Ὁ πτωχὸς καὶ ἡ μοῖρα του – Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου.

Μὲ τὰ δύο καλαμοειδῆ χεράκια του καὶ τὰ δύο σκολιὰ ποδαράκια του, ὁ Μιστόκλης ὁ Κοντούλης κατεγίνετο ἐν χαρᾷ, τόσας ἡμέρας τώρα, μὲ τὸ νέον του ἐπάγγελμα, ὅπερ ἀνέλαβε μὲ χρυσάς ἐλπίδας, ὡσὰν κάθε νέος ἐπαγγελματίας.

Προσκολλῶν χαρτίνας ρωσσικὰς εἰκόνας ἐπὶ μικρῶν σανίδων, μετὰ προσοχῆς καὶ δεξιότητος, ὥστε νὰ φαίνωνται ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐζωγραφημέναι ἐπὶ τῶν σανίδων, καὶ πλαισιῶν αὐτὰς εἶτα δι’ ἁπλῶν ἐκ λευκοσιδήρου κορνιζῶν, κατήρτιζε πλουσίαν συλλογήν, σκοπῶν ν’ ἀπέλθη εἰς Τῆνον, κατὰ τὴν πανήγυριν, καὶ κερδίση ἀσφαλῶς καὶ ἀκόπως κέρδη ἀπὸ εὐτελῶν καὶ πτωχικῶν κεφαλαίων. Ἔξυπνος ὁ Μιστόκλης ὁ Κοντούλης, εἶχε κάμει πρὸ τινῶν ἡμερῶν δοκιμὰς εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς καὶ εἶδεν, ὅτι αἱ κομψῶς πλαισιωμέναι εἰκονίτσες του ἠγοράζοντο προθύμως ὑπὸ τῶν χωρικῶν, εἰς τοὺς περιεργοτέρους τῶν ὁποίων ὁ Μιστόκλης ἠναγκάζετο νὰ περιγράφη τὴν σπανίαν τέχνην του, ἐξαπατῶν ὅτι αὐτὸς ἐζωγράφιζε διὰ τῆς χειρὸς τὰς εἰκόνας, ἐκμαθῶν τάχα ἐν Κιέβῳ τὴν ρωσσικὴν ἁγιογραφίαν, μὴ βραδύνων νὰ προσθέτη εἰς τοὺς πλέον περιέργους ἀκόμη, ὅτι αὐτὸς ἐπὶ τὸ ἐκκλησιαστικώτερον, ὡς ἀπεκάλει τὴν βυζαντινὴν ἁγιογραφίαν, μετερρύθμιζε τὰ ἄκομψα καὶ χονδροειδῆ ρωσσικὰ σχέδια.

Τόσην δὲ πεποίθησιν εἶχε πλέον εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νέου του ἔργου, ὥστε ἐπανειλημμένως τῷ ἤρχετο διάθεσις ν’ ἀνακράξη πρὸς τὴν γυναῖκα του «ὄξω φτώχια». Ἀλλὰ πολλὰ παθῶν ἕως τώρα, πολλὰ ἔμαθε, καί, τὸ καλλίτερον, ἔμαθε νὰ σιωπᾶ πλέον.

Καὶ ἀφοῦ ἐκόλλησε τὰς χαρτίνας ἁγιογραφίας καὶ ἠλίαζε τὰς ὑγρὰς σανίδας, ἤρχισε νὰ ἐτοιμάζη καὶ συλλογὴν ἄλλην προσωπογραφιῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς ρωσσικῆς οἰκογενείας.

Ἐκεῖ πλησίον του, ἡ σύζυγός του, φίλεργος καὶ φιλόπονος γυνή, ξενοπλύνουσα εἶχε καθήσει ἐπὶ σκάμνου, παρὰ μεγάλην καὶ ἀσήκωτην κόφαν, μπουγαδιάζουσα τὰ πλυθέντα ἱμάτια καὶ ἀναπαυομένη πρὸς στιγμήν, ἐθήλαζε χρονιάρικον βρέφος, μετὰ συνέσεως, περισφίγγουσα τοὺς ἀτάκτους του πόδας ἐπὶ τῆς ὀσφύος της, εἰς ἐνδιαφέρουσαν εὑρισκομένη κατάστασιν. Τρία ἄλλα παιδία, τὸ ἕν μικρότερον τοῦ ἄλλου, ἔπαιζον παρά-πέρα ἐν τῇ ρυπαρᾷ αὐλῇ, καταβορβορωμένα μέσα εἰς τὰ νερὰ τῆς πλύσεως.

