17. Ενώ λοιπόν εκείνος προέλεγε αυτά εγώ είπα˙ Ποιό θα είναι το κέρδος σου από αυτή την επινόηση;
Και ο Σίμωνας είπε˙ Πρώτα – πρώτα, αφού συλλάβουν αυτόν εκείνοι που αναζητούν εμένα, θα σταματήσουν την εναντίον μου έρευνα. Εάν μάλιστα σκοτωθεί και από βασιλικό χέρι, θα πενθήσουν πολύ τα παιδιά του, τα οποία, εγκαταλείποντας εμένα, κατέφυγαν στον Πέτρο και συνεργάζονται μαζί του. Διότι τώρα, Πέτρε, σου ομολογώ την αλήθεια, φοβόμουνα τον Σίμωνα, να το φανερώσω αυτό στον Φαύστο, αλλά δεν μας άφηνε και χρόνο ο Σίμωνας για να απομονωθούμε εκτός εάν δεν του αποκάλυπτα την κακή πρόθεση του Σίμωνα. Όμως κατά τα μεσάνυχτα ο Σίμωνας αφού σηκώθηκε, έφυγε παίρνοντας τον δρόμο για την Ιουδαία, έχοντας ως προπομπούς τον Αππίωνα και τον Αθηνόδωρο. Τότε εγώ υποκρινόμενος ότι δεν αισθάνομαι καλά στο σώμα, με σκοπό, μένοντας μετά την αναχώρηση εκείνων, να πάω και να τον κάνω να γυρίσει πίσω στα δικά του, και να ξεφύγει κρυμμένος, εάν βέβαια μπορούσε, κοντά σας, φοβούμενος μήπως από εκείνους που αναζητούν τον Σίμωνα συλληφθεί ως Σίμωνας και πεθάνει από τη βασιλική οργή.
Τον έστειλα λοιπόν σε ακατάλληλη ώρα σε σας και φροντίζοντας γι’ αυτόν ήρθα να τον δω και να φύγω το γρηγορώτερο, προτού επιστρέψουν αυτοί που ξεπροβόδισαν τον Σίμωνα. Και ατενίζοντας σε μας είπε˙ Εγώ ο Αννουβίωνας βλέπω την αληθινή μορφή του πατέρα σας, επειδή αλείφθηκα από τον ίδιο τον Σίμωνα, όπως διηγήθηκα πριν, με σκοπό να φαίνεται στα μάτια μου η αληθινή μορφή του Φαύστου. Με μεγάλη μου λοιπόν έκπληξη θαυμάζω πάρα πολύ τη μαγεία του Σίμωνα, διότι στέκεστε χωρίς να γνωρίζετε τον πατέρα σας. Επειδή δε κλαίγαμε και ο πατέρας και η μητέρα και εμείς οι ίδιοι, για την κοινή όλων συμφορά μας, συγκινήθηκε και ο Αννουβίωνας και δάκρυσε.
18. Τότε και ο Πέτρος μας υποσχέθηκε την αποκατάσταση της μορφής του πατέρα μας λέγοντας σ’ αυτόν˙ Άκουσες, Φαύστε, τα δικά μας. Όταν λοιπόν μας γίνει χρήσιμη η πλαστή μορφή που φορείς, και μας υπηρετήσεις, σ’ αυτά που θα σου πούμε, τότε κι εγώ θα σου ξαναδώσω την αληθινή σου μορφή, αφού πρώτα κάνεις αυτά που θα σου πω.
Όταν ο πατέρας είπε˙ Κάθε τι που μου είναι δυνατό θα το κάνω με πολλή προθυμία, μόνο να μου ξαναδώσεις τη δική μου μορφή για χάρη των δικών μου.
