α’ Το δύσκολο ξεκίνημα.
1.Όταν το 1942 ο π. Ιωήλ «άραξε» στην Καλαμάτα και «κατέληξε» στο ταπεινό εκκλησάκι των Μικρών Ταξιαρχών, ήταν για την χώρα μας η πιο δύσκολη εποχή των νεωτέρων χρόνων: η Γερμανική Κατοχή. Και στην συνέχεια, η ταραχή του εμφύλιου, η ανταρτοκρατία. Και οι δύο ήταν καταστάσεις δραματικές. Η ανθρώπινη ζωή τότε δεν είχε αξία. Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ανά πάσαν στιγμήν τον θάνατο «με συνοπτικές διαδικασίες». Αρκούσε το σκεπτικό: αντίπαλός μας είναι! Και χωρίς κανένα δισταγμό, μπαμ και κάτω! Σαν το σκυλί στο αμπέλι. Τόσο οι κατακτητές, όσο και οι αντιμαχόμενοι Έλληνες, ή μάλλον τα ανθρωπόμορφα θηρία που είχαν εισδύσει και στις δύο παρατάξεις, είχαν καταντήσει φόβος και τρόμος των φιλησύχων.
2.Και ο π. Ιωήλ; Θέλει να παρηγορήσει και να ενδυναμώσει τον κόσμο, τον λαό του Θεού. Μιλάει με παρρησία και θάρρος. Ελέγχει. Καυτηριάζει. Οι θιγόμενοι τα ακούν. Τα μαθαίνουν. Και θυμώνουν. Τρίζουν τα δόντια. Απειλούν. Οι ευσεβείς λαχταρούν!
-Θα μας τον σκοτώσουν!
Και τρέχουν να τον περιφρουρήσουν! Πώς; Ένας είναι ο τρόπος. Να τους ακούσει. Να γίνει στο εξής «φρόνιμο παιδί». Να κάμει συμβιβασμό.
-Ναι, πάτερ! Να το κάμεις! Πρέπει!
Ακούει τα λόγια τους ήρεμα. Με γαλήνη. Και μετά αντιτάσσει τα δικά του.
-Αυτά που συμβαίνουν είναι σοβαρά προβλήματα για τον κόσμο;
-Ναι!
-Έχει ανάγκη να ακούσει κάτι επάνω στα θέματα αυτά, ναι ή όχι;
-Οπωσδήποτε ναι!
-Επιτρέπεται ο ποιμήν, να αφήνει τα πρόβατα, όταν βλέπει τον λύκο να έρχεται, και να φεύγει, για να γλυτώσει το τομάρι του;
-!…
-Μου λέτε να σιωπήσω! Να τα αφήσω αυτά «τώρα». Μα, αν δεν μιλήσω «τώρα» στον λαό μας για τα θέματα αυτά, πότε θα του μιλήσω; Αν δεν τους ειπώ τώρα, που έχομε το τραγικό πρόβλημα, πόσο κακό είναι η αδελφοκτονία και γενικά ο φόνος, πότε θα τους το ειπώ; Τότε που θα γίνει ειρήνη και φυσικά δεν θα έχωμε πια φόνους; Τότε που το θέμα αυτό δεν θα απασχολεί πια κανέναν; Τώρα χρειάζεται να μιλήσωμε, για να προλάβωμε το κακό, σε όση έκταση μπορούμε. «Αύριο», αν θελήσω να ασχοληθώ με τέτοιο θέμα, θα μου ειπούν, με όλο τους το δίκιο: Τότε που ήταν καιρός, δεν μας είπες για το θέμα αυτό τίποτε! Σήμερα, τι τα θέλεις; Εμάς δεν μας απασχολούν πια!
-Πάτερ, κινδυνεύεις!
-Κάνετε προσευχή. Και έννοια σας. Μη φοβείσθε. Δεν με σκοτώνουν.
-Πάτερ! Θα «πας» άφταιγος!
-Άφταιγος; Πώς φτάσαμε εδώ τότε; Όλοι μας φταίμε! Και εγώ! Και σεις!
