1. Θεμέλιο κάθε καλοῦ εἶναι:
• Νά κάθεσαι στό κελλί σου.
• Νά ἀσχολεῖσαι μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή.
• Νά ξέρεις νά συγκρατεῖς τήν γλῶσσα σου‧
καί
• Νά συγκρατεῖς τήν κοιλιά σου.
Εκεῖνος πού εἶναι ἀκατάστατος στίς τέσσερες αὐτές ἀρετές, νά τό ξέρει: τίς ἀρετές αὐτές, ἔτσι κι ἀλλιῶς τίς ἔχει χάσει! Ταυτόχρονα ὅμως ἔχει γκρεμίσει καί τά θεμέλια ὅλων τῶν ἀρετῶν!Καί ἔχει ἀνοίξει τήν πύλη σέ ὅλα τά πάθη‧ καί γιά τήν ψυχή του μιά ἀπύθμενη θάλασσα ταραχῆς!
Τό κελλί γιά τό μοναχό εἶναι ὅ,τι γιά τόν νεκρό ὁ τάφος. ῾Ο πεθαμένος στόν τάφο δέν κινείται‧ καί ὁ μοναχός, πού μένει στό κελλί του, δέν ἁμαρτάνει. Γιατί μένει ἐλεύθερος καί ἀνεπηρέαστος ἀπό τίς τρεῖς αἰτίες πού ὁδηγοῦν στήν ἁμαρτία: ὅραση, ἀκοή, κουβέντα. Καί ἔτσι τό «μέσα του» μένει ἐλεύθερο γιά τόν Θεό καί τά καλά ἔργα.
2. Η προσευχή ἀπομακρύνει ἀπό ἐμᾶς ὅλούς τούς λογισμούς. Και ὅταν αὐτό γίνει, τότε ἐμεῖς ὅλα στόν κόσμο αὐτό τά θεωροῦμε σκόνη καί τέφρα. Ὅταν ἡ ψυχή αἰσθανθῆ τήν γλύκα τῆς προσευχής, δέν ὑπολογίζει πιά ζωή‧ δέν ἐπιθυμεῖ τά ὡραῖα καί τά ἡδέα‧ καί ξεχνάει‧ καί τόν ἑαυτό της‧ ἀλλά καί κάθε ἄλλον πού ζῆ στήν γῆ.
Γι’ αὐτό λοιπόν, τόν κανόνα μας της προσευχῆς πρέπει νά τόν ἐκπληρώνωμε‧ νά βιάζωμε τόν ἑαυτό μας, νά κάνωμε τήν προσευχή μας‧ καί ὅταν τυχόν αἰσθανόμαστε ἀδυναμία καί ἀτονία, νά πιάνωμε τό ἐργόχειρο‧ καί νά μή ἀφήνωμε νά μᾶς κυριεύει ὁ ὕπνος. Καί ἄν τήν νύχτα τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μᾶς ἔρχεται ὕπνος, καί τά μάτια μας κλείνουν, νά ἀνάβωμε τό φῶς καί νά ἀγρυπνοῦμε. Καί νά μή ξαπλώνωμε! ’Αλλά νά στέκωμε ὄρθιοι καί νά κυττάζωμε τίς ἅγιες εἰκόνες.
3. Ἔχομε χρέος νά εἴμαστε κύριοι τῆς κοιλιᾶς μας στό φαΐ‧ νά ἔχωμε νηστεία καί ἐγκράτεια. Αὐτό μᾶς δίνει: θάρρος καί παλληκαριά‧ καί σῶμα ἀνάλαφρο, πού βοηθεῖ τόν ἀνθρωπο στήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. ‛Ο ἄνθρωπος πού ἔχει ἐγκράτεια, εἶναι ἀετός. Πετάει ψηλά, γιατί δέν αἰσθάνεται βάρος ἀπό τήν σάρκα του.
