Δεύτερο Βαλτέτσι στα Σφακιά
Στις 14 Ιουλίου του 21, δώδεκα χιλιάδες Τουρκοκρητικοί απ’ το Ηράκλειο, που ήταν οι πιο πολεμόχαροι απ’ όλους, τράβηξαν για τα Σφακιά. Είχαν αρχηγό τον ανδρείο Καούνη.
Οι Σφακιανοί, κάπου εφτακόσια ντουφέκια, έπιασαν τη θέση Ξερόκαμπος δυτικά απ’ το χωριό Ασκύφου. Και στις 16 του μήνα υποδέχτηκαν τους Τούρκους με φωτιά. Τους θέριζαν στα γιομάτα. Οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να ξεμπροστίσουν και τόβαλαν στο φευγιό. Μπροστά τους όμως τους φράζει το δρόμο ο καπετάν Τσελεπής, Σφακιανός κι αυτός, με τους δικούς του.
Κι ακολουθεί ο όλεθρος. Γυρεύουν μερικοί να σκαρφαλώσουν τη λαγκαδιά, αλλά «τα κουφάρια τους κατρακυλούν άψυχα». Και άλλοι καθώς πέσανε τα σκοτάδια της νύχτας, γύρεψαν τη σωτηρία τους στα δάση, όπου «εθηρευοντο υπό των Σφακιανών επί δύο και περισσότερες μέρες, ως αγρίμια επί των ορέων». Δυο χιλιάδες χάθηκαν κι όσοι γλίτωσαν έφτασαν κυνηγημένοι στον Αλμυρό ρακένδυτοι.
Σε τρεις μέρες, οι Σφακιανοί μπλόκαραν μια άλλη ομάδα τούρκικη από 960 νοματαίους. Τους κλείσανε στη θέση Άμπελος και τους ρήμαξαν. Δυο μέρες κράτησε η σφαγή. Απ’ όλους ένας μόνο γλίτωσε, γιατί ήταν ξαπλωμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τον νόμισαν κι αυτό νεκρό. Φορούσε δαχτυλίδι. Ένας Σφακιανός, για να του πάρει το δαχτυλίδι, του κόβει το δάχτυλο. Κι ο δυστυχής, για να γλιτώσει τη ζωή του ούτε κουνήθηκε καθόλου. «Τι φρίκη», γράφει ο Παπαδοπετράκης, σε κείνον που έβλεπε 960 σώματα αντρών και πολύ περισσότερα ζώα να είναι ξαπλωμένα άψυχα πάνω σε 3-4 στρέμματα γη!».
Με την ευκαιρία αυτή που αναφερθήκαμε στα Σφακιά της Κρήτης, ας δούμε με συντομία την προσφορά των Σφακιανών στην Επανάσταση.
Απ’ τα πρώτα κιόλας χρόνια της σκλαβιάς, άνθισε η κλεφτουριά στην Κρήτη. Καταφύγιο της είχαν γίνει τα Λευκά όρη. Ένας ήταν ο καημός των Κρητών:
«Πότε θα κάμει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει,
να πάρω το ντουφέκι μου την όμορφη πάτρωνα,
να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα των Μουσούρων,
να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άνδρες…».
Ιδιαίτερα οι Σφακιανοί στάθηκαν το προζύμι της λευτεριάς στην Κρήτη.
Στα 1770, στα Ορλωφικά επαναστάτησαν. Κι όταν πνίγηκε κείνος ο ξεσηκωμός στο αίμα και ο αρχηγός των Σφακιανών Δασκαλογιάννης έπεσε στα χέρια των Τούρκων, τον ρώτησε ο πασάς:
— Τι παράπονο είχες εσύ, καπετάν δάσκαλε, και οι Σφακιανοί σου από μέρους μας; Λεύτεροι είσαστε να κουμαντάρετε τα δικά σας.
— Σωστό είναι, πασά μου, τ’ αποκρίθηκε ο Δασκαλογιάννης, πως εμείς οι Σφακιανοί δεν είχαμε κανένα παράπονο. (Είχαν ειδικά προνόμια). Μα στους άλλους χριστιανούς της Κρήτης οι γενίτσαροι και οι μουσουλμάνοι, μήτε πίστη τούς άφησαν, μήτε βιος, μήτε τιμή. Αυτά, αφέντη, μας παρακίνησαν να ξεσηκωθούμε. Είπαμε πως κάλλιο μαζί τους να χαθούμε ή να λευτερωθούμε όλοι…».
Διέταξε αμέσως ο πασάς και τον γδάραν ζωντανό. Μα αυτό αγρίεψε περισσότερο τους Σφακιανούς και με το πρώτο «μπουμ» του ’21 βγήκαν όλοι στο κλαρί. Ο Σερίφ πασάς του Ηρακλείου τα χρειάστηκε και τους ζήτησε με το καλό τα όπλα τους. Έβαλε και το δεσπότη να τους στείλει γράμμα και τους παρακίναγε να δώσουν τ’ άρματα τους, γιατί διαφορετικά θα τους αφόριζε. Οι Σφακιανοί τού απάντησαν:
«Σεβασμιώτατε, Την ευχή σου θέλουμε και τας ευλογίας σου αποδεχόμεθα, αλλά τους αφορισμούς και τας κατάρας σου στέλνουμε οπίσω, δια να τας μεταχειρισθείς όπου πρέπει (…) Ταύτα και προσκυνούμε. Τα ταπεινά σου τέκνα…».
Ο καπετάν Περάκης συγκεντρώνει όλους τους καπεταναίους και τους λέει:
— Ελάτε, καπεταναίοι, εδά απού είστε ούλοι επαδά μαζί να λογαριάσετε ο καθένας όσα ντουφέκια έχει, για να ιδούμε πόσα θα βρεθούν σε ούλη την Κρήτη, όπου μ’ αυτά μελετούμε να πολεμήσουμε ούλη την Τουρκιά!
Και βρέθηκαν αρκετά!
Από το βιβλίο: “Στα δοξασμένα χρόνια”, των: Κώστα Δ. Παπαδημητρίου, Γιάννη Σμυρνιωτάκη. Αθήνα, Νοέμβριος 1985.