-Τι φταίω εγώ, πάτερ; Και τι φταις και συ;
-Αν δεν φταίω εγώ, δεν φταις και συ, τότε δεν φταίει κανείς. Να το ξέρεις. Ή φταίμε όλοι μας, ή δεν φταίει κανείς. Όλοι μας φταίμε. Και μόνο ο Κύριος ξέρει, ποίος φταίει περισσότερο. Εμείς λοιπόν πρέπει να μιλάμε με δυναμισμό. Να φωτίζωμε τον λαό.
3.Έτσι στάθηκε ο π. Ιωήλ τότε. Θαρραλέος. Ηρωικός. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Επάνω στην δική του σκοπιά. Επί της «φυλακής», στην οποία τον έστησε ο Κύριος. Πολλοί έτρεμαν.
-Πάει, τον εχάσαμε τον Ιωήλ. Κάποια μέρα θα τον βρούμε νεκρό. Ή στο σπίτι του, ή στον δρόμο! Με ποιους τα βάζει, ο ευλογημένος; Ποιους θέλει να βάλει σε θεογνωσία, ο ευλογημένος;
Αλλά ο Θεός δεν επέτρεψε να πάθει απολύτως τίποτε.
β. Το κήρυγμά του.
1.Το κήρυγμά του στην αρχή, αυστηρό, γεμάτο πνευματικούς προβληματισμούς, νευρίαζε τους βολεμένους στην τυπική ευσέβεια του Κυριακάτικου εκκλησιασμού, χωρίς καμμιά συνέπεια στην ζωή: χωρίς εσωτερικό περιεχόμενο. Γράφει μια ψυχή:
-Κάθε φορά, που πήγαινα στην Εκκλησία, όταν έβγαινε να ομιλήσει, μου προκαλούσε αποστροφή. Και άθελά μου την εξέφραζα: «Πάλι αυτός είναι»! δυστυχώς οι άνθρωποι απατώνται από το εξωτερικό. Και παραθεωρούν μεγάλα πνεύματα και σπάνιες προσωπικότητες! Το αυστηρό του ύφος και η βραδυγλωσσία του, τον έκαναν αποκρουστικό.
2.Μια τέτοια αντιμετώπιση είχε να ξεπεράσει ο π. Ιωήλ. Και σιγά – σιγά ξεπεράστηκε. Γράφει το ίδιο πρόσωπο:
Μετά από λίγο καιρό, ήρθε και για μένα η εποχή της πνευματικής αναγέννησης. Μια ώθηση εσωτερική, μια δίψα ακατάπαυστη: για Εκκλησία, για μελέτη του Νόμου του Θεού, για κηρύγματα, για εξομολόγηση. Άρχισα να εκκλησιάζομαι στους Μικρούς Ταξιάρχες, όπου λειτουργούσε και εκήρυττε ο π. Ιωήλ. Τώρα όμως εγώ τα έβλεπα όλα εντελώς διαφορετικά… Ένα πλήθος κόσμου συνέρρεε εκεί! Η κατάσταση την εποχή εκείνη ήταν φοβερή. Παντού φόβος, απειλή, θάνατος. Μόνο ο πατήρ Ιωήλ εκήρυττε ατρόμητος την αλήθεια. Με κίνδυνο της ζωής του. Ένωνε τα διεστώτα. Οι πληγωμένοι από την κατάσταση επαρηγορούντο. Εκείνοι που τον απειλούσαν με εκτέλεση, μετά από συνομιλία μαζί του, έφευγαν γεμάτοι ειρήνη!
