1.Την άλλη μέρα ο Πέτρος βγήκε πιο πρωί και βλέποντας τον Σίμωνα, με άλλους πολλούς, να τον περιμένει, αφού χαιρέτησε το πλήθος άρχισε να μιλάει. Μόλις όμως άρχισε διακόπτοντάς τον ο Σίμωνας είπε˙ Αφήνοντας τους μακρούς προλόγους σου, απάντησέ μου στο θέμα για το οποίο σε ρώτησα. Επειδή καταλαβαίνω, γνωρίζοντας από αυτά που από την αρχή άκουσα, ότι δεν επιδιώκεις τίποτε άλλο, παρά με κάθε τέχνασμα να αποδείξεις ότι μόνο ο Δημιουργός είναι άμεμπτος Θεός, και ότι έχεις τόσο μεγάλη πρόθεση και πόθο να ισχυρίζεσαι αυτό, ώστε ακόμα και μερικές περικοπές των Γραφών, που ομιλούν με σαφήνεια εναντίον του, να τολμάς να τις χαρακτηρίζεις ψεύτικες, εξαιτίας αυτού σήμερα προέκρινα να αποδείξω, ότι είναι αδύνατον αυτός που είναι δημιουργός των όλων να είναι εντελώς άμεμπτος. Και μπορώ να αρχίσω αμέσως την απόδειξη, εάν βέβαια μου αποκριθείς σ’ αυτό που σ’ ερωτώ.
2. Πιστεύεις ότι υπάρχει αρχηγός του κακού ή όχι; Εάν πεις ότι δεν υπάρχει, μπορώ από πολλά, ακόμα και από τα λόγια του Δασκάλου σου, να αποδείξω ότι υπάρχει˙ εάν πάλι, έχοντας αγαθές προθέσεις, ομολογήσεις ότι είναι ο πονηρός, θα συνεχίσω τον λόγο.
Και ο Πέτρος είπε˙ Μου είναι αδύνατον να αρνηθώ τα λόγια του Δασκάλου μου, γι’ αυτό και παραδέχομαι ότι ηγεμόνας του κακού είναι ο πονηρός, διότι πολλές φορές ο πάντοτε αψευδής Δάσκαλος έχει πει ότι αυτός υπάρχει. Ομολογεί για παράδειγμα ότι, συνομιλώντας επί σαράντα ημέρες, επιχείρησε να πειράξει αυτόν.1 Και κάπου αλλού γνωρίζω ότι είπε˙ «εάν ο Σατανάς διώχνει τον Σατανά, τότε έχει κομματιαστεί από μόνος του˙ πώς λοιπόν θα σταθεί η βασιλεία του;».2 Δήλωσε επίσης ότι είδε τον πονηρό να πέφτει σαν αστραπή από τον ουρανό.3 Και αλλού είπε˙ «εκείνος που έσπειρε τον κακό σπόρο είναι ο διάβολος».4 Και πάλι˙ «μη δίνετε αφορμή στον πονηρό».5 Αλλά και συμβουλεύοντας είπε˙ «ο λόγος σας να είναι ναι, ναι και όχι, όχι˙ το επιπλέον από αυτά προέρχεται από τον πονηρό».6 Αλλά και στην προσευχή που μας παρέδωσε βλέπουμε να λέει˙ «γλίτωσέ μας από τον πονηρό».7 Και κάποια άλλη φορά υποσχέθηκε ότι θα πει στους ασεβείς «πηγαίνετε στο σκοτάδι το αιώνιο, το οποίο ετοίμασε ο Πατέρας για τον διάβολο και τους αγγέλους του».8
Και για να μη μακραίνω τον λόγο πολύ, γνωρίζω ότι πολλές φορές ο Δάσκαλός μου είπε ότι υπάρχει ο πονηρός. Γι’ αυτό και εγώ συμφωνώ ότι αυτός υπάρχει. Επομένως, αν έχεις κάτι να συνεχίσεις, όπως υποσχέθηκες, λέγε.
3. Και ο Σίμωνας είπε˙ Επειδή λοιπόν, έχοντας αγαθή πρόθεση, ομολόγησες ότι υπάρχει ο πονηρός, με βάση τις Γραφές, πες μας πώς έγινε, εάν βέβαια έγινε, και από ποιόν και γιατί;
Και ο Πέτρος απάντησε˙ Συγχώρεσέ με, Σίμωνα, που δεν τολμώ να πω αυτό που δεν είναι γραμμένο. Εάν εσύ νομίζεις ότι είναι γραμμένο, δείξε το. Εάν πάλι, επειδή δεν είναι γραμμένο, ούτε συ μπορείς να το αποδείξεις, τότε γιατί να διακινδυνεύουμε μιλώντας γι’ αυτά που δεν έχουν γραφεί; Διότι, εάν δεν έχουμε πιστέψει ότι θα κριθούμε, όχι μόνο γι’ αυτά που κάνουμε, αλλά και γι’ αυτά που μιλάμε χωρίς να τα πιστεύουμε, μήπως γι’ αυτό συζητούμε για τον Θεό πιο τολμηρά;
Και ο Σίμωνας, καταλαβαίνοντας ότι τα είπε από την απελπισία του, είπε˙ Άφησε εμένα να ριψοκινδυνεύω, ενώ συ, τη βλασφημία που λες μη την παίρνεις ως δικαιολογία για αποχώρηση. Γιατί αντιλαμβάνομαι ότι θέλε4ις να αποχωρήσεις, για να αποφύγεις την κατακραυγή του πλήθους, επειδή τάχα άλλοτε φοβάσαι να ακούσεις βλασφημίες, και άλλοτε, επειδή δεν έχει γραφεί πως και από ποιον και γιατί δημιουργήθηκε ο πονηρός, προφασίζεσαι ότι δεν πρέπει να τολμάμε να μιλάμε περισσότερο από τη Γραφή. Γι’ αυτό και σαν ευλαβής αυτό μόνο βεβαιώνεις, ότι υπάρχει. Επινοώντας όμως αυτά εξαπατάς τον εαυτό σου, μη γνωρίζοντας ότι, εάν είναι βλασφημία να ερευνάς με ακρίβεια για τον πονηρό, η ευθύνη βαραίνει εμένα τον κατήγορο, και όχι εσένα που συμφωνείς με τον Θεό. Και εάν αυτό για το οποίο συζητούμε είναι άγραφο, και γι’ αυτό δεν θέλεις να συζητείς, υπάρχουν μερικοί δρόμοι επιτήδειοι, που μπορούν ν’ αποδείξουν τα συζητούμενα όσο και οι Γραφές.
