Ουσιαστικά όλοι οι πόλεμοι είναι αχρείαστοι. Η Γ η έχει για όλους, όμως ενίοτε πιστεύουμε ότι δεν είναι αρκετό. Ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας στους Αθηναίους, ανακάλεσε στην μνήμη του την παλιά διασπορά των απογόνων του Νώε, για να διδάξει τα εξής:
1. Ότι δεν υπάρχει φυλετική υπεροχή, αλλά μόνον διαφοροποίηση. Όλοι είμαστε απόγονοι των ίδιων προγόνων, του Αδάμ και της Εύας. Αυτό είναι το «έν αίμα»: το αίμα της φθαρτότητας και του θανάτου, το αίμα της ροπής προς το κακό, το αίμα της σαρκικότητας, το αίμα που διασώζει την εικόνα του Θεού με όλες τις καλές της ποιότητες, αλλά που πρέπει να τις θελήσει, να τις επιδιώξει, να παλέψει να τις κρατήσει ενεργές.
2. Ότι η κατανομή των λαών επί της Γης είναι κι αυτή έργο της Θείας οικονομίας. Το δικό Του χέρι οδήγησε κάθε λαό στον τελικό του τόπο, Εκείνος «εποίησεν», και Εκείνος όρισε τους «προστεταγμένους καιρούς», και τις «οροθεσίες της κατοικίας αυτών». Άρα όχι μόνον οι τόποι, αλλά και οι χρόνοι της εγκατάστασης είναι δικό Του σχέδιο. Σχέδιο επιβίωσης κατά τα ιδιαίτερα γενετικά χαρακτηριστικά, αλλά και σχέδιο πνευματικής σωτηρίας, μιας κι ο Χριστός έρχεται και «κρούει την θύραν», όπου βρίσκεται αυτή, όπου ο άνθρωπος αναπαύεται και είναι δεκτικός.
3. Ότι ο κάθε λαός είναι όπως είναι, και βρίσκεται όπου βρίσκεται, με τελικό σκοπό, όχι να πλουτίσει ή να υπερισχύσει των άλλων, αλλά να κερδίσει τον αιώνιο πλούτο, και την αιώνια ισχύ, τον ίδιον τον Χριστό. Ο οποίος δεν είναι παρά σε απόσταση «ψηλάφησης», δηλαδή ακριβώς δίπλα μας, και κάπου βαθειά κρυμμένος μέσα μας, ήσυχος και διακριτικός, καρτερικός κι ακούραστος, και περιμένει να Τον ανακαλύψουμε… «ει άραγε», γιατί δεν γίνεται πάντα, όσο κι αν Εκείνος το θέλει.
Όλοι οι πόλεμοι είναι από πλεονεξία. Κάποιος δεν αρκείται στο δικό του, και εποφθαλμιά το του διπλανού του, πολύ συχνά δε, αν πάρει θάρρος, εποφθαλμιά και την Οικουμένη. Είναι πολύ δύσκολο να βρίσκουμε πάντα το «τις ήρξατο χειρών αδίκων», αλλά είτε το βρούμε, είτε όχι, όλοι βγαίνουν χαμένοι, ακόμη και οι νικητές. Οι επιτιθέμενοι θα ξαναφθαρούν σε βάθος χρόνου, όπως θα φθαρούν και οι αμυνόμενοι. Όλα υπόκεινται στην φθορά. «Πάντα γαρ πέφυκε και ελασσούσθαι» κραύγαζε ο Θουκυδίδης στοχαζόμενος την πανωλεθρία που έφερε ο εμφύλιος σπαραγμός του Πελοποννησιακού πολέμου. Και μήπως δεν είναι όλοι οι πόλεμοι εμφύλιοι; Δεν είμαστε «εξ ενός αίματος πάντες»;
Κάθε μορφή απληστίας οδηγεί σε φθορά. Δεν καταλαβαίνουμε, οι αφελείς, ότι πέφτουμε ξανά και ξανά στην ίδια παγίδα που έπεσαν κι οι πρώτοι μας πρόγονοι: «έσεσθε ως Θεοί». Αυτό το «ως», παρέμεινε ανεξήγητο. Δηλαδή πώς; Πώς ακριβώς; Με ποιόν τρόπο θα βιώναμε την δήθεν θεότητά μας; Ποτέ δεν το ρώτησαν. Η πρώτη ιδιότητα θα ήταν η αφθαρσία. Ο Θεός τους είχε προειδοποιήσει: «θανάτω αποθανείσθε». «Το πρώτο που θα χάσετε θα είναι η αθανασία σας, και θα υποστείτε και την αναγκαία παρουσία της προοδευτικής φθοράς που οδηγεί στον θάνατο, πράγμα εξίσου οδυνηρό με τον ίδιον τον θάνατο». Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να είχε ρωτήσει η Εύα, ήταν το τι θα γίνει με τον θάνατο. Θα το είχε κάνει, αν δεν είχε μπει τόσο γρήγορα στην τροχιά της δυσπιστίας. Αλλά πώς να σκεφθεί την φθορά μέσα στην φρεσκάδα της εφηβείας της, σ’ έναν τόπο όπου όλα ευδοκιμούσαν φιλικά και άφθαρτα; Πώς να ξέρει τις ολέθριες προεκτάσεις της φθοράς;
Σε τέτοια πλανερή εφηβεία ζούμε όλοι μας. Όσοι αγαπούν τον Θεό δέχονται και το «μη μεριμνάτε τη ψυχή ημών τι φάγετε, ή τι πίητε, ή τι ενδύσησθε». Όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε πολέμους με τον εαυτό μας και τους άλλους, καταχρώμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους, και εθελοτυφλούμε στις συνέπειες που μας θυμίζει η Ιστορία. «Πάντα γαρ πέφυκε και ελασσούσθαι»… Φωνάζει κι ο Ηρόδοτος «όλβιος όστις Ιστορίης έσχε μάθησιν», και δεν εννοεί την συμπίληση ιστορικών γνώσεων. Εννοεί την αποκόμιση διδαγμάτων, σοφίας, ΑΠΟ την ιστορία. Εμείς όμως είμαστε ακόμη μικρές Εύες, και πραγματοποιούμε σταθερά την ίδια πλάνη, άλλοτε συγκεκαλυμμένα, άλλοτε απροκάλυπτα, γινόμενοι αναπόφευκτα όλο και πιο θηρία.
Ας θυμηθούμε τον Ψαλμό (48:12) «ο άνθρωπος εν τιμή ών ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». Ας προσέξουμε την διατύπωση: δεν λέει ότι μοιάσαμε στα θηρία, αλλά στα κτήνη. Στην πραγματικότητα λέει, ότι δεν γίναμε ακριβώς θηρία, όπως συχνά αποδεχόμαστε να γίνουμε. Λέει ότι κατά βάθος γίναμε κτήνη. Τα θύματα και κτήματα των θηρίων. Τα κτεινόμενα και κτώμενα. Κατά βάθος αντί για θηρία γίναμε τα θύματα της ίδιας μας της θηριωδίας. Θαυμάζουμε την κυριαρχία μας, απολαμβάνουμε την δήθεν κατακτημένη και εξασφαλισμένη ευημερία μας, κι όμως παραμένουμε κτήνη, θύματα, λάφυρα, αιώνια βορά του θανάτου και της φθοράς. Αιώνια βορά του προβατόσχημου λύκου, αυτού που «ανθρωποκτόνος ήν εξ αρχής». Μας σκότωσε. Τα κατάφερε. Αλλά όχι για πάντα. Τώρα έχουμε την «πηγήν του ύδατος του ζώντος, του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον». Αυτό μας βγάζει πάνω και πέρα από τους πολέμους, κάθε πόλεμο μέσα μας και έξω μας, απανταχού της Γής», γιατί «το Πνεύμα όπου θέλει πνεί».
Κι ας απαγκιστρωθούμε πια από την ανύπαρκτη έννοια της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει η θεά Δίκη με την ζυγαριά στο χέρι. «Εκ μέρους γιγνώσκομεν, και εκ μέρους κρίνομεν». Γλυκά και παρηγορητικά μας θυμίζει ο Χριστός: «η κρίσις η εμή δικαία εστίν». Προσοχή: ο επιτονισμός στο «εμή», όχι στο «δικαία». Του Χριστού η κρίση είναι η μόνη δίκαιη, η μόνη φιλάνθρωπη, η μόνη σωτήρια. Ας πούμε κι εμείς σαν τον Πέτρο: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις». Ας γινόμαστε συχνά αφελείς, ας πέφτουμε κι ας σηκωνόμαστε, αλλά τουλάχιστον ας αποζητήσουμε αυτήν την θεμελιώδη διαύγεια, αν όχι φωτισμό, του Πέτρου.
Στέλλα Ν. Αναγνώστου-Δάλλα.