‛Η ἐγκράτεια γλώσσης προφυλάσσει τόν ἀνθρωπο ἀπό τά ἑξῆς ἐλαττώματα: πονηρία, σύγχυση, ταραχή, ἀργολογία, ψέμα, σκλήρυνση τῆς καρδιᾶς, ἀπογοήτευση, ἀπελπισία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, καί καύχηση γιά τά ἔργα του καί τήν ἄσκησή του. ῾Η πολυλογία φέρνει τήν ἀπώλεια ὅλων τῶν ἀρετῶν. Καταστρέφει τήν ἡσυχία. Καί ἀνοίγει τήν πύλη σέ ὅλα τά πάθη τῆς ἀτιμίας. ᾿Εκεῖνον πού ξέρει νά σιωπᾶ, οἱ δαίμονες τόν τρέμουν. Αὐτά πού συντελοῦνται στά μύχια τῆς καρδιᾶς οἱ δαίμονες δέν τά βλέπουν. Καί γι’ αὐτό δέν καταλαβαίνουν τίποτε ἀπό αὐτά, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δέν τά μαρτυροῦν ἀπό μόνοι τους. Ὅποιος ἀγαπάει τήν πολυλογία, δύσκολα θά ἀποφύγει τήν ἁμαρτία. ῎Αν ὅλα τά ἔργα τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τά βάλωμε στήν μία πλευρά τῆς ζυγαριᾶς, καί τήν σιωπή στήν ἄλλη, θά διαπιστώσωμε, ὅτι τά ἰσοφαρίζει ὅλα καί κάτι παραπάνω!
Γιά ἰδές λοιπόν,
• πόσες ἀρετές μᾶς βοηθοῦν ἡ ἐρημική ἀναχώρηση καί ἡ ἐγκράτεια γλώσσης• νά ἀποκτήσωμε• καί
• ἀπό πόσα κακά μᾶς προφυλάσσουν!
4. ᾿Αρχή, μέση καί τέλος, ρίζα καί βάση τῆς ἐρημητικῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ πολλή προσευχή. ῾Η νήψη (δηλαδή τό νά μή πέφτωμε σέ φαντασίες καί ὀνειροπολήματα, καί νά μή διασπᾶται ὁ νοῦς μας) τήν βοηθεῖ. Χωρίς αὐτήν ὁ ἄνθρωπος ρέπει στούς λογισμούς• στόν ὕπνό• στήν οκνηρία• στήν διάσπαση• στήν ἀφηρημάδα• στήν ἀπογοήτευση• στήν ψυχική ἀτονία• στό νά σπαταλάει ἄσκοπα τόν χρόνο του. Ἐκτός ἀπό αὐτήν ὅμως, χρειάζεται νά ἔχει θερμή καί ἀκλόνητη πίστη• ἐλπίδα στόν Θεό• ὑπομονή• σταθερότητα, λεβεντιά καί γενναιότητα• ἀμεριμνία γιά ὅλα• τά ἐπιτρεπτά καί τά μή ἐπιτρεπτά. Γιατί, ὅταν ὁ νοῦς ἀπασχολεῖται μέ αὐτά, εὑρίσκεται συνεχῶς σέ μέριμνα• σέ ὀνειροπόληση• σέ διάσπαση• σέ προσκόλληση. Καί ἔτσι σβήνει μέσα του ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς• ἡ γλυκύτητα τῆς προσευχῆς• ἡ ζέση τοῦ πνεύματος• ὁ ζῆλος. Καί ὁ νοῦς του, βυθισμένος σέ ἀταξία πλέον, σβήνει καί ξεχνιέται! Καί ὁ ἄνθρωπος μάταια χάνει τόν χρόνο του! Ξεχνάει τόν θάνατο. Ξεχνάει τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Λησμονεῖ τήν κόλαση.
Καί ἔτσι σβήνει καί σωματικά. Καί κοιμᾶται ἔνα ὕπνο σκοτεινό! Γιατί μόνη της ἡ ψυχή δέν ἔχει τήν δύναμη νά καταπολεμήσει τόν ὕπνο. Ναί, χωρίς τήν συνεργασία καί τήν παρόρμηση τοῦ νοῦ, δηλ. χωρίς νήψη καί χωρίς καρδιακή προσευχή, δέν μπορεῖ οὔτε ἡ ἴδια νά ξυπνήσει, οὔτε νά σηκώσει τήν σάρκα ἀπό τόν ὕπνο.