Όλα αυτά με έπεισαν, ότι είχα μπροστά μου έναν άγιο, έναν ομολογητή του Χριστού. Και δεν ήμουν η μόνη που ωφλήθηκα. Πολλές ψυχές εγνώρισαν τον Χριστό κοντά του και απόκτησαν επίγνωση. Και όλοι έτρεχαν εκεί, για να ακούσουν τον λόγο του Θεού. Γιατί το κήρυγμά του ήταν ανεπιτήδευτο. Μιλούσε συμβουλευτικά. Με λίγα λόγια που έμπαιναν στις ψυχές. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η Μεγάλη Εβδομάδα εκεί ήταν το κάτι άλλο. Εβασίλευε η κατάνυξη, η ησυχία, η τάξη. Ο λόγος του Θεού δεν έλειπε ποτέ! Έτσι έμπαιναν στις ψυχές γερά θεμέλια. Όσοι πέρασαν από αυτό το «Πανεπιστήμιο του Ιωήλ», επήραν όλοι τα διακριτικά γνωρίσματα του καλού Χριστιανού. Προσπάθησα και εγώ να εκμεταλλευθώ την ευκαιρία, όσο πιο καλά μπορούσα. Τον έζησα από κοντά. Και κατάλαβα ότι ήταν «σκεύος εκλογής»: σαν τον απόστολο Παύλο.
3. Στο κήρυγμά του ο π. Ιωήλ δεν ήταν καθόλου σύντομος. Η ομιλία του τις Κυριακές, εκυμαινόταν από 30-45’ λεπτά!
-Μα δεν κουράζεται ο κόσμος πάτερ, με τόσο μακρύ κήρυγμα;
Απαντούσε:
-Αυτό δεν έχει καμμιά αξία. Η κούραση θα περάσει. Η ωφέλεια θα μείνει. Στο κήρυγμα δεν έχει καμμιά αξία, αν γαργαλάει τα συναισθήματα και συγκινεί. Και αυτό θα περάσει. Και ο άνθρωπος θα μείνει χωρίς ωφέλεια! Τι πια κι αν λέει, ότι το κήρυγμα ήταν τόσο ωραίο που όταν το άκουσα, ανατρίχιασα; Σημασία έχει η πνευματική ωφέλεια. Και για να υπάρξει ωφέλεια, το κήρυγμα πρέπει να ξεθεμελιώσει ένα σωρό αρρωστημένες προκαταλήψεις. Αυτό είναι το ψητό! Και για να το επιτύχωμε, πρέπει να κοπιάσωμε. Δεν προσφέρουν τίποτα τα ωραία λόγια. Χρειάζονται επιχειρήματα, που καθηλώνουν και πείθουν. Χρειάζεται λογικά στεγανή διαπραγμάτευση.
4.Το κάθε κήρυγμά του ήταν ένα αυστηρά λογικό οικοδόμημα, που ξεκινούσε από το «αξίωμα» της πίστης στον Θεό και στην αιώνια ζωή. Μιλούσε με παραδείγματα εντελώς πρακτικά κατ’ ευθείαν στο μυαλό. Αλλά εστόχευε στην καρδιά, στην θέληση, στην πρόκληση μετανοίας, όχι συναισθηματικού τύπου, που εύκολα στην ελάχιστη δυσκολία, στο πιο μικρό πειρασμό ξηραίνεται και ου τελεσφορεί, αλλά σε μια μετάνοια – αδυσώπητο λογικό χρέος, αξεπέραστο «πρέπει».
Και πράγματι. Τα λόγια του είχαν τέτοια δύναμη, που δύσκολα ξεχνιούνται. Μια μελέτη μερικών θεμάτων, από εκείνα που αναπτύσσει στα βιβλία του Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ και ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, αρκούν να πείσουν ακόμη και τον πιο προκατειλημμένο άνθρωπο, για την αποτελεσματικότητά τους.
Γ. Η εξομολόγηση.
1.Το κύριο έργο του π. Ιωήλ ήταν η εξομολόγηση. Σ’ αυτήν είχε στρέψει ολόκληρη την προσοχή του. Γιατί η εξομολόγηση είναι η αναίρεση της αμαρτίας και η οδός ενώσεως με τον Θεό.
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να ενωθή με τον Θεό, πρέπει πρώτα να έχει όρεξη να βλέπει τις αμαρτίες του. Αν πρώτα δεν τις ιδεί, πώς θα τις μισήσει; Πώς θα τις κατηγορήσει; Ο π. Ιωήλ έλεγε επιγραμματικά:
-Όσο πιο πολύ βλέπεις τα σφάλματά σου, τόσο η χάρη του Θεού βρίσκεται κοντά σου.