Ο Πέτρος απάντησε˙ Ο ίδιος άκουσες με τα αυτιά σου τους απεσταλμένους μου που ήρθαν από την Αντιόχεια και είπαν, ότι πηγαίνοντας εκεί ο Σίμων ξεσήκωνε τα πλήθη πολύ εναντίον μου, αποκαλώντας με μάγο και δολοφόνο και απατεώνα και αγύρτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θέλουν όλο όσοι είναι εκεί να φάνε τις σάρκες μου. Θα κάνεις λοιπόν όπως σου λέω εγώ, αφήνοντας τον Κλήμη κοντά μου και περιμένοντάς μας στην Αντιόχεια μαζί με τη γυναίκα σου, και τους γιους σου Φαυστίνο και Φαυστιανό. Θα είναι μαζί σου και μερικοί άλλοι, τους οποίους εγώ κρίνω ικανούς να υπηρετήσουν το θέλημά μου.
19. Μαζί μ’ αυτούς φτάνοντας στην Αντιόχεια, όσο διάστημα θα φαίνεται ως Σίμωνας, κήρυξε δημοσίως την μετάνοιά σου λέγοντας˙ εγώ ο Σίμωνας σας διακηρύττω ομολογώντας ότι άδικα είπα ψέματα εναντίον του Πέτρου˙ διότι δεν είναι απατεώνας, ούτε δολοφόνος, ούτε αγύρτης, ούτε όσα έφτανα να πω κάθε φορά γι’ αυτόν παρακινούμενος από θυμό. Σας παρακαλώ εγώ ο ίδιος, που έγινα σ’ αυτόν αίτιος του μίσους του για σας, να παύσετε να τον μισείτε˙ διότι είναι γνήσιος απόστολος του αληθινού προφήτη που στάλθηκε από τον Θεό για τη σωτηρία του κόσμου. Γι’ αυτό σας συμβουλεύω και εγώ, να πιστεύσετε σ’ αυτόν για όσα κηρύττω, γιατί αλλιώς ολόκληρη η πόλη σας θα χαθεί. Θέλω να γνωρίζετε για ποια αιτία τα ομολόγησα αυτά σε σας. Αυτή τη νύχτα άγγελοι του Θεού εμένα τον ασεβή με μαστίγωναν φρικτά, επειδή είμαι εχθρός του κήρυκα της αληθείας. Παρακαλώ λοιπόν, ούτε εγώ ο ίδιος εάν έρθω άλλη φορά και επιχειρήσω να σας μιλήσω εναντίον του Πέτρου, να μη με αποδεχθείτε.
Γιατί σας εξομολογούμε˙ εγώ είμαι μάγος, εγώ απατεώνας, εγώ αγύρτης. Ίσως όμως μπορέσω με μετάνοια να εξαλείψω τα αμαρτήματα που έχω κάνει.
17. Εκείνου δε ταύτα προλέγοντος έφη˙ Τί νυν σοι εκ της τοιαύτης μηχανής έστι κέρδος;
Και ο Σίμων έφη˙ Πρώτον μεν συλλαβόντες αυτόν οι εμέ ζητούντες παύσονται της κατ’ εμού ζητήσεως. Ει δε και υπό βασιλικής χειρός αναιρεθείη, μέγιστον πένθος έξουσιν οι τούτου παίδες, οίτινες, εμέ καταλιπόντες, προσφυγόντες τω Πέτρω συνεργούσιν. Νυν γαρ σοι, ώ Πέτρε, ομολογώ τα αληθή, ότι εφοβούμην τον Σίμωνα, τω Φαύστω τούτο μηνύειν, άλλ’ ουδέ καιρόν ημίν ο Σίμων εδίδου προς το ιδιάζειν˙ ει μη αυτώ την εκ του Σίμωνος κακήν αν έφηνα βουλήν. Πλην εν μέση γε νυκτί αναστάς ο Σίμων την επί Ιουδαίαν εποιείτο φυγήν, προπεμπόμενος υπό τε Αππίωνος και Αθηνοδώρου. Τότε εγώ δυσαρέστως έχειν το σώμα υπεκρινάμην, όπως μείνας μετά το εκείνους πορευθήναι ευθύς αυτόν επί τα εαυτού επανελθείν ποιήσω, ει που δύναιτο παρ’ υμίν κρυπτόμενος λανθάνειν μήπως υπό των Σίμωνος ζητούντων ως Σίμων ληφθείς υπό βασιλικής οργής αποθάνη. Αωρίας ουν αυτόν εξαπέστειλα προς υμάς, και κηδόμενος αυτού νύχιος ήλθον οψόμενός τε αυτόν και τάχιον απελευσόμενος, πριν τους πέμψαντας τον Σίμωνα επανελθείν.
