Ο ήλιος και ο φακός.
Τώρα να σου πω. Τί την κάνεις τη θεολογική γνώση, εάν δεν προσεύχεσαι και δεν μετανοείς; Αφού μέσα από την ταπείνωση αισθάνεσαι και από τη μετάνοια βλέπεις. Μα, το λέει ο άγιος Νεκτάριος. Δεν ήξερε γράμματα ο άγιος; «Γνώσις άνευ εναρέτου και χριστιανικής πολιτείας ουδέν ωφελεί». Έτσι είναι. Ξέρεις, η γνώση από αλαζονεία είναι επικίνδυνη και γι’ αυτόν που την κατέχει και για τους άλλους. Να έχεις γνώση. Άμα, όμως, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις, να πούμε, το κακό από το καλό; Εάν δεν μπορείς να διακρίνεις το ψέμα από την αλήθεια, το φως από το σκοτάδι, την αμαρτία από την αρετή. Εάν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την προσωρινότητα από την αιωνιότητα; Σε τί μπορεί να σε ωφελήσει η γνώση; Σε τί θα σε βοηθήσει; Εισιτήριο είναι αυτό που έχεις στην ψυχή.
Είδες, παιδί μου; Πολλοί σήμερα οι μορφωμένοι, λίγοι όμως οι ευτυχισμένοι. Γιατί; Γιατί το γεμάτο μυαλό και η άδεια ψυχή δεν σου δίνουν χαρά. Τη χαρά πρέπει να κατέβεις στην ψυχή να την πάρεις. Σου πουλάει και το μυαλό αλλά μέχρι να βγεις από το μαγαζί σου, έλιωσε. Η γνώση του λόγου, της παρουσίας, της αγάπης, του ελέους, της σοφίας, του θελήματος του Θεού ωφελούν, χαροποιούν, σώζουν τον άνθρωπο. Καλή η γνώση που σε βοηθά, που σε οδηγεί στην αυτογνωσία, στη Θεογνωσία. Υπάρχει και γνώση «φιλοτάραχος, δαιμονοφιλής, θεοστυγής». Ο Θεός να φυλάξει τα παιδιά μας. Πάντως, η γνώση είναι φως. Χρειάζεται. Ό,τι μάθει ο άνθρωπος καλό είναι. Αρκεί να έχει ψυχή. Είναι φως η γνώση, μα μόνο το φως του Θεού μπορεί να φωτίσει τα σκοτάδια μας. Έ, τώρα, άλλο ο ήλιος και άλλο ο φακός. Το ίδιο είναι;
Μου έγραψε μια ανηψούλα μου ότι ήθελε να μάθει πιάνο. Να ‘ναι ευλογημένο, της απάντησα. Με την ευχή μου. ήθελα κι εγώ, όταν ήμουν παιδί. Αλλά πού χρήματα. Όταν ακούω πιάνο, και τώρα που γέρασα, κλαίω. Ακούω Βάγκνερ, Μπετόβεν, Λίστ, και νιώθω την ψυχή να φτερουγίζει, να ανεβαίνει, να πετάει. Ε!!! Να μαθαίνεις όχι αυτά που κάθονται στην ψυχή και τη βαραίνουν και τη ρίχνουν, αλλά αυτά που την ανεβάζουν, αυτά που την ανυψώνουν.
Όταν πήγα στην Αθήνα για τα μάτια μου, έμεινα στο σπίτι του γιατρού. Ο Θεός να του δώσει όλα τα καλά, όχι μόνο του Αβραάμ και του Ισαάκ, αλλά και όλων των αγίων Του. εκεί ήρθε η ανηψούλα μου και μας έπαιξε πιάνο. Τι μουσική είναι αυτή, παιδί μου! νομίζεις πως είσαι δίπλα στο θρόνο του Θεού. Όλα δοξολογούν, όλα ευχαριστούν, όλα υμνολογούν την αγία Δόξα Του.
Γεννήθηκα για να αγαπώ.
Εάν εισέλθεις σε αυτήν την, τρόπον τινά, χορωδία της δοξολογίας, θα νιώσεις τι είναι παράδεισος. Σας το λέω. Εάν η ψυχή είναι καθαρή και η διάνοια ανοιχτή, η γνώση είναι ωφέλιμη και θεραπευτική. Ενθυμούμαι το φιλόλογό μας – ο Θεός να τον αναπαύει – μας έλεγε για την ασπίδα του Αχιλλέα που είχε φτιάξει ο θεός Ήφαιστος. Είχε σκαλίσει τον ουρανό με τα άστρα, τον ήλιο και το φεγγαράκι το λαμπρό, τη γη με τα ποτάμια, τα βουνά και τις πεδιάδες, σαν αυτή της Κοπαΐδας. Στο κέντρο είχε βάλει ο Ήφαιστος τον άνθρωπο. Δεν είναι αλήθεια αυτό; Κέντρο της κτίσης δεν είναι ο άνθρωπος; Εκεί δεν τον έβαλε η αγάπη Του Θεού; Η αμαρτία του είναι που τον έκανε να χάσει τη θέση του και να γίνει αγριότερος από τα θηρία και χειρότερος από τα κτήνη.
