Αφιέρωση και Δοκιμασία του Μακ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου – Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου.

α) Αφιερώνεται στον Θεό για πάντα.

1.Το παράδειγμα του Ηλία Παναγουλάκη έκαμε τον νεαρό Φώτιο να στραφή προς τον Χριστό ολόψυχα. Χωρίς συμβιβασμούς. Έτσι σε ηλικία μόλις δέκα – πέντε ετών «το έσκασε» για μοναστήρι. Να γίνει μοναχός. Να αφιερωθή μια για πάντα στον Θεό. Αλλά την επάτησε! Οι δικοί του τον αναζήτησαν. Και τον ευρήκαν. Και τον επήραν πίσω. Με το ζόρι. Με την αστυνομία!

Ο π. Ιωήλ δεν ενεργούσε ποτέ συναισθηματικά. Αυτό εφάνηκε από τα πρώτα του βήματα. Τα θέματα, τα εξεκαθάριζε μέσα του. Όλα. Και έτσι, σιγά –σιγά εξελίχθηκε σε ένα κατ’ εξοχήν λογοκρατικά σκεπτόμενο πρόσωπο. Όλα μέσα στην σκέψη του τα είχε ξεκαθαρισμένα. Σκεπτόταν και ενεργούσε σαν τον πιο ψυχρό ορθολογιστή. Με μια μοναδική από εκείνον διαφορά: ότι όλες του οι σκέψεις και όλες του οι ενέργειες ξεκινούσαν από την πίστη στον Ιησού Χριστό, και εστηρίζοντο σ’ αυτήν, όπως όλα τα μαθηματικά στηρίζονται επάνω στην μονάδα, που είναι μια έννοια συμβατική και κανείς δεν μπορεί να την ορίσει και προσδιορίσει. Και την τοποθέτησή του αυτήν την δικαιολογούσε άριστα. Έλεγε:

-Η πίστη είναι μια εμπειρία αναντίρρητη. Γιατί ο Θεός δεν είναι απλά ένα ον, αλλά είναι ο Ων. Ο Θεός είναι ύπαρξη πιο αναντίρρητη από ό,τι είναι για τα μαθηματικά η μονάδα. Δεν επιτρέπεται, ούτε να αεροβατούμε, ούτε να αερολογούμε. Οφείλομε και να σκεπτόμεθα λογικά˙ και να μιλάμε λογικά. Και να πετάμε˙ αλλά και να πατάμε. Γιατί, αν πετάμε, χωρίς να πατάμε, θα μας πάρει ο άνεμος! Και εμάς και τα επιχειρήματά μας!…

Ο π. Ιωήλ δεν παρεσύρθη ποτέ από συναισθηματικούς. Έλεγε:

-Την ζωή του ανθρώπου πρέπει να την κυβερνάει ο λόγος του Θεού. Και να ενεργεί με υπακοή στον λόγο του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι η πιο μεγάλη αλήθεια˙ η πιο μεγάλη πραγματικότητα. Η πιο στερεή βάση. Κάθε τι έξω από τον λόγο του Θεού είναι ψέμα και πλάνη.

2.Με τέτοιο πνευματικό υπόβαθρο ο νεαρός Φώτιος αδημονούσε να τελειώσει η «βαβυλώνειος αιχμαλωσία» του˙ δηλ. η δέσμευσή του, η ακούσια υποχρέωσή του, να μένει στον «κόσμο»˙ και να είναι «κοσμικός».

Όταν λοιπόν συμπλήρωσε τα είκοσι ένα (21) χρόνια του (τότε άρχιζε εκείνα τα χρόνια ο δικαίωμα αυτοδιάθεσης˙ όχι στα 18, όπως σήμερα), και επήρε στο χέρι το απολυτήριο του στρατού (τότε δεν υπήρχε το ευεργέτημα της απαλλαγής από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις λόγω αφιερώσεως στην Εκκλησία), δεν εστάθη ούτε στιγμή!

-Έννοιά σας, είχε ειπεί λίγο παλιότερα. Σε λίγο θα μεγαλώσω. Και δε θα σας έχω πια ανάγκη. Γιατί πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις (Πράξ. 5,29). Η υπακοή στον Θεό, προέχει.

