Αγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης: “Όσο και να με μαλώνεις….” – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Πάντως, με αγάπη και ευγνωμοσύνη θυμάμαι τα γεροντάκια μας. Με την ευχή του παπά – Νικηφόρου έγινα μεγαλόσχημος. Με την ευχή του διάκονος. Με την ευχή του παπάς. Με την ευχή του, παιδί μου, όλα με την ευχή του. Με την ευχή του πήγαινα στο γέρο – Ιωσήφ. Αυτά σκεφτόμουν και κρατιόμουν. Μη σκέφτεσαι μόνο τα δύσκολα, τα άσχημα, τα αρνητικά, να πούμε, του άλλου. Γιατί, αν εσύ ταπεινώνεσαι και υπομένεις, ο Θεός θα κάνει τα δύσκολα εύκολα, τα άσχημα όμορφα και τα αρνητικά θετικά. Ενθυμούμαι μία φορά έπασχα από έρπη ζωστήρος. Τί πόνος ήταν αυτός. Κνησμός και ρίγη και από κοντά ήρθε και ο πυρετός. Ο καιρός ήταν κρύος, βαρυχειμωνιά. Μου λέει ο γέροντας:

«Να πας να κόψεις ξύλα».

«Γέροντα, ευλόγησον, δεν μπορώ, δεν αντέχω, με εξάντλησε η ασθένεια».

«Εγώ δεν σε ρώτησα τί έχεις, εγώ σου είπα τι πρέπει να κάνεις».

Πήρα την ευχή και έφυγα. Στο δρόμο νόμιζα ότι θα πεθάνω. Όταν έφτασα στα κρύα νερά, δεν άντεξα και λιποθύμησα. Τώρα από εκεί και πέρα τι έγινε μη με ρωτήσετε. Δεν ξέρω. Ένα ξέρω, ότι βρέθηκα στο κελί μου. Τί ήταν αυτό; Ήταν η Χάρη του Θεού, ήταν η ευχή του γέροντος, ήταν το θαύμα της υπακοής; Ήταν όλα μαζί; Δεν ξέρω, ο Θεός γνωρίζει.

Κάποτε ο παπά – Νικηφόρος είδε αίμα να τρέχει έξω από το Άγιο Ποτήριο την ώρα της Λειτουργίας και τρόμαξε. Πήγε στον γέροντα Ιωσήφ και τον ρώτησε. Είναι αλήθεια ότι τον σεβόταν τον γέρο – Ιωσήφ, τον υπολόγιζε, τρόπον τινά, τον εκτιμούσε.

«Γέροντα το και το».

Ο γέροντας που δεν μασούσε τα λόγια του, του απαντά:

«Ευλογημένε, το αίμα των υποτακτικών σου είναι».

Όσες φορές αντέδρασα, με το λογισμό το έκανα όχι με το λόγο, ποτέ. Με το λογισμό, όταν εναντιωνόμουν, αντιμιλούσα στο γέροντα, ένιωθα τον Θεό να φεύγει από μέσα μου και να μου βροντάει και την πόρτα. Έτρεχα, έβαζα μετάνοια, γύριζε ο Θεός. Έτσι κατάλαβα τι σημαίνει γέροντας.

Όταν γέρασε και βάρυνε, η περπατησιά του με ενοχλούσε. Είδες, τίποτα δεν ανεχόμαστε. Το παραμικρό μας ενοχλεί. Πόσους εμείς έχουμε ενοχλήσει, δεν το σκεφτόμαστε. Η ενόχληση με έβαλε σε μέριμνα. Να αλλάξω κελί είπα και το έκανα. Αχ, αυτή η υπακοή στο λογισμό. Αυτήν την υπακοή δεν την άντεξε, δεν τη σήκωσε, τρόπον τινά, η συνείδηση. Πιο δυνατή η φωνή της από τα βήματα του παπά – Νικηφόρου. Πού να κοιμηθώ!

