Η πνευματική ζωή του πατρός Ιωήλ Γιαννακοπούλου – Μητροπ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελετίου (Καλαμαρά).


α. Η προσευχή του.

1.Η ποιότης και η ποσότης της προσευχής μας είναι κατά κανόνα ο δείκτης, που μαρτυρεί πόσο ζωντανή είναι η ψυχή μας. Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής.

Ο π. Ιωήλ αυτό το είχε βαθειά συνειδητοποιήσει. Και επεδίωκε να προσεύχεται αδιαλείπτως. Ξέροντας όμως, ότι ένας άνθρωπος της δράσης δεν μπορεί να είναι μονοτρόπως αφιερωμένος στην προσευχή είχε κάμει τις εξής διακρίσεις.

2.Έχομε, έλεγε, τα εξής είδη προσευχής:
α. Την ενδιάτακτη. Που γίνεται στην Εκκλησία με τις ιερές ακολουθίες και στο σπίτι μπροστά στα ιερά εικονίσματα με ειδική ευλαβή στάση και γονυκλισίες.
β. Την νοερά˙ που γίνεται, ενώ ο άνθρωπος περιπατεί, εργάζεται κλπ. με την επίκληση του ελέους του Χριστού.
γ. Την πνευματική μελέτη για υποβοήθηση του έσω ανθρώπου να έχει μνήμη Θεού.
δ.Τον αγιασμό του χρόνου˙ τον επετύγχανε με την μελέτη βιβλίων και με την απασχόληση, που ήταν εκ των προτέρων βέβαιος, ότι δεν θα τον αποπροσανατόλιζαν από την προσευχή. Το τελευταίο αυτό είδος είναι για τον άνθρωπο που δεν έχει ακόμη φθάσει στα μέτρα των Πατέρων, μια ανάγκη, μια βιολογική ανάγκη.

Ολόκληρη την ημέρα του ο π. Ιωήλ την είχε κατανείμει στα τέσσαρα αυτά είδη προσευχής. Και τα έκανε και τα τέσσερα με τον απόλυτα συνεπή τρόπο που χαρακτήριζε την ζωή και την σκέψη του. Στο καθένα από αυτά αφιερωνόταν ολόψυχα˙ κατά το εφικτόν.

3.Δεν άφηνε περιθώρια αργίας, φαντασιών, και απατηλών λογισμών.

Το πρωί σηκωνόταν πριν από τις 5:00 π. μ. ολοχρονίς. Και μετά από σύντομη εωθινή προσευχή μελετούσε επί 5 ολόκληρες ώρες την αγία Γραφή ή άλλα βιβλία.

Στις 10:30 π.μ. έβγαινε να ξεκουραστή. Ανέβαινε περιπατώντας πεζός στο εκκλησάκι του. Έμενε για λίγο. Επικοινωνούσε, με όποιον τον είχε αναζητήσει. Έτρωγε το λιτό φαγητό που του είχαν ετοιμάσει βοηθώντας τον στην αμεριμνία. Και στην 1:30 μ.μ. ξαναδιάνυε τον ίδιο δρόμο (20-30 λεπτά) και ξαναγύριζε στο σπίτι του.

Στο σπίτι από 14:00-17:00 εδιάβαζε για αγιασμό του χρόνου, ενώ εφρόντιζε να ξεκουραστή σωματικά.

Στις 17:00 ξεκινούσε πάλι για το εκκλησάκι. Τελούσε τον εσπερινό και άρχιζε την εξομολόγηση ή την πνευματική συνομιλία με τα πνευματικά του τέκνα μέχρι τις 21:00 ή και περισσότερο.

Και γύριζε πάλι πεζός στο κατάλυμά του, για να φάγει ένα λιτό δείπνο και να κοιμηθεί.

4.Είχε συνδυάσει τα πάντα με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Είχε κάμει τα πάντα προσευχή.
Μα δεν άφησε ποτέ να αλωθή από πνεύμα κενόδοξης αυταρέσκειας. Συνεπής στον αυτοέλεγχο και στην επαγρύπνηση επάνω στα πάθη, στα κινήματα του παλαιού ανθρώπου, έβλεπε πόσο ολισθηρό ήταν το έδαφος επάνω στο οποίο πατούσε. Και ξέροντας, πόσο εύκολα ο άνθρωπος κατρακυλάει, όσο ψηλά κι αν έχει φθάσει, στέναζε με ταπείνωση και έλεγε:
-Κράτα με, Χριστέ μου, μη Σου φύγω.