Και προσβλέψας ημίν έφη˙ Εγώ Αννουβίων την του πατρός υμών αληθή μορφήν ορώ εναλειψάμενος υπ’ αυτού του Σίμωνος, ως προεδιηγησάμην, ίνα τοις εμοίς οφθαλμοίς η αληθής Φαύστου φαίνηται μορφή. Εκπεπληγμένος ουν σφόδρα θαυμάζω την Σίμωνος μαγείαν, ότι εστώτες τον υμέτερον ου γνωρίζετε πατέρα. Κλαιόντων δε του τε πατρός και της μητρός και ημών αυτών επί τη κοινή πάντων ημών συμφορά, συμπαθήσας και ο Αννουβίων εδάκρυσεν.
18. Τότε και ο Πέτρος της του πατρός μορφής την αποκατάστασιν ημίν επηγγείλατο ειπών προς αυτόν˙ Ήκουσας, ω Φαύστε, τα καθ’ ημάς. Όταν ουν ημίν χρήσιμος η περικειμένη σοι πλάνος μορφή γένηται και υπουργήσης ημίν, προς α κελεύομεν, τότε καγώ σοι την αληθινήν σου μορφήν αποδώσω πρότερον ποιήσαντι τα παρ’ εμού σοι λεγόμενα.
Του δε πατρός ειπόντος˙ Παν ό,τι αν μοι δυνατόν η προθυμότατον ποιήσω, μόνον την εμήν τοις εμοίς απόδος μορφήν.
Ο Πέτρος απεκρίνατο˙ Αυτός ιδίοις ωσίν ακήκοας των προόδων μου από Αντιοχείας εληλυθότων και ειπόντων, ως εκεί γεγονώς ο Σίμων ισχυρώς τους όχλους κατ’ εμού παρώξυνε, μάγον και μιαιφόνον, πλάνον τε και γόητα αποκαλών επί τοσούτον, ως γλίχεσθαι πάντας τους εκεί των εμών απογεύσασθαι σαρκών. Ποιήσεις ουν, ως εγώ λέγω, καταλιπών Κλήμεντα παρ’ εμοί και προαγαγών ημάς εις Αντιόχειαν μετά της συμβίου σου, έτι δε Φαυστίνου και Φαυστινιανού των υιών σου. Συνέσονται δε σοι και άλλοι τινές, ους εγώ κρίνω δυνατούς τω εμώ θελήματι.
19. Μετά τούτων εν Αντιοχεία γενόμενος, εν όσω ως Σίμων φαίνη, δημοσία κήρυξον την σεαυτού μεταμέλειαν ειπών˙ Εγώ Σίμων ταύτα υμίν κηρύσσω ομολογών, αδίκως καταψεύσασθαι τα του Πέτρου˙ ου γαρ εστί πλάνος,ου μιαιφόνος, ου γόης, ουδέ όσα ποτέ φαύλα περί αυτού λέγων έφθανον υπό θυμού ελαυσόμενος. Δέομαι υμών αυτός εγώ, ο του προς υμάς μίσους αίτιος αυτώ γεγονώς, παύσασθε μισούντες αυτόν˙ του γαρ υπό Θεού προς σωτηρίαν κόσμου απεσταλμένου αληθούς προφήτου αληθής έστι απόστολος. Διο και αυτός συμβουλεύω, αυτώ υμάς πείθεσθαι περί ων κηρύσσω, επεί πάσα υμών η πόλις άρδην απολείται. Δι’ ην δε αιτίαν υμίν ταύτα ωμολόγησα, ειδέναι υμάς θέλω. Ταύτης της νυκτός άγγελοί με του Θεού, τον ασεβή, ως εχθρόν όντα τω της αληθείας κήρυκι, δεινώς εμαστίγουν. Παρακαλώ ουν, μηδ’ αν αυτός εγώ άλλοτε επανελθών κατά Πέτρου επιχειρών λέγω, μη αποδέξησθέ με. Εξομολογούμε γαρ υμίν˙ εγώ μάγος, εγώ πλάνος, εγώ γόης. Έξεστι γαρ ίσως, μετανοία απολύσαι τα προπεπραγμένα μοι αμαρτήματα.
