Η αρετή της κατανόησης – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Ο γέρο – Δανιήλ τους πρότεινε να βρουν ένα γεροντάκι και να υποταχτούν σε αυτό. Να το γηροκομήσουν και μετά να κάνουν το πρόγραμμά τους. Βλέπεις η υπακοή είναι η βάση. Πάνω εκεί μετά κτίζεις ό,τι θέλει ο Θεός. Έτσι έκαναν. Πήγαν και υποτάχθηκαν στο γέρο – Εφραίμ τον απλό και τον Ιωσήφ τον αγαθό. Αυτοί ήταν συγγενείς, αδέλφια ήταν και είχαν σαν εργόχειρο τα βαρέλια. Κουβαλούσαν τα γεροντάκια αυτά μεγάλη κληρονομιά. Ήταν υποταχτικοί του λόγιου και αγίου γέροντα Νικοδήμου. Είχαν εκεί την ελευθερία τα παιδιά για τα πνευματικά τους. Κάθε βράδυ αγρυπνία και νοερά προσευχή.

Ζούσε ο γέρο – Εφραίμ, όταν ανέβηκαν για περισσότερη ησυχία στον Άγιο Βασίλειο. Είχε κατανόηση ο γέρο – Εφραίμ. Η κατανόηση είναι αρετή και δείχνει, να πούμε, πνευματική κατάσταση. Ένιωσε ο παππούς την επιθυμία των παιδιών για περισσότερη άσκηση και ησυχία. Κατανόηση σημαίνει ταπείνωση, γιατί βλέπεις, υπολογίζεις, μετράς αυτό που αισθάνεται ο άλλος και αφήνεις το δικό σου. Ταπείνωση και υπακοή, κρύβονται μέσα στην κατανόηση.

Η αδικία της γης… Δικαιοσύνη του ουρανού.

Να σας πω και κάτι άλλο από το γέρο – Εφραίμ. Είχε υψηλή, τρόπον τινά, κατάσταση αγαθότητος, η οποία αποκαλύπτει το μέτρο της καθαρότητος. Πήγαιναν, λοιπόν, στον παππού πολλοί και τον εκμεταλλεύονταν. Τους έφτιαχνε ένα βαρέλι που έκανε τότες χίλιες δραχμές. Του έδιναν, λοιπόν πενήντα δραχμές και τον ρωτούσαν:

«Είναι εντάξει, γέρο – Εφραίμ; Φτάνουν αυτά;».

«Φτάνουν, παιδί μου. Είναι καλά, πολύ καλά. Σε ευχαριστώ πολύ».

Αυτή η αγαθότητα του γέροντος ήταν ένας άλλος λόγος για να φύγουν. Εάν έμεναν θα πέθαινε από υπερκόπωση. Την αγαθότητα τη θεωρούμε, τρόπον τινά, ηλιθιότητα. Είναι όμως; Μου έλεγε ο π. Αρσένιος ένα γεγονός. Πολλές φορές μου το είπε και ο παπά – Χαράλαμπος. Πήγε κάποτε ο γέροντας μιας καλύβης. Ζήτησε από ένα ξυλογλύπτη να του φτιάξει ένα τέμπλο. Αυτός του ζήτησε είκοσι χρυσές λίρες. Τότες είχαν μεγάλη αξία. Ήταν περιουσία ολόκληρη. Έτσι πήγε στον αγαθό γέρο – Εφραίμ.

«Μπορείς, π. Εφραίμ, να μου φτιάξεις το τέμπλο;»

«Να ‘ναι ευλογημένο, γέροντα. Με την ευχή σου μπορώ».

Όταν η εργασία τελείωσε, ο γέροντας του έδωσε δύο λίρες.
«Είσαι ευχαριστημένος, γέρο – Εφραίμ;» τον ρώτησε.
«Πολύ, γέροντά μου. την ευχή σου να έχω».