Φοβόταν πιο πολύ τον «εφτάψυχο» (=που όλο πεθαίνει και όλο ξαναανασταίνεται!) παλαιό άνθρωπο, από ό,τι τον διάβολο!

β. Η νηστεία του.

1.Ο π. Ιωήλ έλεγε:
-Η νηστεία, και γενικώτερα η άσκηση, είναι η πιο αδιαμφισβήτητη παράδοση της Εκκλησίας˙ είναι η μεγαλύτερη και ιερώτερη παράδοση της Εκκλησίας. Αν σύμφωνα με το πνευματικό αξίωμα του αγίου Βικεντίου, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση ανήκει και εντάσσεται «ό,τι πάντοτε, πανταχού και υπό πάντων επιτεύθη» τότε η πιο σταθερή παράδοση της Εκκλησίας είναι η νηστεία. Την κηρύττουν ομόφωνα, ακόμη και εκείνοι οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, που διαφωνούν με την Εκκλησία στα δόγματα.

2. Με τέτοια τοποθέτηση εσωτερική έναντι της νηστείας, καταλαβαίνει κανείς, πόσο λυπόταν που δεν του επετρέπετο πια να το ρίξει σε ασκητικά κατορθώματα. Και γι’ αυτό από καιρό σε καιρό του ξέφευγαν τα λόγια για «ασκητικές ανακαψίλες». Ο πόθος της άσκησης έβραζε μέσα του. Μα ο Ιωήλ ήταν άνθρωπος, στον οποίο το συναίσθημα υποχωρούσε και υπετάσσετο στον λόγο, όσο δυνατό και αν ήταν. Και έτσι η τοποθέτησή του θεωρητική και πρακτική έναντι της νηστείας ήταν σε μια εντελώς λογική αρμονία.

3.Εδόξαζε τον Θεό, που έγινε τόσο καλά, ώστε να μπορεί να νηστεύει στον τύπο τόσο, ώστε να μη σκανδαλίζει κανένα.

-Ποιός θα με επίστευε, ότι τρώω, επειδή είμαι άρρωστος; Κανείς! Η αρρώστια μου θα ήταν ένα γενικό σκάνδαλο, που δεν ξέρω, αν θα το άντεχα. Δόξα τω Θεώ, τώρα δεν κάνω τίποτε, αλλά και δεν σκανδαλίζω κανένα.

Τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Λόγω ασθενείς κατέλυε κρέας. Δεν έκανε ποτέ ενάτη. Ούτε ξηροφαγία. Κατά την Σαρακοστή δεν ενήστευε τις πέντε ημέρες το λάδι.

Όμως: δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να φάγει φαγητό από δεύτερο πιάτο ή να τσιμπολογάει στα μεσοδιαστήματα «σαν τις κότες»! Το φαγητό του ήταν πάντοτε μεσημέρι και βράδυ. Λιτό, απλό, ένα πιάτο. Και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή βράδυ ένα τσάι μόνο με λίγο ψωμί.

Δεν έβαζε ποτέ στο στόμα του καραμέλλα. Την εθεωρούσε απλά: Σύμβολο της φιληδονίας!

-Ιερομόναχος, παιδί μου, και να βάζει καραμέλλα στο στόμα του! (Έλεγε με έκπληξη για κάποιον) και πώς μετά θα νικήσει τον δαίμονα της φιληδονίας;

4.Αυτά φρονούσε. Αυτά έκανε. Και έλεγε.
-Δεν κάνω τίποτε. Με εταπείνωσε ο Κύριος. Ίσως να έκανα, όσα ήθελα, να έπεφτα σε κενοδοξία και σε έπαρση! Ας έχει δόξα ο Κύριος!

γ. Η μελέτη του.

1.Χωρίς προσευχή και χωρίς μελέτη του λόγου του Θεού πνευματική ΔΕΝ γίνεται. «Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος Σου, Κύριε˙ και φως ταις τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105). «Η δήλωσις των λόγων Σου φωτιεί και συνετιεί νηπίους» (Ψαλμ. 118,130).

Ο π. Ιωήλ αγαπούσε πολύ την αγία Γραφή και γενικά την πνευματική μελέτη. Η μελέτη του, σχεδόν στο σύνολό της, ήτο μελέτη των αγίων Γραφών. Και εκφράζοντας το πνεύμα, με το οποίο την εμελετούσε, έλεγε:

-Να διαβάζετε κάθε ημέρα την αγία Γραφή, για να παίρνετε δύναμη και να στερεώνεσθε στην πίστη. Εγώ τρέφομαι με την μελέτη της Γραφής. Μου αρέσουν όλα, όσα λέγει. Ιδιαίτερα με θέλγει το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον. Και πάνω από όλα τα λόγια του Κυρίου μας: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (Ιω. 11,25).