Τὶς προάλλες, εἰς τὸ Μενίδι, ἔλεγεν ὁ Μιστόκλης, προσβλέπων μετὰ τινός δισταγμοῦ τὴν βεβαρημένην τῆς συζύγου του κοιλίαν, ἀπὸ κάθε εἰκόνα ποὺ μοῦ κοστίζει— τέχνη καὶ κόπος καὶ κεφάλαια— μιὰ δεκάρα, ἔβγαλα δύο καὶ τρεῖς δραχμές. Πρῶτα ὁ Θεός, νὰ πωλήσω εἰς τὴν Τῆνο ἀπὸ δυὸ καὶ τρεῖς δραχμὰς τὴν μία, τὶς πεντακόσιες εἰκόνες μόνον—.

Διεκόπη αἴφνης. Τῷ ἦλθε διάθεσις πάλιν νὰ ἐκφώνηση «ὄξω φτώχια» ἀλλὰ, συλλογισθείς τὰ παθήματά του, ἐδάγκασε τὴν γλῶσσαν του καὶ ἐσιώπησεν. Ἡ σύζυγός του, κάθιδρος, κουρασμένη ἀπὸ τῆς ἐπιμόχθου πλυντικῆς ἐργασίας, ἀνεπαύετο ἀκόμη, θηλάζουσα καὶ τὸ βρέφος, τὸ νήπιον, τοῦ ὁποίου περιέσφιγγε τοὺς ἀεικίνητους πόδας ἐπὶ τῆς ὀσφύος της.

Δεκαπέντε δραχμές τὴν χιλιάδα τὶς ἀγόρασα ἀπὸ τὸν παππα-Σάββα τὸν ἁγιορείτην, διηγεῖτο ὁ Μιστόκλης πρὸς τὴν γυναῖκα του, ἀτενίζων μετὰ φόβου πάντοτε τὴν βεβαρημένην της κοιλίαν· τα σανιδοκόμματα μοῦ τὰ χάρισεν ὁ ξάδερφός σου ὁ μαραγκός, ὥστε λίγη ψαρόκολλα μόνον ἀγόρασα καὶ λίγες λωρίδες τενεκὲ καὶ λίγα τζάμια ἀπὸ τὸν φαναρτσή, ἀπομεινάρια. Πρῶτα ὁ Θεὸς, νὰ τὶς πωλήσω ὅλες, καὶ τὶς χίλιες, ἔστω καὶ πρὸς μία δραχμὴ τὴν μίαν—. Ἐδάγκασε καὶ πάλιν τὴν γλῶσσαν του, ἵνα μὴ ἐκφωνήση ὑπερήφανόν τινα καύχησιν. Καὶ εἶχε πάθει πολλὰ ἕως τώρα.

Πότε ἔχομε τῆς Παναγίας; ἠρώτησεν ἡ σύζυγός του, ἀποθέσασα χαμαί, ἐπὶ τινός σανίδος, τὸ νήπιον, τὸ ὁποῖον ἀπεκοιμήθη θηλάζον, καὶ μὲ τὸ βάρος ἐκεῖνο τῆς κοιλίας της, ἡ πτωχή, ἐπανήρχισε πάλιν τὸ μπογάδιασμα τῶν ἱματίων.

Τὴν παραπάνω Κυριακή, ἀπήντησεν ὁ Μιστόκλης, καρφώνων μὲ προσοχὴν μίαν ὡραίαν ὁλόχρυσον Ἁγίαν Παρασκευήν. Καὶ μετὰ δισταγμοῦ καὶ φόβου ἐμβλέπων πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὸ βάρος της, διὰ νευμάτων, σὰν νὰ ἐζήτει νὰ μάθη τὸν χρόνον τοῦ τοκετοῦ, ἐψιθύρισε κατ’ ἰδίαν μασσημένους λόγους:

Ἔχει γοῦστο εἰς τὴν τόση χαρά μου γιὰ τὸ ταξείδι, νὰ μοῦ παρουσιασθοῦν καὶ γεννητούρια, καὶ ν’ ἀπομείνη ὁ Μιστόκλης μὲ τὶς εἰκόνες στὰ χέρια! Ἐν τούτοις ὑπελόγιζε καὶ εὕρισκεν ὅτι ὁ τοκετὸς θὰ ἐπέλθη μίαν ἑβδομάδα μετὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Παναγίας. Ἐπρολάμβανε, λοιπὸν, καὶ εἰς τὴν Τῆνον νὰ μεταβῇ καὶ τὴν λεχὼ νὰ θεραπεύση.

