Όπου και να σταθείς άγιο θα δεις.
Στις προσευχές έβαζα και τους αγίους μας. Τον άγιο Ρούφο τον εκλεκτό και τον Ευαγγελιστή Λουκά τον αγαπητό. Μεγάλη ευλογία, βαριά κληρονομιά. Ο τόπος μας έχει τον εκλεκτό και τον αγαπητό του αποστόλου Παύλου. Ξέρετε πώς μαρτύρησε ο άγιος Ρούφος, ο πρώτος ιεράρχης της Θήβας; Με πέτρες έσπασαν τη σιαγόνα του. Γιατί; Προσπάθησαν να του κλείσουν το στόμα. Να μπαζώσουν, τρόπον τινά, την πηγή της αλήθειας. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι γίνεται και σήμερα. Ενοχλεί, ελέγχει η αλήθεια, παιδί μου. Στο ψέμα ο άνθρωπος σκεπάζεται. Στην αλήθεια αποκαλύπτεται. Τον άγιο Λουκά λένε οι παλαιοί ότι τον κρέμασαν σε μια ελιά. Εεε!!! Την ειρήνη δεν κήρυττε; Το έλεος του Θεού δεν δίδασκε; Σε ελιά τελειώθηκε! Το θυμάμαι το δέντρο αυτό, αλλά και τον τάφο του μέσα στο ναό του, στο κοιμητήριο της πόλης. Πηγαίναμε, ανάβαμε κανένα καντηλάκι που το βρίσκαμε σβηστό στους τάφους, και μέσα στο ναό παίρναμε λάδι από το καντήλι του Ευαγγελιστή. Ξέρετε τί λογισμό είχα; «Κοίταξε», έλεγα,
«έξω από την εκκλησία οι τάφοι μυρίζουν θάνατο, μέσα στην εκκλησία μυρίζουν ανάσταση. Και να ζεις και να πεθαίνεις μέσα στην εκκλησία, να πούμε, αξίζει».
Προσευχόμαστε και στους μεγάλους ασκητές. Στρεφόμαστε στο Σαγματά και βάζαμε μετάνοια στον όσιο Κλήμη. Να δείτε που ασκήτεψε! Θεμέλιο του μοναστηριού, τρόπον τινά, είναι η σπηλιά του οσίου. Μαζί με τον άγιο Γερμανό αγναντεύουν την πόλη, τον κάμπο και τα χωριά, και προστατεύουν τους ανθρώπους. Τον όσιο Μελέτιο μνημονεύαμε και στρεφόμαστε στον Κιθαιρώνα. Γέροντας του οσίου Κλήμεντος. Άγιος ο δάσκαλος, όσιος ο μαθητής. Έτσι είναι αυτά. Τον όσιο Νικήτα με τη συνοδεία του. Θηβαίος ήταν. Ένας τόπος γεννά έναν άγιο και ο άγιος αναγεννά τον τόπο. Ο όσιος Σεραφείμ. Έβγαζαν την αγία κάρα του στα χωραφάκια οι γεωργοί και ο άγιος έδιωχνε τις ακρίδες που έτρωγαν τον κόπο τους. Ο άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης, πρίγκιπας στην Κωνσταντινούπολη. Ήρθε σε ένα τόπο κατεστραμμένο. Ξέρεις τί είχε περάσει η Θήβα μας; Πόσες πληγές, πόσες συμφορές, πόσες καταστροφές; Κι όμως, συνεχίζει να μεγαλώνει στην αγκαλιά της τα παιδιά της. Ο άγιος Ιωάννης έλιωσε σαν κεράκι στην πόλη.
Έχτισε εκκλησιές, γέφυρες, σχολεία, ιδρύματα και οικοδόμησε ψυχές. Ο πατέρας μου, όταν μοναχός πλέον στη συνοδεία μας ξεψυχούσε, τον άγιο Ιωάννη τον Καλοκτένη παρακαλούσε. Όπου να κοίταζες, όπου να στεκόσουν, με άγιο συναντιόσουν. Μην ξεχνάτε τους αγίους του τόπου σας. Είναι ανάμεσά σας, στους δρόμους, δίπλα στα παιδιά σας, μέσα στα σπιτάκια σας. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στην Αγία Τριάδα. Κομποσκοίνι, Παράκληση, Χαιρετισμούς. Μόλις σουρούπωνε, ανηφορίζαμε για το σπιτάκι μας.