***
20. Όταν ο Πέτρος υπαγόρευσε αυτά, ο πατέρας είπε˙ Γνωρίζω αυτό που θέλεις˙ Γι’ αυτό μη κουράζεσαι. Γιατί δεν θα νοιαστώ εγώ λιγότερα πηγαίνοντας εκεί να πω αυτά που πρέπει να πω για σένα.
Και ο Πέτρος πάλι συμβούλεψε˙ Όταν λοιπόν καταλάβεις ότι η πόλη απέβαλε το μίσος και θέλει να μας δει, στείλε και φανέρωσέ μου το, και θα φτάσουμε αμέσως κοντά σου. Όταν δε έρθω εκεί, την ίδια μέρα διώχνοντας την ξένη μορφή σου, θα σε κάνω να δείχνεις τη δική σου στους δικούς σου και σ’ όλους τους άλλους χωρίς να εξαπατώνται. Αφού είπε αυτά, είπε να είναι μαζί του οι γιοι του και αδελφοί μου και η Ματτιδία η μητέρα μας και διέταξε να πάμε μαζί του και μερικοί από τους πιο αφοσιωμένους.
Η μητέρα όμως, βλέποντας με ενδοιασμό το να φύγει μαζί του, είπε˙ Μου φαίνεται ότι θα είμαι μοιχαλίδα συζώντας με τη μορφή του Σίμωνα. Επομένως εάν αναγκαστώ να πάω μαζί του, είναι αδύνατο να κοιμηθώ μαζί του στο ίδιο ξύλινο κρεββάτι, αλλά και δεν γνωρίζω, αν θα πεισθώ να φύγω μαζί του.
Και καθώς αυτή δίσταζε να πάει, την προέτρεψε ο Αννουβίωνας λέγοντας˙ Πίστεψε σε μένα και στον Πέτρο και στην ίδια τη φωνή του, ότι είναι ο Φαύστος, ο άνδρας σου, τον οποίο εγώ δεν τον αγαπώ πιο λίγο από σένα. Και εγώ ο ίδιος θα πάω μαζί του. Όταν ο Αννουβίωνας είπε αυτά, η μητέρα υποσχέθηκε ότι θα έρθει μαζί μας.
21. Ο Πέτρος τότε είπε˙ Πολύ δίκαια ο Θεός τακτοποιεί τα πράγματά μας. Διότι έχουμε μαζί μας τον Αννουβίωνα τον αστρολόγο. Αυτός λοιπόν όταν πάμε στην Αντιόχεια θα μιλήσει στο εξής σαν φίλος πιο ειλικρινά για την δημιουργία.