Ο π. Αρσένιος μόλις το άκουσε έγινε Τούρκος. Πάει και στο γέρο – Ιωσήφ με σύγχυση και πίκρα. Τον έπνιγε βλέπεις η αδικία.
«Μα να τον κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια του και να μη βγάζει άχνα;».

Φώναξαν τον παππού να του παραπονεθούν για το άδικο.
«Καλά, βρε παιδιά, αν τα πληρωθούμε όλα εδώ, τί θα μείνει για εκεί», είπε και έδειξε τον ουρανό.
Αυτό που έλεγε δεν ήταν λόγια. Το πίστευε. Μετά την κοίμησή του, τον είδε ο π. Αρσένιος μέσα σε φως, μέσα σε δόξα, μέσα με μία, τρόπον τινά, ωραιότητα. Καθόταν έξω από ένα εκκλησάκι και το πρόσωπό του ακτινοβολούσε από τη Χάρη.

«Γέροντα, τί κάνεις; Τί όμορφο εκκλησάκι είναι αυτό;».
«Είμαι πολύ καλά. Αυτό το εκκλησάκι μου το έδωσε ο Χριστός μας. Είναι για το τέμπλο που δεν πληρώθηκα. Θυμάσαι που στο έλεγα;».

Έτσι είναι αυτά. Όταν αδικεί η γη, δικαιώνει ο ουρανός.

Η αναχώρηση της σωτηρίας.

Όταν εκοιμήθη ο γέροντάς τους, τα άφησαν όλα. Το καλοκαίρι ως αναχωρητές γύριζαν από σπηλιά σε σπηλιά και το χειμώνα επέστρεφαν στο καλύβι τους μέχρι το Πάσχα. Φορούσαν ένα ρωσικό ράσο με γούνα από μέσα και το έκαναν στρώμα για να κοιμηθούν σε σπηλιές, σε λαγκάδια, κάτω από δέντρα, όπου έβρισκαν. Ένα ντορβά στην πλάτη για να βάζουν μέσα το παξιμάδι και ένα κατσαρολάκι για να βράζουν τα χόρτα που μάζευαν. Τίποτα δεν είχαν και ήταν ευχαριστημένοι σαν να ήταν όλος ο κόσμος δικός τους. Σαράντα χρόνια ήταν ανυπόδυτοι. Ποιός να το περίμενε ότι μετά τους παλαιούς αναχωρητές, μετά τον Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη, θα υπάρχουν μαθητές τους στη σκληρή άσκηση της αναχώρησης. Μακάρι να είμαστε και εμείς, τρόπον τινά, αναχωρητές».

«Πώς, γέροντα, να αφήσουμε τη δουλειά μας, το σπιτικό μας, τα παιδιά μας;», είπε ο Θόδωρος.

«Όχι, μανάρι μου, όχι! Να αναχωρούμε από πονηρούς λογισμούς. Άμα δεν σε αφήνει ο λογισμός, άστον εσύ. Άμα δε φεύγει, φύγε εσύ. Να αναχωρούμε από την αμαρτία. Βγάζεις το εισιτήριο της μετάνοιας και φεύγεις από την αμαρτία. Να αναχωρούμε από τη μνησικακία, τη χαιρεκακία, το φθόνο. Να τραβάμε το δρόμο της αγάπης, της καταλλαγής, το δρόμο του Χριστού. Όχι ένα και δύο, αλλά οκτώ ολόκληρα χρόνια ασκήθηκαν με τον τρόπο αυτό ο γέροντας Ιωσήφ και ο π. Αρσένιος.

Στη ζυγαριά της υπακοής.

Αυτή η ευλογημένη, η χαριτωμένη μορφή ο π. Αρσένιος! Αυτοί οι δύο γνωρίστηκαν πρώτα στην κορυφή της Μεταμόρφωσης, στο ύψος της Χάριτος και μετά στην υπακοή που έκαμαν στο γέρο – Εφραίμ. Στην υπακοή, παιδί μου, γνωρίζεις τον άνθρωπο. Εκεί τον ζυγίζεις. Βλέπεις αυτό που πραγματικά είναι. Διακρίνεις τις λεπτομέρειες του χαρακτήρα του, του αληθινού προσώπου του.