Το γλέντι της αγρυπνίας.
Σας είπα για τη βραδινή προσευχή και την αξία της. Το θέμα δεν είναι μόνο να κάνεις αγρυπνία, αλλά να είσαι άγρυπνος. Και στην πίστη και στην αρετή και στην αγάπη. Ξέρεις πόσο εύκολα γλιστράει η αρετή; Μέσα σε ένα λεπτό μπορείς να χάσεις την αγάπη. Στην Εκκλησία, όποτε και να κοιτάξεις όπου και να κοιτάξεις, δεν έχουμε κοιμισμένους, αλλά ακοιμήτους. Στον Άγιον Όρος ένιωσα πως η αγρυπνία είναι ένα γλέντι γάμου με τα όλα του. Μεθάς με οίνο πνευματικό, χορεύει η ψυχή, τραγουδά η φωνή. Και οι λογισμοί χορεύουν γύρω από τον Νυμφίο. Εε! Και κάποιος λογισμός να ξεφύγει, γρήγορα γυρίζει. Τέτοια γλέντια δεν τα χάνεις. Λες, ύπνο δε χόρτασα. Μα σε χορταίνει ο ύπνος; Η χαρά σε χορταίνει, η Χάρη σε ξεδιψά. Έρχεται το χάραμα και θέλεις να κρατήσεις τη νύχτα να μην τελειώσει η γιορτή, να μη λήξει το γλέντι.
Οι ασκητές είναι οι φρουροί, να πούμε. Είναι διακόνημα κι αυτό. Όταν όλοι πέφτουν για ύπνο, εκείνοι σηκώνονται και φρουρούν. Όταν οι άλλοι σιωπούν, οι μοναχοί μιλούν. Όταν οι άλλοι αναπαύονται, αυτοί μοχθούν. Σκέφτομαι τον άγιο Σεραφείμ το Ρώσο. Λέμε εμείς για αγρυπνία; Πάνω σε βράχο γονατισμένος, να λέει την ευχή όλη τη νύχτα! Πώς να το αντέξει άνθρωπος; Τα πόδια τρέμουν, τα γόνατα ματώνουν, η μέση νομίζεις ότι θα κοπεί. Αλλά βλέπεις, η Χάρη του Θεού. Εκείνη κρατά τον άνθρωπο. Τον εμψυχώνει, τον ενδυναμώνει, τον χαριτώνει, τον ειρηνεύει, τον χαροποιεί, τον φωτίζει, τον γλυκαίνει τον πληροφορεί, τον παρηγορεί, τον δροσίζει. Όταν ξεκινάς με ταπείνωση και με φιλότιμο την πνευματική ζωή, η Χάρη σε πληροφορεί: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι». Έρχεται και στο ψιθυρίζει στην ψυχή και δε φοβάσαι, δε δειλιάζεις, δεν υποχωρείς. Υπάρχουν πολλές μορφές ύπνου. Είναι ο αθώος ο ύπνος, για να ξεκουράζεσαι. Οι άλλοι δεν είναι καθαροί. Αναισθησία, αδιαφορία, ακηδία, αθεΐα, αμαρτία.
Τον πειρασμό τον επιτρέπει ο Θεός για να ξυπνήσεις. Ξυπνητήρι είναι ο πειρασμός, η δοκιμασία, η δυσκολία. Να μη φοβάσαι αυτά που σε ξυπνούν, αλλά αυτά που σε κοιμίζουν.