Ὄυχ ἧττον κάτι τί τὸν ἐτριβέλιζε μέσα εἰς τὴν καρδίαν του. Μήπως ἔχει λάθος; Μήπως ὁ λογαριασμὸς γίνεται χωρὶς τὸν ξενοδόχον; Πολλὰ παθῶν, ἔμαθε πολλά…

Εἰς ὅλα τὰ προηγούμενα ἐπαγγέλματά του ὁ Μιστόκλης ὁ Κοντούλης, εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις του, εἶχε διαψευσθῇ. Τὰς μακράς τοῦ χειμῶνος νύκτας στενοχωρημένος ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς πολυμελοῦς του οἰκογενείας, ἀπηρίθμει ἐν ἀπογνώσει ὅλα τ’ ἀποτυχόντα παλαιὰ ἔργα του, εἰς μάτην ζητῶν ν’ ἀπολαύση ἁπλῆν τινά εἰς νεωτέραν ἐπιχείρησιν ἐπιτυχίαν. Πανταχοῦ ἡ μοῖρα του, τοῦ πτωχοῦ ἡ μοῖρα, παρουσιάζετο φοβερὰ ἐνώπιόν του, ἀπελπιστική, καταστρέφουσα τὰς ἐλπίδας του, διαλύουσα τὰ ὄνειρά του, ὥστε ν’ ἀληθεύη πάντοτε τὸ τῆς παροιμίας «ὅπου πτωχὸς καὶ ἡ μοῖρα του».

Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς παιδοποιίας, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ μόνον τῷ ἔλεγεν ὁ γείτονάς του ὁ κυρ-Γεώργης ὁ συνταξιοῦχος, ὅτι ἐπέτυχε, θέλων νὰ τὸν παρηγορήση παραπονούμενον, καὶ εἰς αὐτὸ ὁ Μιστόκλης ἔβλεπε τὴν φοβερὰν μοῖραν του, τοῦ πτωχοῦ τὴν μοῖραν, προαγγέλλουσαν αὐτῷ τὰς ἀποτυχίας του.

Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ ἐπρωτόπιασε ἐργασίαν, πρώτην φορὰν ἐλθὼν εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἐκ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου πελάγους, ἀπὸ τότε ἐφάνη, ὅτι οὔτε ἡ μοῖρα του ἐπῆρε μὲ καλὸ μάτι τὸν Μιστοκλήν, οὔτε ὁ Μιστόκλης τὴν μοῖραν του. Αὐτός, μικρὸς τῷ ἀνάστημᾳ ἀλλὰ καὶ ὑγιὴς τῷ σώματι καὶ εὐτραφὴς ὡς οὐρανόπεμπτος, ἐφάνη εἰς τὸν Γέροντα τοῦ Λυκαβητοῦ, ἕναν σκληροτράχηλον καὶ φιλάργυρον προεστῶτα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅστις «μὲ τὸ μέλι» κατ’ ἀρχὰς ὁμιλῶν, ἤρχισεν εἰς τὸ τέλος νὰ τὸν ποτίση ὄξος καὶ πικρὰν ἀλόην.

Γνωρίζων ὁ Μιστόκλης τὰ γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὑπηρέτει καλῶς ἐν τῷ ναΐσκῳ, συλλειτουργῶν τοὺς ἱερεῖς. Ἄλλ’ ὁ γέρων, βλέπων τὸ ἀνθηρὸν τῆς ὑγείας του, μετ’ ὀλίγον καιρὸν ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν νὰ περιέρχηται τὴν πόλιν μετὰ μεγάλου δισακκίου καὶ νὰ συνάζη ἐλέη τῶν χριστιανῶν διὰ τὸν Ἅγιον Γεώργιον. Εἰς τὸ χωρίον του, εἶνε ἀληθές, ὁ Μιστόκλης ἐξετέλει καὶ ἀγροτικὰς ἐργασίας ἀλλ’ εἶχεν ἔλθει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀποβλέπων εἰς στάδιον εὐγενέστερον. Διὰ τοῦτο, βαρέως ἔβλεπε τοὺς ὤμους του ἐξασθενίζοντας ἀπὸ τὸ ἀφόρητον ἄχθος τοῦ δισακκίου. Τότε κατὰ πρῶτον εἶδε καθ’ ὕπνους τὴν Μοῖραν του ὡς ἄγριον καὶ δυσαχθὲς γερόντιον, ἀπεσκληρωμένον καὶ πολιόν, νὰ θεωρῇ τὸν νεαρὸν νησιώτην ὡς τί μελιτωμένον πλακούντιον, ἕτοιμον εἰς βρῶσιν.

