Εισαγωγή.
1.Ο αοίδιμος π. Ιωήλ ζούσε πάντοτε με συντροφιά του τον λόγο του Θεού. Και είχε πάντοτε τον λόγο του Θεού στον νου και στην καρδιά του. Γι’ αυτόν, η κάθε λέξη της αγίας Γραφής, το κάθε της παράγγελμα, όσο και αν άλλοι το αξιολογούσαν αρνητικά, έπρεπε να γίνει φρόνημα και βίωμά του.
-Όλα όσα έχομε – έλεγε -, είναι χαρίσματα του Θεού. «Τι έχεις, ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι, ως μη λαβών» (Α’ Κορ. 4,7). «Τα πάντα εκ του Θεού» (Α’ Κορ. 11, 12).
2. Αλλά και ποτέ δεν άφησε τον εαυτό του να δείξει τα χαρίσματά του. Ζούσε και εκήρυττε την απλότητα, την ταπείνωση, την αφάνεια. Και δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του, να δείξει ή να μιλήσει για τάχα χαρίσματά του, για εκείνα που θα έκαναν τον κόσμο να χαζεύει, αλλά και περιέκρυβεν εαυτόν. Συστηματικά και ηθελημένα.
Όσο όμως και αν περιέκρυβεν εαυτόν, έρχονταν στιγμές, που η χάρις του Παναγίου Πνεύματος, που ενοικούσε μέσα του, γινόταν αισθητή.
3. Έτσι οι άνθρωποι του στενωτέρου περιβάλλοντός του επήραν μια γεύση από τα χαρίσματά του. Ας ιδούμε και εμείς μερικές πτυχές τους.
α. Το προορατικό χάρισμα.
1. Γράφει ο παιδικός του φίλος δικηγόρος Γεώργιος Κατσιμαγκλής:
Λίγο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή βρέθηκα στο λιμάνι του Πειραιά. Και ξαφνικά, βλέπω έκπληκτος τον Φώτη να κατεβαίνει από ένα πλοίο. Αγκαλιαστήκαμε με δάκρυα και πόνο. Μου λέγει ο Φώτης:
-Οι αξιωματικοί μου, ο νέος αρχιστράτηγος και ο αδελφός μου ο Θανάσης αιχμαλωτίσθηκαν!…
-Έτσι ήταν το θέλημα του Θεού!
-Μη πικραίνεσαι! Θα σωθούν! Θα μετανοήσουν! Και θα γυρίσουν καλύτεροι!
Και πράγματι, όλοι αυτοί γύρισαν στην πατρίδα σώοι. Όπως το προείπε ο νεαρός τότε Φώτης. Και ο αδελφός του έγινε αργότερα στρατηγός και υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Β’.
2. Κάποτε ένας μιλούσε μπροστά στον π. Ιωήλ με θαυμασμό για το κομμουνιστικό καθεστώς στην Ρωσσία και στις άλλες χώρες του ανατολικού μπλοκ. Το χαρακτήριζε «ρωμαλέο», «άτρωτο», «μοναδικό στην ιστορία». Ο κομμουνισμός ήταν τότε (1950 -1955) στις δόξες του.
Δεν κρατήθηκε ο π. Ιωήλ και είπε:
-Να μου το θυμηθής! Και θα το ιδείς. Ο κομμουνισμός σε όλα αυτά τα κράτη θα πέσει αδόξως! Θα καταρρεύσει, όπως κατέρρευσε και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γιατί τα έβαλε με τον Χριστό.
Τα λόγια του αυτά εφάνηκαν τότε αστεία. Χαζοπαπαδόλογα! Και όμως ήσαν αληθινά. Το 1989 -1990 τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν αδόξως.
3. Κάποτε, μεγάλος πια στα χρόνια ο π. Ιωήλ αλλά υγιέστατος ακόμη, επισκέφθηκε τον ιερέα Δημήτριο Χρυσούλη, που είχε σε τελευταίο στάδιο καρδιακά προβλήματα – από εικοσαετίας περίπου τότε – και ο θάνατός του αναμενόταν ανά πάσαν στιγμήν. Τον ευρήκε εξαντλημένο στο κρεβάτι, σε άθλια κατάσταση.
-Φεύγω! Ψιθύρισε ο π. Δημήτριος.
