Τρία χρόνια πριν έλθω εκοιμήθη ο γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής. Αυτός με τα δάκρυά του καθάριζε την ψυχή και έπλενε το σώμα. Ήταν υποτακτικός του παπά – Δανιήλ. Είχε χτίσει το ναό του αγίου Γερασίμου και δύο κελιά, χαμηλά κάτω στη θάλασσα. Εκεί υπάρχει και σπηλιά που ήταν ασκητήριο. Εεε, τί ήταν αυτοί οι παλαιοί πατέρες. Τί λατρεία είχαν στο Χριστό. Εκεί στον παπά – Δανιήλ υποτάχθηκε ο γέροντας Καλλίνικος. Εκεί έμαθε να μην πλησιάζει την ακρότητα, αλλά να αγωνίζεται με θερμότητα.
Να σας πω ένα γεγονός. όταν πρωτοήλθα εδώ ο Κώστας – ήταν το κοσμικό του όνομα – είπε στο γέροντά του: «Γέροντα, θέλω ευλογία να ανοίξω ένα μονοπατάκι και για σένα και για τους επισκέπτες». Αυτός ο λόγος πολύ ανέπαυσε το γέροντα. Ξέρετε γιατί; Γιατί δεν σκέφθηκε το μόχθο, την ταλαιπωρία, αλλά το γέροντά του και τους άλλους. Αυτό είναι να επιθυμείς να αναπαύσεις τους άλλους και ας κουραστείς εσύ. Έχει μισθό από το Θεό και την ευχή του γέροντα.
Αυτός ο άγιος αγαπούσε τη μοναξιά. Όχι αυτήν τη μοναξιά που λέει ο άλλος, «δε θέλω να βλέπω κανέναν», αλλά τη μοναξιά που έχει προσευχή και τους βλέπεις όλους όπως πρέπει να τους δεις. Όταν ο γέρο – Καλλίνικος ήθελε να πάει στην Δάφνη για δουλειές, δεν έπαιρνε το καΐκι, αλλά πήγαινε οκτώ ώρες με τα πόδια. Για να διατηρεί τη σιωπή και να καλλιεργεί την προσευχή. Περισσότερο, όμως, αγαπούσε την ησυχία του κελιού του. Γιατί; Επειδή είχε γευτεί τους καρπούς της ησυχίας. Λέει ο Άγιός μας, ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος: «Αδερφέ, εάν αγαπήσεις την ησυχία, με γαλήνη θα διανύσεις το βίο σου. Όταν φεύγεις από την ησυχία του κελιού σου επιθυμείς τα γήινα. Όταν μένεις ορέγεσαι τα ετοιμασμένα για τους Αγίους στον ουρανό». Αυτός ο άνθρωπος είχε τέτοιο πόθο για τα αιώνια και τα ουράνια που έμεινε σαράντα πέντε χρόνια έγκλειστος στο κελί του. Άμα αληθινά προσεύχεσαι, τί να τα κάνεις τα ταξίδια; Πιλότος είσαι. Πας όπου θέλεις. Προσγειώνεσαι όπου θέλεις. Απογειώνεσαι όποτε θέλεις. Φτάνεις στην άλλη άκρη του κόσμου.
Βάζεις και επιβάτες στο αεροπλάνο σου. Να, δύο σειρές είναι τα καθίσματα. Ζώντες και κεκοιμημένοι. Όλους τους πας στο Χριστό…
Παρουσία ταραχής, απουσία προσευχής.
Να σας πω ένα περιστατικό που έλεγαν εδώ στα Κατουνάκια οι πατέρες. Πήγε κάποιος μοναχός στο γέρο – Καλλίνικο. Τον είχαν αναστατώσει οι πειρασμοί. Τον είχε κυριεύσει η θλίψη. Τα εξομολογήθηκε στο γέροντα. Εκείνος προσεκτικά τον άκουσε και του είπε:
«Πάρε, παιδί μου, ένα ντενεκέ που έχω έξω και φέρε τον εδώ».