Μετά την κοίμηση του γέροντά τους, ο π. Αρσένιος υποτάχθηκε στον π. Ιωσήφ. Ήταν μεγαλύτερός του στην ηλικία και στην καλογερική. Όμως αυτά η ταπείνωση δεν τα υπολογίζει. Παράδοση του Άθωνος, γέροντας να γίνεται ο μεγαλύτερος. Ο π. Αρσένιος είπε στο λογισμό: «όχι ο μεγαλύτερος, αλλά ο ικανότερος, ο αγιότερος, ο καλύτερος». Μέσα στην υπακοή του Αρσενίου ο γέρο – Ιωσήφ είδε την ταπείνωσή του. Μέσα στην υπακοή του Ιωσήφ ο γέρο –Αρσένιος είδε τα χαρίσματά του. Έτσι συνδέθηκαν και συμπορεύτηκαν. Όταν αργότερα ήρθαν κι άλλοι στη συνοδεία, η λεπτότητα του γέρο – Ιωσήφ αποκαλούσε τον Αρσένιο αδελφό και όχι τέκνο, όπως τα νεότερα παιδιά.

Θα σας πω κάτι μικρό, άλλωστε, από τα μικρά φαίνονται τα βαθιά και τα μεγάλα. Είχαν ακούσει τότες, για τον Όσιο Σιλουανό. Για την αρετή του, για την προσευχή του, για τους ποταμούς των δακρύων του. Λέει ο γέρο – Ιωσήφ: «π. Αρσένιε, δεν πάμε να γνωρίσουμε αυτόν τον άνθρωπο, πριν φύγει για τον ουρανό;».

«Όχι, γέροντά μου, πού να τρέχουμε τώρα. Αν είναι ευλογημένο, άστο για άλλη φορά».

Δεν ήθελε ο π. Αρσένιος να τον γνωρίσει; Αν ήθελε λέει! Ποιός ήταν ο λόγος της αναβολής; Ο γέρο Ιωσήφ δε γνώριζε ρωσικά. Ξέρετε, ο όσιος Σιλουανός ήταν Ρώσος. Ο π. Αρσένιος γνώριζε τα ρωσικά από τα γεννοφάσκια του. Οπότε θα έπρεπε εκείνος να μιλά, να συνεννοείται και να εξηγεί και ο γέροντας να κάθεται στην άκρη και να ακούει. Έεε, τα άντεχε αυτό ο π. Αρσένιος; Έλεγε αργότερα σε μας: «Γινόταν αυτό; Εγώ να μιλώ σα γέροντας και ο γέροντας να σιωπά σαν υποτακτικός;» τέτοια λεπτότητα, τέτοια διάκριση και τόση αγάπη είχαν μεταξύ τους, αυτοί οι άνθρωποι του Θεού. Γι’ αυτό και εγώ πολλές φορές λέω: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων Ιωσήφ και Αρσενίου…».

Στόμα κλειστό, ανοιχτή καρδιά.