Και πρόσθετε:
-Τί τα θέλετε, παιδιά μου! Τα λόγια αυτά του Κυρίου είναι η μοναδική μαρτυρία που έχω μέσα μου. Αυτή είναι το ψητό! Όλες οι άλλες, σε σχέση με αυτήν, δεν είναι παρά η σαλάτα!

Αδιάψευστη μαρτυρία, για το πόσο αγαπούσε την αγία Γραφή, τα βιβλία του ερμηνείες της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης.

2. Παράλληλα ο π. Ιωήλ μελετούσε τα βιβλία των αγίων Πατέρων. Είχε κυριολεκτικά φάει με εξώφυλλα τα άπαντα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (έκδοσις J. Bareille)˙ και πολλά άλλα.

Αναζητούσε εκείνα, που ερμηνεύουν τις άγιες Γραφές κατά τρόπον αυθεντικό: Θεοδώρητος, Χρυσόστομος, Κύριλλος, Θεοφύλακτος, κ.α. Για τον ίδιο λόγο εύρισκε ανάπαυση και στα βιβλία του Fillion, La Sainte Bible commentee, vol. 8, Paris 1925, το A Catholic Commentary και άλλα πολλά που τα σημειώνει στις αναγραφές της βιβλιογραφίας του στα έργα του.

Ακόμη ο π. Ιωήλ εμελέτησε πολύ για λόγους καθαρά πνευματικούς, τα έργα των φιλοσόφων Blaise Pascal Soren και Kirkegaard, των οποίων οι σκέψεις (απολογητικές, του πρώτου˙ και πνευματικές – ασκητικές, του δευτέρου, ιδίως περί πόνου) τον εγοήτευαν.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί, ότι ο π. Ιωήλ στα τέλη της ζωής του, (από ηλικίας 57 ετών!) άρχισε να διαβάζει και εβραϊκά. Το εθεωρούσε απαράδεκτο, να εκδίδει την Παλαιά Διαθήκη, χωρίς να μπορεί να κατανοεί το εβραϊκό πρωτότυπο˙ χωρίς να ελέγχει την ορθότητα των απόψεών του. Μελετώντας με τον συνήθη του τρόπο, μετά τα πρώτα στοιχεία της εβραϊκής, στα οποία τον καθοδήγησε ο γράφων, έφθασε στο σημείο, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, να μελετά και να κατανοεί σωστά το εβραϊκό πρωτότυπο κείμενο!

3. Ποτέ δεν διάβαζε εφημερίδες! Την απασχόληση με εφημερίδες και περιοδικά και μικρομελετούλες, την θεωρούσε πνευματικό αλκοολίκι. Δεν έρριχνε ούτε καν ματιά στις λεγόμενες επιφυλλίδες, που θεωρούνται τα σοβαρότερα κείμενα των εφημερίδων. Για διεύρυνση των γνώσεών του μελετούσε τις πιο αυθεντικές επί των διαφόρων θεμάτων μελέτες των εγκυροτέρων ειδικών επιστημόνων. Τέτοιες μελέτες, είχε διαβάσει εκατοντάδες! Και τις διάβαζε με τέτοια προσοχή, σαν να επρόκειτο να δώσει εξετάσεις!

Το αποτέλεσμα του τρόπου της μελέτης του ήταν μια ευρύτατη μόρφωση με αυθεντικές στο κάθε θέμα θέσεις. Η μόρφωσή του αυτή τον επέβαλλε. Τον καθιστούσε σε όλους τους κύκλους σεβαστό. Και έχαιρε γι’ αυτό. Γιατί είχε βαθειά την συναίσθηση, ότι είχε χρέος να κηρύττει και στους μορφωμένους τον Χριστό, μιλώντας στην γλώσσα τους και με τα επιχειρήματά τους. Ήταν μια φυσιογνωμία πρωτοπορειακή. Και συνεπής στον εαυτό του συμβούλευε:

-Μην τσιμπολογάτε σαν τις κότες! Μην αφήνεσθε να ασχολείσθε με εφημερίδες, περιοδικά και ψευτομελετούλες. Μελετάτε όσο μπορείτε πιο συστηματικά.

δ. Η μνήμη του θανάτου.

1. «Μνήσθητι τα έσχατά σου, καταφθοράν και θάνατον» (Σοφ. Σειράχ 28,6). Τα λόγια αυτά του αγίου Πνεύματος, η πατερική σοφία τα έχει κάμει βασικό σύνθημα της πνευματικής ζωής. Μνήμη Θεού και μνήμη θανάτου περίπου συμπορεύονται. Η μία οδηγεί στην άλλη.