Και ενώ ο πατέρας μέσα στη νύχτα, μαζί με αυτούς που όρισε ο Πέτρος και τον Αννουβίωνα ξεκίνησε για την κοντινή Αντιόχεια, το πρωί της άλλης μέρας, πριν έρθει ο Πέτρος για να μιλήσει, γύρισαν στην Λαοδίκεια, αφού ξεπροβόδισαν τον Σίμωνα, ο Αππίων και ο Αθηνόδωρος αναζητώντας τον πατέρα. Μαθαίνοντάς το αυτό ο Πέτρος έδωσε εντολή να μπουν. Όταν μπήκαν και κάθισαν και ρώτησαν, Πού είναι ο Φαύστος, απάντησε ο Πέτρος˙ Δεν γνωρίζουμε˙ γιατί αυτό το βράδυ, που ήρθε σε σας, δεν ξαναφάνηκε στους δικούς του˙ Χθες το πρωί μάλιστα τον ζήτησε και ο Σίμωνας, και επειδή δεν απαντήσαμε σ’ αυτόν, δεν γνωρίζω τι του ήρθε και είπε στον εαυτό του Φαύστο. Επειδή όμως δεν έγινε πιστευτός, δακρύζοντας και χτυπώντας το στήθος του, αφού απείλησε ότι θα σκοτώσει τον εαυτό του ξεκίνησε για τη θάλασσα.
22. Όταν άκουσαν αυτά και ο Αππίωνας και αυτοί που ήταν μαζί του, θρηνώντας χτυπούσαν το στήθος τους λέγοντας˙ Γιατί δεν τον δεχθήκατε; Και ενώ ο Αθηνόδωρος ήθελε να μου πει, ο Φαύστος ήταν ο πατέρας σου, προλαβαίνοντάς τον ο Αππίωνας είπε˙ Μάθαμε από κάποιον ότι βρίσκοντάς τον ο Σίμωνας τον παρακίνησε να εγκαταλείψει τον Πέτρο και να πορευθεί μαζί του, υποσχόμενος ότι θα του φανερώσει την αλήθεια, όταν ο ίδιος ο Φαύστος τον παρακάλεσε, επειδή δεν ήθελε να δει τους γιους του που έγιναν Ιουδαίοι. Εμείς όταν τ’ ακούσαμε αυτά ήρθαμε γι’ αυτό εδώ αναζητώντας τον. Επειδή όμως δεν είναι εδώ, φαίνεται ότι έλεγε την αλήθεια εκείνος που μας είπε, αυτά που σας είπαμε ότι ακούσαμε από αυτόν.
Εγώ τότε ο Κλήμης καταλαβαίνοντας την πρόθεση του Πέτρου, ότι δηλαδή θέλει να τους βάλει την υπόνοια, ότι πρόκειται να ζητήσει τον γέροντα σ’ αυτούς, για να φοβηθούν και να φύγουν, βοήθησα στην πρόθεσή του και είπα στον Αππίωνα˙ Άκουσε, αγαπητέ μου Αππίωνα˙ Εμείς αυτά που θεωρήσαμε καλά, σπεύσαμε να του τα δώσουμε ως πατέρα μας. Εφόσον όμως αυτός δεν θέλησε να τα πάρει, αντίθετα μάλιστα μας σιχάθηκε και έφυγε, θα πω κάτι πιο σκληρό˙ ούτε εμείς ενδιαφερόμαστε γι’ αυτόν.
Όταν εγώ είπα αυτά, επειδή στενοχωρήθηκαν για την ωμότητα, έφυγαν, και όπως μάθαμε την άλλη μέρα, ξεκίνησαν όσο γίνεται ταχύτερα ακολουθώντας τα ίχνη του Σίμωνα στην Ιουδαία.
23. Όταν όμως πέρασαν δέκα μέρες ήρθε κάποιος από την Αντιόχεια από τον πατέρα μας αναγγέλλοντάς μας, ότι ο πατέρας κατηγορώντας τη μορφή του δημοσίως και εγκωμιάζοντας τον Πέτρο, έκανε ολόκληρη την πόλη των Αντιοχέων να τον αγαπήσουν, και ανέφερε, ότι από τον πόθο επιθυμούν όλοι να τον δουν˙ μερικοί μάλιστα εξαγριωμένοι εναντίον του, σαν να ήταν ο Σίμωνας, εξαιτίας της υπερβολικής αγάπης τους προς τον Πέτρο, θέλουν να συλλάβουν τον Φαύστο, ως Σίμωνα. Γι’ αυτό, επειδή φοβάται μήπως τον σκοτώσουν, έστειλε ζητώντας να έρθει αμέσως ο Πέτρος, για να τον προλάβει ζωντανό, και να εμφανισθεί στην πόλη που έχει μεγάλο πόθο γι’ αυτόν στην κατάλληλη στιγμή. Ο Πέτρος λοιπόν, ακούοντας αυτά, συγκέντρωσε περισσότερους για λατρευτική συνάθροιση, και εγκαθιστώντας έναν από τους ακολούθους του ως επίσκοπο, αφού έμεινε ακόμα τρεις μέρες στη Λαοδίκεια βαπτίζοντας και θεραπεύοντας, έσπευσε να μεταβεί στην κοντινή Αντιόχεια.
