Το Κάτοπτρο της Πρώτης Εκκλησίας! Από την απολογία του Αγίου Αριστείδου του φιλοσόφου και Μάρτυρος!

Η «Απολογία» του Αγίου Αριστείδου του Αθηναίου (2ος αιώνας μ.Χ.) είναι ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας, καθώς αποτελεί την πρώτη σωζόμενη γραπτή απολογία υπέρ των Χριστιανών προς έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα (πιθανότατα τον Αδριανό ή τον Αντωνίνο τον Ευσεβή). Το πιο χαρακτηριστικό και διάσημο μεγάλο απόσπασμα της Απολογίας είναι αυτό στο οποίο ο Αγιος-φιλόσοφος Αριστείδης περιγράφει με συγκλονιστική απλότητα το ήθος, την καθημερινή ζωή και την αγάπη των πρώτων Χριστιανών, διαχωρίζοντάς τους από τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους της εποχής του.

Ακολουθεί το χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση, ώστε να είναι εύκολα κατανοητό, διατηρώντας όμως το ύφος του πρωτοτύπου:

Απόσπασμα από την Απολογία του Αγίου Αριστείδου του Αθηναίου:

«Οι Χριστιανοί, βασιλιά, έχοντας γνωρίσει την αλήθεια, βρίσκονται πιο κοντά στην ορθή γνώση απ’ όλα τα υπόλοιπα έθνη. Γιατί γνωρίζουν και πιστεύουν στον Θεό, τον Δημιουργό του ουρανού και της γης, από τον Οποίο προέρχονται τα πάντα και στον Οποίο ανήκουν τα πάντα, και δεν έχουν άλλον θεό εκτός απ’ Αυτόν. Έχουν τις εντολές Του χαραγμένες στις καρδιές τους και τις τηρούν, προσδοκώντας την ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος.

Δεν μοιχεύουν, δεν πορνεύουν, δεν ψευδομαρτυρούν, δεν επιθυμούν τα ξένα αγαθά και τιμούν τον πατέρα και τη μητέρα τους. Τους πλησίον τους τους αγαπούν και στους εχθρούς τους κάνουν το καλό, προσπαθώντας να τους κερδίσουν και να τους κάνουν φίλους. Τους δε δούλους τους, αν έχουν, τους πείθουν να γίνουν Χριστιανοί από την αγάπη που τους έχουν, και όταν γίνουν, τους αποκαλούν αδελφούς χωρίς καμία διάκριση.

Δεν λατρεύουν ξένους θεούς. Περπατούν με κάθε ταπεινοφροσύνη και πραότητα, και το ψέμα δεν βρίσκεται ανάμεσά τους. Αγαπούν ο ένας τον άλλον. Τις χήρες δεν τις παραβλέπουν και τα ορφανά τα προστατεύουν από εκείνους που τα αδικούν. Εκείνος που έχει, δίνει σε εκείνον που δεν έχει, χωρίς γογγυσμό και με προθυμία.

Αν δουν κάποιον ξένο, τον βάζουν κάτω από τη στέγη τους και χαίρονται γι’ αυτόν σαν να είναι αληθινός αδελφός τους· γιατί δεν αποκαλούν αδελφούς όσους είναι κατά σάρκα, αλλά όσους είναι κατά πνεύμα και εν Θεώ. Κι αν κάποιος από τους φτωχούς τους πεθάνει, όποιος το μάθει φροντίζει για την κηδεία του ανάλογα με τις δυνάμεις του. Κι αν μάθουν ότι κάποιοι είναι φυλακισμένοι ή βασανίζονται για το όνομα του Χριστού τους, όλοι συντρέχουν στις ανάγκες τους και, αν είναι δυνατόν, τους απελευθερώνουν.

Κι αν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος φτωχός ή ενδεής, και δεν έχουν περίσσευμα να του δώσουν, νηστεύουν δύο και τρεις μέρες για να εξοικονομήσουν την τροφή που χρειάζεται ο αδελφός τους.

Κάθε πρωί και κάθε ώρα δοξάζουν και παινεύουν τον Θεό για τις ευεργεσίες Του προς αυτούς, και πάνω από το φαγητό και το ποτό τους Του προσφέρουν ευχαριστίες. […] Αυτός είναι, βασιλιά, ο νόμος των Χριστιανών και αυτή είναι η πολιτεία τους.»

Ιδού και το αρχαίο ελληνικό κείμενο του συγκεκριμένου αποσπάσματος (από τα κεφάλαια 15 και 16 της Απολογίας). Είναι γραμμένο στην απλή ελληνιστική κοινή της εποχής (2ος αιώνας μ.Χ.), γεγονός που το καθιστά σχετικά εύκολο στην ανάγνωση, ενώ διακρίνεται για τον ρυθμό και την καθαρότητα του λόγου του.