Ακατάλληλος για τον κόσμο…
Στο Γυμνάσιο μελετούσα, προσπαθούσα να είμαι επιμελής. Δεν άφηνα τη μελέτη για κανένα λόγο, παρά μόνο για ένα. Πάντα, ακόμη και όταν δίναμε εξετάσεις, όταν η μητέρα μου ζητούσε κάτι, τα άφηνα όλα και έτρεχα. Πώς να χαλάσεις χατίρι στους ανθρώπους της θυσίας; Όταν βλέπεις κάποιον πάνω στο σταυρό, ό,τι σου ζητήσει δεν τρέχεις να το κάνεις;
Το καλοκαίρι του 1930 απεφοίτησα. Κάναμε και γιορτή. Είχα και χαρά και θλίψη. Πώς να το πω; Η χαρά συνοδεύεται από τη θλίψη και η θλίψη από τη χαρά. Εάν έχεις χαρά, την παλεύεις τη θλίψη. Σήμερα βλέπω ανθρώπους φορτωμένους με θλίψη. Πώς να τους ξεφορτώσεις; Προσπαθώ με την προσευχή και τη συμβουλή. Να τους δώσω λίγη χαρά για να αφήσουν λίγη θλίψη. Λένε για το Όρος ότι είναι για τους μοναχούς. Ξέρεις πόσους τόνους θλίψεων και πόσα κοντάρια πόνου αφήνουν εδώ οι αδελφοί μας οι λαϊκοί; Λένε ότι δεν μπαίνουν γυναίκες. Ξέρεις από τόσα γράμματα που μας στέλνουν τι ξεφορτώνουμε στη Λειτουργία, στην προσευχή και ενώπιον της Παναγίας μας; Το Άγιον Όρος όλους τους ωφελεί και τους τροφοδοτεί. Εδώ είναι η κεραία, αλλά τα μηνύματα σε όλο τον κόσμο φτάνουν, αφού πρώτα περάσουν από τον Θεό.
Μετά το καλοκαίρι σκεφτόμουν τι να κάνω. Έπρεπε να δουλέψω. Δε γινόταν να τρώω από τα έτοιμα. Με έλεγε η συνείδησή μου. Έβαζα μια μπουκιά ψωμί στο στόμα μου και δεν το χαιρόμουν. Είναι ο κόπος του πατέρα μου, έλεγα με το λογισμό. Πρέπει να τον ξεκουράσω. Αρκετά μας έδωσε. Άρχισα να ψάχνω. Έδωσα εξετάσεις στο ταχυδρομείο. Ήταν τότε μια καλή θέση. Προσευχόμουν˙ «Άμα περάσω, Παναγία μου, καλά μαντάτα να πηγαίνω στους ανθρώπους». Ξέρεις τί ήταν ένα γράμμα τότες; Μεγάλη υπόθεση. Ούτε τηλέφωνα υπήρχαν, τίποτα. Ήταν και πολλοί οι ξενιτεμένοι. Ά, έλεγα, καλά νέα, σαν αυτά που έφερνε ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Βγήκαν τα αποτελέσματα. Απέτυχα. Ξέρεις, για έναν νέο άνθρωπο η αποτυχία βαραίνει περισσότερο, γιατί έχει και την απειρία του. Νιώθει ότι ο δρόμος έκλεισε. Πήγα εκείνη την χρονιά στη χωροφυλακή και έκανα αίτηση. Είπα, καλά νέα δεν θα τους πηγαίνω, αλλά θα τους προστατεύω και θα υποστηρίζω το δίκαιο. Μου είπαν ότι δεν θα έπαιρναν εκείνη τη χρονιά νέους, γιατί δεν είχαν κενές θέσεις.
Δεύτερη αποτυχία, μεγαλύτερη απογοήτευση. Η απογοήτευση, όταν ενισχύεται, αρχίζει να σε πνίγει. Έτσι γίνεται απόγνωση. Θα δώσω στη σχολή Ικάρων. Είναι όμορφο να πετάς. Για τον ουρανό είναι ο άνθρωπος. Εκεί μου βρήκαν ταχυπαλμία στις ιατρικές εξετάσεις. Ήταν αυστηρά τα πράγματα. Δεν ξέρω πως είναι τώρα. «Ακατάλληλος», έγραψαν πάνω στο χαρτί. Είδες λέξη; Βαριά σαν πέτρα που με χτύπησε και με τραυμάτισε. Είπα να πάνω στο στρατό. Υποχρέωσή˙ μου στην πατρίδα. Και εκεί «ακατάλληλος». Και εκεί απόρριψη. Μου έδωσαν διετή αναβολή, λόγω έλκους που είχα στο ποδάρι μου. Όχι ακατάλληλος, είπα, άχρηστος είμαι. Δεν μπορώ να προσφέρω ούτε σε οικογένεια ούτε σε πατρίδα. Χτύπησα πόρτες. Βρήκα κάποιες δουλίτσες, αλλά τίποτα ουσιαστικό.
