Η παιδική και νεανική ζωή του Μακ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου – Μελετίου Μητροπ. Νικοπόλεως.

Α’ Η παιδική του ηλικία.

1.Ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος γεννήθηκε το 1901 σε μικρό χωριό της Μεσσηνίας κοντά στο Πεταλίδι, που ονομάζεται Μαθία (παλαιότερα Δράγα).

Το κατά κόσμο όνομά του ήταν Φώτιος. Ο πατέρας του Νικόλαος Γιαννακόπουλος και η μητέρα του Αναστασία ήσαν απλοί χωρικοί˙ άνθρωποι στην τσέπη φτωχοί, μα πλούσιοι στην ψυχή˙ γιατί είχαν απλοϊκή πίστη, βαθειά ευσέβεια και αδιάκριτη υπακοή στον λόγο του Θεού. Είχαν αποκτήσει τέσσερα αγόρια και πέντε κορίτσια.

Γρήγορα όμως έφυγαν από το χωριό και εγκαταστάθηκαν στην Καλαμάτα. Έτσι ο Φώτιος τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο – Λύκειο στην Καλαμάτα.

2.Ο ίδιος μου είχε διηγηθή, ότι:
α) Σαν μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο παρουσίαζε μια όχι πολύ συνηθισμένη σε παιδιά καθυστέρηση. Ήταν αρκετά δυσμαθής. Είχε δυσκολία να απομνημονεύει τα μαθήματα. Την ιδιοτυπία του αυτή καθιστούσε πιο έκδηλη η βραδυγλωσσία του, που τον έκανε να δίνει την εντύπωση ότι δεν «σκάμπαζε τίποτε». Οι δάσκαλοί του ήταν απογοητευμένοι από την απόδοσή του. Και οι συμμαθητές του τον καταφρονούσαν. Τον ενόμιζαν κουτό, βλάκα. Και τον αποκαλούσαν μεταξύ τους με περιφρόνηση: ο κουτο- Φώτης!

Αλλά ο Φώτης δεν ήταν κουτός. Μπορεί να είχε υψηλού βαθμού βραδυγλωσία και όχι όση παρουσιάζουν συνήθως τα παιδιά, ικανότητα να απομνημονεύει, αλλά είχε ορθή σκέψη και κρίση.

β) Το θέμα τον απασχόλησε στα σοβαρά. Έψαχνε με το παιδικό του μυαλό να βρη, πως και γιατί τα άλλα παιδιά έπαιρναν μεγάλους βαθμούς και άκουαν συνεχώς επαίνους, και εκείνος όλο βούλιαζε! Γιατί; Γιατί;

Θέλησε να βρη μια απάντηση˙ να λύσει το ζήτημα. Και τι λέτε, ότι διαπίστωσε! Είδε, ότι τα πιο πολλά παιδιά μια – δυο μέρες μετά, δεν διατηρούσαν στην μνήμη τους από το μάθημα στο οποίο είχαν πάρει ΑΡΙΣΤΑ, παρά μόνο μερικές εντελώς συγκεχυμένες έννοιες. Ότι ο ίδιος θυμόταν όχι μόνο πιο πολλά, αλλά και την ουσία. Και κατάλαβε! Κατάλαβε, ότι τα παιδιά διαβάζοντας, απλώς «τσιμπολογούσαν» εκείνα που έκαναν εντύπωση! Εκέρδιζαν την εντύπωση! Έπαιρναν βαθμό εντυπωσιακό, αφού εντυπωσίαζαν! Αλλά έχαναν την ουσία, την αληθινή μόρφωση.

γ). Και φθάνοντας στο συμπέρασμα αυτό ο μικρός Φώτιος, καταφρόνησε και μίσησε την ψεύτικη εντύπωση. Και έτσι ο κουτο-Φώτης οδηγήθηκε σε μια παρατήρηση, που καταπλήττει τους σοφούς. Κατάλαβε, ότι η σοβαρή σκέψη και η σοβαρή μελέτη και η αφομοίωση εκείνου που διάβαζε, είναι κάτι το πολύ πιο σπουδαίο και πιο ουσιαστικό από την οποιαδήποτε καλή εντύπωση. Τότε κατάλαβε ότι ο άνθρωπος αξιοποιώντας τις δυνατότητές του, όσο και αν είναι μικρές και φτωχές, ξεπερνάει τον εαυτό του˙ διορθώνεται σε όλα και κατανοεί τον εαυτό του σωστά. Και άρα, ξέρει, τι είναι και τι δεν είναι.