Ο αείμνηστος π. Ιωήλ δεν περίμενε, η μνήμη θανάτου να φυτρώσει μόνη της στην ψυχή του, όπως φυτρώνουν τα μούσκλα (=μικρά φυτά) επάνω στους βράχους!
-Την μνήμη θανάτου πρέπει να φροντίσωμε να την αποκτήσωμε! Με δικές μας θετικές ενέργειες. Μπορείς να μάθεις γράμματα, αν δεν πας στο σχολείο και σε δάσκαλο; Να πηγαίνετε και σεις στο σχολείο της μνήμης του θανάτου! Και να τους ακούτε τους δασκάλους σας!

Σχολείο ονόμαζε το κοιμητήριο. Και δασκάλους τους πεθαμένους.

2. Και πράγματι ο π. Ιωήλ, ενώ όλα τα άλλα σχολεία τα είχε αφήσει πια, στο σχολείο της μνήμης του θανάτου επήγαινε αδιάκοπα και προγραμματισμένα. Δύο φορές την εβδομάδα. Και το γύριζε από την μια άκρη στην άλλη. Στεκόταν μπροστά στους τάφους των ενδόξων της γης˙ των σοφών˙ των πλουσίων˙ εκείνων που εφαντάσθηκαν ότι θα την «εχόρταιναν» την ζωή τους˙ των νέων˙ των μικρών παιδιών. Και μπροστά σε όλους αυτούς τους τάφους αναμόχλευε μέσα του τις σκέψεις και τα συναισθήματα του οσίου Σισώη του Μεγάλου μπροστά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

3. Είναι αυτονόητο με τέτοια συνεχή «επιμόρφωση», η μνήμη του θανάτου έμενε πια ανεξίτηλη μέσα του. Και γι’ αυτό ευκαίρως – ακαίρως το ξεπέταγε:
-Τι τα θέλετε, παιδιά μου! Εγώ για ένα παρακαλώ τον Κύριο: να με ελεήσει και να με πάρει κοντά Του.

4. Και φυσικά τις σκέψεις του αυτές δεν τις κρατούσε μόνο για τον εαυτό του. Είναι αξιομνημόνευτη η συνομιλία του με την αοίδιμη δούλη του Θεού Αθηνά Κατσανού, αδελφή του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ του Βελανιδιώτου και συγγενή του οσίως βιώσαντος δούλου του Θεού Κωνσταντίνου Δουκάκη, (μεγαλοσχήμου Μοναχού Κορνηλίου), του εκδότου του «Μεγάλου Συναξαριστού» της Ορθοδόξου Εκκλησίας, του οποίου την έκδοση συνέχισε ο μοναχός Βίκτωρ Ματθαίου.

Η μακαρία αυτή γυναίκα παρ’ ότι έγγαμος από ηλικία 19 ετών δεν έτρωγε ποτέ κρέας˙ ενήστευε ολοχρονίς Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή το λάδι˙ κάθε Παρασκευή έτρωγε μόνο μία φέτα ψωμί με προσφάι ένα λουκούμι˙ δεν έλειπε ποτέ από εσπερινό και όρθρο˙ και προσευχόταν αδιαλείπτως. Και υπέργηρη πια, σε ηλικία 105 ετών, εσυνέχιζε την ίδια πολιτεία!

Την συνάντησε ο π. Ιωήλ, ενώ κυριολεκτικά κάτω από το βάρος της ηλικίας της σερνόταν προς τον Ι. Ναό Αγίου Ιωάννου, όπου εφημέρευε ο αοίδιμος αρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Μιχαηλίδης, να παρακολουθήσει τον εσπερινό. Και αρχίζει ο διάλογος˙

-Έ κυρά Αθηνά, εδώ είσαι ακόμη;
-Τι να κάμω, πάτερ Ιωήλ, δεν τραβάνε τα έρημα. Κουράστηκαν και αυτά. Έως πότε!
-Τί κάθεσαι εδώ, ευλογημένη; Ξέρεις τί χάνεις;

Απάντησε η πανέξυπνη γερόντισσα ασκήτρια:
-Και τί να κάμω, πάτερ; Δόξα νάχει δεν με παίρνει! Φαίνεται, βλέπει επάνω μου αμαρτίες πολλές ακόμη! Και μου δίνει προθεσμία να μετανοήσω! Μετανοώ θα σωθώ;
-Άφησέ τα αυτά, ευλογημένη! Ξέρεις τί χάνεις; Γρήγορα! Αν το είχες βάλει στην καρδιά σου, δεν θα σε χώραγε ο κόσμος!
-Και τί να κάμω, πάτερ; Δεν με παίρνει, βλέπεις! Να αυτοκτονήσω; Τότε δεν θα με δεχθή καθόλου! Τί να κάμω;
-Δόξα νάχεις, Κύριε! Αυτή, η αγία γυναίκα˙ στοίχειωσε στον κόσμο! Δόξα στην φιλανθρωπία Σου! Άγια τα κρίματά Σου!