Μπορώ να ξεχάσω την Αντιγόνη που ήταν από την πατρίδα μου; θυμάστε τί είχε πει στον Κρέοντα που η καρδιά του ήταν πιο σκληρή και από τα βράχια των Κατουνακίων; Το θυμάμαι απ’ έξω: «Μήτε πίστευα τόση δύναμη πως έχουν τα δικά σου κηρύγματα, ώστε ενώ είσαι θνητός να μπορείς των θεών τους νόμους τους άγραφους κι ασάλευτους να βιάζεις, γιατί όχι σήμερα και εχθές, μα αιώνια ζουν αυτοί οι νόμοι». Έτσι δεν είναι; Αυτό δεν κάνει και σήμερα ο άνθρωπος, όταν σκληραίνει η καρδιά του και αγριεύει η ψυχή του; Δεν του κάνουν οι νόμοι και οι λόγοι του Θεού. Φτιάχνει τους δικούς του νόμους και γι’ αυτό μετά δεν ξέρει τι να πρωτομαζέψει και που να κρυφτεί.
Εκείνο που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι η φράση της Αντιγόνης˙ «Εγώ γεννήθηκα για να αγαπώ». Αυτό είναι η ουσία, τρόπον τινά, της πνευματικής ζωής. Να ανταποκριθώ στην αγάπη του Δημιουργού μου. Γεννήθηκα από την αγάπη Του, για την αγάπη Του. Η αλήθεια του Θεού, ακόμα και μέσα στις τραγωδίες, ντύθηκε ταπεινά λέξεις για να ανταμώσει τον άνθρωπο. Πάντως, τη γνώση τη στηρίζει και η πνευματική ζωή. Το κατάλαβα από ένα περιστατικό, όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο.
Η υπακοή των μαθηματικών.
Μια μέρα είχαμε ένσταση στο σπίτι. Ο πατέρας μου νευριασμένος, η μητέρα μου κουρασμένη, δεν ήθελε και πολύ. Σηκώνομαι και εγώ και φεύγω, χωρίς να πάρω την ευχή τους. Με έπιασε και μένα το αρβανίτικο. Βρόντηξα και την πόρτα και έφυγα για το σχολείο. Την ώρα των μαθηματικών μας έβαλε ο καθηγητής μας μία άσκηση με κλάσματα. Αυτές τις ασκήσεις τις ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά. Το πάλευα απ’ εδώ, το πάλευα απ’ εκεί, τίποτα. Ρωτούσα ψιθυριστά τους συμμαθητές για το αποτέλεσμα. Άλλο εκείνοι, άλλο εγώ. Όταν βγήκαμε στο διάλειμμα, είδα το λάθος μου. Η λύση ήταν πολύ απλή και μπροστά στα μάτια μου. Τί έφταιξε και στραβώθηκα εκείνη την ώρα; Το ότι δεν πήρα την ευχή των γονέων μου. Άμα κλείσει η καρδιά σου, μπορεί να ανοίξει το μυαλό σου; Πάντως να ξέρετε, πίσω από κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, της ζωής μας κρύβεται ένας βαθύτερος λόγος, μία πνευματική, τρόπον τινά, αιτία.
Η ωραιότητα της καθαρότητας.
Κάθε Κυριακή περνούσε ένας καθηγητής μας, χτυπούσε την πόρτα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Άλλος καθηγητής πήγαινε με τα παιδιά στον άγιο Θεόδωρο, άλλος στη Λότζα, άλλος στον αϊ- Γιώργη, άλλος στον άγιο Δημήτρη. Η οικογένειά μου ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο. Έτσι και εγώ με τα αδέλφια μου, τους γονείς, κάμποσους συμμαθητές και ένα καθηγητή μας πηγαίναμε να λειτουργηθούμε στους αγίους Πάντες στο Πυρί ή στο μετόχι του Κασνεσιώτη. Μετά τη Λειτουργία οι γυναίκες πήγαιναν στο σπίτι, οι άνδρες σκόρπιζαν στα καφενεία της πλατείας και τα παιδιά συναντιόμαστε στον Πούρο, το μπαλκονάκι της Θήβας, εάν ήταν καλός ο καιρός. Βλέπαμε όλο τον κάμπο τον ιδρωτοποτισμένο με τον κόπο των ανθρώπων. Άλλοτε συναντιόμαστε στο Σ. Φ. Ε.