Πολλή σοφή παρατήρηση για ένα παιδί 9-10 ετών.

β. Πώς γνώρισε τον Ηλία Παναγουλάκη.

1.Έξω από την Καλαμάτα ζούσε τότε σε ένα σπήλαιο, μέσα στα χωράφια, ένας ασκητής: ο Ηλίας Παναγουλάκης. Ήταν μέχρι ηλικία 30 ετών καταφρονητής κάθε πνευματικής αξίας και αρετής, άτακτος στην ζωή και αχαλίνωτος στην γλώσσα.

Το 1902 παρακολουθώντας μια κηδεία από κοινωνική υποχρέωση, ήλθε σε αίσθηση της ματαιότητας του κόσμου. Και μετανόησε. Εξομολογήθηκε. Συναισθάνθηκε το βάρος των αμαρτιών του. Και έζησε από τότε ασκητικά με αυστηρότατη νηστεία και προσευχή. Λάδι έτρωγε όλο τον χρόνο μόνο Σάββατο και Κυριακή. Και Τετάρτη και Παρασκευή είχε ολοχρονίς πλήρη ασιτία! Και εκήρυττε με απαράμιλλη ζέση στην μετάνοια. Υπενθυμίζοντας την απειλή της αιώνιας καταδίκης. Και ωδήγησε πολλούς στην οδό του Χριστού. Όλη η Καλαμάτα μιλούσε γι’ αυτόν. Εκοιμήθη στις 17 Ιανουαρίου 1917.

Λέγει ο προφήτης Δαβίδ: «Κύριε, εν τη θαλάσση αι οδοί σου και αι τρίβοι σου εν ύδασι πολλοίς˙ και τα ίχνη σου ου γνωσθήσονται» (Ψαλμ. 76,20). Ποιός θα το φανταζόταν ποτέ, ότι ένας άσωτος, γλεντζές και καταφρονητής, ευρήκε τον δρόμο του Θεού κάποια στιγμή που βρέθηκε κρύα και άψυχα στην Εκκλησία από κοινωνικό καθήκον;

2.Κάποια ημέρα ο Φώτης έπαιζε ξυπόλυτος στον δρόμο με άλλα παιδιά της ηλικίας του. Ήταν τότε γύρω στα 12. Και να περνάει δίπλα τους μια φτωχή γριούλα τυφλή! Με οδηγό το μπαστουνάκι της. Ακούει τις φωνές τους και πλησιάζει. Και τα παρακαλεί να την πάνε στον κήρυκα της μετανοίας: στον Ηλία Παναγουλάκη.

Τα παιδιά δεν είχαν καμμιά όρεξη να διακόψουν την ευχάριστη απασχόλησή τους, το παιχνίδι τους, για μια άγνωστη γριούλα, και μάλιστα τυφλή. Μα ο Φώτης δεν συμφώνησε μαζί τους. Άφησε το παιχνίδι. Την επήρε από το χέρι και ξεκίνησαν μαζί για τον ασκητή. Ο Φώτης δεν ήξερε μέχρι τότε, ούτε ποιος ήταν, ούτε που έμενε αυτός ο π. Ηλίας ο ασκητής. Η τυφλή γριούλα του έλεγε, που θα έπρεπε να πάνε. Και εκείνος την κρατούσε από το χεράκι πάντοτε. και έφτασαν στο χωράφι, που ήταν το σπήλαιο του π. Ηλία. Και εκεί, η γαλήνια όψη του και ο δυναμικός λόγος του, τον γοήτεψαν! Από τότε έγινε μαθητής του. Από τότε και σε όλη του την ζωή έλεγε:

-Τι παράξενα, τι μυστήρια, που ενεργεί ο Θεός!

Εμένα στο φως με ωδήγησε με μια γριά τυφλή! Τι σοφά που ενεργεί ο Θεός! Είχα την εντύπωση ότι την οδηγούσα εγώ. Και ο Θεός μου έδειξε, ότι μου την είχε στείλει, για να οδηγήσει Εκείνος με αυτήν την «τυφλή» στο φως της επιγνώσεώς Του εμένα που «έβλεπα»!