Η μνήμη του θανάτου στον π. Ιωήλ, συνδυασμένη με την ήρεμη ενατένιση της δόξης της Βασιλείας του Θεού και των αιωνίων αγαθών, ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Ζούσε με τη μνήμη των εσχάτων. Και τα έβλεπε με την αληθινή πίστη, που είναι ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων.

5. Σαν συμπλήρωμα των ως άνω περί μνήμης θανάτου, παραθέτομε και απόσπασμα από μια επιστολή του, με την οποία απαντάει σε σχετικές απορίες, προσφέροντας λύσεις με μοναδικό βάθος και σπάνια σοφία.

-Μου γράφεις, ότι ανησυχείς για τον θάνατο και την ματαιότητα.
Όταν βεβαίως λέγεις θάνατον, εννοείς το τέλος της ματαιότητος. Έχεις δίκιο να ανησυχείς, όταν βλέπεις τα μέχρι του θανάτου μάταια, καθημερινώς να πεθαίνουν˙ και τον θάνατον, σαν τελική σφραγίδα της ματαιότητος των εγκοσμίων. Ναι, η ανησυχία σου είναι πολύ δικαιολογημένη, όταν βλέπεις αυτά τα δύο, θάνατο και ματαιότητα, με το βλέμμα του φιλοσόφου, ή του φιλολόγου, όχι όμως και του Χριστιανού. Ο Χριστιανός, αν και έχει τα ίδια μάτια με τους άλλους, έχει όμως διαφορετική προοπτική. Γι’ αυτόν, η ματαιότης είναι ένα κίνητρο˙ ένα ξύπνημα˙ όχι για μαρασμό˙ αλλά για μια άλλη ζωή. Η ματαιότητα των εγκοσμίων μας βοηθεί να μη προσκολούμαστε στην ζωήν αυτή˙ όχι να αρνηθούμε κάθε ζωή. Ο θάνατος, το τέλος της παρούσης ζωής, είναι τον Χριστιανό η θύρα της αιωνιότητος. Και έτσι, όσο πλησιάζομε στον θάνατο, τόσο εγγίζομε στην αιωνιότητα. Επομένως, τα δύο αυτά σημεία, θάνατος και ματαιότητα, όχι μόνον δεν πρέπει να μας μαραζώνουν, αλλά αντίθετα πρέπει και να μας δίδουν ανάταση. Αυτά τα ξεύρεις από καιρό.
Αλλά και μία υπόμνηση δεν είναι νομίζω άσκοπη!…

-Μου γράφεις ότι: Αφού ο θάνατος έρχεται, τί τις θέλεις τις σπουδές;
Έχεις μεγάλο δίκιο και σ’ αυτό. Γι’ αυτό θα φροντίσωμε, να κάμωμε τις σπουδές μας αθάνατες. Και θα γίνουν οι σπουδές μας αθάνατες, όταν συνδεθούν με τον αθάνατο και γλυκύτατο Ιησού. Η φιλολογία έχει να ασχοληθή, με πολλά θέματα, γύρω από την γλυκειά μορφή του Ιησού. Ας φροντίσωμε, οι σπουδές μας να μην είναι ανεδαφικές, ρηχές, λεξιλογικές, στεγνές, βιβλιογραφικές˙ γνώσεις χωρίς έρμα˙ έρμαια του κενού και των ανέμων. Ας καρφιτσωθούν, ας κρεμασθούν, ας καρφωθούν, εκεί που εκαρφώθηκε Εκείνος, ο Εσταυρωμένος θριαμβευτής. Και τότε, οι γνώσεις αυτές δεν θα φθάνουν μόνο μέχρι τον τάφο˙ αλλά και πέραν του τάφου˙ κοντά στον θρόνο του Αιωνίου˙ αφού και αυτές με τον εμβολισμό της αιωνιότητος θα έχουν γίνει αθάνατες.