Εξομολόγηση χωρίς αυτομεμψία ήταν γι’ αυτόν κάτι το τερατώδες! Δεν το ανεχόταν. Γινόταν σκληρός. Και ανυποχώρητος.
Στην περίοδο της ανταρτοκρατίας επήγε ένας νεαρός άνδρας με όλη την πολεμική εξάρτυση. Και αρχίζει ο διάλογος.
-Τι θέλεις εδώ;
-Εξομολόγηση!
-Να με εξομολογήσεις ή να εξομολογηθείς;
-Να εξομολογηθώ!
-Και αυτά τι τα θέλεις μαζί σου; για απειλή;
-Όχι πάτερ! Δεν σκέφτηκα να τα άφηνα κάπου.
-Καλά. Ειπέ τότε μέσα σου, πως δεν τα έχεις: και κάθισε!
Ταπεινωμένος ο αντάρτης έκατσε. Και τα είπαν θαυμάσια.
2.Μερικοί άνθρωποι, που επήγαν να εξομολογηθούν σ’ αυτόν μόνο μια φορά, τον βρήκαν αυστηρό. Στην πρώτη εξομολόγηση, προσπαθούσε να κάμει τον εξομολογούμενο να τα βγάλει όλα. Και έτσι αυτός έβλεπε τον εαυτό του «σαν να τον κοπανάει σαν χταπόδι»! Η εξαντλητική εξομολόγηση τον έκανε και πονούσε. Αλλά η καρδιά του γλύκαινε. Και είχε γίνει σλόγκαν:
-Ο π. Ιωήλ είναι στην εξομολόγηση το καλύτερο σαπούνι. Μια εξομολόγηση αρκεί. Θα φύγεις πλυμένος τέλεια!
3.Τα πνευματικά του τέκνα τον ήξεραν γεμάτο κατανόηση, αγάπη, καλωσύνη, στοργή. Σπάνια πνευματικοί πατέρες έζησαν από τόσο κοντά τα προβλήματα των παιδιών πνευματικά και υλικά. Για χάρη τους θυσίαζε πρόθυμα τον πολύτιμο χρόνο του. Και κουβέντιαζε ατελείωτα μαζί τους. με την άνεση που είχαν οι γέροντες της ερήμου. Και ενθαρρύνοντας τα τέκνα του, τους έλεγε:
-Ζήτε μία σπάνια δωρεά του Θεού. Με ευρίσκετε, όποτε θέλετε. Πρόθυμο να σας ακούσω με αγάπη και στοργή. Με έχετε στην τσέπη σας! Ελεύθερος από άλλα καθήκοντα, είμαι τις ώρες που με αναζητείτε, πάντοτε στην διάθεσή σας. Μόνο όταν φύγω θα καταλάβετε, τι σας λέω τώρα.
4.Όμως η αγάπη δεν τον έκανε να «κάνει στραβά μάτια» στα λάθη. Ήταν πάντοτε αληθινός οδηγός προς τα άνω. Και ζητούσε αυστηρή υπακοή. Τους υπενθύμιζε, ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός λίγο προς του πάθους Του έλεγε στους μαθητές Του:
– Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Πιστεύετε εις τον Θεόν. Και εις εμέ πιστεύετε.
Και τους εξηγούσε, ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν τόση εμπιστοσύνη στον πνευματικό τους πατέρα, όση οφείλουν να έχουν στον Θεό. Και ζούσαν σαν μια μεγάλη οικογένεια. Τόσο κοντά του. Και τόσο κοντά ο ένας στον άλλο.
5.Σε μια σύναξη, γοητευμένος από την ουράνια χαρά που απόλαυαν όλοι τους, τον ερώτησε ο αείμνηστος Γεώργιος Αργυροηλιόπουλος.
