Με τη χάρη και την αγάπη.
Τα χρόνια εκείνα, εκτός από τα μοναστήρια, είχαμε και πολλούς ιερομονάχους και μοναχούς που έβγαιναν στον κόσμο. Τότες δεν ξέραμε από εξομολόγησε. Κοντά σ’ αυτούς μάθαμε δυο πράγματα. Εμείς τρέχαμε και στις αγρυπνίες και στις ακολουθίες. Είχαν ένα άλλο αέρα πνευματικό. Είχαν καλογερική οι άνθρωποι. όχι μόνον οι μορφές, αλλά και οι ζωές τους μας ενέπνεαν. Έτσι γνώρισα τους γεροντάδες μου, τον π. Εφραίμ, τον π. Νικηφόρο, τον π. Λογγίνο και τον π. Προκόπιο. Ο Θεός να τους αναπαύει στην αγάπη Του μετά των αγίων και των δικαίων. Ο γέροντας Νικηφόρος λεγόταν Ρουπάκας στο επίθετο και ο π. Προκόπιος Μπάκας.
«Είδες, Θοδωρή μου; ρουπάκας και Μπάκας. Πυριώτικα είναι. Και το δικό σου Κουτσοβασίλης. Πυριώτικο και αυτό. Αλλά δε σου ταιριάζει. Εσένα, παιδί μου, Χρυσοβασίλη έπρεπε να σε λένε».
Ο κυρ – Θόδωρος μειδίασε.
«Παπάς είστε, γέροντας μου, να με βαπτίσετε να μου το αλλάξετε το επίθετο».
«Τί να σε βαπτίσω, Θοδωράκη μου; Εσύ και βαπτισμένος είσαι και μυρωμένος. «Έτι εν σοι», να σου κάνουμε μία κουρά να στα αλλάξουμε όλα και όνομα και επίθετο κα τόπο».
Όλοι γέλασαν και ο γέροντας συνέχισε:
«Τί να πούμε εμείς, παιδιά. Αυτά είναι του Θεού. Αυτά είναι πολύ ψηλά. Δεν τα φτάνει ο άνθρωπος. Αυτά τα δίνε με το χεράκι Του το άγιο ο Θεός. Μήπως ο γάμος μικρή υπόθεση είναι; Ό,τι ταπεινώνει τον άνθρωπο, ό,τι τον βάζει στην αγάπη, ό,τι είναι σταυρός, είναι υψηλό και άγιο. Είναι και δύσκολα. Δε λένε, βαριά η καλογερική κι ασήκωτος ο γάμος;
Άαα, να σας πω μία ιστορία που άκουσα και με συγκίνησε. Σε μια λαγκαδιά κοντά στην Καλαμάτα, άμα κοιτάξεις ψηλά πάνω στο βράχο θα δεις ένα μεγάλο πετρωμένο φίδι. Τα παλιά χρόνια περνούσαν από το σημείο αυτό δύο νεόνυμφοι. Είχαν τα παιδάκια αυτά τη Χάρη του Θεού και πολύ αγάπη μεταξύ τους. Ξέρεις τί σημαίνει αυτό; Δεν υπάρχει, να πούμε, μεγαλύτερη δύναμη, από τη συνάντηση της Χάριτος του Θεού και της καθαρής, της αληθινής αγάπης του ανθρώπου. Ξαφνικά βγήκε μπροστά τους ένα μεγάλο φίδι να τους φάει. Τότε μπήκε το παλικάρι μπροστά ή να σκοτώσει το θηρίο, ή να φάει αυτόν και να σωθεί η γυναικούλα του. Όχι σαν τον Αδάμ, που με τον εγωισμό του κοίταζε μόνο τον εαυτούλη του και έριχνε τα βάρητα στην Εύα. Η κοπέλα σαν κατάλαβε να πούμε την κίνηση του άντρα της, όρμησε, τον προσπέρασε και στάθηκε μπροστά στο δράκο, να φάει αυτήν. Τότε το θηρίο πέτρωσε. Ναι, μπροστά σε τέτοια αγάπη πέτρωσε.