-Μου γράφεις, ότι πρέπει να δώσουμε απάντηση στηριγμένη στην λογική και να μη τα φορτώνωμε όλα στην πλάτη του Σατανά.
Έχεις και σ’ αυτό δίκιο! Δεν πρέπει να τα φορτώνουμε όλα σ’ εκείνον˙ διότι αυτό είναι κομμάτι οκνηρία δική μας, που δεν θέλομε να σκεφθούμε, ώστε να εντάξωμε τις απορίες μας σ’ ένα ειρμό λογικό και όχι στην πλάτη του Σατανά, που ευχαρίστως τα δέχεται αυτά τα φορτώματα, όχι μόνον τα ιδεολογικά, που του βάνομε στην πλάτη του, αλλά και τις αμαρτίες μας που και αυτές του τις φορτώνωμε, για να δικαιολογήσωμε την ιδική μας θεωρητική και πρακτική οκνηρία. Και του αρέσει, να του φορτώνωμε αυτούς τους συλλογισμούς, που είναι απότοκοι οκνηρίας μας, γιατί έτσι βρίσκει αφορμή, να μας λέγει, ότι η Χριστιανική πίστη δεν έχει ιδεολογική βάση και επομένως δεν είναι για τον άνθρωπον.

6. Θα μπορούσε να ειπή κανείς άνετα και άφοβα, ότι σπάνια άνθρωποι, και άγιοι ακόμη, εκαλλιέργησαν τόσο βαθειά την μνήμη του θανάτου, όσο ο π. Ιωήλ.

Έκαμε την ζωή του ολόκληρη μελέτη θανάτου. Και τον θάνατο, καθημερινό του εντρύφημα και συνεχές θέμα συζήτησης.

Και το παράξενο. Πάντοτε με ειρήνη. Πάντοτε ακτινοβολώντας ολόκληρος από χαρά. Ποτέ με ταραχή. Ποτέ με αγωνία. Γιατί; Απλούστατα. Γιατί πίστευε στον Χριστό. Γιατί πίστευε στον Χριστό σωστά˙ φωτισμένα. Και εκφράζοντας αυτήν την μακαρία κατάστασή του έλεγε:

-Όποιος δεν έχει χαρά, δεν έχει Χριστό. Ο Χριστός έφερε στον κόσμο χαρά. Όποιος δεν έχει χαρά, δεν έχει Χριστό, δεν έχει καταλάβει τον Χριστό. Εγώ έχω τόση χαρά, που περιπατώ και αισθάνομαι σαν να μη πατώ στην γη! Είπε ο Κύριος! «Πάλιν όψομαι υμάς˙ και χαρήσεται ημών η καρδιά˙ και την χαράν υμών, ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιω. 16,22).

Δηλαδή: «Θα σας ιδώ και πάλι. Μετά την ανάστασή Μου. Και τότε η καρδιά σας θα γεμίσει χαρά. Και αυτήν την χαρά σας δεν θα μπορέσει πια να σας την πάρει κανείς».

Ασφαλώς ο π. Ιωήλ είχε ιδεί την δόξα της αναστάσεως του Κυρίου μας. Άραγε μόνο, όπως την περιγράφει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος στον λόγο του 42, ή και κάπως αλλιώς;

ε. Η τοποθέτησή του έναντι των αξιωμάτων.

1. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του π. Ιωήλ ήταν, ότι δεν επέτρεπε στον εαυτό του να έχει ιδέες ανεξέλεγκτες και τοποθετήσεις μη πνευματικές. Πολλές φορές υπενθύμιζε τα λόγια του Ξενοφώντος: «Λίθοι τε και ξύλα και πλίνθοι και κέραμοι, ατάκτως ερριμμένα, ουδέν χρήσιμά εστίν», ενώ αντίθετα – πρόσθετε με έμφαση και επεξηγούσε – ευτάκτως τοποθετημένα, αποτελούν ένα ωραιότατο σπίτι!

2. Ο Ιωήλ ήταν ένας άνθρωπος κατ’ εξοχήν αγιογραφικός. Ακόμη και η τελευταία λέξη των αγίων Γραφών ήταν γι’ αυτόν κανόνας σκέψης και ζωής. Και ρύθμιζε τις απόψεις και τις τοποθετήσεις του. Πώς ήταν δυνατό ποτέ, να μην είχε απόλυτα κατανοήσει τα λόγια του Κυρίου: Ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι. Ο θέλων πρώτος είναι έστω πάντων διάκονος. Και το «και γαρ ο Χριστός ουχ εαυτόν εδόξασε γεννηθήναι αρχιερέα».