Ὑπέμεινεν ὅμως ὁ Μιστόκλης ὅλας τὰς βαρείας ὑπηρεσίας τοῦ βράχου, ἐλπίζων ἴσως διὰ τῆς ὑπακοῆς του καὶ ταπεινώσεως νὰ μαλάξη τὸν σκληρὸν γέροντα. Ἄλλ’ ἐκεῖνος τὴν ὑπακοὴν του ἐκείνην καὶ ταπείνωσιν ἐκλαβὼν ὡς ἠλιθιότητα, τῷ ἐπέβαλε νὰ λαξεύη τὸν βράχον τὸν ἀπρόσιτον καὶ νὰ κατασκευάζη μὲ τὴν γλυπτικὴν σμίλην βαθμίδας ἐπὶ τῆς ἀνωφεροῦς πέτρας, πρὸς εὔκολον ἀνάβασιν τῶν προσκυνητῶν καὶ ἕδρανα πρὸς ἀναψυχήν των.

Ἄλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη ἦτο λίαν ἐπαχθὴς· καὶ μετ’ ὀλίγα ἔτη ἐλάξευσε μὲν ὁ εὐτραφὴς Μιστόκλης τὸν ἀπορρῶγα βράχον, πλατείας ἰσοπεδώσας καὶ πεζούλια ὑψώσας καὶ δεξαμενὰς γλύψας διὰ τὸ βρόχινον ὕδωρ ἀλλὰ, συγχρόνως, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήση, ἐλάξευσε καὶ τὸ τρυφερὸν σῶμα του, καταντήσας μὲ δύο καλαμοειδῆ χεράκια καὶ δύο σκολιὰ ἀσθενῆ ποδαράκια καὶ μίαν ἄκρεων πλατίτσαν. Ἔκτοτε, ἡ Μοῖρα του, ἐμφανιζομένη σκληρά, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Γέροντος, κοντοῦ καὶ ἀπηνοῦς, πολιοῦ καὶ ἐχθίστου, μὲ πώγωνα βαθὺν καὶ ἐπανωφόριον ποδῆρες ρωσσικόν, συνετάραττε τὴν νυκτερινὴν ἀνάπαυσίν του· καὶ ἀποκαμὼν ἐπεθύμει τὴν κατάβασίν του πρὸς τὰ κάτω, ὅπου τῷ ἐφαίνετο, ὅτι θὰ εὕρισκεν ἀνάπαυσιν εἰς τὴν μαλακὰ, γύρω τοῦ βουνοῦ, ἀναπαυομένην πόλιν.

Ὅταν δὲ μίαν ἡμέραν, μὲ τὸ καῦμα, ἀχθοφορικῶς τοποθετῶν ὀγκώδεις λίθους, εἰς κατασκευὴν πεζουλιῶν, πρὸς συντήρησιν τῆς διαρρεούσης πάντοτε ἀπὸ τῶν ὄμβρων ὁδοῦ, εἶδεν αἴφνης νὰ κυλίση βράχος πρὸς τὴν ὑπώρειαν, μὲ ταχύτητα ἀκράτητον, ἠυχήθη νὰ ἐκύλιε καὶ αὐτός, χωρὶς ὁ ἑαυτός του, ὡς ἄλλος Σίσυφος, νὰ τὸν ἀναβιβάση πάλιν ἐπάνω. Κ’ ἐθάρρει, ὅτι δὲν θὰ ἐχάνετο εἰς μίαν πόλιν, τόσον μεγάλην καὶ τόσον φιλάνθρωπον, ὅπου καὶ πέντε ἀγαθοὶ νὰ ὑπῆρχον, θὰ ἔσωζον ὅλας τὰς ἄλλας μυριάδας, καὶ αὐτὸν μαζί.