Του απάντησε ήρεμα και απόλυτα σοβαρά ο π. Ιωήλ.
-Μη φοβάσαι, ρε! Εμένα, συ θα με διαβάσεις!
Και έγινε. Ο π. Δημήτριος ήταν στην κηδεία του. Και τον εδιάβασε.
β. Το χάρισμα της ταπεινώσεως.
1. Ένας άγιος λέγει: Αληθινά ταπεινόφρων είναι, όχι εκείνος, που δεν υπερηφανεύεται, γιατί δεν έχει τίποτε, που να του επιτρέπει να υπερηφανευθή, αλλά εκείνος που ενώ έχει πολλά και μεγάλα έργα και χαρίσματα, που θα του επέτρεπαν άριστα να επαρθή, όχι μόνο δεν επαίρεται, αλλά και τα έχει στον λογισμό του σαν μια χούφτα χώμα. Ει τις διακονεί, ως έργον Θεού!
Ο π. Ιωήλ το είχε βάλει βαθειά μέσα του, ότι έπρεπε να είχε πεθάνει από την φυματίωση σε ηλικία 25 ετών το αργότερο! Ζούσε όχι από δική του δύναμη. Και γι’ αυτό ζούσε ουχ εαυτώ˙ όχι για τον εαυτό του. Και δούλευε όχι για τον εαυτό του. Αλλά για Εκείνον που τον διατηρούσε στην ζωή κατά το άπειρο έλεός Του˙ και του είχε ορίσει το έργο και το σιτομέτριό του. Η υπερηφάνεια και η προβολή, του ήταν μισητά. Τα μισούσε, όπως ο διάβολος μισεί το λιβάνι.
2. Μια παλαιότερη εποχή ο μοναχικός βίος είχε εντελώς παραμεληθή και καταπέσει. Μια ομάδα νέοι ζηλωτές κληρικοί, μαζί και ο π. Ιωήλ, είχαν συμπήξει μια ομάδα, που έβλεπε με αγωνία τον μοναχικό βίο να σβήνει και έψαχνε να ιδεί, τι φταίει και τι θα μπορούσε να γίνει για την επαναζωπύρησή του. Καλοί, ενάρετοι και μορφωμένοι οι κληρικοί αυτοί, είπαν πολλά. Έκαμαν διαπιστώσεις σοφές και σοβαρές. Και αφού ετελείωσαν, έπεσε το σύνθημα:
-Να βγάλωμε μια φωτογραφία αναμνηστική!
Σαν να τον εδάγκασε σκορπιός, πετάχτηκε επάνω ο π. Ιωήλ. Και είπε:
-Αν ήλθαμε εδώ να ασχοληθούμε με την μοναχική ζωή, που είναι ταπείνωση και αφάνεια, και θέλομε να βγάλωμε αναμνηστικές φωτογραφίες «για την ιστορία» εγώ φεύγω!
Και έφυγε. Και έλεγε:
-Για την ιστορία δουλεύομε, ή για τον Θεό; Τι μας ενδιαφέρει; Η εντύπωση του κόσμου, ή η γνώμη του Θεού;
3. Τον οδήγησε ο Θεός και έγραψε πολλά βιβλία. Το έργο του το εγκωμίασαν με τα καλύτερα λόγια οι ειδικοί καθηγητές του Πανεπιστημίου. Δεν είχε στείλει ποτέ βιβλίο του σε κανένα. Επίτηδες. Για να μη θεωρηθή, ότι τους προκαλεί να του κάμουν επαινετικές βιβλιοκρισίες.
Τον ερώτησα κάποτε:
-Και πώς θα γίνει το έργο σου γνωστό, πάτερ, ώστε να κυκλοφορήσει και να δικαιωθούν οι κόποι σου;
Απάντησε απλά:
-Τί είναι αυτά που λες, παιδάκι μου; Αν ζητήσω βιβλιοκρισίες, τάχα τον έπαινο του βιβλίου θα ζητάω, ή του Ιωήλ; Εγώ τα βιβλία μου τα γράφω για τον Θεό, για να ωφεληθή ο λαός Του. Τα αφήνω στα χέρια Του. Όπως θέλει, ας τα κυκλοφορήσει. Αν θέλει, ας τα κυκλοφορήσει. Ότι Αυτώ μέλει περί ημών.