3.Τι παράξενα, που ενεργεί ο Θεός! Χρειάζεται πολύ σοβαρή σκέψη και πλούσιος φωτισμός, για να μπορέσει κανείς να ιδεί. Και ο Φώτης το είδε:
ότι δεν πάει να ζη με εντυπώσεις!
ότι πρέπει να αναζητεί το φως˙ το αληθινό φως˙
ότι μέσα στην θάλασσα των εντυπώσεων και μέσα στα πολλά ύδατα, στα ορμητικά ποτάμια των γεγονότων, πρέπει να αναζητεί τα ίχνη του Κυρίου.

γ. Επιτιμήσαι σοι Κύριος, διάβολε!

1.Από την ημέρα εκείνη άρχισε το νεαρό αγοράκι να μη ψάχνει πια για παιχνίδια. Ανάλαφρο σαν ελαφάκι έτρεχε στην πηγή με το νερό που δρόσιζε την ψυχή του. Και εκεί; Άκουγε. Άκουγε. Άκουγε. Ρουφούσε τον λόγο του Θεού. Πόσο μάταιη είναι η ζωή μακριά από τον Χριστό. Ολοζώντανο κήρυγμα ο Ηλίας. Ατράνταχτο το επιχείρημά του:

-Βρήκα την ειρήνη! Στην ζωή κοντά στον Χριστό. Στην διασκέδαση δεν εύρισκα ποτέ τίποτε. Μόνο πίκρα. Που ξέσπαγε σε νταηλίκια, σε βλαστήμιες, στην προσπάθεια να κάνω εντύπωση!

2.Κάποιο απόγευμα ευρίσκονται γύρω από τον παράξενο εκείνο ασκητή μια ομάδα νεαροί. Ανάμεσά τους και ο Φώτης. Και άλλοι μεγάλοι.

Ο Ηλίας Παναγουλάκης τους μιλάει. Με πόνο. Με σταθερότητα. Τόσο δυναμικά, σαν να είχε τον Χριστό μπροστά του. Μα ξαφνικά τα έχασε. Διαπίστωσε ότι κανένας πια δεν τον παρακολουθούσε. Ένας χρυσοκάνθαρος (χρυσόμυιγα ή σφρούντζος) πετούσε κυκλικά τριγύρω τους! Και όλων τα κεφάλια περιστρέφονταν, μη και χάσουν την ακριβή τροχιά της πτήσης του!

Αλλά τότε έγινε κάτι το πιο παράξενο. Ο Ηλίας, που έβλεπε ένα χρυσοκάνθαρο να διαλύει την ωφέλεια του λόγου του Θεού, σήκωσε το χέρι του και σχηματίζοντας το σημείο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού προς το μέρος του χρυσοκάνθαρου, είπε:
-Επιτιμήσαι σοι Κύριος, διάβολε!

Και με τον λόγο του, ο χρυσοκάνθαρος έπεσε κατακόρυφα στην γη νεκρός.

Αλήθεια, το σκεφθήκατε ποτέ, πόσο δαιμονικό είναι το κάθε τι, που σας αποσπάει από τον λόγο του Θεού και διώχνει από την ψυχή σας την κατάνυξη;

3.Και ο Φώτης, που είχε μάθει πια να ψάχνει για τα ίχνη του Θεού, κατάλαβε. Κατάλαβε πολλά! Εντυπωσιάσθηκε από την συνέπεια του Ηλία στην μετάνοια. Και από τότε αγάπησε πολύ την συνέπεια. Και επήρε την απόφαση, να αφοσιωθή για πάντα στον Χριστό. Και στην διακονία του σωτήριου λόγου Του.

Και για την απόφασή του αυτή έλεγε:

-Η απόφαση του ανθρώπου να αφιερωθή μια για πάντα στον Θεό, είναι μια φωτιά, μια τέτοια φωτιά, που άνθρωπος – όσο κι αν προσπαθεί να την ανάψει – δεν θα το κατορθώσει ποτέ. Την φωτιά αυτή την ανάβει μόνο ο Θεός. Και γι’ αυτό, άνθρωπος δεν κάνει να την σβήνει. Ούτε ο ίδιος για τον εαυτό του. Ούτε άλλος. Κανένας!

4.Σε ηλικία δέκα πέντε μόνον ετών ο Φώτιος φεύγει κρυφά για μοναστήρι. Μα οι γονείς του τον αναζήτησαν. Και, τι φυσικώτερο, τον ευρήκαν! Και τον έφεραν πίσω. Με το ζόρι. Με την Αστυνομία. Και με όλα τα παρεπόμενα.