20. Ταύτα του Πέτρου υποτιθεμένου. Οίδα, έφη ο πατήρ, ό,τι βούλει. Διο μη κάμνε. Εμοί γαρ ουχ ήττον μελήσει εκείσε ελθόντι διαλεχθήναι, α χρη περί σου διαλέγεσθαι.
Και ο Πέτρος πάλιν υπετίθετο˙ Όταν ουν νοήσης την πόλιν μεταβαλομένην του μίσους, επιθυμούσαν δε ιδείν ημάς, πέμψας δήλωσόν μοι, και αυτόθι επικαταληψόμεθά σε. Γενόμενοι δε εκεί αυθημερόν την αλλοτρίαν σου μορφήν απελάσας την σην τοις σοις και πάσι τοις άλλοις απλανώς φαίνεσθαι ποιήσω. Ταύτα ειπών συνείναι αυτώ τους υιούς, αδελφούς δε εμούς εποίησεν και Ματτιδίαν, την μητέρα ημών, και των γνησιωτέρων τινάς συναπέρχεσθαι εκέλευσεν.
Η δε μήτηρ συναπελθείν αυτώ οκνηρώς είδε λέγουσα˙ Μοιχάς γαρ είναι δοκώ τη Σίμωνος συνούσα μορφή. Ει δ’ άρα συναπέρχεσθαι αυτώ αναγκασθήσομαι, αδύνατον επί της αυτής τύλης κλίνης συγκατακλιθήσεσθαι. Ουκ οίδα δε, ει και συναπελθείν αυτώ πεισθήσομαι.
Οκνούσαν δε αυτήν απελθείν ο Αννοβίων προέτρεψεν αυτήν ειπών˙ Πείσθητι εμοί τε και Πέτρω και αυτή δε τη φωνή, ότι Φαύστός εστίν, ο σος σύμβιος, ον ουκ έλαττόν σου αγαπώ. Και αυτός αυτώ συμπορεύσομαι. Ταύτα του Αννουβίωνος ειπόντος, η μήτηρ συνελθείν υπέσχετο.
21. Ο δε Πέτρος έφη˙ Δικαιότατα ο Θεός τα πράγματα ημών οικονομεί. Έχομεν γαρ μεθ’ ημών Αννουβίωνα αστρολόγον. Ούτος γαρ ημίν επιδημήσασι τη Αντιοχεία περί γενέσεως του λοιπού ως φίλος γνησιώτερον διαλεχθήσεται.
Και δη του πατρός υπό νύκτα μεθ’ ων εκέλευσε Πέτρος συν τω Αννουβίωνι ορμήσαντος επί την πλησίον Αντιόχειαν, όρθρου της άλλης ημέρας πριν προελθείν Πέτρον επι τω διαλέγεσθαι, επανήλθον εις την Λαοδίκειαν τον Σίμωνα προπέμψαντες Αππίων και Αθηνόδωρος επιζητούντες τον πατέρα. Ο δε μαθών εκέλευσεν αυτούς εισέρχεσθαι. Εισβάντων δε και καθεσθέντων και, Πού Φαύστος; Ειπόντων, απεκρίνατο Πέτρος˙ Ουκ ίσμεν˙ αυτής γαρ εσπέρας προς υμάς ελθών ουκέτι τοις οικείοις εφάνη˙ χθες δε όρθρου και Σίμων αυτόν εζήτησεν, και επεί μηδέν απεκρινάμεθα προς αυτόν, ουκ οίδα, τι έδοξεν αυτώ Φαύστον εαυτόν ειπόντι. Μη πιστευθείς δακρύων και κοπτόμενος εποκτείνειν εαυτόν απειλήσας ως επί θάλασσαν ώρμησεν.
