«Θέλετε;»
«ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ότι το ρήμα, που συχνά επαναλάμβανε ο πατήρ Ευμένιος, ήταν το “θέλετε; με εμφατικό ερωτηματικό. Ήταν ο φορέας της πίστεως του στην ελευθερία των άλλων, την οποία δεν ήθελε να βιάζει ποτέ. Ακόμα και όταν είχε κάτι περισσή ανάγκη, συνόδευε το αίτημά του με το “θέλετε;“.
Του διαβάζαμε στο αναλόγιο. Ως παιδιά, εύκολα μπορούσε να μας χρησιμοποιήσει, όπως, δυστυχώς τότε και στο όνομα του Χριστού, αλλά όχι για έργα Χριστού, έκαναν άλλοι, αλλά ο Παππούλης μας δεν το έκανε. Ή ώρα είχε περάσει. Εκείνος συνέχιζε τις Ακολουθίες. Μας ρωτούσε: “Θέλετε να συνεχίσετε; Αν θέλετε….
Αλλά και όταν του έλεγα για κάποιον ότι δεν τηρεί κάτι, ενώ θα έπρεπε να το τηρεί, είχε καθήκον να το τηρεί, εκείνος απαντούσε: “Άμα θέλει, ας το κάνει.
Ό πιστός ψάλτης του κάποτε είχε αρρωστήσει. Το πρωί, ο Γέροντας θα λειτουργούσε. Ό Γέροντας γνώριζε ότι είμαι ψάλτης. Δεν μου ζήτησε τίποτε. Μόνος μου τον ερώτησα: “Γέροντα, να έρθω το πρωί να βοηθήσω;. “Θέλετε; μου λέει. “Αν θέλετε….
Άλλη μιά φορά, νεοδιόριστος πιά καθηγητής στο Γυμνάσιο, του λέω: “Πάτερ, τα παιδιά δεν πηγαίνουν στην εκκλησία. “Ε, άμα θέλουν, να πάνε. Δεν μπορούν να πάνε;, μου απάντησε.
Λόγια απλά με έκαναν να βλέπω, να αξιολογώ και να συμπεριφέρομαι κι εγώ αλλιώς. Με σεβασμό πάντα στην ελευθερία και στην ιδιαιτερότητα των άλλων.»
«Κι εγώ παίρνω, αλλά δεν γίνονται»
«ΤΟΥ ΕΙΠΑ κάποτε: “Γέροντα, έχουμε στο νησί μας, στην Μητρόπολι, έναν εφημέριο, που δεν παίρνει χρήματα από τις ιεροπραξίες, τα τυχερά. Ό Γέροντας μου απάντησε: “Ε, άμα θέλει.
Εγώ (για να μου δώσει ξανά απόδειξή της απλότητάς του) ρώτησα: “Εσείς, Γέροντα, παίρνετε τυχερά;. “Παίρνω, παίρνω. Αλλά εδώ δεν γίνονται. (εννοούσε δεν έχει ιεροπραξίες ο ιδρυματικός Ναός του).
Δεν ήθελε να επαινέσει τον ιερέα του νησιού μου, μειώνοντας προφανώς έτσι όλους τους υπόλοιπους ιερείς, που παίρνουν φιλοδωρήματα των πιστών, αλλά ούτε τον εαυτό του να εξαιρέσει, προβάλλοντάς τον ως αφιλάργυρο.» [Χατζηγεωργίου Μιχαήλ]
Από το βιβλίο: Πατήρ Ευμένιος. Ο κρυφός άγιος της εποχής μας. Μοναχού Σίμωνος.
Αθήνα, 2009
