεστώντες μερών κατά τας διαφόρους τροπάς διαφόρως τρέπονται τα σώματα, ως και εν ανθρωπείω σώματι καθ’ έκαστον καιρόν το της τροπής ίδιον αυξανόμενον ή ελαττούμενον την σύμμετρον κράσιν αθετεί. Των γαρ συγκραμάτων ουχ ωσαύτως αεί διαμενόντων, τα σπέρματα άλλοτε άλλην έχοντα κράσιν αποκρίνονται, οις προς την του καιρού κράσιν και αι γνώμα έπονται είτε αγαθαί, είτε κακαί. Επί δε του Θεού ουκ έστι τι τοιούτον λογίσασθαι˙ άτρεπτον γαρ και αεί ων, οπόταν προβάλλειν βουληθείη, ανάγκη πάσα το προβαλλόμενον αυτώ ωσαύτως είναι τα πάντα τω γεγεννηκότι, την τε ουσίαν λέγω και την γνώμην. Ει δε θελήσετέ τις και αυτόν τρεπτόν λέγειν, ουκ οίδα, πως και αθάνατον ειπείν δύναται αυτόν.
6. Ταύτα ο Πέτρος ακούσας και βραχύ επί συννοίας γενόμενος έφη˙ Ουκ οίμαι, τινά δυνάσθαι περί πονηρού διαλεγόμενον μη αυτού του πονηρού το θέλημα ποιείν. Όθεν τούτο αυτό ειδώς, οίδα τι πράξω, πότερον σιωπήσω ή λαλήσω. Ει μεν σιωπήσαιμι, γέλωτα προς τους πολλούς οφλήσαιμι αν, ότι, αλήθειαν επαγγελόμενος κηρύσσειν, τον περί κακίας λόγον αγνοώ˙ ει δε είποιμι, φοβούμαι, μη άρα ουκ αρέσκη Θεώ ζητείσθαι το κακόν, αλλά το αγαθόν μόνον. Πλην και υμίν εις τον Σοφωνίου λόγον τας εμάς υιπολήψεις ποιήσω φανερωτέρας. Συντίθεμαι καγώ, ότι ου πάντα τα ανθρώπων αποδιδόναι δει τω Θεώ. Αυτίκα γουν οι άνθρωποι ουκ έχοντες τα σώματα τρεπτά ου τρέπονται, αλλά χρόνω υπό των τροπών αλλοιούσθαι φύσιν έχουσιν. Ο δε Θεός ουχ ούτως˙ υπό γαρ του εμφύτου πνεύματος αυτού απορρήτω δυνάμει, οποίον αν βούληται, γίνεται το σώμα. Και ταύτη μάλλον έστι πιστεύσαι, η και ο αήρ παρ’ αυτού τοιαύτην ειληφώς φύσιν, υπό του αυτόν διήκοντος ασωμάτου νου εις δρόσον τραπείς και παχυνθείς γίνεται ύδωρ, ύδωρ δε παγέν λίθοι και γη, και λίθοι δε συρρήξαντες πυρ εξάπτουσιν. Τοιούτον κατά μεταβολήν και τροπήν ο αήρ ύδωρ τα πρώτα γεγονώς εις πυρ έληξε δια των τροπών, και το υγρόν εις την εναντίαν φύσιν μετετράπη. Τί δε; Ουχί και την Μωϋσέως ράβδον ο Θεός έτρεψεν εις ζώον, ποιήσας όφιν, ον πάλιν μετέστρεψεν εις ράβδον, και δι’ αυτής δε της τραπείσης ράβδου το Νείλου ύδωρ έτρεψεν εις αίμα, ο και πάλιν μετέστρεψεν εις ύδωρ; Αλλά και τον άνθρωπον, χουν όντα, εμφυσήματι πνοής μετέστρεψεν εις σάρκα, και πάλιν μετέστρεψεν εις χουν. Ουχί δε Μωϋσής αυτός σάρξ ων εις μέγιστον ετράπη φως, ως μη δυνηθήναι τους υιούς Ισραήλ αντιβλέψαι αυτώ; Πολλώ ουν μάλλον ο Θεός εαυτόν τρέπειν, εις ο βούλεται, δυνατώτατός εστίν.