Αναζητείς τιμή και ανταμοιβή, για ό,τι κάνεις στην Εκκλησία; Απέχεις τον μισθόν σου! Υπηρέτησες εύορκα και δεν σε αντάμειψαν οι άνθρωποι; Έχεις λαμβάνειν˙ και θα λάβεις από τον Θεό! Όχι μόνο δεν σε αντάμειψαν, αλλά και σε ωνείδίσαν και σε εδίωξαν και σε ύβρισαν; Χαίρε, ο μισθός σου θα είναι πολύς στον ουρανό. Αυτά επίστευε. Αυτά εφρονούσε. Σ’ αυτά ετέρπετο.

3. Όμως οι άνθρωποι είχαν άλλη γνώμη. Πιστεύουν ότι η αξία και το αξίωμα πάνε μαζί. Τουλάχιστον, πρέπει να πηγαίνουν μαζί. Και γι’ αυτό θέλουν να μη μένουν στο «περιθώριο». Και τον επιλάτευαν με τις ερωτήσεις τους.

-Πότε, πάτερ Ιωήλ, θα γίνεις και συ Δεσπότης; Γιατί δεν σε κάνουν και σένα Δεσπότη; Γιατί τάχα δεν έχεις συ αξία; Και μάλιστα μεγαλύτερη από άλλους;

Απαντούσε ο Ιωήλ διδάσκοντας:
-Ακούτε να σας ειπώ. Στον κόσμο έχομε ανθρώπους με αξία και ανθρώπους χωρίς αξία. Εκείνοι που έχουν αξία, όπου και αν τύχουν, όπου και αν βρεθούν γίνονται σεβαστοί και αγαπητοί. Η αξία τους, θέλοντας και μη τους φέρνει στην επιφάνεια, στο προσκήνιο. Βγαίνουν στην επιφάνεια με την αξία τους. Αντίθετα, εκείνοι που δεν έχουν αξία βουλιάζουν μέσα στο νερό της κοινωνίας σαν βαρίδι και πάνε στον πάτο. Αυτοί λοιπόν, επειδή ο εγωισμός δεν λείπει από κανέναν, άμα δεν ξέρει να τον νικάει, μη έχοντας αξία για να βγουν στην επιφάνεια από μόνοι τους, ζητούν με μανία τα αξιώματα. Το αξίωμα γι’ αυτούς είναι ένας φελλός. Που όσο πιο μεγάλος είναι, τόσο πιο πολύ υπάρχει ελπίδα, ότι θα μπορέσει να βγάλει στην επιφάνεια το βαρίδι, που από μόνο του στον πάτο μπορεί να βρίσκεται. Και εδώ ευρίσκεται η αιτία της μανιακής από μερικούς αναζήτησης μεγάλων αξιωμάτων. Βλέπετε λοιπόν; Άλλο αξία, άλλο αξίωμα! Τώρα λοιπόν, τί μου λέτε σεις; Αν έχω αξία, μη φοβάσθε, δεν θα πάω στον πάτο χωρίς αξίωμα!
Και αν δεν έχω, επιτρέπεται – ξεχνώντας τι μου ανήκει – να αναζητώ αξιώματα, που κατ’ αξίαν ανήκουν σε άλλους;

-Μα εσύ είσαι πιο άξιος από όλους.
-Εγώ θα το ειπώ αυτό; Ο Χριστός ήταν πιο άξιος από εμένα – ή όχι; – και όμως ουχ εαυτόν εδόξασεν γενηθήναι αρχιερέα…
-Μα συ πρέπει, να γίνεις!
-Δεν μου λείπει. Δεν το ποθώ. Δεν το αναζητώ. Ο Χριστός μας εδίδαξε, ότι η αγωνία μας δεν πρέπει να είναι, πως θα αποκτήσωμε αξιώματα, αλλά πως θα βρούμε τρόπο να υπηρετήσωμε το θέλημά Του. Εγώ την έχω εύρει την δουλειά μου. Έχω εκκλησιαστικό διακόνημα. Έχω έργο. Το πρόβλημά μου είναι ένα και μόνο. Εκτελώ το έργο μου καλά και ευάρεστα ενώπιον του Κυρίου; Και μη ξεχνάτε ότι η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη μόνο από καλούς στρατηγούς. Έχει ανάγκη και από καλούς στρατιώτες. Είμαι; Μου είναι αρκετό. Είμαι χορτάτος. Δεν πεινάω. Ούτε διψάω.

4. Αυτή ήταν η τοποθέτησή του έναντι των αξιωμάτων. Ήρεμη, φωτισμένη, θετική. Όχι αρνητική. Ούτε κομπλεξική. Απλά: ήταν πνευματική.

στ. Αναζωπυρείν το χάρισμα.