22. Ταύτα ακούοντες ο τε Αππίων και οι συν αυτώ επολολύξαντες εκόψαντο λέγοντες˙ Δια τί ου παρεδέξασθε αυτόν; Και άμα τω βούλεσθαι τον Αθηνόδωρον ειπεί μοι, Εμάθομεν παρά τινός, ότι ευρών αυτόν ο Σίμων εξώρμησε ίνα, τον Πέτρον καταλιπών, αυτώ συνοδοιπορήση υπισχνουμένω αποκαλύπτειν τα αληθή, αυτού Φαύστου παρακαλέσαντος αυτόν, ότι μη ήθελεν οράν τους αυτού υιούς Ιουδαίους γεγενημένους. Ημείς δε ταύτα ακούσαντες τούτου ένεκεν ήλθομεν ζητούντες αυτόν. Επειδή δε ενταύθα ουκ έστι, φαίνεται αληθεύσας ο ειπών ημίν, ως ουν παρ’ αυτού ακούσαντες ειρήκαμεν ημίν.
Εγώ δε Κλήμης, συννοήσας την του Πέτρου προαίρεσιν, ότι υπόνοιαν αυτοίς ενσπείραι θέλει, ως τον γέροντα ζητείν μέλλων παρ’ αυτοίς, ίνα φοβηθέντες φύγωσιν; Συνέδραμον αυτού τω βουλήματικαι προς τον Αππίωνα. Άκουσον, έφην, φίλτατέ μοι Αππίων˙ ημείς τα νομισθέντα ημίν καλά ως πατρί δούναι εσπεύσαμεν. Ει δε αυτός ουκ εβουλήθη λαβείν, αλλά τουναντίον βδελυξάμενος ημάς έφυγεν, τραχύτερόν τι ερώ˙ ουδέ ημείς αυτού φροντίζομεν.
Εμού ταύτα ειπόντος ως επ’ ωμότητι δυσχεράναντες απήεσαν, και ως εμάθομεν της άλλης ημέρας ως τάχιστα κατ’ ίχνη Σίμωνος επί την Ιουδαίαν ώρμησαν.
23. Πλην ημερών δέκα διελθουσών ήκέ τις εκ της Αντιοχείας παρά του πατρός αγγελών ημίν, πώς ο πατήρ δημοσία αυτού μορφής κατηγορών, Πέτρον ευλογών, την πάσαν Αντιοχέων πόλιν εις πόθον μετέθηκεν. Και εκ τούτου πάντας επιθυμείν αυτόν ιδείν απήγγειλεν˙ ενίους δε και χαλεπαίνοντας αυτώ ως Σίμωνι δια την προς Πέτρον υπερβάλλουσαν στοργήν και χείρας θέλειν επιβαλείν τω Φαύστω ως Σίμωνι. Διο μήπως αναιρεθή δεδοικότα, εξαυτής ελθείν πέμψαντα αξιούν τον Πέτρον, όπως αυτόν ζώντα επικαταλάβη, και τη πόλει ακμαζούση πόθω τω προς αυτόν ευκαίρως επιφανή. Πέτρος δε ταύτα ακούσας προς το εκκλησιάζειν πλείστους συναγαγών και επίσκοπον εκ των ακολούθων καταστήσας, βαπτίσας και ιασάμενος, ημερών επιμείνας τριών τη Λαοδικεία επί την πλησίον ορμήσειν Αντιόχειαν έσπευσεν.
Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.
Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994
Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).