Ο Φώτιος άφησε το σπίτι του με σταθερό λογισμό. «Επί τω Κυρίω ήλπισα. Πώς ερείτε τη ψυχή μου˙ μεταναστεύου εις τα όρη ως στρουθίον» (Ψαλμ. 10,1); Και μετενάστευσε, γεμάτος ελπίδα˙ και πόθο. Και επήγε στο Μοναστήρι. Στην σεβασμία και ιερά Μονή της Βελανιδιάς. Έξω από την Καλαμάτα. Το 1923. Σε ηλικία είκοσι δύο ετών. Και κατετάγη στους δοκίμους.

β’ Κουρά και χειροτονία.

1.Να λοιπόν, ο Φώτιος δόκιμος. Υπό δοκιμήν. Για να τον δοκιμάσουν. Αλλά ο νεαρός υποψήφιος ήταν αρκετά γνωστός. Και εθεωρείτο και δοκιμασμένος και άξιος. Όχι απλώς να λάβει μοναχική κουρά˙ αλλά και «στέφανον δόξης» (Ιακ. 1,12). Και είχε και πτυχίο Θεολογίας.

Ηγούμενος της Μονής ήταν τότε ο λόγιος αρχιμανδρίτης Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, νομικός και θεολόγος, μετέπειτα μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος. Τον εδέχθη με ιδιαίτερη χαρά. Γιατί ήταν και αυτός μια πολυδιάστατη προσωπικότητα˙ και εύρισκε άνθρωπο του επιπέδου του. Αλλά και γιατί ήταν τότε μια εποχή με σπάνιες μοναχικές κλήσεις˙ μια εποχή που ο μοναχικός βίος περνούσε κρίση˙ και μόνο καταφρόνηση συναντούσε. Γιατί είχε κυριαρχήσει το φρόνημα του διαφωτισμού, το αρρωστημένο φρόνημα της Δύσης.

Μοναχός, κατά τις τότε αντιλήψεις, ήταν άνθρωπος με αρνητική παρουσία μέσα στον κόσμο˙ άχρηστος˙ επιζήμιος˙ χωρίς αποστολή˙ χωρίς καμμιά απολύτως προσφορά. Για ένα μόνο λόγο ανεχόταν η τότε κοινωνία να γίνει ένας νέος μοναχός: αν ήθελε να κάμει καρριέρα˙ αν ήθελε να γίνει αρχιερέας!… Για τίποτε άλλο!

Ο Φώτιος όμως τον μοναχικό βίο τον έβλεπε σωστά! Έλεγε:

-Οι μοναχοί αποτελούν την τιμητική φρουρά του Θεού στην γη. Στον ουρανό ψάλλουν και δοξάζουν τον Θεό οι άγγελοι. Οι μοναχοί ψάλλουν και Τον δοξάζουν στη γη. Οι μοναχοί είναι οι επίγειοι άγγελοι.

2.Στις 23 Ιουλίου 1924 ημέρα Τετάρτη, μνήμη του αγίου Προφήτου Ιεζεκιήλ, ο Φώτιος προσήλθε στον ηγούμενο αρχιμανδρίτη Ιεζεκιήλ ξυπόλυτος, γυμνός από κάθε επιθυμία του κόσμου τούτου, γεμάτος κατάνυξη και δέος. Αγκάλας πατρικάς διανοίξαί μοι σπεύσον˙ ασώτως τον εμόν κατηνάλωσα βίον˙ εις πλούτον αδαπάνητον αφορώ των οικτιρμών σου, Σωτήρ. Νυν πτωχεύουσαν μη υπερίδης καρδίαν. Σοι γαρ, Κύριε, εν κατανύξει κραυγάζω: Ήμαρτόν Σοι. Σώσον με.

Ήταν σίγουρος, ότι μακριά από την ολοκληρωτική αφιέρωση στον Χριστό, όσο καλά και αν είχε ζήσει, είχε κατασπαταλήσει την ζωή του και τις δυνάμεις του «ασώτως». Αργότερα θα το διεκήρυττε με όλη την δύναμη της ψυχής του:

-Έχομε χρέος να αξιοποιούμε την κάθε μας στιγμή για την δόξα του Θεού και για το άγιο θέλημά Του. Και, ει δυνατόν, στο μέγιστο δυνατό. Τόσο, ώστε να δίνει καρπό εκατονταπλάσιο. Δεν επιτρέπεται να εργαζώμεθα το έργο του Κυρίου, όποιο κι αν είναι, αμελώς. Γιατί τότε, όσο κι αν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων, ότι ο χρόνος μας αξιοποιήθηκε σωστά, ότι εκάμαμε ό,τι το καλύτερο μπορούσαμε, στα μάτια του Θεού τον αφήσαμε και καταναλώθηκε και κατασπαταλήθηκε ασώτως. Δεν λέγει η Γραφή, «επικατάρατος ο εργαζόμενος το έργον του Κυρίου αμελώς»;