***
7. Ίσως όμως κάποιος από σας να κατάλαβε, ότι μπορεί ο ένας να γίνει κάτι από άλλον, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να μετατρέψει τον εαυτό του σε ό,τι θέλει, και ότι η μετατροπή γίνεται σ’ αυτόν που γηράσκει και είναι στη φύση του να πεθάνει, αλλά δεν πρέπει να πιστεύουμε, το ίδιο και για τους αθάνατους. Γιατί δηλαδή οι άγγελοι, που είναι αγέραστοι, δεν μετέβαλαν την πύρινη ουσία τους σε σάρκα, και εκείνοι που φιλοξενήθηκαν από τον Αβραάμ, των οποίων και τα πόδια ένιψαν άνθρωποι σαν να ήταν ίδιας ουσίας άνθρωποι; Αλλά και με τον Ιακώβ, που ήταν άνθρωπος, πάλεψε άγγελος, αφού μετατράπηκε σε σάρκα, για να μπορέσει να έρθει σε επαφή με αυτόν. Και μόλις πάλεψε επέστρεψε με τη θέλησή του στη δική του φύση. Καθώς δε μεταβαλλόταν σε φωτιά, δεν έκαψε βέβαια το πλατύ νεύρο του Ιακώβ, αλλά το έφλεξε και τον έκανε κουτσόν. Εκείνος δε που δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο, ό,τι θέλει, επειδή υποτάσσεται στη φύση του, είναι θνητός˙ ενώ όταν κάποιος μπορεί να γίνει, όταν θέλει, αυτό που θέλει, επειδή είναι κύριος της φύσεώς του, επιστρέφοντας στη νεότητά του, είναι αθάνατος. Γι’ αυτό, πολύ περισσότερο η δύναμη του Θεού όταν θέλει μετατρέπει την ουσία του σώματος σε ό,τι θέλει, και γεννά ομοούσιον χωρίς να υπάρχει μετατροπή, αλλά όχι και ισοδύναμον. Διότι εκείνος που γεννά, και όταν ακόμα μετατραπεί σε άλλη ουσία, μπορεί να τον επαναφέρει πάλι στον εαυτό του, ενώ εκείνος που γεννήθηκε από εκείνον με μετατροπή και είναι παιδί του, χωρίς τη θέληση εκείνου που τον γέννησε δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο, εάν δεν το θελήσει εκείνος.
8. Όταν ο Πέτρος είπε αυτά, ο Μιχαίας, που ήταν και αυτός ένας από τους φίλους που τον ακολουθούσαν, είπε˙ Θα ήθελα κι εγώ να μάθω από σένα, εάν και ο αγαθός έγινε όπως έγινε και ο πονηρός. Εάν δε έγιναν κατά τον ίδιο τρόπο, νομίζω πως είναι αδελφοί.
Και ο Πέτρος είπε˙ Δεν έγιναν κατά τον ίδιο τρόπο, αν βέβαια θυμάσαι αυτά που είπα στην αρχή, ότι η τετραγενής1 ουσία του σώματος του πονηρού βγήκε από τον Θεό καθαρή, έξω δε απ’ αυτήν, σύμφωνα με τη θέληση εκείνου από τον οποίο προήλθε, αναμίχθηκε με το κράμα των τεσσάρων στοιχείων και η προαίρεση η οποία χαίρεται με τα κακά. Όπως καταλαβαίνετε, η τετραγενής ουσία που προβλήθηκε από τον Θεό είναι παιδί του, ή και αυτή είναι ουσία αιώνια. Γιατί όμως στην ουσία που αναμίχθηκε έξω από αυτόν, προστέθηκε και η συνακόλουθη προαίρεση, που χαίρεται με τα κακά; Έτσι ούτε από τον Θεό γεννήθηκε, ούτε από κανέναν άλλον, αλλά ούτε από αυτόν προβλήθηκε, ούτε τυχαία έγινε, ούτε πάντοτε υπήρχε, όπως η ουσία πριν από την ανάμιξη, αλλά έγινε σύμφωνα με τη θέληση του Θεού έξω με την ανάμιξη. Και ότι αυτό έχει κατ’ ανάγκη έτσι, το είπαμε πολλές φορές. Αντίθετα, ο αγαθός που γεννήθηκε από την πιο καλή μετατροπή του Θεού και δεν έγινε έξω με ανάμιξη, είναι πραγματικό γιος του.
Αλλά επειδή αυτά δεν είναι γραμμένα και διαπιστωμένα με περίσκεψη, να μην είστε οπωσδήποτε βέβαιοι ότι έτσι είναι. Γιατί αλλιώς ο νους, με τη δικαιολογία ότι οπωσδήποτε κατάλαβε την αλήθεια, παύει να την αναζητά. Και να θυμάστε τα λόγια μου εκείνα, ότι αυτά δεν πρέπει να τα λέω σε όλους, αλλά μόνο σ’ εκείνους που ύστερα από δοκιμασία αποδεικνύονται πολύ άξιοι. Ούτε και μεταξύ σας πρέπει εύκολα να τα υποστηρίζετε αυτά, ούτε πρέπει να τολμάτε να τα λέτε, με την πρόφαση ότι ερευνάτε την ανεύρεση των μυστηρίων, αλλά πρέπει να σιωπάτε και να τα θυμάστε μόνο˙ διότι καθώς θα τα λέει, ίσως χωρίς να τα κατέχει, αυτός που τα λέει θα αμαρτήσει, και θα δικαστεί επειδή τόλμησε, έστω και στον εαυτό του, να πει αυτά που έχουν περιβληθεί με την τιμή της σιωπής.