Ὁ γλυκὺς αὐτὸς πόθος του δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐκπληρωθῇ, διότι μίαν ἄλλην ἡμέραν, φορτωμένος τὸ δισσάκιον τῶν ἐλεῶν, μὲ τὰ χονδρά του ράκη καὶ τὰ μεγάλα κρητικὰ ὑποδήματα, μὲ τὰ λεπτοκαμωμένα καὶ σκολιὰ ποδαράκια του, ἀναβαίνων τὸν ἑλικοειδή δρόμον, κατέπεσεν ἀπὸ τοῦ καύματος ὑπὸ τινά δροσερὰν πευκῶν συστάδα καὶ, ἀνακλιθείς, μὲ προσκέφαλον τὸ δισάκκιον, ἐβυθίσθη εἰς δροσερὸν ὕπνον καὶ ἐβράδυνε νὰ κομίση πρὸς τὸν Γέροντά του τὸ δισάκκιον μὲ τὰ ἐλέη, διαρπαγέντα, κατὰ τὸν ὕπνον του, ὑπὸ λωποδυτῶν. Τὴν νύκτα ἐκείνην, ὡς βαρὺς λίθος, ὁ Μιστόκλης ἐκύλισε τωόντι κάτω, πρὸς τὴν ὑπώρειαν, ἀποδιωχθεῖς ἀγρίως ὑπὸ τοῦ Γέροντος, αὐτὸς δὲ καμμίαν ὄρεξιν δὲν εἶχε πλέον νὰ γείνη Σίσυφος καὶ ν’ ἀναβιβάση πάλιν τὸν ἑαυτόν του ἐπάνω.

Τότε, πρῶτα-πρῶτα, ὁ Μιστόκλης ὡς ἔξυπνος ὅπου ἦτο, ἐπιθυμῶν νὰ ἐργασθῇ πλέον ἐν τῇ πόλει, τὴν ὁποίαν ὡς ὄνειρον ἔβλεπε πάντοτε ἀπὸ τὴν κορυφήν τοῦ Λυκαβητοῦ, νὰ δράση καὶ νὰ προοδεύση, ὡς ἔβλεπεν ἀπὸ τοῦ ὕψους ἐκείνου, ὅτι ἕδρα καὶ προώδευε κάτω τόσος κόσμος, ἐζήτησε κ’ εὗρε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ὁρισθεῖσαν τῷ ἀνθρώπῳ βοηθὸν καὶ σύντροφον ἐν τῷ βιωτικῷ ἀγῶνι καὶ ἦλθεν εἰς γάμον. Πλὴν ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, εἰς τὰ ὁποῖα προχείρως ἐπεδίδετο ἔκτοτε— τακτικὸν τί ἔργον δὲν εἶχεν ἐκμάθει— ὅλα τὸν ὡδήγουν ἀπὸ ἀτυχίας εἰς ἀτυχίαν. Τῷ ἐφαίνετο, ὅτι σὰν νὰ τὸν κατηράσθη ὁ Γέρων τοῦ Λυκαβητοῦ διὰ τὰ ἐλέη, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀφήρπασαν οἱ λωποδύται, καὶ πολλάκις τὸν ἔβλεπε καθ’ ὕπνον κατὰ πᾶσαν ἀποτυγχάνουσαν ἐργασίαν του, κοντόν, χονδρόν, μὲ λευκὸν μέχρι τοῦ στήθους φθάνοντα πώγωνα, μ’ ἕν χονδρὸν καὶ μακρὸν ἐπανωφόριον, ὡς ρωσσικὸν ἐπενδύτην, νὰ τῷ φωνάζη ἀγρίως:

Ὅπου φτωχὸς καὶ ἡ μοῖρα του! Ἐσύ μοῦ τά ‘φαγες τὰ πρόσφορα καὶ εἶπες, πὼς σοῦ τά ‘κλεψαν οἱ λωποδύτες!

Τὸν εἶδε τὸν Γέροντα, ὅταν τὸν ἐμπόδισεν ἡ ἐξουσία νὰ πωλῇ καπνὰ καὶ σιγαρέττα, ὁπού, ἐκέρδιζεν ἀρκετά, χωρὶς κανέναν κόπον, διότι εἶχε ψηφισθῇ τὸ μονοπώλιον. Κατόπιν τὸν ξαναεῖδε πάλιν, κοντὸν καὶ χονδρόν, κατάλευκον, μὲ τὸν ρωσσικὸν ἐπενδύτην του, ὅταν πωλῶν κουλουράκια ζαχαρένια, ὅπου τά ἐζήμωνεν ἡ γυναῖκα του, ἐκέρδιζεν ἱκανὰς δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ ὄνειρον, ἐγέμισεν ἡ Ἀθήνα ἀπὸ κουλουροπώλας καὶ ἔκαμε λογαριασμὸν, ὅτι τὰ πωλούμενα κουλούρια ἀναλογοῦσαν δέκα πρὸς ἕκαστον Ἀθήναιον. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ προκόψη κανένας! ἔλεγεν ἀγανακτῶν ὁ Μιστόκλης.

Ἀμυδρῶς ἐνθυμεῖτο, ὅτι τὸν εἶδε, τὸν φοβερὸν Γέροντα, ἄγριον ὡς λύκον, καὶ ὅταν ἡ γυναῖκα του ἐγέννησε τὸ πρῶτον τέκνον των· καὶ τῷ ἐφάνη, ὅτι καὶ τότε εἶπεν εἰς τὸν Μιστόκλην ὁ Γέρων: Ὅπου φτωχὸς καὶ ἡ μοῖρα του!