-Είσαι μικρός ακόμη! Δεν μπορείς να μας κάνεις ό,τι συ θέλεις!

-Έννοιά σας! Θα μεγαλώσω. Θα ενηλικιωθώ. Και τότε δεν θα έχετε πια δικαίωμα να με εμποδίσετε.

Και έτσι έγινε.

δ. Η νηστεία του.

1.Στο σχολείο του ο Φώτιος ήταν πασίγνωστος. Για την ασκητική ζωή του και για τον ζήλο του. Αλλά και σημείο αντιλεγόμενο. Πού να κατανοήσουν τα παιδιά των 14-18 ετών την συνήθειά του, να έχει την τσέπη του γεμάτη στραγάλια, και μη βάζει ένα στο στόμα του; Εκείνα ετρελαίνονταν για λιχουδιές˙ ο Φώτιος τις απέφευγε. Εκείνα έχαιραν να βλέπουν τα μπράτσα και τα στήθη τους ατσάλι˙ και τα μάγουλά τους ροδοκόκκινα˙ αντίθετα ο Φώτης έλεγε: «όσο ο έξω άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο έσω άνθρωπος ανακαινούται ημέρα τη ημέρα» (Β’ Κορ. 4, 16).

2.Τόση ήταν η νηστεία, που – μου το εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος – μια ημέρα, φοιτητής Θεολογίας, πια, (τι άλλο θα εσπούδαζε;) μάταια προσπάθησε να σηκώσει το πόδι του να ανεβή στο τραμ! Τόσο ήταν εξασθενημένος από την νηστεία! Και οι επιβάτες το αντιλήφθηκαν. Και γέλασαν εις βάρος του. Και τον εγιουχάϊσαν!

-Δώσ’ του! Λίγη προσπάθεια ακόμη!

Αλήθεια, τι υποφέρουν εκείνοι που θέλουν να ζήσουν ευσεβώς εν Χριστώ!

ε. Η στρατιωτική θητεία του.

1.Η συμπεριφορά του δεν άλλαξε σε τίποτε στον στρατό. Νήστευε, όπως και πρώτα. Ψωμί, ελιές, τσάι! Κρέας δεν έβαλε στο στόμα του ποτέ. Και δεν τραγούδησε ποτέ. Ούτε στρατιωτικό εμβατήριο, ούτε εθνικό τραγούδι. Και όταν κάποτε θυμωμένοι οι αξιωματικοί του εζήτησαν τον λόγο, απάντησε:

-Θα χρησιμοποιήσω την φωνή μου, μόνο για να υμνώ τον Κύριο και να ψάλλω την δόξα Του.

2.Η στρατιωτική του θητεία επέρασε σχεδόν εξ ολοκλήρου την Μικρά Ασία. Έφθασε μέχρι την Άγκυρα. Πολέμησε στον Σαγγάριο και στο Κάλε Κρότο. Έζησε τις περιπέτειες της κοσμογονικής εκείνης εποχής, που εσήμανε την καταστροφή της Ρωμιοσύνης. Την ηρωϊκή και ενθουσιώδη πορεία του στρατού μας να διώξει τον Τούρκο και το μισοφέγγαρο στην Κόκκινη Μηλιά, αλλά και την άθλια (κυριολεκτικά άθλια!) υποχώρηση. Και την οριστική καταστροφή.

3.Τί να ειπούμε; Ας ειπούμε: Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των πατέρων ημών. Δίκαιος ει επί πάσιν, οις εποίησας ημίν˙ πάντα τα έργα Σου αληθινά˙ και πάσαι αι κρίσεις Σου αλήθεια˙ κατά πάντα, α επήγαγες ημίν και επί την αγίαν πόλιν των πατέρων ημών (την Κωνσταντινούπολιν)˙

εν αληθεία και κρίσει επήγαγες ταύτα πάντα δια τας αμαρτίας ημών˙ ότι ημάρτομεν και ηνομήσαμεν αποστήναι από Σου. Και παρέδωκας ημάς εις χείρας εχθρών ανόμων, εχθίστων, αποστατών! Και νυν ουκ έστιν ημίν ανοίξαι το στόμα ημών.

Εσμικρύνθημε παρά πάντα τα έθνη και εσμέν ταπεινοί εν πάση τη γη. (Δανιήλ 3,26-27).