(Απολογία Αριστείδου, XV-XVI)

«Οἱ δὲ Χριστιανοὶ γενεαλογοῦνται ἀπὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ· οὗτος δὲ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου ὁμολογεῖται […]

Ἔχουσι δὲ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν κεχαραγμένας καὶ ταύτας φυλάττουσι, προσδοκῶντες ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Οὐ μοιχεύουσιν, οὐ πορνεύουσιν, οὐ ψευδομαρτυροῦσιν, οὐκ ἐπιθυμοῦσι τὰ ἀλλότρια, τιμῶσι πατέρα καὶ μητέρα, καὶ τοὺς πλησίον φιλοῦσι, δίκαια κρίνουσιν. Ὅσα οὐ θέλουσιν αὐτοῖς γίνεσθαι ἑτέρῳ οὐ ποιοῦσι· τοὺς ἀδικοῦντας αὐτοὺς παρακαλοῦσι καὶ προσφιλεῖς αὐτοὺς ἑαυτοῖς ποιοῦσι, τοὺς ἐχθροὺς εὐεργετεῖν σπουδάζουσι· πραεῖς εἰσι καὶ ἐπιεικεῖς.

Γυναικῶν ἀπέχονται, βασιλεῦ, καὶ εἰσὶ καθαροί· καὶ τὰς δούλας αὐτῶν καὶ τοὺς δούλους ἢ τέκνα, ἐὰν ἔχωσιν, διὰ τὴν ἀγάπην αὐτῶν πείθουσιν γίνεσθαι Χριστιανούς, καὶ ἐπὰν γένωνται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλοῦσιν ἀδιακρίτως.

Εἰδώλοις οὐ προσκυνοῦσιν· ἐν ταπεινοφροσύνῃ πορεύονται· μῦθος οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς· ἀλλήλους ἀγαπῶσι, χήρας οὐχ ὑπερορῶσι, ὀρφανοὺς ἐξαιροῦνται τοῦ θλίβοντος αὐτούς· ὁ ἔχων τῷ μὴ ἔχοντι ἀφθόνως ἐπιχορηγεῖ·

ξένον ἐὰν ἴδωσιν, ὑπόστεγον εἰσάγουσιν αὐτὸν καὶ χαίρουσιν ἐπ’ αὐτῷ ὡς ἐπὶ ἀδελφῷ ἀληθινῷ· οὐ γὰρ κατὰ σάρκα ἀδελφοὺς ἑαυτοὺς καλοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα καὶ ἐν Θεῷ.

Ὅταν δὲ ἀποθάνῃ τις τῶν πτωχῶν αὐτῶν, ὁ ἰδὼν συνεισφέρει κατὰ δύναμιν αὐτοῦ εἰς τὴν ταφὴν αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἀκούσωσιν ὅτι τινὲς θλίβονται ἢ φυλακίζονται ἢ κολάζονται διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ αὐτῶν, πάντες συντρέχουσιν εἰς τὴν χρείαν αὐτῶν, καὶ ἐὰν ἐνδέχηται ἀπολύσασθαι αὐτούς, λυτροῦνται αὐτούς.

Κἂν πτωχὸς ᾖ ἐν αὐτοῖς ἢ ἐνδεὴς καὶ μὴ ἔχωσιν ὑστερήματα, νηστεύουσι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἵνα τῷ ἐνδεεῖ ἀναπληρώσωσι τὴν δέουσαν τροφήν.

Ὄρθρου δὲ καὶ πάσῃ ὥρᾳ διὰ τὰς γενομένας εἰς αὐτοὺς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ αἰνοῦσι καὶ δοξάζουσιν αὐτόν, καὶ ἐπὶ τῇ βρώσει αὐτῶν καὶ τῇ πόσει εὐχαριστοῦσιν αὐτῷ. […] Οὗτος, βασιλεῦ, ὁ νόμος τῶν Χριστιανῶν καὶ αὕτη ἡ κατάστασις αὐτῶν.»

Μια μικρή ιστορική λεπτομέρεια: Αξίζει να σημειωθεί ότι το ελληνικό πρωτότυπο κείμενο θεωρούνταν χαμένο για αιώνες! Γνωρίζαμε την ύπαρξη της Απολογίας μόνο από αναφορές του Εκκλησιαστικού Ιστορικού Ευσεβίου. Ωστόσο, το 1889 βρέθηκε μια συριακή μετάφραση στο real μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, και λίγο αργότερα, οι μελετητές συνειδητοποίησαν ότι το ελληνικό κείμενο ήταν… «κρυμμένο» μέσα σε ένα πασίγνωστο μεσαιωνικό μυθιστόρημα, την ιστορία των Αγίων Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Ο συγγραφέας εκείνου του έργου είχε ενσωματώσει αυτούσια την Απολογία του Αριστείδη στον λόγο ενός από τους χαρακτήρες του, κι έτσι διασώθηκε το αρχαίο κείμενο!

Γιατί ξεχωρίζει αυτό το απόσπασμα;

Το συγκεκριμένο τμήμα θεωρείται ιστορικό κειμήλιο, διότι:

Δεν αναλώνεται σε θεωρητικές ή αφηρημένες θεολογικές έννοιες, αλλά εστιάζει στην πράξη.

Παρουσιάζει τη χριστιανική κοινότητα ως μια ζωντανή οικογένεια αλληλεγγύης (αναφορά στη νηστεία για να ταϊστεί ο φτωχός).

Αποτελεί την πιο αγνή «φωτογραφία» της πρώτης Εκκλησίας, τότε που το κύριο γνώρισμα των Χριστιανών ήταν η έμπρακτη, θυσιαστική αγάπη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.