Με τη Χάρη του Θεού και την αγάπη του ανθρώπου τα φίδια και μέσα μας, τρόπον τινά, και γύρω μας ακινητοποιούνται, πετρώνουν, νεκρώνονται. Κι ο γάμος και η καλογερική σταυρός είναι. Γι’ αυτό, δι’ αυτών σώζεται ο άνθρωπος. Τώρα θα μου πεις; Πώς τα σηκώνει αυτά ο άνθρωπος; Ό,τι δίνει ο Θεός μαζί με Εκείνον τα σηκώνεις. Εμείς δε σηκώνουμε το ελαφρύ του Θεού φορτίο, αλλά το ασήκωτο, το βαρύτατο του εγωισμού, του θελήματός μας φόρτωμα.
Ευωδία ζωής.
Όταν οι γονείς μου είδαν ότι με τραβάει η καλογερική, στενοχωρήθηκαν. Ο πατέρας μου επαναστάτησε. Πού να ‘ξερε ότι θα τελείωνε και αυτός το βίο του στο περιβολάκι της Παναγιάς! Χρήματα δεν είχα. Πώς να έφευγα; Μου έδωσε ο κυρ – Κώστας ο Τούτουζας. Όταν ανέβηκα στο Όρος, του τα έστειλα αμέσως και εκείνος ο ευλογημένος μου τα έστειλε πίσω, παρακαλώντας να τον μνημονεύω. Πώς μπορώ να τον ξεχάσω;
Η μητέρα μου είχε πραότητα. Μεγάλη αρετή. Θησαυρός ανεκτίμητος. Ο πράος δεν φιλονικεί, έχει την ειρήνη για να διαλεχτεί. Δεν την είδα ποτέ να θυμώνει. Συντροφιά στην πραότητα κάνουν η ανεξικακία, η ταπείνωση, η υπομονή. Όλες μαζί κάθονται στο τραπέζι της προσευχής. Με αυτήν ξεδιψούν. Ο πράος είναι εικόνισμα του πράου Χριστού. Και γι’ αυτό ένιωθα ένα δέος, ένα σεβασμό, μία, τρόπον τινά, ιεροπρέπεια στη μορφή της μητέρας μου. Ήξερε και να μιλά, όταν έπρεπε και όπως έπρεπε, αλλά γνώριζε και να σιωπά. Αγία, μακαρία, ευλογημένη σιωπή, που γεμίζεις με δάκρυα και προσευχή. στη μητέρα μου είδα αυτά που βρήκα στο ύψος του γέροντά μου Ιωσήφ.
Είδες τί είναι αρετή; Όπου και να είσαι, και στην Αθήνα και στα Καρούλια, εάν την καλλιεργείς, θα ανυψωθείς. Παντρεμένοι άνθρωποι με παιδιά, εγγόνια, μέριμνες, και έφταναν στο επίπεδο των ασκητών. Ο Θεός δεν κοιτά τον τόπο, αλλά τον τρόπο του ανθρώπου. Αξιώθηκε η μητέρα μου να δει, όταν έφυγα, τον άγιό μου, τον όσιο Εφραίμ, κοντούλη και με λίγα γενάκια και την πληροφόρησε ότι ο γιος σου στον κόσμο απέτυχε για να πετύχει στην έρημο. Αξιώθηκε να γίνει μοναχή, δέκα μέρες πριν την κοίμησή της. Η μητέρα μου ήταν καρδιακιά. Βάλε πόσα, τρόπον τινά, είχε σηκώσει η καρδιά της. Αν δεν είχε πίστη δεν θα τα άντεχε. Ο Χριστός που είχε μέσα στην καρδιά της, την κρατούσε.
Όταν εκοιμήθη η αδερφούλα της, η θεία μου, πολύ στενοχωρήθηκε. Την πήρε ο Χαράλαμπος, ο αδελφός μου, και την πήγε στο Ιπποκράτειο, στην Αθήνα. Της έστειλα από εδώ το σχήμα και το πολυσταύρι. Πήγαν η γερόντισσά της και ο πνευματικός και έκαμαν την κουρά. Πήρε το όνομα της Παναγίας. Εκοιμήθη Μεγάλη Παρασκευή πρωί. Ήταν εκεί η Ελένη, η αδερφή μου, και η γερόντισσα. Έβγαλαν έξω τον Χαράλαμπο για να πλύνουν και να ντύσουν τη γιαγιά. Όταν την άλλαξαν, λέει η γερόντισσα στην Ελένη:
«Έριξες τίποτες άρωμα στη γιαγιά;»
«Κύριε ελέησον, γερόντισσα, μόνο τα ρούχα της μάνας κρατούσα».
Έρχεται μετά και ο γαμπρός, ο άντρας της Ελένης.