Είπε σε ένα πνευματικό του τέκνο ο π. Ιωήλ:
-Όταν θα πλησιάσει το τέλος μου και εγώ δεν θα μπορώ πια να διαβάζω, θέλω να έρχεσαι να μου διαβάζεις από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο το κεφ. 17,1-26. Μου αρέσει τόσο! Γεμίζει την ψυχή μου! Θα μου δίνει μεγάλη ανάπαυση, παρηγορία και χαρά!

Παραθέτομε το ιερό κείμενο, γιατί μας βοηθεί να καταλάβωμε, τι πλούτο ψυχής έκρυβε μέσα του ο αοίδιμος γέροντας, που δεν έπαυε να αναζωπυρεί μέσα του την σημασία της αποστολής του υπό το πρίσμα της αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας.

1Αυτά είπε ο Ιησούς˙ και μετά εσήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό˙ και είπε:
-Πατέρα, ήλθε η ώρα˙ Δόξασε τον Υιό Σου, για να μπορέσει και ο Υιός Σου να δοξάσει Εσένα˙ 2όπως Συ έδωκες σ’ Αυτόν εξουσία επάνω σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και Αυτός να δώσει σ’ αυτούς αυτό που Συ έδωκες σ’ Αυτόν, δηλαδή ζωή αιώνιο! 3Και αιώνια ζωή είναι αυτό: να γνωρίσουν Εσένα τον μόνον αληθινό Θεό και Εκείνον που Συ τους έστειλες˙ τον Ιησούν Χριστόν. 4Εγώ Σε εδόξασα στην γη˙ το έργο που Μου ανέθεσες να κάμω, το έφερα σε πέρας!
6Εφανέρωσα το Όνομά Σου στους ανθρώπους, που Συ τους επήρες από τον κόσμο και τους έδωκες σε Μένα. Δικοί Σου ήσαν˙ και Συ τους έδωκες σε Μένα. Εγώ, τα λόγια που Μου έδωκες Συ, τα παρέδωκα σ’ αυτούς˙ και αυτοί τα παρέλαβαν˙ 9Εγώ τώρα Σε παρακαλώ γι’ αυτούς. Ναι, τώρα δεν Σε παρακαλώ για τον κόσμο όλο, αλλά μόνο γι’ αυτούς που Μου έδωκες˙ γιατί αυτοί είναι δικοί Σου.
-Πατέρα Μου άγιε, φύλαξέ τους με την δύναμη του Ονόματός Σου, που το έδωκες και σε Μένα˙ κάμε να είναι και αυτοί ένα, όπως είμαστε Εμείς. 14Εγώ τους έδωκα τον λόγο Σου. Αλλά ο κόσμος τους εμίσησε: επειδή, όπως Εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου, έτσι και αυτοί, από όταν εδέχθηκαν τον λόγο Σου, δεν είναι πια εκ του κόσμου. 15Δεν Σε παρακαλώ, να τους βγάλεις από τον κόσμο˙ αλλά να τους προφυλάξεις από τις πλάνες του πονηρού.
-17Αγίασέ τους και αφιέρωσέ τους να υπηρετούν την αλήθειά Σου˙ γιατί μία είναι η αλήθεια: ο λόγος Σου. 18Όπως συ έστειλες Εμένα στον κόσμο, έτσι και Εγώ έστειλα αυτούς στον κόσμο. 20Όμως δεν Σε παρακαλώ μόνον γι’ αυτούς, αλλά και για όλους εκείνους που θα πιστεύσουν σε μένα με το λόγο τους˙ 21και Σου ζητώ, να είναι όλοι ένα˙ όπως Συ, Πατέρα, είσαι ένα με Μένα και Εγώ ένα με Σένα˙ έτσι και αυτοί να είναι ένα με Εμάς˙ γιατί μόνο τότε θα το πιστεύσει ο κόσμος, ότι Συ Με έστειλες. 22Εγώ τους έδωκα την δόξα που Συ Μου έδωκες, για να μπορέσουν να γίνουν ένα με Εμάς, όπως και Εμείς είμαστε Ένα.
-24Πατέρα, αυτούς που Μου έδωκες, τους θέλω να είναι και αυτοί εκεί που θα είμαι και Εγώ, να βλέπουν την δόξα Μου, την δόξα που Συ Μου έδωκες.
(Ευαγγέλιον κατά Ιωάννην
μετ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου
Πρέβεζα 1993 σελ. 96-99).

Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.

Δημοσιεύθηκε στην Άρθρα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Μελέτες - εργασίες - βιβλία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.