«Παλιάνθρωπε, σκληρόκαρδε, ανυπάκουε, αχάριστε. Τον παράτησες και έφυγες για να μην ξυπνάς. Αν πάθει κάτι και δεν τον ακούσεις; Το κρίμα στο λαιμό σου». Τα μάζεψα την ίδια στιγμή και γύρισα πίσω, κοντά στο γεροντάκι μου, που όσο γερνούσε έχανε το μυαλουδάκι του και γινόταν σαν το μικρό παιδάκι που κυνηγά τη μάνα του. Με ζητούσε συνέχεια. Πού να ξεμυτίσω πέντε χρόνια από το σπίτι. Πόση χαρά είχα να τον περιποιούμαι. Έλεγα στην προσευχή μου: «Θεέ μου, πάρε την ασθένεια από τον παππού και δώσε την σε μένα». Δεν το θέλησε ο Κύριος. Τί άλλο να κάνω. Έκανα και τον κανόνα του γέροντα. Του είχα γράψει σε ένα χαρτονάκι και την ευχή με μεγάλα γράμματα, γιατί δεν άκουγε και γιατί ξέχναγε. Σαν μωράκι έγινε η ψυχούλα μου. Μία φορά μου είπε κάποιος:

«Παπά – Εφραίμ, πέρασες πολλά από τους γεροντάδες σου».

«Όχι, βρε παιδί μου, είμαι και εγώ αρβανίτικο κεφάλι. Αυτοί πέρασαν πολλά από μένα…».

Πάντως, στα δύσκολα, για να στηρίξω την ψυχή έκανα προσευχή και για να ξεγελάσω το λογισμό της στιγμής έλεγα: «Όσο και να με μαλώνεις, όσο και να με πικραίνεις, άλλο τόσο πιο βαθιά μες την καρδιά μου μπαίνεις».

Η νεύση της ψυχής.

Η αλήθεια είναι πώς πολύ κουράστηκα. Πολλές φορές αγανάκτησα. Άλλες φορές απελπίστηκα. Μου είπε μία φορά ένας αδελφός:

«Με τον γέροντά σου άνθρωπος δεν άντεχε ούτε είκοσι λεπτά. Εσύ, παπά μου, πάνω από σαράντα χρόνια πώς το σήκωσες;».

«Να σου πω. Μπορείς να πεις πως είναι η προσπάθεια, να πούμε, με τους λογισμούς. Μπορείς να το αποδώσεις, τρόπον τινά, στην υπακοή. Μπορείς να ισχυριστείς ότι οφείλεται στην προσευχή. μπορείς να πεις ότι είναι και το αρβανίτικο πείσμα που κουβαλάω από την καταγωγή μου. Πες ό,τι θέλεις. Εγώ ένα θα σου πω. Ο Θεός με κράτησε. Εάν με άφηνε μία στιγμή θα έφευγα. Όλα έγιναν από Εκείνον. Εκείνος, η Παναγία μας, οι Άγιοι, η ευχή του γέροντος Ιωσήφ, η προσευχή της μανούλας μου, η ευχή των γεροντάδων μου. Ναι, και η ευχή τους. Μπορεί να μη στο έλεγαν, αλλά άμα κάνεις υπακοή παίρνεις ευχή.

Η υπακοή, παιδί μου, είναι μυστήριο. Μεγάλο μυστήριο. Είναι, να πούμε, το άνοιγμα της ψυχής στο θέλημα του Θεού. Αφού βγαίνει το θέλημά σου, ανοίγει η καρδιά σου. Όταν ανοίξει, τρόπον τινά, η καρδιά, εισρέει η Χάρις του Πνεύματος του Αγίου. Η υπακοή, το άνοιγμα της ψυχής, είναι η νεύση, το ναι, το «ευλόγησον» και το «ελέησον» του ανθρώπου στον Θεό. Δεν τα λέω εγώ αυτά, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τα λέει. Αυτά λοιπόν με στήριξαν, με βοήθησαν, με παρηγόρησαν, με κράτησαν.