Τα ‘χασε το παιδί. «Εγώ του λέω τον πόνο μου και εκείνος με στέλνει για δουλειές», σκέφτηκε. Άφησε το ντενεκέ μπροστά στα πόδια του γέροντα. Κάθισε πάλι απέναντί του.
«Συνέχισε», του λέει.
Πήρε ανάσα το παιδί. Πήρε, να πούμε, φόρα, μα δεν πρόλαβε ούτε δύο λέξεις να πει.
«Τώρα γέμισε το ντενεκέ νερό με τη σίγλα».
«Κύριε ελέησον!», είπε με το λογισμό το καλογεράκι». «Να με γαληνέψει ήρθα εδώ ή να με ταράξει;».
Τί να έκανε το παιδί; Ντράπηκε. Είχε τσίπα βλέπεις. Πήγε, έφερε νερό και το έριξε στο ντενεκέ. Δεν πρόλαβε, όμως, να καθίσει και νέα εντολή ήρθε.
«Ρίξε με το φτυάρι και δυο – τρεις φτυαριές χώμα. Ανακάτεψέ το καλά και πες μου τί βλέπεις».
Εκείνος έκανε, όπως του είπε ο γέροντας.
«Τί να δω, γέροντα; Όλα είναι θολά. Τίποτα δε βλέπω.
«Καλά. Άστο. Έλα να πούμε δύο πραγματάκια πνευματικά».
Μετά από ώρα τον ξαναρωτάει:
«Για κοίτα το ντενεκέ. Τί βλέπεις;».
«Βρε τι πάθαμε με ένα ντενεκέ σήμερα!», σκέφτηκε το καλογέρι και απάντησε:
«Έχει «κάτσει» το χώμα, Γέροντα. Έχει ξεθολώσει το νερό. Έχει και τρία πετραδάκια στον πυθμένα».
«Αυτό σου συμβαίνει. Έχεις σύγχυση. Ο νους σου έχει θολώσει από την ταραχή της ψυχής. Ηρέμησε, προσευχήσου και σε μικρό χρονικό διάστημα θα διακρίνεις καθαρά τι πραγματικά συμβαίνει».
Είδατε απλότητα, υπομονή, διάκριση, σοφή διάγνωση; Η ταραχή είναι μία αποκάλυψη του τι συμβαίνει μέσα μας. Ο λογισμός γίνεται άνεμος ισχυρός. Δεν μπορείς να σταθείς μέσα σου. μπορεί να σου πάρει την προσοχή, την προσευχή, την κατάνυξη. Ο εγωισμός, τρικυμία δυνατή. Μπορεί με θαλασσοταραχή να πλησιάσει το μοτόρι; Μπορεί να σε τσακίσει, να σε τραυματίσει, να σε σκοτώσει. Το πάθος γίνεται ανεμοστρόβιλος. Πώς να δεις, να υπολογίσεις, να ζυγίσεις;
Η σφραγίδα της ευχής.
Και τί να κάνεις; Λες την ευχούλα. Αργά, γλυκά, σταθερά, παρακαλεστικά, κλαψιάρικα. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Η ευχή ζωογονεί, τρόπον τινά, την ψυχή. Να βράζει η ψυχή με την προσευχή. Έτσι μαλακώνει, έτσι ησυχάζει, έτσι αναπαύεται. Όταν εργοχειρούσα και έφτιαχνα σφραγίδια, ζέσταινα τα ξύλα, σε μία μεγάλη χύτρα που είχα στη φωτιά. Όταν τα ξύλα μαλακώσουν σφραγίζονται ευκολότερα. Έτσι και η ψυχή στο βρασμό, να πούμε, της ευχής. Μαλακώνει και σφραγίζεται από τη Χάρη. Να νιώθεις τις λέξεις. Κρατήσου από την κάθε λέξη. Σωσίβιο είναι το κομποσκοινάκι. Λες˙ «Κύριε Ιησού Χριστέ» και ρίχνεις το «ύδωρ το ζων» στη φωτιά της ταραχής, ενώ ο διάβολος από την άλλη ρίχνει λάδι για να φουντώσει. Όταν λες την ευχούλα, ρίχνεις, όπως το σταυρό στη θάλασσα, το Χριστό στην ψυχή και ειρηνεύει και στη διάνοια και γαληνεύει. Να λες την ευχούλα και να εξομολογείσαι. Να βάζεις ειρήνη με την ευχή και να βγάζεις ταραχή με την εξομολόγηση. Ε!!!