Απέφευγε την δόξα και την τιμή. Αλλά ο λόγος του Θεού λέγει: Δόξα και τιμή παντί τω εργαζομένω το αγαθόν.
Όσο και αν εκείνος την απέφευγε, ο Θεός γέμιζε με τιμή και με δόξα την ζωή του δούλου Του.
4. Ο αείμνηστος καθηγητής Παν. Μπρατσιώτης, όντας ακαδημαϊκός, έκαμε πρόταση στην Ακαδημία Αθηνών να βραβεύσει το έργο του π. Ιωήλ για την Παλαιά Διαθήκη. Η πρόταση του διαπρεπούς καθηγητού έγινε δεκτή. Και ο π. Ιωήλ προσεκλήθη στην Ακαδημία να παραλάβει το τιμητικό δίπλωμα – έπαινο σε επίσημη τελετή, παρουσία της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου.
Ο γέροντας αναστατώθηκε στην σκέψη, ότι θα επήγαινε στην Ακαδημία σαν τιμώμενο πρόσωπο˙ και ότι εκεί θα εχρειαζόταν να καμαρώνει και να τον φωτογραφίζουν, την στιγμή που θα παραλαμβάνει τιμητικά διπλώματα! Και ξέσπασε:
-Τί θέλει ο ευλογημένος και ανακατεύεται; Να πάω στην Ακαδημία, σου λέει! Να καμαρώσω! Να ειπώ και να ακούσω λόγια κολακευτικά! Με άλλα λόγια, να κάμω αυτά που έχω απορρίψει! Έ, όχι! Δεν πρόκειται να πάω πουθενά!
Ετόλμησα και ερώτησα:
-Γιατί πάτερ;
-Πνευματικά ρεζιλίκια! Είμαστε πια καλόγεροι, παιδί μου;
-Εμένα γνώμη μου είναι, να πάτε!
-Τί είπες; Δεν το περίμενα από σένα! Να μου λες να πάω σε τέτοια μασκαραλίκια!
-Ναι, πάτερ. Γνώμη μου είναι, να πάτε.
-Πού, παιδάκι μου; Να καμαρώσω; Γι’ αυτό τα έγραψα τα βιβλία;
Ποτέ δεν το είχα διανοηθή, ότι θα συμβούλευα εγώ τον Ιωήλ. Και –ούτε το κατάλαβα, πως – πετάχτηκα πάλι και είπα:
-Νομίζω, γέροντα, ότι πρέπει να πας. Γιατί, αν δεν πας, αργά ή γρήγορα θα σε ροκανίσει ο κενόδοξος λογισμός, ότι, συνεπής στις αρχές σου, καταφρόνησες μια τέτοια ευκαιρία, μια τέτοια τιμή! Γνώμη μου: Ταπεινώσου˙ και πήγαινε. Φυλάξου συ από τον λογισμό της κενοδοξίας, που είναι ο πιο ύπουλος! Και από τον λογισμό της ματαιοδοξίας θα σε φυλάξει ο Θεός! Μην αφήνεις τον λογισμό της κενοδοξίας να εύρει έδαφος μέσα σου.
Ακούοντας τα λόγια αυτά ο μακαριστός γέροντας έπεσε για λίγο σε ένα βαθύ συλλογισμό. Και σε λίγο άλλαξε όψη. Ηρέμησε. Χαμογέλασε. Και είπε:
-Έχεις δίκιο. Δεν το είχα σκεφθή αυτό. Δεν το είχα υπολογίσει! Αλλά έτσι είναι. Για μένα αυτό είναι ταπείνωση: να πάω. Και θα πάω!
Και πράγματι, εταπεινώθηκε. Υπάκουσε στον μαθητή του. Και επήγε. Και ο Θεός ετίμησε εκείνον που επεδίωκε την κατά Θεόν αφάνεια. Και την άλλη ημέρα, όλες οι εφημερίδες της Αθήνας είχαν πρωτοσέλιδη την αγγελία, ότι ένας ιερέας εβραβεύθη από την Ακαδημία για έργο τόσο σημαντικό, όσο η επιστημονική έκδοση ολόκληρης της Παλαιάς Διαθήκης˙ και μια φωτογραφία από την τελετή, την στιγμή που παραλάμβανε το βραβείο. Σ’ αυτήν διακρίνεται ο βασιλεύς των Ελλήνων Κωνσταντίνος να χειροκροτεί μαζί με την βασίλισσα τον δούλο του Κυρίου μας.