Να σας πω ένα γεγονός, για να δείτε τι βάρος μπορεί να σηκώσει η υπακοή. Μου το είπε ο π. Χαράλαμπος, ο υποτακτικός του γέρο Ιωσήφ, που έγινε μετά ηγούμενος στου Διονυσίου το μοναστήρι. Μία μέρα είχαν εργασίες οικοδομικές και δούλευαν ώρες ολόκληρες. Ήταν δύσκολα τότες τα πράγματα. Όλα στην πλάτη τα κουβαλούσαν. Κάποια στιγμή ακούστηκε η κόρνα από το καΐκι στον αρσανά. Έδινε έτσι σήμα ότι έχουμε πράγματα. Ο γέροντας κατέβασε το κεφαλάκι του. Ήξερε ότι τους είχαν στείλει ένα βαρέλι λάδι. Δυσκολεύτηκε. Σε ποιόν να πει να το ανεβάσει, που ήταν όλοι σκοτωμένοι από το διακόνημα; Βλέπει ο παπά – Χαραλάμπης τον γέροντα και τρέχει.

«Τί έχεις γέροντα;».

«Τί να έχω; Βρήκε την ώρα ο ευλογημένος να φέρει το λάδι; Ντρέπομαι, τέκνον. Είστε όλοι πεθαμένοι από τη δουλειά. Ποιός να σηκώσει τέτοια ώρα τόσες οκάδες;».

«Γι’ αυτό στεναχωριέσαι, γέροντα; Δώσέ μου την ευχή σου και έφυγα».

«Τί λες, παιδί μου; Αυτό είναι ασήκωτο. Δεν θα τα καταφέρεις».

«Δώσέ μου ευχή γέροντα, να φύγω».

«Την ευχή της Παναγίας, τέκνον. Την ευχή της Παναγίας μας και τη δική μου. Αφού το επιθυμεί η ψυχή σου, πήγαινε».

Είδες; Ψυχή θέλει η υπακοή! Ψυχή και ευχή!

Παίρνει, λοιπόν, ένα σκοινί ο π. Χαραλάμπης και τρέχει στον αρσανά. Γονατίζει, δένει το βαρέλι στην πλάτη. Κάνει να σηκωθεί, τα γόνατα λύγισαν. Πού να περπατήσει. Σαν μεθυσμένος, να πούμε, πήγαινε, μια από εδώ και μια από εκεί. Λέει με το λογισμό:

«Δεν τα παρατάω. Αφού μου έδωσε ευχή ο γέροντας, δεν τα παρατάω μέχρις να πέσω κάτω».

Κοίταξε τώρα. Ο καλός λογισμός σε συνδέει, τρόπον τινά, με την προσευχή. Ο κακός λογισμός, σε απομακρύνει από την προσευχή. Αφού αυτά σκεφτόταν, λέει: «Παναγία μου, δι’ ευχών του γέροντά μου, βοήθησέ με». Εεε, τί ήγαν να το πει. Κάθε βήμα και πιο ελαφρύ γινόταν το βαρέλι, μέχρι που έφτασε να μην το νιώθει καθόλου στην πλάτη του. Αισθανόταν, βρε παιδί μου, ότι κάποιος βοηθούσε, ότι κάποιος σήκωνε το βάρος, ότι κάποιος τον έσπρωχνε ελαφρά. Από τον αρσανά μέχρι τα καλυβάκια είναι, με το μουλάρι, όχι με τα πόδια, δύο ολόκληρες ώρες. Εκείνος, ο ευλογημένος, λιγότερο από μία ώρα έκανα. Μόλις έφτασε πάνω, βάζει μετάνοια στον μακαρίτη τον γέροντα και του λέει τα καθέκαστα:

«Γέροντα, το και το…».

Ο γέροντας με δάκρυα στα μάτια του είπε:

«Τέκνον γλυκύτατο, σπλάχνο της ψυχής μου. Από την ώρα που έφυγες έκανα κομποσκοίνι. Εσύ ήσουν στην υπακοή και εγώ στην προσευχή. Πώς να μη σηκώσει το βάρος ο Θεός;».

Αυτή είναι η αλήθεια. Εσύ μόνο υπακοή κάνεις και ο Χριστός σηκώνει το βάρος σου. Έτσι γίνεται και το φορτίο σου ελαφρύ.

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Γενικά, Θαυμαστά γεγονότα, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά, Υγεία – επιστήμη - περιβάλλον. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.