«Τί ρίξατε, βρε παιδιά, στη γιαγιά; Όλος ο τόπος μυρίζει».
Αργότερα ήρθαν και οι ξαδέρφες. Τα ίδια και αυτές.
«Τί ρίξατε στη θεία;».
«Άννα, τίποτες δεν ρίξαμε, η γιαγιά ευωδιάζει».
Την πήγαν στο μοναστήρι να την ενταφιάσουν και λέγαν οι καλογριούλες πως μύριζε περισσότερο από τον επιτάφιο.
Η ζωή της ήταν το άρωμα, το μοσχοθυμίαμα το ευπρόσδεκτο στο Θεό. Κι εγώ ένιωσα την ευωδία της ψυχής της μητέρας μου. Και στις εννέα ημέρες από την κοίμησή της ένιωσα το πέρασμα της ψυχής της το ευωδιαστό. Την είδα. Όχι στον ύπνο. Στον ύπνο τις περισσότερες φορές δεν είναι όραση από τον Θεό, αλλά τύφλωση από τον πονηρό. Εκείνη με ταπείνωση, από τη μέρα που ήρθα στο Άγιον Όρος, με όλη της την πονεμένη ψυχή φώναζε:
«Εφραίμ, παιδί μου, σώσέ με»>
Τί να προσευχηθώ εγώ για τη μητέρα μου; Πώς να προσευχηθώ; Τί να πω και τί να ομολογήσω; Έλεγα στον π. Προκόπιο:
«Στο τέλος θα μνησικακήσω στη μάνα μου. Πώς έφτασε σε τέτοιο ύψος παντρεμένος άνθρωπος, με μέριμνες, με παιδιά και εγγόνια; Σας ομολογώ, πολλάκις την είδα στο πρόσωπο, στο ύψος, στην κατάσταση του γέροντός μου, του γέρο – Ιωσήφ. Τώρα, εγώ ο αμαρτωλός την επικαλούμαι. Της ζητώ να ικετεύει τον Χριστό. «Εκλεκτή μανούλα μου, αγία μου μητέρα, σώσε το παιδάκι σου το τρελό, το παλαβό, το κουτό, το παιδάκι σου το άσωτο. Πάντα σε θυμάμαι μεσάνυχτα μπροστά στο εικονοστάσι να κάνεις κομποσκοίνι και μετάνοιες. Τώρα, ενώπιον του Κυρίου, εύχου για όλον τον κόσμο».
Την ευγνωμονώ, την ευχαριστώ, δοξολογώ το Θεό που μας έδωσε τέτοια μάνα. Πικρή λέξη δεν άκουσα. Θυμό δεν είδα. Γογγυσμό δε γνώρισα. Θυσία είδα, αγάπη γεύτηκα, δοξολογία άκουσα, σιωπή αφουγκράστηκα, υπομονή συνάντησα. «Δόξα τω Θεώ»! Μήπως και η μητέρα του γέρο – Ιωσήφ, αγία, χαριτωμένη ψυχούλα δεν ήταν; Εκεί να δεις πίστη, ταπείνωση, υπομονή, απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Χήρα γυναίκα, φτωχή, με τόσα παιδιά και δεν απελπίστηκε και αγωνίστηκε και τα κατάφερε. Όχι μόνο στα βιοτικά, αλλά και στα πνευματικά. Να ξέρετε, όποιος πιστεύει και πνευματικά παλεύει, σε όλα τα καταφέρνει, γιατί έχει το Θεό μέσα στη ζωή του. Μας έλεγε ο γέρο Ιωσήφ, πως η κυρά – Μαρία είχε πολλές αποκαλύψεις και μέσα στη θεία Λειτουργία, αλλά και όταν έτρεχε να καθαρίσει τα εξωκκλήσια και να ανάψει τα καντήλια των Αγίων. Όπως η μητέρα μου είδε τον Όσιο Εφραίμ, όταν έφυγα για το Άγιον Όρος, και την πληροφόρησε πως θα με κρατήσει στο σπιτάκι του, έτσι και η μητέρα του γέροντα είδε όταν τον γέννησε Άγιο Άγγελο να παίρνει το παιδί και να της αφήνει ένα σταυρό στο χέρι. Είδες πώς μιλά, τρόπον τινά, ο Θεός στους απλούς, στους αγνούς, στους ταπεινούς, στους πιστούς ανθρώπους;
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