«Γέροντα, είχε πολλούς υποτακτικούς ο γέρο – Ιωσήφ;», τον ρώτησε ο π. Προκόπιος. «Πολλοί ήρθαν, λίγοι έμειναν. Ήταν δύσκολο το πρόγραμμά τους το καλογερικό. Αγρυπνία καθημερινή. Τη νύχτα μέρα την έκαναν. Νοερά προσευχή επτά – οκτώ ώρες. Ξέρετε τί σημαίνει αυτό; Ο νους μες στην καρδιά. Η καρδιά στο σταυρό. Να καίγεσαι ολόκληρος από έρωτα θείο. Και να φωνάζεις: «Χριστέ μου, σαν κεράκι θα λιώσω» και μετά να λες «άλλο λίγο και ας λιώσω». Ο μακαριστός πολλές φορές μας φώναζε: «Μη χάνεστε, μην ξεχνιέστε. Εδώ, εδώ. Κρατήστε την ευχή. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή η νηστεία γινόταν αυστηρότερη. Ενθυμούμαι κάτι πιατάκια, μη σας πω λίγο πιο μεγάλα από αυτά του καφέ ότι ήταν. Έβαζαν μερικές μπουκιές, χωρίς ψωμί. Πού να χορτάσεις. Έκαναν και εγκράτεια στα λόγια. Με το γέρο – Αρσένιο τις καθημερινές της Σαρακοστής δεν μιλούσαν, μόνο προσεύχονταν. Μιλούσαν από τον εσπερινό του Σαββάτου μέχρι το Απόδειπνο της Κυριακής.

Όταν ταξίδευαν κάθονταν μακριά ο ένας από τον άλλο, και στο μοτόρι ακόμα, για να προσεύχονται. Καμιά φορά ο π. Αρσένιος ντρεπόταν, όταν συναντούσε κάποιον στο δρόμο και του μιλούσε. Μετά ο γέροντας τον έλεγχε με τρόπο διακριτικό: «Τί έγινε π. Αρσένιε; Έμαθες νέα από την κουβεντούλα που έπιασες; Εντάξει, τον εξομολόγησες; Κάνει για παπάς ή για δεσπότης;….». Πάντως, ήταν αληθινοί αθλητές, γενναίοι αγωνιστές, καλόγεροι της πρώτης γραμμής. Έτσι ήταν. Το κεφάλι κάτω, ψηλά η ψυχή. Το στόμα κλειστό, ανοιχτή η καρδιά. Έτσι είναι αυτά.

Του δέντρου οι καρποί.

Ήρθαν, όμως, παιδιά που το ‘λεγε η καρδούλα τους. Παλληκάρια που ψήλωσαν πνευματικά σαν τα κυπαρίσσια, μέσα στην εμπειρία του αγίου γέροντος. Ήρθε ο αδελφός του γέροντα ο π. Αθανάσιος. Φιλακόλουθος, φιλόπονος, πράος, καταδεκτικός. Έψαλλε ωραία. Δεν γνώριζε μουσικά. Η ευλάβειά του και η κατάνυξή του ήταν οι δάσκαλοί του στην ψαλτική. Εκοιμήθη στου Φιλοθέου το μοναστήρι. Έχει χρόνια τώρα.

Ήταν και ο π. Εφραίμ της Φιλοθέου ο ηγούμενος. Ήταν ο μικρούλης μας. «Βαβούλη» του φώναζα και εκείνος γελούσε, χαιρόταν με την ψυχή του. Αυτός πήρε τον σπόρο από το Άγιον Όρος να τον σπείρει στην Αμερική. Ξέρεις τί έδαφος πνευματικό έχει εκεί; Σκληρό σαν τα βράχια των Κατουνακίων. Αλλά ο π. Εφραίμ ήταν το παιδί της υπακοής και πήρε την ευχή του γέροντα. Ξέρετε τί είναι η ευχή του γέροντα; Δυναμίτης. Με την ευχή του γέρο – Ιωσήφ «έσπασε» τα βράχια και με την προσευχή του έσπειρε το Ευαγγέλιο και τσουπ – τσουπ φυτρώνουν τα μοναστηράκια το ένα μετά το άλλο. Ήταν και ο παπά – Χαράλαμπος του Διονυσίου. Πάω να εξομολογηθώ στο πετραχήλι του και αφού μου διαβάζει την ευχή, βγάζει το πετραχήλι μου το φορά και γονατίζει. Τέτοια ταπεινή ψυχή είναι ο παπά – Χαράλαμπος. Ήταν ο γέρο – Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός. Είδες συνοδεία ο γέροντας; Κατά το δέντρο και οι καρποί.