Ο π. Ιωήλ απέφευγε να μιλάει γι’ αυτά, που έγιναν στην Μικρά Ασία. Ήταν βαθειά πικραμένος. Και για τα έργα των Τούρκων. Και για τα έργα των Ελλήνων. Έλεγε μόνο: «Αμαρτίαι ελαττονούσι φυλάς» (Παροιμ. 14, 34).

στ. Φώτιος ο αφώτιστος.

1.Στο ασκητήριο του αοίδιμου δούλου του Θεού Ηλία Παναγουλάκη ο Φώτιος γνωρίστηκε με ένα φτωχό παιδί που το έλεγαν Χρήστο Παπασαραντόπουλο. Τα δύο παιδιά γρήγορα κατάλαβαν, ότι ταίριαζαν. Και ότι είχαν τον ίδιο στόχο. Και συνδέθηκαν πολύ στενά. Με μια φιλία που συνεχίστηκε σε όλη τους την επίγεια ζωή. Για να συνεχισθή στην αιώνια και ατελεύτητη. Που ασφαλώς, και οι δύο, εκληρονόμησαν. Επρόκειτο για τον μετέπειτα π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, που έγινε ο πρώτος Έλληνας Ορθόδοξος ιεραπόστολος στην Αφρική.

Ο Χρήστος προερχόταν από μια πολύ φτωχιά οικογένεια. Και δεν μπόρεσε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό! Ήταν όμως παιδί με δυνατό μυαλό και διαύγεια κρίσεως. Ο π. Ιωήλ τον εθαύμαζε – δείγμα και αυτό της απέραντης ταπεινώσεώς του – σε όλη του την ζωή. Και μιλούσε γι’ αυτόν με τέτοιο θαυμασμό, σαν να επρόκειτο για τον μεγαλύτερο ήρωα, που είχε γνωρίσει. Μιλώντας γι’ αυτόν μεταρσιωνόταν. Το στόμα του έσταζε μέλι. Και ο λόγος του ευωδίαζε.

2.Κάποτε μου διηγήθηκε το εξής: Έχουν περάσει τα χρόνια και ο Χρήστος, είναι ιερομόναχος και ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Γαρδίκι, επάνω από την Θουρία. Κυριακή του Πάσχα. Οι μοναχοί – ανάμεσά τους ο π. Ιωήλ – όρθιοι γύρω από τη πασχαλιάτικη τράπεζα κάνουν την προσευχή. Και ο ηγούμενος ετοιμάζεται να ευλογήσει:

-Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον…

Μα σταματάει. Τα μάτια του βουρκώνουν. Και αρχίζει να κλαίει με λυγμούς. Από το στόμα του, τα αυτιά των μοναχών, που παρακολουθούν το απρόσμενο γεγονός με συγκίνηση, πιάνουν τα λόγια:

-Συγχώρεσέ μας Χριστέ μου! Καλόγεροι εμείς θα φάμε σήμερα καλά, ενώ φτωχοί αδελφοί μας με μικρά παιδιά, άραγε θα έχουν να φάνε;

Έτσι συνεχίσθηκε η ζωή του Χρήστου. Μια ζωή ολόκληρη κλαίει για τους άλλους. Και πονάει για τους άλλους. Για τους ελάχιστους αδελφούς του Ιησού. Άλλοτε, γιατί λιμοκτονούν σωματικά˙ και άλλοτε γιατί τους αισθάνεται να χάνονται από ελλείψεις «της τροφής της βεβαιούσης την καρδίαν», δηλ. από έλλειψη και άγνοια του λόγου του Θεού.

3.Με αυτήν την ευλογημένη ψυχή ο Φώτιος έχει στην νεανική του ζωή μια συνεχή αλληλογραφία. Κουβεντιάζουν από μακριά για την πνευματική ζωή. Με ταπείνωση. Με αγάπη. Με αυτοέλεγχο. Με αυτομεμψία. Και βλέποντας το όνομά του να βρίσκεται σε αντίθεση με την πραγματική κατάσταση της ψυχής του, και σαν να θέλει να εξισοροπήσει τα πράγματα, υπογράφει: «Φώτιος ο αφώτιστος»! και απαντώντας ο ομόψυχος φίλος του, σημειώνει με την ίδια διάθεση το όνομά του: «Χρήστος ο άχρηστος».

4.Λένε οι άγιοι πατέρες: Θεμέλιο όλων των αρετών είναι η ταπείνωση. Δεν θεωρείς τον εαυτό σου χειρότερο από όλους; Μη μιλάς για ταπείνωση. Μη κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.