Καλά-καλὰ δὲν τὴν ἐβεβαίωνε ταύτην τὴν ὀπτασίαν ἀλλὰ τὸ νὰ ἀποκτᾶ κατ’ ἔτος καὶ ἀπὸ ἕν παιδίον, τοῦτο βεβαίως δὲν ἦτο πλουσίου ριζικόν, ἐσκέπετο ὁ Μιστόκλης. Καὶ ὅταν ὁ Μιστόκλης πάλιν μὲ τὴν βούρτσαν του ἐπ’ ὤμων, μὲ τὸν τενεκὲ τῶν χρωμάτων παρὰ πόδας, εἰς μάτην ἀνέμενε παρὰ τὴν Νέαν Ἀγοράν, ὡς σουβατζής, νὰ προσληφθῇ εἰς καμμίαν ἐργασίαν, ὑποχρεωμένος ἐκεῖ ν’ ἀπαριθμῆ τοὺς ὀψοπώλας καὶ τοὺς κομίζοντας πλήρεις ὀψωνίων τοὺς καλάθους εἰς τὰς οἰκίας τῶν εὐδαιμόνων ἀστῶν, ἔλεγε:
‘Σ πολλὰ ἔτη, ποὺ ξενοπλένει ἡ γυναῖκα μου καὶ βγάζουμε τὸ ψωμάκι.

Εἰς τὰς δεινὰς τότε στενοχωρίας του, ἐσυλλογίζετο τὴν πρώτην του ἐργασίαν καὶ τῷ ἤρχετο σκέψις ν’ ἀναβῇ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον, νὰ βάλη μετάνοιαν εἰς τὸν Γέροντα καὶ νὰ ζητήση συγχώρησιν ἀπὸ τὴν Μοῖραν του. Φοβεραὶ τῆς στενοχωρίας του παρετείνοντο αἱ νύκτες τότε. Παρὰ τὸν μέγαν πύραυνον, ἐν τῇ ρυπαρᾷ αὐλῇ τῆς κατοικίας των, παρὰ τὴν Βλασταροῦν, ἡ γυναῖκα του προσεπάθει νὰ μπουγαδιάση, ρίπτουσα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ βραστὸν νερὸν εἰς τὴν βαθεῖαν τῆς μπουγάδας κόφαν. Τὰ παιδία των ὡς γατάκια ἐκοιμῶντο εἰς μίαν ψάθαν ἐπάνω, ὅλα μαζί, μία τουφίτσα σὰν ὀρφανά. Ὁ Μιστόκλης, στηρίζων τὴν καθαρὰν ἀπὸ τῆς ἀργίας βούρτζαν του ἐπὶ τοῦ τοίχου καὶ καθήμενος εἶτα ἐπὶ τοῦ κενοῦ τενεκὲ τῶν χρωμάτων, ἔβλεπε τὴν βασανιζομένην γυναῖκα του. Ἔβλεπε τὰ κοιμώμενα παιδία ἐπί τῆς ψάθης, ὡς νὰ ἦσαν ἐγκαταλελειμμένοι νεοσσοί, ἔβλεπε καὶ τὴν βεβαρημένην τῆς μητρὸς κοιλίαν καὶ διελογίζετο, ἂν δὲν ἦτο καλλίτερος ὁ πρῶτος ἀχθοφορικὸς ἐκεῖνος βίος του, ὅτε κάθιδρως καὶ ἀσθμαίνων ἀναβίβαζεν ἐπί τοῦ Λυκαβητοῦ τὸ δισάκκιον τῶν ἐλεῶν.