Μη νομίζετε ότι ο γέροντας έπαιρνε υποτακτικούς άμα δεν του το έλεγε ο Θεός. Περίμενε πληροφορία, μήνυμα από τη Χάρη. Βέβαια. Δεν κοίταζε αν κάνει ο υποτακτικός στο δικό του θέλημα. Αν έχει τρόπους. Αν ξέρει γράμματα. Όχι, τον ενδιέφερε αν θέλει ο Θεός. Με τον Εφραίμ να δείτε. Έστειλε ο γέροντας τον π. Αρσένιο στο λιμανάκι της Αγίας Άννης. Εκεί περίμενε. Μόλις έδεσε το καραβάκι, φώναξε το παιδί με το όνομά του. Εκείνο τα έχασε. «Έλα μη φοβάσαι, χθες το βράδυ ήρθε ο Τίμιος Πρόδρομος και είπε στο γέροντά μας: «Αύριο σου στέλνω ένα προβατάκι».

Τον π. Χαράλαμπο ο γέροντας τον δοκίμασε, τον «έψησε» όπως ο Μέγας Αντώνιος τον Αββά Παύλο τον Απλού. Βλέπεις άμα δεν σε πληροφορήσει ο Θεός, θα σου μιλήσει η δοκιμασία. Σου λέει καμιά φορά: «Μην τα θες όλα έτοιμα, εγώ σε φωτίζω και εσύ πάρε την ευθύνη της απόφασης». Αυτός είναι ο λόγος της δοκιμασίας. Εσύ υπομένεις, ταπεινώνεσαι και μέσα στην ταπείνωση ακούς τη φωνή του Θεού και βλέπεις το θέλημά Του.

Το διψασμένο ελαφάκι.

Πρώτη φορά που συνάντησα το γέροντα, ήταν στο Γενέθλιο του Προδρόμου, στον Άγιο Βασίλειο. Με πήρε μαζί του ο π. Νικηφόρος που πήγαινε να τους λειτουργήσει. Εγώ δεν ήμουν ακόμη παπάς. Μετά τη Λειτουργία καθίσαμε. Πού να σηκώσω τα μάτια μου στο γέροντα. Πού να μιλήσω. Στόμα είχα και μιλιά δεν είχα. Βλέπω σήμερα και μπερδεύομαι. Ποιος είναι ο υποτακτικός και ποιος ο γέροντας.

Γυρίζει ο γέροντας στον π. Νικηφόρο και λέει: «Κάνει υπακοή ο Εφραίμ;». Είδες, δε ρώτησε εμένα, τί κάνεις, πώς είσαι. Το γέροντά μου ρώτησε. Είχαν σεβασμό ο ένας γέροντας στον άλλον, ήξεραν να τιμούν. Μου ήρθε να πέσω στα γόνατα, να του φιλήσω τα ποδάρια του. Τέτοιον λόγο δεν είχα ακούσει. Όλοι ρωτούσαν: «Είναι εργατικός;». «Πώς τα πάει με το εργόχειρο;». «Κόβει το μυαλό του;». Μα ο γέρο – Ιωσήφ τί ρώτησε; Κάνει υπακοή; Δηλαδή, είναι καλόγερος ο Εφραίμ; Αυτό ρώτησε. Αυτό τον ενδιέφερε. Έξυπνοι, εργατικοί, δυνατοί είναι και οι κοσμικοί. Υπακοή, όμως, κάνουν οι ταπεινοί. Αυτοί είναι οι εργάτες να πούμε του πνεύματος, της αρετής και της προσευχής.