7. Άλλ’ ίσως τις υμών ενόησεν, ότι άλλος μεν υπ’ άλλου γενέσθαι τι δύναται, αυτός δε τις εαυτόν, εις ο βούλεται, μετατρέπειν ου δύναται,και ότι το τρέπεσθαι του γηρώντός εστί και αποθανείν φύσιν έχοντος, αλλά περί αθανάτων τούτο ου χρη νομίζειν. Ή γαρ ουκ άγγελοι αγήρως υπάρχοντες και πυρώδους ουσίας εις σάρκα μετετράπησαν, και οι παρά τω Αβραάμ ξενισθέντες, ων και τους πόδας ως ομοουσίων ανθρώπων άνθρωποι ένιψαν; Αλλά και τω Ιακώβ ανθρώπω όντι άγγελος επαλαισεν εις σάρκα τραπείς, ίνα αυτώ συγχρωτισθήναι δυνηθή. Και ομώς παλαίσας επί την ιδίαν αυτού φύσιν βουληθείς ετράπη. Ήδη εις πυρ μεταβαλλόμενος του Ιακώβ το πλατό νεύρον ουκ έκαυσε μεν, έφλεξε δε και χωλόν εποίησεν. Ο δε έτερόν τι γενέσθαι, ό,τι θέλει, μη δυνάμενος, ως υποκείμενος τη αυτού φύσει, θνητός εστίν˙ δυνάμενος δε τις γενέσθαι, ότε θέλει, ο θέλει, ως αυτής της φύσεως δεσποτεύων, εις το νεάζειν υποστρέφων, αθάνατός εστίν. Όθεν πολύ μάλλον η του Θεού δύναμις, ότε θέλει του σώματος την ουσίαν εις ο θέλει μετατρέπει και ομοούσιον μη παρούση τροπή προβάλλει, ισοδύναμον δε ου. Ότι ο μεν προβάλλων και εις ετέραν ουσίαν τραπέντα πάλιν εφ’ εαυτόν τρέπειν δύναται, ο δε προβληθείς της εξ εκείνου τροπής τε και τέκνον υπάρχων άνευ του προβάλλοντος βουλής άλλο τι γενέσθαι ου δύναται, ει μη εκείνος θέλει.
8. Ταύτα του Πέτρου ειπόντος, Μιχαίας, και αυτός εις των επομένων εταίρων. Εβουλόμην, έφη, και αυτός μαθείν παρά σου, ει ώσπερ ο πονηρός γέγονεν, ούτω γεγένηται και ο αγαθός. Ει δε ομοίως γεγόνασιν, αδελφοί είναί μοι δοκεί.
Και ο Πέτρος˙ Ουχ ομοίως γεγόνασιν, είπερ μέμνησαι ων εν αρχή είπον, ότι του πονηρού η τετραγενής του σώματος ουσία πεφυλοκρινημένη υπό του Θεού προεβλήθη, έξω δε αυτής κατά την του προβαλόντος βουλήν εκράθη προς την κράσιν η κακοίς χαίρουσα προαίρεσις. Ως νοείν, ότι Θεού μεν τέκνον η τετραγενής εξ αυτού προβληθείσα ουσία, ή και αυτή ουσία αεί. Δια τί δε έξω υπ’ αυτού κραθείσης ουσίας η συμβεβηκυία κακοίς χαίρουσα προαίρεσις επεγίνετο; Και ούτως ούτε υπό του Θεού γεγέννηται, ούτε υφ’ ετέρου τινός, άλλ’ ούτε υπ’ αυτού προβέβληται, ούτε αυτομάτως προελήλυθεν, ούτε αεί ην, ως η προ της συγκράσεως ουσία, αλλά κατά την του Θεού βούλησιν έξω τη κράσει συμβέβηκεν. Και ότι ανάγκη τούθ’ ούτως έχειν, πολλάκις ειρήκαμεν. Ο δε αγαθός εκ της του Θεού καλλίστης τροπής γεννηθείς και ουκ έξω κράσει συμβεβηκώς τω όντι υιός εστίν. Πλην, επεί ταύτα άγραφα τυγχάνει και στοχασμοίς πεπιστωμένα, μη πάντως ημίν ούτως έχειν βεβαιούσθω. Ει δε μη γε, ο νους ως πάντως προειληφώς το αληθές του ζητείν παύεται.
Κακείνά μοι μνημονεύεται ότι τα τοιαύτά με πάσιν ου δει λέγειν, αλλά τοις μετά πείραν δοκιμωτάτοις. Ου δε προς αλλήλους ραδίως ισχυρίζεσθαι δει τα τοιαύτα, ουδέ τολμάν οφείλετε λέγειν ως ακριβούντες την των απορρήτων εύρεσιν, αλλά σιωπώντας χρη ενθυμείσθαι μόνον˙ εν γαρ τω λέγειν ίσως ουχ ως έχων ο φθεγξάμενος αμαρτήσεται, και δίκην υφέξει ως τολμήσας, καν προς εαυτόν, φθέγξασθαι τα σιγή τετιμημένα.
Υποσημείωση.
1. Αυτή αποτελεί σύνθεση, συγκερασμό, τεσσάρων στοιχείων.
Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.
Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994
Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).