Τις μέρες τις πικρές της αποτυχίας μου και της απελπισίας μου, έτρεχα στις ερημιές. Άνθρωπο δεν ήθελα να δω. Τους γονείς μου τους ντρεπόμουν. Οι άλλοι με ρωτούσαν πως τα πήγα με τις εξετάσεις και ερχόμουν σε δύσκολη θέση. Εκεί που τριγυρνούσα, λοιπόν, σαν την άδικη κατάρα πέφτω πάνω σε ένα φίλο χωροφύλακα. Τότες οι χωροφύλακες, δεν ξέρω πως είναι σήμερα, φορούσαν στολή και είχαν μεγάλα στριφτά μουστάκια.
«Πού είσαι, ρε Βαγγέλη; Τί γυρεύεις μες στις ερημιές;». Τί να του πω τώρα. Αναστέναξα βαριά μέσα απ’ την καρδιά μου.
«Τί έχεις, ρε; Πες μου, τί έπαθες; Γι’ αυτό δεν είναι οι φίλοι;». «Το και το, αδελφέ», του λέω. Με πήρε και το παράπονο. «Τίποτα για μένα, τίποτα».
«Σώπα, ρε Βάγγο. Τί στενοχωριέσαι; Κάθε εμπόδιο για καλό, δεν το ξέρεις; Νέο παιδί είσαι. Όλη η ζωή μπροστά σου και κάθεσαι και γκρινιάζεις και μοιρολογάς; Άντε, δεν ντρέπεσαι; Σήκωσε ψηλά το κεφάλι, κάνε το σταυρό σου και μη φοβάσαι τίποτα».
Πόσο δίκιο είχε! Πόση δύναμη μου έδωσε! Ο Θεός τον έστειλε. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό.
Οι κλειστές πόρτες της ζωής.
Άργησα, αλλά κατάλαβα. Η αγάπη του Θεού άλλες πόρτες ανοίγει και άλλες κλείνει. Όταν σου ανοίγει, ευχαρίστησε, δοξολόγησε και προχώρα. Όταν βρίσκεις κλειστή πόρτα, μην παίρνεις το λοστό του θελήματός σου να τη σπάσεις, να τη διαρρήξεις. Δεν είναι εκεί για σένα, δεν το καταλαβαίνεις; Σπάμε πόρτες και μπαίνουμε σε μία κόλαση και διαμαρτυρόμαστε στον Θεό που προσπάθησε να μας εμποδίσει. Πόσοι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους μπροστά σε μία πόρτα, προσπαθώντας να την ανοίξουν, τη στιγμή που ο Θεός τους έχει ανοίξει την πόρτα και το δρόμο που τους αξίζει. Ό,τι ορίζει ο Θεός, αξίζει για τον άνθρωπο. Όταν ήρθα στο Άγιον Όρος, κατάλαβα ότι ο Θεός δε μου έδωσε ένα από όσα ζήτησα τότε, αλλά όλα. Ναι, όλα!!! Ένα Του ζητάς, όλα σου τα δίνει. Είναι άρχοντας ο Θεός.
Εδώ και ταχυδρόμος έγινα˙ γιατί ο μοναχός γράμματα στέλνει με την προσευχή. Και χωροφύλακας έγινα˙ γιατί ο μοναχός φρουρεί τις αισθήσεις και τον νου συλλαμβάνει και φυλακίζει στην καρδιά του τη χάρη. Και πιλότος έγινα˙ γιατί ο μοναχός τα «άνω φρονεί» και γι’ αυτά ζει και αγωνίζεται. Όλα μας τα δίνει η αγάπη Του. «Δόξα σοι ο Θεός!».
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