Όταν γύρισε στην Καλαμάτα, δεχόταν ήρεμος και χαρούμενος τα συγχαρητήρια των γνωστών και φίλων. Μα όταν του έλεγαν:
-Δόξες και τιμές, πάτερ!
Απαντούσε:
-Ρεζιλίκια!
Του φαινόταν κένωση˙ εξευτελισμός. Και ωφελήθηκε διπλά. Και εταπεινώθη. Και έδειξε ταπείνωση. Και είδε ταπείνωση.
-Παιδάκι μου – έλεγε, τον εθαύμασα τον Μπρατσιώτη. Ολόκληρος ειδικός καθηγητής να καταδεχθή να ειπεί τόσο τιμητικά λόγια για μένα και για το έργο μου! Άραγε αν ήμουν εγώ στην θέση του, θα έκανα το ίδιο; Τί ταπείνωση βλέπομε μερικές φορές στους κοσμικούς! Και να το ξέρεις: όποιος επαινεί άλλον περισσότερο από τον εαυτό του, έχει μεγάλη αγάπη και ταπείνωση.
4. Και ο π. Ιωήλ είχε και πολλή αγάπη και πολλή ταπείνωση.
Για δύο νέους Μεσσηνίους κληρικούς, παιδιά του στην ηλικία, νήπια μπροστά του στις γνώσεις και στις αρετές, έλεγε:
Για τον ένα:
-Είναι έκτακτος. Αληθινή κινητή βιβλιοθήκη.
Και για τον άλλο:
-Έχω και εγώ τον καθρέφτη μου.
Και όλοι έχαιραν να τον ακούνε να τιμάει τόσο πολύ τα παιδιά του.
5. Κάποτε ήλθε στην Καλαμάτα ο όντως πανόσιος αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος, ο ηγούμενος της Ι. Μονής Λογγοβάρδας Πάρου. Επήγε στον π. Ιωήλ. Έκαμε στο εκκλησάκι των Ταξιαρχών αγρυπνία. Ωμίλησε. Εξομολογούσε ώρες! Και ο π. Ιωήλ; Όχι απλώς παραμέρισε μπροστά του, αλλά και σ’ όποιον έβλεπε, έλεγε:
-Ελάτε να πάρετε την ευχή του. Ελάτε να σας ευλογήσει. Και να ευχαριστείτε τον Κύριο, που σας αξίωσε να φιλήσετε το χέρι του. Γιατί ο π. Φιλόθεος είναι ένας ζωντανός άγιος.
Τόση ήταν η ταπείνωσή του.
γ. Το χάρισμα της αγάπης.
1. Ο π. Ιωήλ συνήθιζε να λέγει:
-Να το θυμάστε πάντοτε. Όλοι οι άνθρωποι έχουν χαρίσματα. Άλλος λίγα και μικρά˙ άλλος περισσότερα. Άλλος σωματικά ή φυσικά, άλλος πνευματικά. Όλα είναι εκ Θεού. Και όλα δημιουργούν ευθύνη. Πρέπει να τα χρησιμοποιήσωμε σωστά. Πνευματικά. Όχι σαρκικά. Εμείς συνήθως θαυμάζομε εκείνα που κάνουν εντύπωση. Εκείνα που διεγείρουν το σαρκικό μας φρόνημα! Αυτά ζηλεύομε. Όμως δεν έχομε σ’ αυτό δίκιο. Τα ανώτερα χαρίσματα δεν είναι ούτε το χάρισμα των ιαμάτων, ούτε το προορατικό, ούτε το διορατικό, όσο κι αν προκαλούν ντόρο και έκπληξη. Το ανώτερο από όλα τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι η καθ’ υπερβολήν οδός. Έχομε αγάπη; Έχομε τον Θεό. Έχομε το παν. Δεν έχομε αγάπη; Δεν έχομε τίποτε. Αν δεν έχωμε αγάπη, ό,τι άλλο και αν έχωμε, ό,τι χάρισμα και αν έχωμε, το κατέχομε εν αδικία. Και θα μας τιμωρήσει ο Θεός.