Τότε ἕν δισάκκιον εἶχε μόνον ἀλλὰ τώρα ἔχει τρία παιδιὰ καὶ μίαν γυναῖκα γαλακτοτροφοῦσαν καὶ συνάμα ἔγκυον. Τότε ἦτο ἐλεύθερος νὰ τὸ κάμη ὅ,τι ἤθελε τὸ δισάκκιον ἐκεῖνο, ὅπως ποτὲ τὸ ἔκαμε καὶ προσκέφαλον. Ἦτο ἐλεύθερος νὰ τὸ ρίψη κάτω ἀπὸ τῶν ἀσθενικῶν του ὤμων, ὅπως καὶ τὸ ἔρριψε, διότι ἦτο ἄψυχον καὶ ἄπνουν δισάκκιον. Ἀλλὰ τὸ δισάκκιον αὐτὸ τὸ ζωντανόν, τὸ ἔμψυχον, ποὺ φέρει ἤδη εἰς τὴν ἀδύνατον καὶ λαξευμένην πλατίτσαν του; Τὸ κλαῖον πολλάκις καὶ πολλάκις γελῶν, τὸ ἐκφράζον πόθους καὶ ὀρέξεις, πεῖναν καὶ δίψαν, γυμνότητα καὶ στέρησιν; Τὸ δισάκκιον τὸ πλῆρες ὀνείρων καὶ σχεδίων, τὸ πεπληρωμένον ὄχι ἐλέων διὰ τὸν Ἅγιον Γεώργιον ἀλλὰ ὑπάρξεων τόσων διὰ τὸν κόσμον; Ὑπάρξεων, αἵτινες ἔχουν χαράν, ὑπάρξεων, αἵτινες ἔχουν λύπην; Οὔτε νὰ τὸ ρίψη πλέον κάτω ἠμποροῦσεν ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὡς προσκέφαλον.

Καὶ πόσας ἀπολαύσεις εἶχεν ἐκεῖνος ὁ βίος, ὅστις τότε τῷ ἐφαίνετο βαρὺς καὶ μοχθηρός. Τὴν ἄνoιξιν ὁ κωνοειδὴς εὔμορφος λόφος, ὁ ἄγονος τὸ θέρος καὶ κατάξηρος, ἦτο παγκάλως ἐστολισμένος, ζωγραφισμένος μὲ τόσα ἀγριολούλουδα, κ’ εὐωδίαζεν ὅλος ὁ βουνὸς ἀπὸ τὴν νέαν τοῦ θύμου βλάστησιν. Πατῶν εἰς τὴν καταπρασίνην ἐκείνην λόχμην καὶ διὰ μέσου τῶν τερπνῶν πεύκων ἀναβαίνων τὴν βουστροφικὴν ὁδόν του ὁ Μιστόκλης, ἀσθμαίνων ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ δισακκίου, ἵστατο κατὰ δεκάδας βημάτων νὰ ἴδη πότε μὲν τὰ γλαυκὰ τοῦ Σαρωνικοῦ νερὰ καὶ πότε τοὺς θαλεροὺς ἀμπελῶνας τοῦ Γουδίου. Ἀπέθετε τότε τὸ δισάκκιον ν’ ἀνασάνη ὀλίγον καὶ ἀνέπνεε τὴν εὐώδη τῆς ἀνοίξεως δρόσον, ἁγνὴν καὶ ἀθάνατον, ἐνῶ δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις, ὡς ἀπὸ τέλματος, ἐκάλυπτον κάτω τὴν πόλιν. Καὶ πάλιν ἀνελάμβανε τὸ δισάκκιον καὶ ἀνέβαινε· καὶ πάλιν ἵστατο διελθὼν ἤδη τὰς εὐσκίους ὑπωρείας καὶ ἀναβαίνων τὸν ἀπρόσιτον τῆς κορυφῆς βράχον μὲ τὰς ἑλικοειδεῖς ὑπ’ αὐτοῦ λοξευθείσας καμπάς του, ἐστεφανωμένας μὲ στέμματα χλοερὰ μαργαριτῶν καὶ αἱμοχρόων μυκώνων.

Κ’ ἐνθυμεῖτο τώρα ὁ Μιστόκλης ἐκεῖνο τὸ τερπνὸν πανόραμα, ὅπερ ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἐκαμάρωνε κάθε πρωΐαν ἀναμένων εἰς τὰς ἐπάλξεις τοῦ βράχου, νὰ ἴδη ἂν ἔρχωνται προσκυνηταὶ νὰ κρούση τὸν κώδωνα. Ἡπλοῦτο γύρω-γύρω ἡ πόλις λευκή, κατάλευκος, μὲ τοὺς ναούς της καὶ τὰ παλάτια της, μὲ τὰς πλατείας της καὶ τὰ καθαρὰ τετράγωνα τῶν νέων συνοικισμῶν. Τί ἂν ἵδρωνε νὰ λοξεύση μίαν βαθμίδα ἢ νὰ κομίση τὸ βαρὺ δισάκκιον; Κατόπιν ἦτο ἐλεύθερος— τῷ ἐφαίνετο τώρα— νὰ χαίνη πρὸς τὸν εὐώδη τοῦ ὕψους ἐκείνου ἀέρα….