Άμα η ταραχή έχει πιάσει και άλλον άνθρωπο, να λες˙ «ευλόγησον!». Να βάζεις στη διαφορά, στη διαφωνία, ταπείνωση και θα γίνει ομοφωνία.
Το αφοπλιστικό «ευλόγησον».
Ενθυμούμαι ένα περιστατικό. Όταν ήμουν νέος, πήγαινα τακτικά στου Αγίου Παύλου το μοναστήρι για δουλειές. Περνούσα από τον κήπο και ο κηπουρός μου έδινε διάφορα για τους γεροντάδες. Ο γέροντας, ο άγιος ηγούμενος, είναι αλήθεια, μου έλεγε:
«Πρόσεχε, είναι ιδιότροπος ο παππούς».
Πού μυαλό εγώ. Κάποτε ο κηπουρός, Θεός ‘σχωρέστον, μου έδωσε ένα παντελόνι για ράψιμο και κάποια μπαλώματα. Όταν τα πήγα, κοιτώ στον κήπο απ’ εδώ, από ‘κει, πουθενά ο παππούς. Μου λέει ο λογισμός. «Άστο στον ηγούμενο να μην καθυστερείς». Έκανα υπακοή στο λογισμό μου. επικίνδυνο πράγμα. Υπακοή στο λογισμό, υπακοή στο θέλημα, είναι επικίνδυνα, γιατί κρύβεται μέσα τους επιμελώς ο εγωισμός. Αφήνω το παντελόνι και φεύγω.
Βγαίνοντας συναντώ τον κηπουρό.
«Πού είναι το ρούχο μου; Το έφερες ή το ξέχασες;», μου λέει κοφτά και άγρια.
«Το άφησα στον ηγούμενο», του απαντώ.
«Του ηγουμένου είναι;», μου φωνάζει και κοκκίνισε από θυμό το πρόσωπό του.
Να η φωτιά της ταραχής πώς φαίνεται. Αγανάκτησα κι εγώ. Μου βγήκε και το αρβανίτικο που έχω στο αίμά μου και του λέω:
«Μακριά είναι να πας να το πάρεις;»
Ε!!! τί να σας πω! Σκύβει ο κηπουρός, αρπάζει δύο πέτρες να με χτυπήσει. Πώς μου έκοψε;
«Ευλόγησον!», του φωνάζω. «Συγχώρα με, έφταιξα».
Δεν πρόλαβε ο μακαρίτης να σηκωθεί. Πέταξε τις πέτρες. Γαλήνεψε. Είδες το «ευλόγησον» τί δύναμη έχει; Τον αφόπλισε τον παππού.
«Θεός σχωρέσου» μου είπε και από τότε μου έδινε όλα τα καλά του Θεού που έβγαζε ο κήπος του.
«Ο Θεός να μας συγχωρέσει και τους δύο».
Πήρα, όμως, μάθημα. Κατάλαβα τη δύναμη του «ευλόγησον». Δεν είναι απλή λέξη. Δύναμη, ευλογία, Χάρις Θεού είναι. Γι’ αυτό λοιπόν, να ξέρετε η ταραχή είναι παρουσία μέριμνας. Απουσία προσευχής. Καλλιέργεια παθών. Έλλειψη υπακοής. Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» για να σβήνουμε την πυρκαγιά μέσα μας. Το «ευλόγησον» για να γαληνεύουμε τον τόπο γύρω μας και τους ανθρώπους. Και η εξομολόγηση για να καθαρίζουμε από την ταραχή που κρύβει ο διάβολος στο λογισμό, στην επιθυμία, στο θέλημα, για να μας χτυπάει πάλι από μέσα και να μας ρίξει.
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