2. Ο π. Ιωήλ, που από την παιδική του ηλικία κατάλαβε, πόσο μάταια και απατηλά, – και επικίνδυνα! – είναι τα χαρίσματα, που προκαλούν ντόρο και κατάπληξη, δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να δείξει, ότι έχει τέτοια χαρίσματα. Και αγωνιζόταν για την ουσία του χριστιανικού μηνύματος: την αγάπη. Αγωνιζόταν να έχει αγάπη. Και ακριβώς επειδή ήθελε να έχει την ουσία, δεν άφησε τον εαυτό του ποτέ να «πουλάει» συναισθηματική αγάπη. Η αγάπη του ήταν πνευματική. Συνδυασμένη με τον αυστηρό έλεγχο.
Κάποια φορά, συνοδευόμενος από πολλά πνευματικά του τέκνα περνούσε από ένα ανθισμένο πορτοκαλεώνα, που κυριολεκτικά μοσχοβολούσε.
Κάποιος έκοψε ένα κλαράκι με λίγα λουλούδια. Τον είδε και είπε:
-Ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου εστί.
-Μα δεν ήταν τίποτε, πάτερ Ιωήλ.
-Και ποιός το καθορίζει αυτό το τίποτε; Συ κατά την αρέσκειά σου;
3. Δεν του άρεσαν καθόλου οι απόψεις περί «γλυκυτάτου Ιησού», που του απέδιδαν όψη σαν ένα όμορφο γοητευτικό αγόρι, που όταν το βλέπεις το λαχταράς!
Ο π. Ιωήλ δεν έψαχνε, να τον ειπούν καλό. Και αν κανείς του εξέφραζε τέτοια αισθήματα, θαυμασμού για τις αρετές του, απαντούσε:
-Μη χάνετε τα λόγια σας! Εμένα, η καρδιά μου είναι πατάτα.
Όταν έλεγαν πως είναι πολύ καλός:
-Εγώ μοιάζω με σκαντζόχοιρο. Όπου και αν τον ακουμπήσεις, σε αγκάθι θα πέσεις και θα αιματώσεις!
-Η καρδιά μου είναι σαν άγρια αγκινάρα. Όλο αγκάθια!
Έκρυβε την αγάπη του˙ την καλωσύνη του˙ τα αισθήματά του. Δεν ξεχνούσε ποτέ, ότι «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως ΕΣΩΘΕΝ». Η αληθινή δόξα, ο αληθινός στολισμός, είναι πάντοτε κρυφός. Και γι’ αυτό ο π. Ιωήλ έκρυβε συνειδητά τις αρετές του. Πολεμούσε την κενοδοξία. Που την τρέφει ο έπαινος του κόσμου.
4. Μα υπήρχαν στιγμές, που τον υποχρέωναν να στέκει κοντά στα πνευματικά του τέκνα. Γράφει σε ένα πνευματικό του τέκνο, που βρισκόταν στο εξωτερικό:
«Εξακολούθει, παιδί μου, να τρέφεσαι με την αγάπη του Χριστού, αφού ο Κύριος σου έδωκε αυτό το μεγάλο χάρισμα: να αγαπάς! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από αυτό! Μόνον πρόσεχε, να μη την λερώσεις. Όχι μόνον με έργα, αλλά ούτε με λόγια, ούτε με λογισμούς. Γιατί τότε η θεϊκή αγάπη θα γίνει σατανικό μίσος…
Είχαμε ειπεί, ότι εγώ θα σου γράφω, μόνον όταν υπάρχει λόγος. Όμως, δεν μπόρεσα να τηρήσω τον λόγο μου. Δεν μπόρεσα, στην ξενιτειά που βρίσκεσαι, να μη σου γράψω δυο λόγια» (26.10.1958).
Σε κάτι τέτοια διαπιστωνόταν, και έγινε κοινή μαρτυρία και πεποίθηση, ότι είχε απέραντη αγάπη. Αληθινή αγάπη. Αγάπη Χριστού. Αγία αγάπη.
Από το βιβλίο: Ο Πατήρ Ιωήλ (Γιαννακόπουλος). Του Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (Καλαμαρά). Εκδόσεις, Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης. Πρέβεζα 1994.