-Γέροντα, πώς καταναλώνετε τόσες ώρες για μας σε κάτι τέτοιες συνάξεις; Πώς δεν βιαστήκατε ποτέ στην εξομολόγηση, αλλά μας ακούτε πάντοτε με μακροθυμία ό,τι κι αν λέμε, αφού ο χρόνος είναι για σας τόσο πολύτιμος;
Απάντησε ο π. Ιωήλ:
-Να σου ειπώ, παιδί μου. Εγώ σ’ αυτές τις συνάξεις, καθώς και στην εξομολόγηση, χαίρω. Πρώτα γιατί ωφελούνται και ξεκουράζονται ψυχές. Και μετά, ξεκουράζομαι και εγώ! Έχετε ακούσει την ευχή, που λέγει «Ο Θεός, ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος»; Αν λοιπόν ο Θεός, ο άγιος και πανάγιος, αναπαύεται στην σχετική καθαρότητα και αγνότητα των αγίων Του, πόσο πρέπει να χαίρω εγώ, άνθρωπος ταπεινός και αμαρτωλός, όταν ευρίσκωμαι ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν άγιοι, και μάλιστα όταν τους βλέπω στις ιερώτερες στιγμές της ζωής τους, τότε που αγωνίζονται να ελευθερωθούν από την αμαρτία και να πάνε κοντά στον Πατέρα μας τον εν ουρανοίς; Εγώ αυτήν την χαρά την νοιώθω πολύ, όταν ευρίσκομαι κοντά σε πνευματικούς ανθρώπους.
Και σε άλλο πνευματικό του τέκνο έγραφε:
-Δι’ εμέ είναι ιδιαιτέρα χαρά να μαθαίνω, ότι τα πνευματικά μου τέκνα δύνανται και μακράν μου να αγαπούν τον Χριστόν μας. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι πια νήπια, αλλά ηνδρώθησαν, και είναι έτοιμα να παλαίσουν εις τον αγώνα της ζωής. Αυτό τιμά και εμένα, διότι αποδεικνύει ότι τους έδωκα καλήν ανατροφήν.
δ. Οι διαλέξεις του
1.Χρέος του κάθε κληρικού είναι να φροντίζει για τον φωτισμό όλων: και των απλών, αλλά και των μορφωμένων ανθρώπων.
Ο π. Ιωήλ, για να «πιάσει» τους πιο απομακρυσμένους από την Εκκλησία, εκείνους που εφαντάζονταν, ότι «ο αιώνας της πίστης πέρασε πια»(!…), κάθε χρόνο έδιδε μία ή δύο διαλέξεις στην «Λαϊκή Σχολή» της Καλαμάτας, Μορφωτικό Ίδρυμα υπό την προεδρία του Μητροπολίτου.
Οι διαλέξεις του αυτές, έκαναν κρότο! Κυριολεκτικά καθήλωναν κάθε εναντιοφρονούντα. Και επέβαλαν τον Ιωήλ στην κοινωνία της πόλης σαν τον πιο σοφό και μορφωμένο άνθρωπο.
Τα επιχειρήματά του ήταν πάντοτε δυνατά. Και ο τρόπος της διαπραγματεύσεώς του λογικός –συλλογιστικός σε βαθμό που κυριολεκτικά καθήλωνε και αφόπλιζε και τους πιο κακόπιστους. (Οι περισσότερες από τις διαλέξεις του έχουν εκδοθή.
2.Η προσπάθεια που κατέβαλε πάντοτε, στο κάθε βήμα της ζωής του, να κρύβει τις αρετές του και τα πλεονεκτήματά του, δεν τον οδήγησαν ποτέ σε απραξία. Κάνοντας ό,τι το καλύτερο μπορούσε, αγωνιζόταν να ξεπερνάει τους λογισμούς της φιλαυτίας και της κενοδοξίας: και τουλάχιστον, να μη τους τρέφει: να μη τους πολλαπλασιάζει. Ο π. Ιωήλ ήξερε να συνδυάζει την αρετή και τον αγώνα για το καλό με την αφάνεια και την ταπεινοφροσύνη.
Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.
