Οι Κανόνες της Εορτής. Κανών Α’ Ποίημα Ιωάννου Μοναχού. Ωδή α’ Ήχος πλ. α’ Ο ειρμός
Τώ Σωτήρι Θεώ, τώ εν θαλάσση λαόν, ποσίν αβρόχοις οδηγήσαντι, καί Φαραώ πανστρατιά καταποντίσαντι, αυτώ μόνω άσωμεν, ότι δεδόξασται.
Ας ψάλουμε μόνο στον Σωτήρα Θεό, ο οποίος οδήγησε τον λαό μέσα από τη θάλασσα με στεγνά πόδια και βύθισε τον Φαραώ με όλο του τον στρατό, γιατί έχει δοξαστεί.
Άσωμεν πάντες λαοί τώ επί ώμων Χερουβίμ αναληφθέντι, μετά δόξης Χριστώ, καί συγκαθίσταντι ημάς εν δεξιά τού Πατρός, ωδήν επινίκιον, ότι δεδόξασται.
Ας ψάλουμε όλοι οι λαοί στον Χριστό, ο οποίος αναλήφθηκε με δόξα πάνω στους ώμους των Χερουβίμ και μας κάθισε μαζί Του στα δεξιά του Πατρός, έναν ύμνο νικητήριο, γιατί έχει δοξαστεί.
Τόν μεσίτην Θεού καί ανθρώπων Χριστόν, χοροί Αγγέλων θεασάμενοι, μετά σαρκός εν υψίστοις εξεπλήττοντο, συμφώνως δέ ανέμελπον, ύμνον επινίκιον.
Οι χοροί των Αγγέλων, βλέποντας τον Χριστό —τον μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων— να βρίσκεται στα ύψιστα ύψη με την ανθρώπινη σάρκα, έμεναν έκπληκτοι και με μια φωνή έψαλλαν ύμνο νικητήριο.
Τώ οφθέντι Θεώ, επί τού όρους Σινά, καί νόμον δόντι τώ θεόπτη Μωσεί, τών Ελαιών εκ τού όρους αναληφθέντι σαρκί, αυτώ πάντες άσωμεν, ότι δεδόξασται.
Στον Θεό που φανερώθηκε στο όρος Σινά και έδωσε τον νόμο στον Μωυσή, και τώρα αναλήφθηκε με το σώμα Του από το Όρος των Ελαιών, ας ψάλουμε όλοι εμείς, γιατί έχει δοξαστεί.
Θεοτοκίον.
Άχραντε Μήτερ Θεού, τόν σαρκωθέντα εκ σού, καί εκ τών κόλπων τού γεννήτορος μή εκφοιτήσαντα Θεόν, απαύστως πρέσβευε, εκ πάσης περιστάσεως, σώσαι ούς έπλασεν.
Καθαρώτατη Μητέρα του Θεού, παρακάλα αδιάκοπα Εκείνον που σαρκώθηκε από εσένα, τον Θεό που ποτέ δεν αποχωρίστηκε από την αγκαλιά του Πατέρα Του, να σώσει από κάθε δύσκολη περίσταση αυτούς που ο ίδιος έπλασε.
Κανών Β’ Ήχος Δ’ Ού η ακροστιχίς κατ’ αλφάβητον, εν δέ τή η’ καί θ’ Ωδή Ποίημα Ιωσήφ τού Θεσσαλονίκης
Ανοίξω τό στόμα μου
Ανέστης τριήμερος, ο κατά φύσιν αθάνατος, καί ώφθης τοίς ένδεκα, καί πάσι τοίς Μαθηταίς, καί ανέδραμες, Χριστέ πρός τόν Πατέρα, νεφέλη οχούμενος, ο τού παντός ποιητής.
Αναστήθηκες την τρίτη ημέρα, Εσύ που είσαι από τη φύση Σου αθάνατος, και εμφανίστηκες στους έντεκα και σε όλους τους Μαθητές Σου· και έπειτα ανέβηκες, Χριστέ, προς τον Πατέρα πάνω σε σύννεφο, Εσύ που είσαι ο δημιουργός των πάντων.
Βοά εμφανέστατα, ψάλλων Δαυϊδ ο θεόπνευστος, Ανέβη ο Κύριος, πρός τά ουράνια, εν αλαλαγμώ, καί σάλπιγγος ηχήσει, καί πρός τόν αρχίφωτον Πατέρα έφθασε.
Ο θεόπνευστος Δαβίδ φωνάζει ολοκάθαρα ψάλλοντας: «Ανέβηκε ο Κύριος στα ουράνια με αλαλαγμούς και ήχους σάλπιγγας» και έφτασε κοντά στον Πατέρα, την πηγή του φωτός.
Γηράσαντα Κύριε, κόσμον πολλοίς αμαρτήμασι, καινίσας τώ Πάθει σου, καί τή Εγέρσει σου, ανελήλυθας, οχούμενος νεφέλη, πρός τά επουράνια, δόξα τή δόξη σου.