Με τέτοια αισθήματα και τέτοιο φρόνημα έδωκε τις υποσχέσεις του και έλαβε το αγγελικό σχήμα των μοναχών στην Ιερά Μονή της Βελανιδιάς. Και εκλήθη Ιωήλ. Από εκείνη την ημέρα άρχισε ο ανυποχώρητος αγώνας του Ιωήλ, την τυπική αφιέρωσή του, που συντελέσθηκε με την κουρά του, να την μεταβάλει σε ουσιαστική με την ολόψυχη και ολοκληρωτική αφιέρωση όλων των ενεργειών του, σώμα, ψυχή και πνεύμα, στον Θεό.

3.Μετά από ενάμισυ μήνα ο τότε μητροπολίτης Μεσσηνίας, ο λαμπρός και πάντα Μελέτιος (Σακελλαρόπουλος) εχειροτόνησε τον μοναχό Ιωήλ σε διάκονο σε ηλικία μόλις είκοσι τριών (23) ετών (Σεπτέμβριος 1924). Και μετά τετραετίαν, στις 6 Ιανουαρίου 1929 ο ίδιος μητροπολίτης τον εχειροτόνησε πρεσβύτερον σε ηλικία μόλις 28 ετών. Υπενθυμίζομε, ότι τότε αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου απαγόρευαν αυστηρά, να γίνεται χειροτονία διακόνου, αν ο υποψήφιος δεν έχει ηλικία 23 ετών˙ και πρεσβυτέρου, αν ο υποψήφιος δεν έχει μπη στα 28.

γ. Η μεγάλη δοκιμασία του.

1.Λίγο μετά την χειροτονία του σε διάκονο ο π. Ιωήλ διορίστηκε καθηγητής θεολόγος στο Σχολαρχείο (Γυμνάσιο) της Μεθώνης. Και αρχίζει η δουλειά. Δουλειά ρουτίνας. Κούραση. Εξάντληση. Για άλλους, και πλήξη. Για τον νεαρό τότε κληρικό, ενθουσιασμός!

Ψυχές νεανικές έχουν καρφωμένα τα μάτια τους στο στόμα του. Περιμένουν με αγωνία. Την κάθε του λέξη. Γιατί τα παιδιά ξέρουν και εκτιμούν σωστά. Και ο π. Ιωήλ; Πιέζει τον εαυτό του! Να μάθει. Τι να μάθει; Να μάθει να συγκαταβαίνει. Να απλοποιεί τα νοήματα τα δικά του. Να τα κατεβάζει ολόκληρα και ακέραια στα μέτρα και στις αντιλήψεις των αποδεκτών τους μαθητών του.

-Το νόημα δεν είναι να ειπείς, στα παιδιά παιδιακίστικα πράγματα˙ στους απλοϊκούς απλοϊκά˙ και στους αγραμμάτους αγραμματοσύνες. Έχομε χρέος, να λέμε ολόκληρη την αλήθεια. Όλη την ουσία της. μα με λόγια προσιτά στο παιδί, στον απλοϊκό άνθρωπο, στον αγράμματο˙ όπως έκανε και ο Κύριος. Το έργο αυτό είναι δύσκολο και υπεύθυνο. Αλλά και απέραντα ωφέλιμο και ψυχοσωτήριο. Εγώ στο σχολείο, σαν καθηγητής των παιδιών της πρώιμης εφηβικής ηλικίας, τότε που τα παιδιά δεν είναι πια παιδιά, αλλά δεν είναι ακόμη ούτε άνδρες ούτε έφηβοι, έμαθα κοντά τους πολλά! Και πρώτα από όλα, έμαθα, όταν μιλώ, να μην απευθύνομαι στον εαυτό μου˙ να μη μιλάω για τον εαυτό μου˙ να μη στοχάζωμαι. Έμαθα, ότι μιλώντας πρέπει να λέγω πράγματα, που θα καθηλώνουν τους σοφούς˙ με τρόπο που να γίνωνται άνετα προσιτά στους μη σοφούς˙ και θα «χορταίνουν» και τους σοφούς και τους μη σοφούς. Και, παρ’ ότι τότε ήταν η εποχή της λογιότητος και πολλοί θυσίαζαν την ουσία του κηρύγματος στον τύπο της λογιωτατίστικης μόδας, το έκανα με χαρά.