Σημείωση.
Στο μέρος, όπου ασκήτευσε ο Ηλίας Παναγουλάκης, σήμερα ευρίσκεται ένα μοναστήρι παλαιοημερολογιτών της «παρατάξεως του Ματθαίου. Οι παλαιοημερολογίτες ούτε είχαν ποτέ, ούτε έχουν καμμιά σχέση, με τον αοίδιμο δούλο του Θεού Ηλία Παναγουλάκη. Για τους εξής λόγους: α) ο Ηλίας εκοιμήθη την 17.1.1917˙ ο διάδοχός του Γεώργιος Αναγερέας το 1920˙ δηλ. και οι δύο, πολύ πριν γίνει η διόρθωση του ημερολογίου (1923). β) οι δύο ασκητές δεν είπαν ποτέ τίποτε για ημερολόγια και εορτολόγια. γ) οι παλαιοημερολογίτες αυτοί δεν είχαν ποτέ καμμιά πνευματική επικοινωνία με τους δύο ασκητές˙ δ) απλώς το 1932 αγόρασαν το χωράφι, στο οποίο ασκήτευσαν οι δύο αυτοί ασκητές˙ ε) η πορεία των αγοραστών ήταν άκρως αντίθετες πνευματικά από την πορεία των δύο ασκητών. Και να γιατί: οι αγοραστές ήσαν μοναχοί της Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Μαρδακίου Αλαγονίας. Αλλά εκεί, στα «απαράκλητα» βουνά της Αλαγονίας, επεθύμησαν την άνεση του σύγχρονου πολιτισμού. Και επήραν την απόφασιν να «μετοικήσουν».

Έτσι, ενώ ήσαν μοναχοί κοινοβιάτες, εφρόντισαν και απόκτησαν χρήματα προσωπικά. Και με αυτά αγόρασαν το χτήμα με το σπήλαιο του Παναγουλάκη, διότι αυτό έτυχε να πουλιέται! Και αφού λοιπόν εξοικονόμησαν το οικόπεδο, εζήτησαν από τον τότε μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο ευλογία να «μετοικήσουν», να αφήσουν τα ησυχαστικά βουνά της Αλαγονίας, και να κατεβούν στην πολυτάραχη Καλαμάτα. Ο Δεσπότης αρνήθηκε κατηγορηματικά να συγκατατεθή, για λόγους καθαρά πνευματικούς. Αλλά οι μοναχοί εκείνοι δεν εδέχθησαν τα λόγια του σαν έκφραση του θελήματος του Θεού. Και με πρωτοστάτες τον τότε ηγούμενό τους αρχιμ. Γεράσιμο Πουλουπάτη (αργότερα έγινε και «αρχιερέας» των παλαιοημερολογιτών με το όνομα Χρυσόστομος) και τους μοναχούς Αγάπιο Κωστόπουλο και Χρυσόστομο Κανέλλη αποφάσισαν (κατά πλειοψηφία!…) να γράψουν τον μητροπολίτη τους στα παλιά τους τα παπούτσια και να προχωρήσουν στην πραγματοποίηση της επιθυμίας τους, να κατεβούν στην Καλαμάτα!

Και αφού «το θέλημά τους συνέμιξε τω δικαιώματί» τους, αποφάσισαν, για να ξεμπλέξουν με τον ανυπάκουο αρχιερέα τους, να ακολουθήσουν το «πάτριο» εορτολόγιο!… Και έτσι αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία του Χριστού. Για λόγους όχι πνευματικούς. Αυτά εμαρτυρούσε, όσο ζούσε, ο αείμνηστος ασκητής μοναχός Αμβρόσιος (Ρουμπέας) της Ιεράς Μονής Βελανιδιάς, που τότε (το 1932) ήταν μέλος της αδελφότητος της Ιεράς Μονής Μαρδακίου και είχε λάβει μέρος σε όλες τις διαβουλεύσεις των ταλαίπωρων εκείνων μοναχών, που κατήντησαν από την επιθυμία της άνεσης να γίνουν σχισματικοί.

Έτσι έγιναν οι παλαιοημερολογίτες ιδιοκτήτες του σπηλαίου του Ηλία Παναγουλάκη.

Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.

Δημοσιεύθηκε στην Άρθρα, Ιστορικά, Λογοτεχνικά, Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.