Κύριε, αφού ανακαίνισες τον κόσμο που είχε παλιώσει από τις πολλές αμαρτίες με το Πάθος και την Ανάστασή Σου, ανέβηκες στα επουράνια πάνω σε σύννεφο· δόξα στη δόξα Σου!
Θεοτοκίον.
Δεσπότην εκύησας, πάντων πανάμωμε Δέσποινα, τόν Πάθος εκούσιον καταδεξάμενον, καί ανελθόντα, πρός τόν αυτού Πατέρα, όν περ ου κατέλιπε, κάν σάρκα είληφε.
Γέννησες τον Δεσπότη των πάντων, πανάμωμη Δέσποινα, ο οποίος δέχτηκε με τη θέλησή Του το Πάθος και ανέβηκε προς τον Πατέρα Του, τον οποίο ποτέ δεν εγκατέλειψε, παρόλο που πήρε την ανθρώπινη σάρκα.
Ωδή γ’ Κανών Α’ Ο ειρμός
Δυνάμει τού Σταυρού σου Χριστέ, στερέωσόν μου τήν διάνοιαν, εις τό υμνείν καί δοξάζειν σου, τήν σωτήριον Ανάληψιν.
Με τη δύναμη του Σταυρού Σου, Χριστέ, στήριξε τη σκέψη μου ώστε να υμνώ και να δοξάζω τη σωτήρια Ανάληψή Σου.
Ανήλθες Ζωοδότα Χριστέ, πρός τόν Πατέρα καί ανύψωσας, ημών τό γένος φιλάνθρωπε, τή αφάτω ευσπλαγχνία σου.
Ανέβηκες, Ζωοδότη Χριστέ, προς τον Πατέρα και ύψωσες το ανθρώπινο γένος, φιλάνθρωπε, με την ανέκφραστη ευσπλαχνία Σου.
Αι τάξεις τών Αγγέλων Σωτήρ, βροτείαν φύσιν θεασάμεναι, συνανιούσάν σοι, απαύστως, εκπληττόμεναι ανύμνουν σε.
Οι τάξεις των Αγγέλων, Σωτήρα, βλέποντας την ανθρώπινη φύση να ανεβαίνει μαζί Σου, Σε υμνούσαν ακατάπαυστα γεμάτοι έκπληξη.
Εξίσταντο Αγγέλων χοροί, Χριστέ ορώντες μετά σώματος, αναληφθέντα, καί ανύμνουν, τήν αγίαν σου Ανάληψιν.
Θαύμαζαν οι χοροί των Αγγέλων, Χριστέ, βλέποντάς Σε να αναλαμβάνεσαι με το σώμα Σου, και υμνούσαν την αγία Σου Ανάληψη.
Τήν φύσιν τών ανθρώπων Χριστέ, φθορά πεσούσαν εξανέστησας, καί τή ανόδω σου ύψωσας, καί σαυτώ ημάς εδόξασας.
Την ανθρώπινη φύση που είχε πέσει στη φθορά την ανέστησες, Χριστέ, και με την άνοδό Σου την ύψωσες και μας δόξασες μαζί Σου.
Θεοτοκίον.
Ικέτευε απαύστως Αγνή, τόν προελθόντα έκ λαγόνων σου, ρυσθήναι πλάνης Διαβόλου, τούς υμνούντάς σε Μητέρα Θεού.
Ας παρακαλείς αδιάκοπα, Αγνή, Εκείνον που γεννήθηκε από τα σπλάχνα σου, να γλιτώσουν από την απάτη του Διαβόλου όσοι σε υμνούν ως Μητέρα Θεού.
Κανών Β’ Ωδή Γ’ Τούς σούς υμνολόγους
Επάρατε πύλας ουρανίους, ιδού παραγέγονε Χριστός, ο Βασιλεύς καί Κύριος, σώμα φορέσας γήϊνον, ταίς ανωτέραις έλεγον, δυνάμεσιν αι κατώτεραι.
«Σηκώστε τις ουράνιες πύλες, ιδού έφτασε ο Χριστός, ο Βασιλιάς και Κύριος, φορώντας σώμα γήινο», έλεγαν οι κατώτερες αγγελικές δυνάμεις στις ανώτερες.
Ζητήσας Χριστέ τόν πλανηθέντα, απάτη τού όφεως Αδάμ, ως τούτον ενδυσάμενος, ανήλθες καί εκάθισας, εκ δεξιών ως σύνθρονος, Πατρός, υμνούντων Αγγέλων σε.
Αφού αναζήτησες τον Αδάμ που πλανήθηκε από την απάτη του φιδιού, Χριστέ, και αφού τον «ντύθηκες», ανέβηκες και κάθισες στα δεξιά του Πατρός ως σύνθρονος, ενώ οι Άγγελοι Σε υμνούσαν.
Η γή εορτάζει καί χορεύει, αγάλλεται καί ο ουρανός, τή Αναλήψει σήμερον, τού Ποιητού τής κτίσεως, τού προφανώς ενώσαντος, τά διεστώτα βουλήματι.
Η γη γιορτάζει και χορεύει, και ο ουρανός χαίρεται σήμερα με την Ανάληψη του Δημιουργού της κτίσης, ο οποίος φανερά ένωσε με τη θέλησή Του τα χωρισμένα.