Το έβλεπα σαν μια ακόμη μορφή μίμησης του Κυρίου μας˙ που για χάρη μας εκένωσεν Εαυτόν και κατέβη στα μέτρα μας, όχι για να ταυτισθή με μας, αλλά για να ανεβάσει εμάς στην δική Του σοφία, στην δική Του υπακοή στο άγιο θέλημα του Πατέρα Του, στην δική Του ζωή.

Τον ελεύθερο χρόνο του, τον περνάει τρέχοντας στα ερημικά μοναστήρια και εξωκλήσια, για περισσότερη προσευχή και περισυλλογή.

2.Και η ζωή του κυλάει μέσα στην προσπάθεια της ολοκληρωτικής βίωσης της πίστης, της επικοινωνίας με τον Χριστό, και του χρέους του, σαν καθηγητής. Όση και αν είναι η κούραση του ο Ιωήλ νηστεύει. Και νηστεύει αυστηρά. Δεν καταλύει ούτε λάδι.

-Αίμα και Πνεύμα είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Όσο αυξάνει το ένα, τόσο το άλλο λιγοστεύει. «Και γι’ αυτό, χρέος μας είναι, να μη ζούμε σαρκικά, κάνοντας τα θελήματα της σάρκας μας˙ γιατί αν ζήσεις πνευματικά, αν δηλαδή με την δύναμη του Πνεύματος νεκρώνεις τις σωματικές πράξεις, θα ζήσεις. Μη το ξεχνάτε ποτέ: Εκείνοι που τους οδηγεί το Πνεύμα, είναι υιοί Θεού. Ναι αυτοί είναι υιοί Θεού! Γιατί το Πνεύμα που ελάβατε (στο βάπτισμα), δεν είναι Πνεύμα Δουλείας, κάτι που γεμίζει την ψυχή με ταραχή και φόβο. Κάθε άλλο. Ελάβατε Πνεύμα Υιοθεσίας! Δηλαδή ένα Πνεύμα, που όποιος το λάβει, παίρνει το δικαίωμα να ονομάζει τον Θεό «αββά», δηλαδή Πατέρα. Ε, λοιπόν! Αυτό, το Άγιο Πνεύμα, είναι που δίνει στο δικό μας πνεύμα την εσωτερική μαρτυρία, ότι είμαστε παιδιά του Θεού» (Ρωμ. 8,12-16).

3.Οι νέοι κάνουν πάντοτε μερικές υπερβολές. Με οδηγό του τις παρακαταθήκες του αοιδίμου Ηλία Παναγουλάκη, και χωρίς καμμία εμπιστοσύνη στους κληρικούς της εποχής εκείνης, που εκμοντερνισμένοι πνευματικά καταφρονούσαν την νηστεία και την άσκηση (=κακό που γέννησε τόσα άλλα!) ο π. Ιωήλ δεν μπόρεσε να κρατήσει το σωστό μέτρο˙ και η υγεία του εκάμφθη!

Αλλά, ώ αγία υπερβολή του Ιωήλ! Ώ ουράνια υπερβολή του καλογήρου! Ούτε στην γυμναστική για body buildihg! Ούτε στον αθλητισμό για ψεύτικα έπαθλα! Ούτε στην ταβέρνα για σφηνάκια˙ με πολύ οινόπνευμα, αλλά καθόλου Πνεύμα! Ούτε στις καφετέριες και στα νυκτερινά κέντρα για ηδονή σαρκική! Ούτε στην πορνεία! Ούτε στα ναρκωτικά, για «να φτιάξει έναν επίγειο παράδεισο» και «να φτιαχτή»!

Έκαμε υπερβολές. Ναι. Στον αγώνα του να μη υποδουλωθή στα πάθη, που κάνουν τον άνθρωπο πνευματικά νεκρό. Για να διατηρήσει την δυνατότητα να πετάει υπόπτερος προς τα άνω. Και γι’ αυτό ο π. Ιωήλ ποτέ δεν μετενόησε για τις υπερβολές του εκείνες.

4.Η μεγάλη μάστιγα του Θεού τότε ήταν η φυματίωση. Και εθέριζε. Κυρίως τους νέους. Και ιδίως τους φτωχούς. Που δεν είχαν τότε να φάνε, ότι απαιτούσε η ηλικία της ανάπτυξης. Πότε προσβλήθηκε ο π. Ιωήλ από την φυματίωση; Έχει μείνει άγνωστο. Ο π. Ιωήλ σε κάτι τέτοια δεν έδινε σημασία. Αφειδία σώματος. Μα κάποτε ο κόμπος έφθασε στο χτένι. Και του είπε: στόπ!