Έτσι γνωριστήκαμε στην υπακοή. Εγώ είδα το γέροντα που μπορεί να σε οδηγήσει και εκείνος τον μαθητή που διψά να μάθει. Όλα είναι δικά του. Εκείνος μας έμαθε, μας έδειξε, μας δίδαξε. Μη φανταστείτε ότι ο γέροντας ήταν κανένας κοιμισμένος. Ήταν έξυπνος, τολμηρός, δυναμικός, άνθρωπος με νεύρο. Άρχοντας. Ικανός να χειρίζεται καταστάσεις και να κρατά ισορροπίες. Όλα αυτά ήταν του χαρακτήρα του, τον φώτιζε και η Χάρις και ήταν οδηγός απλανής. Αισθανόσουν μια, τρόπον τινά, πνευματική ασφάλεια δίπλα του. Αυτός ο άνθρωπος όλη την δύναμή του, όλη του την εξυπνάδα την έριξε στην καλογερική. Έτσι πολέμησε τον εχθρό, έτσι γεύτηκε τον Χριστό.

Όταν χειροτονήθηκα, με κάλεσε να τους λειτουργήσω. Μετά τη Λειτουργία του λέω: «Γέροντα, να σου πω ένα λογισμό;» Ήθελα να πιάσω κουβέντα μαζί του. Ένιωθα ότι ο γέροντας ήταν ψηλά. Σας το λέω. Κανέναν άνθρωπο δεν αγάπησα τόσο πολύ. Όσο τον αγαπούσα, τον φοβόμουν. Πώς να το πω. Δέος, σεβασμό ένιωθα. Όπως ο Απόστολος Πέτρος ένιωσε δέος, όταν μπήκε στη βαρκούλα του ο Κύριος, έτσι και εγώ, όταν μπήκε στη ζωή μου ο γέρο – Ιωσήφ. Όταν πλησίαζες το γέρο – Ιωσήφ, ήταν σα να μπαίνεις στο ιερό βήμα. Μύριζες την παρουσία του Θεού.

Μου είπε ο γέροντας να ανέβω κάποιο βράδυ. Κάθισα και περίμενα πέντε ώρες. Τα δάκρυα δεν μπορούσα να τα σταματήσω. Τέτοια κατάνυξη. Έτσι με βρήκε ο π. Αθανάσιος που τον έστειλε ο γέροντας. Του τα είπα όλα. Όλες τις καταστάσεις που ζούσα, αλλά κανείς δεν μπορούσε να με κατευθύνει. Τότε ο γέροντας μου είπε: «Εσύ έψαχνες εμένα κι εγώ εσένα». Έτσι ήταν. Ο Θεός τον έστειλε και φώτισε και τον π. Νικηφόρο να μην έχει αντιρρήσεις. Κι αυτό του Θεού ήταν. Όπως η Αγία Φωτεινή έτρεξε φωνάζοντας πως βρήκε το Χριστό. Όπως ο Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος έλεγε πως βρήκε το Μεσσία. Έτσι και εγώ με τέτοια χαρά φώναζα πως βρήκα γέροντα. Πώς δεν φοβάμαι την πλάνη. Άνοιξε η καρδιά μου για το γέροντα και οι δρόμοι μου. Τέσσερις φορές την εβδομάδα ανέβαινα στον Άγιο Βασίλειο. Εκείνος μου έδειξε και την προσευχή. Άφησα ό,τι είχα βρει μόνος μου και ξεκίνησα την ευχή. Καλά και τα άλλα, όμως είναι άλλο το αεροπλάνο, τρόπον τινά, και άλλο το διαστημόπλοιο.

Αφού συνδέθηκα με το γέροντα και γνώρισα τους πατέρες, μου έλεγαν ότι όταν με πρωτοείδε ο γέρο – Ιωσήφ τους είπε: «Βρε, αυτό είναι ένα διψασμένο ελαφάκι και νερό δε του δίνουν να πιεί. Βοήθεια θέλει το καλογέρι, αλλά πώς να μπεις σε ξένα χωράφια».

Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λειτουργικά, εορτολογικά, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.