Όταν καλοκαίριαζε, πηγαίναμε στο Μοσχοπόδι. Πίναμε από το αγίασμα που έτρεχε κάτω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής. Οι συμμαθητές μας είχαν φτιάξει και γλυκά. Το μεσημέρι γυρίζαμε στα σπίτια μας. Τις συμμαθήτριές μας σαν αδελφές μας τις βλέπαμε και τις προστατεύαμε. Ίχνος πονηριάς δεν υπήρχε. Ο πονηρός είναι ο μαθητής και μιμητής του διαβόλου. Ο πονηρός μαθαίνει την τέχνη της πονηριάς στα εργαστήρια του κακού. Εκεί διαστρέφεται η ψυχή και παραπλανάται ο νους. Σκοτάδι είναι, σύγχυση πνευματική.
Πείτέ μου, μέσα στο φθόνο, τη ζηλοφθονία, τη χαιρεκακία, την υποκρισία, την αδικία, τη συκοφαντία, τη δολιότητα, το ψέμα, την κατάκριση, η πονηριά δεν κατοικεί; Όλα τα σπίτια της σκοτεινά είναι. Την είδατε να στέκεται και να ευφραίνεται σε τόπο φωτεινό και άγιο; Σήμερα τα παιδάκια, τα μανάρια μου, οι ψυχούλες μου, από μικρά μέσα στην πονηριά είναι. Πώς να σκεφτούν καθαρά; Πώς να ζήσουν αληθινά; Πώς; Τα κλαίει η ψυχή μου. σα σαράκι τα τρώει η πονηριά. Δεν ησυχάζουν. Τι όμορφα χρόνια ζήσαμε! Ξέρεις, η ωραιότητα είναι στην καθαρότητα. Αδέλφια με τις συμμαθήτριες. Φίλοι με τους συμμαθητές. Πώς να τους ξεχάσω; Πώς να μην προσευχηθώ; Και στη μνήμη μου που έρχονται με αναπαύουν, να πούμε, με ξεκουράζουν. Να ξέρεις, η καθαρότητα και καθαρό λογισμό θα φτιάξει και αγνή καρδιά θα γεννήσει και καθαρή πίστη θα προσφέρει. Δεν υπάρχει ομορφιά στο χρόνο, εάν μέσα σ’ αυτόν δεν προσευχήθηκες, ούτε στον τόπο, εάν δεν γονάτισες, ούτε στα πρόσωπα, εάν δεν τα σεβάστηκες.
Ο «προδότης» θόρυβος.
Πάντα τα βράδια προσευχόμουν. Το πάτωμα ξύλινο και έτριζε. Στις μετάνοιες να δεις τι γινόταν. Σεισμός. Ξυπνούσε ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος. Αυτός ο θόρυβος μέσα στην ησυχία με πρόδιδε. Βλέπεις, πρέπει να κρύβεις τα πνευματικά. Και τις μετάνοιες για να τις κάνεις πρέπει να στρώνεις ένα τσουβαλάκι και να μην ακουμπάς τα χέρια από την έξω πλευρά, γιατί κάνουν κάλους, αλλά από μέσα. Όλα «εν τω κρυπτώ», για να τα δει ο Θεός. Ο «προδότης» θόρυβος πάντως ξύπναγε τον καημένο τον Χαράλαμπο.
«Πάλι δεν κοιμάσαι, ρε Βαγγέλη; Πάλι τριγυρίζεις μες στα σκοτάδια; Εσύ δεν είσαι άνθρωπος, φάντασμα είσαι…», παραπονιόταν το καημένο.
«Έλα, Χαραλαμπάκι μου, έλα μανάρι μου. Αφού τώρα τα μεσάνυχτα που όλα σιωπούν, βοά, κραυγάζει η ψυχή. Έλα να πούμε στον Χριστό και στην Παναγίτσα τα λόγια τα γλυκά της προσευχής».
Ερχόταν και το παιδί και κάναμε παρέα. Γλυκός και ο ύπνος, αλλά τη γλύκα και την ανάπαυση της προσευχής δεν την έχει. Σκέφτομαι, παιδί μου, και κλαίω, πόσα χεράκια, σαν ανθισμένα κλαδάκι, δε σηκώνονται μέσα στη νύχτα και αρπάζουν και κατεβάζουν τον ουρανό στη γη, το Θεό στον άνθρωπο. Να σας πω τί έπαθα με τις μετάνοιες; Όταν ετοιμάστηκα να πάω στο στρατό, σκέφτηκα. «Στο στρατό όλοι σε ένα θάλαμο μένουν. Πω, πω, τι έπαθα, Παναγία μου. Πού θα κάνω τις μετάνοιές μου μέσα σε τόσο κόσμο; Θα τις κάνω όλες πριν φύγω. Δεν γίνεται να μείνω χωρίς μετάνοιες. Ξεκίνησα, λοιπόν, να κάνω για να καλύψω, τρόπον τινά, το χρόνο που θα έλειπα. Έκανα δύο τρεις χιλιάδες την μέρα, μέχρι που αρρώστησα. Ποιά ήταν η ασθένεια; Ζήλος χωρίς επίγνωση, υπακοή στο λογισμό και απειρία πνευματική.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