Μια ημέρα, ενώ ήταν μέσα στην «τάξη» και έκανε «παράδοση», του ήλθε ξερός βήχας. Και ξαφνικά αισθάνθηκε το στόμα του γεμάτο με κάτι το πολύ ζεστό, που πλημμύρισε˙ και σε ένα δεύτερο βήξιμο, γέμισε τα γένεια του και τα ρούχα του. Το είδε. Κατακόκκινο. Και κατάλαβε, τι είχε συμβή. Ζήτησε συγγνώμη από τα κατάπληκτα παιδιά και έφυγε βιαστικά. Και, ενώ συνεχιζόταν η αιμόπτυση, σύρθηκε μέσα από τα στενά σοκάκια της Μεθώνης στο δωμάτιό του. Και η αιμόπτυση συνεχίσθηκε. Εγέμισε μια λεκάνη αίμα! Και ξαπλωμένος στο ασκητικό του κρεβάτι, ανήμπορος να προσφέρει στον εαυτό του κάτι, έστω το παραμικρό, μόνος και αποξενωμένος από όλους, ικέτευε τον Κύριο της ζωής και του θανάτου:

-Κύριε, ελέησέ με. Δέξου εν ειρήνη το πνεύμα του δούλου σου.

Το γεγονός δεν ήταν δυνατό να έμενε μυστικό. Το διέδωσαν αστραπιαία σε όλη την πόλη τα παιδιά. Και έτρεξαν πολλοί. Και πρώτοι οι συνάδελφοί του καθηγητές. Ήθελαν να κάμουν κάτι. Αλλά ο π. Ιωήλ τους αντιπρόβαλε ένα κατηγορηματικό βέτο! Τους έλεγε:

-Σας ευχαριστώ για την αγάπη σας. Αλλά η ζωή τελείωσε πια. Αφήστε με μόνο! Θέλω να πεθάνω με μόνη μου παρέα τον Χριστό!

Μη μπορώντας να κάμουν κάτι το αποδοτικώτερο ειδοποίησαν τον αδελφό του Αθανάσιο, στρατιωτικό, αργότερα στρατηγό και υπασπιστή του βασιλέως Γεωργίου Β’. Και εκείνος έφθασε σαν αστραπή. Ώρμησε μέσα στο δωμάτιο. Και βλέπει τον αδελφό του σε μαύρα χάλια. Τα μάτια του βούρκωσαν:

-Σήκω! Πάμε! Είπε επιτακτικά.

-Όταν εγώ έγινα καλόγερος, την σαρκική συγγένεια την απέρριψα. Και σας, σας απέρριψα. Και σας ξέχασα. Αφιερώθηκα στον Χριστό. Πήγαινε. Άφησέ με. Δεν έχεις καμμιά υποχρέωση απέναντί μου. Άφησέ με, σε παρακαλώ. Θέλω να πεθάνω μόνος μου. Με τον Χριστό.

Σαν πληγωμένο θηρίο, βρυχήθηκε ο αδελφός του:

-Τί είπες; Σήκω! Πάμε!

Τα λόγια του ήταν τόσο επιτακτικά, που δεν σήκωνε δεύτερη αντιλογία. Και τα χέρια του βοήθησαν. Τον άρπαξε και τον μετέφερε στο σπίτι του, στην Καλαμάτα. Αλλά εκεί ο Ιωήλ τα εστήλωσε κυριολεκτικά:

-Στο υπόγειο βάλε με. Θέλω ησυχία. Δεν θέλω να ενοχλήσω και προπαντός να «κολλήσω» κανένα.

Ένα δεύτερο μούγκρισμα πόνου βγήκε από το στόμα του αδελφού του:

-Τί είπες; Ο αδελφός μου στο υπόγειο; Όλοι να κολλήσωμε!…

Τον εκράτησε μαζί του. Στο καλύτερο δωμάτιο του σπιτιού. Μαζί με όλη την οικογένειά του. Και με τα παιδιά του. Και τον περιποιήθηκε, όσο πιο καλά μπορούσε. Με αποτέλεσμα. Κανένας δεν έπαθε τίποτε. Γιατί ο Θεός της αγάπης τους εσκέπασε. Και ο π. Ιωήλ ξέφυγε τον κίνδυνο. Και εδυνάμωσε. Και έζησε.