Ἐτοποθέτησεν ὅμως τὰς εἰκόνας ὅλας εἰς τρεῖς μικράς κασσίτσας. Ἔθεσεν ἐντὸς καλάθου τὰ ἐφόδια τοῦ ταξειδίου, εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκα του νὰ ἐτοιμάση μίαν γουνίτσαν μ’ ἕν κυλιμάκι μαζί, καὶ ἡτοιμάζετο, ἀφοῦ κοιμηθῇ ὀλίγον καὶ ξεκουρασθῇ, νὰ ἐξέλθη καὶ μισθώση ἀχθοφόρον, ἵνα μεταφέρη τὰ πράγματα εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, εἰς Μοναστηράκι. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, θ’ ἀνεχώρει τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον διὰ τὴν πανήγυριν τῆς Τήνου.

Τὸ βρέφος, τὸ νήπιον, ἐκοιμᾶτο πρὸ μικροῦ θηλάσαν. Τὰ τρία ἄλλα παιδία, βαστάζοντα ἀνὰ ἕν τεμάχιον ἄρτου, ἀνεπιμέλητα, ἐβύθιζον αὐτὸ εἰς τοὺς ρύπους τῆς αὐλῆς καὶ εἶτα τὸ ἔτρωγον. Ἡ σύζυγός του, πρὸς νέαν πλύσιν ἑτοιμαζομένη, παρεπονεῖτο, ὅτι ἠσθάνετο ἀδιαθεσίαν καὶ κόπωσιν ἀφόρητον. Θὰ κρύωσες, εἶπεν ὁ Μιστόκλης, γιατί ἐψές, κατάλαβες, φυσοῦσε μπονέντες. Εἶπε καὶ ἔγυρεν ἐκεῖ παρὰ τὴν πυρὰν τῆς καμίνου τῆς πλύσεως, τυλιχθείς μ’ ἕν παλαιὸν ράκος.

Ἡ σύζυγός του ἤρχισε τὴν πλύσιν, κύπτουσα μὲ ὅλον τὸ βάρος της, παρὰ τὴν μεγάλην καὶ κτιστὴν ἐκεῖ σκάφην τοῦ πλυντηρίου, ὅτε μετὰ μικρόν, σὰν νὰ ἠσθάνθη ὀδυνηρὸν πόνον κ’ ἔβαλε κραυγήν. Ὁ Μιστόκλης, καθεύδων ἕως τότε, ἐξηγέρθη αἴφνης ἔντρομος καὶ διηγεῖτο εἰς τὴν σύζυγόν του, ὅτι ὁ Γέρων τοῦ Λυκαβηττοῦ φοβερὸς καὶ ἀπάνθρωπος, μὲ τὸν βαθὺν λευκὸν τοῦ πώγωνα καὶ τὸν ποδήρη ρωσσικὸν ἐπενδύτην του, ἐνεφανίσθη πάλιν, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκύτταξε βλοσσυρῶς ἐκραύγασεν: Ὅπου φτωχὸς καὶ ἡ Μοῖρα του.

Ἄλλ’ ἕως οὐ ἀποτελειώση τὸ ὄνειρόν του ὁ Μιστόκλης, ἐπῆλθον εἰς τὴν σύζυγόν του αἱ ὠδίνες τοῦ τοκετοῦ· καὶ τότε ὁ πτωχός, ἀντὶ νὰ φροντίση διὰ τὴν ἀναχώρησίν του, μετέβη νὰ καλέση τὴν μαῖαν. Δὲν ἠδύνατο πλέον ν’ ἀναχωρήση εἰς Τῆνον, αἱ δὲ εἰκόνες του ἔμειναν κεκλεισμένοι μέσα εἰς τὰς τρεῖς κασσίτσας. Ὅτε δὲ κατόπιν ἐκλαυθμήριζε τὸ ἀρτιγέννητον βρέφος γοερῶς, ὁ Μιστόκλης ὁ Κοντούλης, ἵνα διευκολύνη τὴν λεχὼ καὶ ἀποκοιμηθῇ ὀλίγον, βαστάζων αὐτὸ εἰς τὰς ἀγκάλας του, ἐπανελάμβανε θρηνωδῶς: Κλάψε, καϋμένο, κλάψε! Ὅπου φτωχὸς καὶ ἡ Μοῖρα του!

Ἐνῶ αἱ εἰκονίτσες του, μέσα εἰς τὶς τρεῖς κασσίτσες κλεισμένες σιωπηλαὶ καὶ ἀκίνητοι, οὔτε ἔτριζον κἂν ἐξ οἰκτιρμοῦ…

Από την συλλογή: Τα Βακουφικά. 1901.

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.