Θεοτοκίον.
Θανάτου τεκούσα καθαιρέτην τόν μόνον αθάνατον Θεόν, Παρθενομήτορ πάναγνε, τούτον αεί ικέτευε, τά θανατούντα πάθη με, απονεκρώσαι καί σώσαί με.
Πάναγνη Παρθενομήτορ, Εσύ που γέννησες τον νικητή του θανάτου και τον μόνο αθάνατο Θεό, Αυτόν πάντα να παρακαλάς να νεκρώσει τα πάθη μου που με οδηγούν στον θάνατο και να με σώσει.
Κάθισμα Ήχος πλ. Δ’ Τήν Σοφίαν καί Λόγον
Επιβάς εν νεφέλαις τών ουρανών, καταλείψας ειρήνην τοίς επί γής, ανήλθες καί εκάθισας, τού Πατρός δεξιόθεν, ως ομοούσιος τούτω υπάρχων καί Πνεύματι, εν σαρκί γάρ ώφθης, αλλ’ άτρεπτος έμεινας, όθεν αναμένεις, συντελείας τό πέρας, τού κρίναι ερχόμενος, επί γής κόσμον άπαντα, Δικαιοκρίτα Κύριε, φείσαι τών ψυχών ημών, τών πταισμάτων άφεσιν δωρούμενος, ως Θεός ελεήμων τοίς δούλοις σου. (Δίς)
Αφού ανέβηκες πάνω στα σύννεφα των ουρανών και άφησες ειρήνη σε όσους βρίσκονται στη γη, ανήλθες και κάθισες στα δεξιά του Πατρός, επειδή είσαι της ίδιας ουσίας με Αυτόν και το Πνεύμα. Διότι εμφανίστηκες με σάρκα, αλλά παρέμεινες αμετάβλητος (ως Θεός)· γι’ αυτό και περιμένεις το τέλος των αιώνων, για να έρθεις να κρίνεις όλο τον κόσμο πάνω στη γη. Κύριε, δίκαιε Κριτή, λυπήσου τις ψυχές μας, χαρίζοντας άφεση των σφαλμάτων μας ως ελεήμων Θεός στους δούλους Σου.
Συναξάριον.
Τή αυτή ημέρα, Πέμπτη τής έκτης Εβδομάδος από τού Πάσχα, τήν Ανάληψιν εορτάζομεν τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Στίχοι.
• Εκ δεξιάς καθίσας πατρικής Λόγε,
• Μύσταις παρασχών πίστιν ασφαλεστέραν.
Κάθισες στα δεξιά του Πατέρα, Λόγε του Θεού,
Χαρίζοντας στους μαθητές Σου (μύστες) ακόμη πιο στερεή πίστη.
Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν αὐτοῦ Ἀνάστασιν, ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς ὀπτανόμενος, οὐκ ἀθρόως, ουκ αεί, αλλ’ εκ διαλειμμάτων, και κατὰ μικρὸν συνδιαιτώμενος, ἐσθίων καὶ πίνων, τὴν Ἀνάστασιν πιστούμενος, τέλος, τῆς τεσσαρακοστῆς ἐνστάσης ἡμέρας, ἐν τῷ Ὄρει τῶν Ἐλαιῶν γενόμενος, ἐνώπιον αὐτῶν ἀνελήφθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν, καὶ οὕτως εἰς οὐρανοὺς ἀνελθών, ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς ἐκάθισε, θεώσας τὴν σάρκα, καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ θείαν ἀποκαταστήσας τιμήν.
Διὸ καὶ οἱ Ἄγγελοι ἐν σχήματι ἀνθρώπων ἐπιφανέντες, τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγον· «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε βλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ’ ὑμῶν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν».
Αφού ο Κύριος, μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς, εμφανιζόταν στους Μαθητές Του για σαράντα ημέρες —όχι συνεχώς ούτε πάντα, αλλά κατά διαστήματα— ζώντας μαζί τους, τρώγοντας και πίνοντας, βεβαίωσε την Ανάσταση. Τελικά, όταν έφτασε η τεσσαρακοστή ημέρα, πήγε στο Όρος των Ελαιών και αναλήφθηκε μπροστά τους· ένα σύννεφο Τον σήκωσε και έτσι, αφού ανέβηκε στους ουρανούς, κάθισε στα δεξιά του Πατρός, θεώνοντας την ανθρώπινη σάρκα και αποκαθιστώντας την στην πρώτη θεϊκή της τιμή.
Γι’ αυτό και οι Άγγελοι, εμφανιζόμενοι με μορφή ανθρώπων, έλεγαν στους Αποστόλους: «Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε και κοιτάτε τον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από εσάς, έτσι θα ξαναέρθει, με τον ίδιο τρόπο που Τον είδατε να πορεύεται προς τον ουρανό».
Ο αναληφθείς εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς, Αμήν.
Χριστέ Θεέ μας, Εσύ που αναλήφθηκες με δόξα, ελέησέ μας. Αμήν.
Απόδοση Ιωάννης Τρίτος.