5.Από τότε ο π. Ιωήλ το ένοιωσε βαθειά, ότι η ζωή του, ήταν ένα δώρο του Θεού. Και ότι ώφειλε να εργασθή για τον Θεό. Η σκέψη αυτή έγινε κυρίαρχη μέσα του. Έτσι προετοιμάζει ο Θεός τους εκλεκτούς Του. Ας έχει δόξα το πανάγιο όνομά Του. Από τότε ο Γέροντας έλεγε, όπου και όταν χρειαζόταν:

-Μεγάλο μυστήριο. Εικόνα της αγάπης του Θεού η σαρκική συγγένεια. Να το θυμάστε. Μετά το έλεος του Κυρίου μας, σε όλη μας την ζωή, πάσας τας ημέρας της ζωής μας, μας καταδιώκει το έλεος και η αγάπη των κατά σάρκα γονέων μας και των αδελφών μας. Η σωστή οριοθέτηση της κατά Θεόν ξενιτείας και της αγάπης, που οφείλομε στους κατά σάρκα συγγενείς μας, είναι πολύ δύσκολο έργο. Και μπορεί να γίνει σωστά μόνο από ανθρώπους που έχουν πολύ ταπείνωση και το χάρισμα της διακρίσεως.

δ. Φυματικός.

1.Κοντά στον αδελφό του ο π. Ιωήλ συνήλθε. Έτυχε ιατρικής παρακολούθησης. Επήρε επάνω του. Στην συνέχεια απεσύρθη στην Αλαγονία. Περιοχή επάνω στον Ταΰγετο με κλίμα σαν της Ελβετίας. Κατάλληλο για ανθρώπους που έπασχαν από φυματίωση. Και εκεί με την συμβολή του καλού κλίματος και της διαίτης, η κατάσταση υγίειας του εβελτιώθη. Και επανέλαβε την υπηρεσία του σαν εκπαιδευτικός. Οι ιερείς – εφημέριοι δεν είχαν τότε μισθό. Περιορίζονταν στα τυχερά και στα «φιλότιμα», κάτι που ο π. Ιωήλ το είχε αποκλείσει για τον εαυτό του.

2.Η βελτίωση της υγείας του τού έδωκε και πάλι την δυνατότητα της νηστείας. Αυτό τον εχαροποίησε πολύ. Έλεγε:

-Δεν θα το άντεχα με κανένα τρόπο, αν ήμουν υποχρεωμένος, αλλά να κάνω, και άλλα να δείχνω. Δεν θα το ανεχόμουν ποτέ στον εαυτό μου. Θα ενήστευα. Και ας πέθαινα. Τώρα νηστεύω. Ελαφρά. Τόσο, που το λέω και δεν σκανδαλίζεται πια κανένας. Και ταυτόχρονα ταπεινώνομαι. Και ταπεινώνομαι πολύ. Γιατί αλλιώς την οραματιζόμουν την ζωή μου από πλευράς νηστείας!…

3.Όμως, οι ιατροί, τον είχαν ξεγράψει από την ζωή.

-Τί πια κι αν έχει μια προσωρινή βελτίωση; Η πάθηση είναι ανίατη!…

Μπορούσε, με τέτοιες συνθήκες, να κάμει πρόγραμμα για την ζωή του, να σκεφθή κάτι που θα απαιτούσε χρόνο και υγίεια; Μπροστά του ο Ιωήλ έβλεπε μόνο τον θάνατο. Η ασθένεια του τον εθύμιζε συνεχώς. Και οι ιατροί το επεβεβαίωναν κατηγορηματικώς. Ανίατη κολλητική αρρώστεια! Κίνδυνος άμεσος! Και ιδίως για την ευαίσθητη εφηβική ηλικία. Μπορούσαν, με τέτοιες συνθήκες, να κατανοήσουν οι φτωχοί χωρικοί, τι αξία είχε ο Ιωήλ; Πού να εύρισκαν το ισοζύγιο! Άρχισαν τα σχόλια˙ και οι απειλές για ενέργειες στο Υπουργείο. Και ο Ιωήλ; Δεν θέλει να προκαλεί σκάνδαλο. Και παίρνει με ταπείνωση το βάρος επάνω του˙ και φεύγει!…

Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.

Δημοσιεύθηκε στην Άρθρα, Ιστορικά, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.