5. ῾Ο ἄνθρωπος ἤ, μέ τήν παρόρμηση τοῦ νοῦ καί τήν καρδιακή ἐργασία, ἐνισχύεται καί φθάνει σέ τελειότητα• ἤ, χωρίς αὐτές, ἐξασθενίζει καί χάνεται• ἀπό τά πάθη. Καί τότε ὑποδουλώνεται στούς δαίμονες. Γιατί σ’ ἐκεῖνον πού μένει στά «ἐκ δεξιῶν» (δηλαδή στήν καρδιακή ἐργασία), σ᾿ἐκεῖνον πού φυλάει τόν νοῦ ἀπό ρυπαρούς λογισμούς καί ἡ καρδιά του ἀγρυπνεῖ, οἱ ἅγιες δυνάμεις πᾶνε κοντά του καί τόν βοηθοῦν. Ἐνῶ ἐκεῖνον πού μένει στά «ἐξ ἀριστερῶν», τόν κυριεύουν οἱ ἐναντίες δυνάμεις.
Πολλοί ἅγιοι πατέρες ἔλεγαν:
«Αν μένεις ἥσυχος στό κελλί σου, τό κελλί σου θά σοῦ τά διδάξει ὅλα! Καί τότε θά αἰσθανθῆς μέσα σοῦ μιά παρόρμηση, μιά ἀνάφλεξη, μιά ἀνακαψίλα, πού θά σοῦ λέει, ὅτι θά πρέπει νά τά ἀφήσεις ὅλα. Καί μέ νήψη καί μέ ζῆλο, μέ ὅλη σου τήν ψυχή, μέ τόν νοῦ σου καί μέ τήν καρδιά σου, νά ἀσχοληθῆς μόνο μέ τόν Θεό. Καί, ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, νά προσπαθεῖς νά φυλᾶς τόν νοῦ σου σέ νήψη‧ ἀμετεώριστο ἀπό φαντασίες καί ἀπό λογισμούς‧ νά ἐγκρατεύεσαι στό φαΐ‧ καί νά ἀδιάλειπτα καί μέ πόθο μέ τήν προσευχή τοῦ ’Ιησοῦ. ῎Αν μάθεις, νά μένεις κάπως ἔτσι στό κελλί σου, ἡ ψυχή σου καί ἡ καρδιά σου θά γίνουν γιά τόν διάβολο σάν βελόνα, σάν καρφί, σάν κέρατο! καί ὁ νοῦς σου θά φωτισθῆ καί θά γεμίσει ζῆλο πνευματικό».
6. Δέν εἶναι «ἡσυχία» ὁ χρόνος πού κερδίζομε, ὅταν «ξεχνᾶμε» τό διακόνημά μας‧ ἤ ὅταν δέν πηγαίνωμε στήν ἀκλουθία νά σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου!
Ο ἄνθρωπος πρέπει ὅλα αὐτά νά τά κάνει, χωρίς νά ἀφήνει τόν λογισμό του νά τοῦ λέει ὅτι κάνει κάτι τό σπουδαῖο.
• Τότε, αἰσθάνεται μέσα του τήν γλύκα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
• Τότε, αἰσθάνεται πόσο γλυκειά εἶναι ἡ προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ.
• Τότε, ἀρχίζει νά ἀποφεύγει τόν κόσμο, ὅπως τόν ἀποφεύγει τό ἄγριο θηρίο.
• Τότε, καταλαβαίνει, τί ἀξία καί σημασία ἔχει ἡ ἡσυχία καί ἡ μόνωση.
• Τότε, μόνο τότε, παίρνει ὠφέλεια ἀπό τήν ἀναχώρηση καί τήν μόνωση.
Από το βιβλίο: Τα Κρίνα τοῦ Ἀγροῦ, του Αγίου Παισίου Βελιτσκοφσκι.
Ἔκδοση Ιερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης. Α’ έκδοση, Πρέβεζα 1996.
Μετάφραση:
† Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος.
• Τίτλος τοῦ πρωτοτύπου:
• Κρίνι σέλ’νιε ἤλη τσβετί πρεκράσνιε. ’Αρχιμανδρίτα Παΐσια Βελιτσκόβσκογο
• Μετάφραση ἀπό το ρωσσικό πρωτότυπο
• Ἡ μετάφραση ἔγινε ἐπί τῇ βάσει τοῦ κειμένου πού δίδει το περιοδικό: Πραβοσλάβναγια Ζίζν’ (Orthodox Life) 30, (1979)• τεύχη 350-354, σελ.3-34, 18-24, 21-28, 19-34, 23-34 ἀντιστοίχως•