Τώρα λοιπόν δεν είναι αναγκαίο ο πονηρός, που και συ συμφωνείς ότι υπάρχει, να είναι δημιουργημένος ή αδημιούργητος;
1.Της δε άλλης ημέρας ορθοριαίτερον προελθών ο Πέτρος και ιδών τον Σίμωνα συν άλλοις πολλοίς αναμένοντα αυτόν, προσαγορεύσας το πλήθος ήρξατο διαλέγεσθαι. Άμα δε τω άρξασθαι ο Σίμων εκκόψας έφη˙ Τα μικρά σου ταύτα παρείς προοίμια εις το προκείμενον πυνθανομένω μοι απόκριναι. Επειδή συννοώ σε, ως αφ’ ων απ’ αρχής επακηκοώς επίσταμαι, ότι μηθέν έτερόν σοι πρόκειται, ή πάση μηχανή τον Δημιουργόν αυτόν δείξαι μόνον άμεμπτον είναι Θεόν, και τοσούτον προαιρέσεως πόθον έχοντα διισχυρίζεσθαι, ως και ενίας των Γραφών περικοπάς σαφώς καταλεγούσας αυτού τολμάν ψευδείς λέγειν, ου είνεκεν προήρημαι σήμερον αποδείξαι, ότι αδύνατόν εστίν αυτόν πάντων δημιουργόν όντα άμεμπτον είναι. Της δε αποδείξεως ήδη άρξασθαι δύναμαι, εάν γε προς ο πυνθάνομαί σου, αποκρίνη μοι.
2. Φης τινά κακίας ηγεμόνα είναι ή ου; Εάν γαρ είπης μη είναι, εκ πολλών και των του Διδασκάλου σου αποδείξαι έχω, ό,τι έστιν˙ ει δε ευγνωμονών ομολογήσης είναι τον πονηρόν, επομένως ποιήσω τον λόγον.
Και ο Πέτρος˙ Αδύνατόν εστί μοι φωνήν του εμού αρνήσασθαι Διδασκάλου, διο και ομολογώ είναι το πονηρόν, ότι πολλάκις αυτόν υπάρχειν ο πάντα αληθεύσας είρηκε Διδάσκαλος. Αυτίκα γουν ομολογεί επί τεσσαράκοντα ημέρας διαλεχθέντα πεπειρακέναι αυτόν. Και άλλη που οίδα αυτόν ειρηκότα˙ «ει ο Σατανάς τον Σατανάν εκβάλλει, εφ’ εαυτόν εμερίσθη, πως ουν αυτού στήκη η βασιλεία;». Και ότι εώρακε τον πονηρόν ως αστραπήν πεσόντα εκ του ουρανού εδήλωσεν. Και άλλοθι έφη˙ «ο δε το κακόν σπέρμα σπείρας εστίν ο διάβολος». Και πάλιν˙ «Μη δότε πρόφασιν τω πονηρώ». Αλλά και συμβουλεύων είρηκεν˙ «έστω υμών το ναι ναι, και το ου ου˙ το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν». Αλλά και εν η παρέδωκεν ευχή έχομεν ειρημένον˙ «ρύσαι ημάς από του πονηρού». Και άλλη που ειπείν υπέσχετο τοις ασεβούσιν˙ «υπάγετε εις το σκότος το εξώτερον, ο ητοίμασεν ο Πατήρ τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού». Και ίνα μη εις πολύ μηκύνω τον λόγον, πολλάκις οίδα τον Διδάσκαλόν μου ειπόντα είναι τον πονηρόν. Διο καγώ σύμφημι αυτόν υπάρχειν. Λοιπόν, ει τι
έχεις επομένως λέγειν, ως υπέσχου λέγε.
3. Και ο Σίμων˙ Επεί ουν ευγνωμονήσας ωμολόγησας είναι τον πονηρόν, από Γραφών ημίν λέγε το πώς γέγονεν, είπερ γέγονεν, και υπό τίνος, και διατί.
Και ο Πέτρος˙ Σύγγνωθί μοι, Σίμων, μη τολμώντι ειπείν ο μη γέγραπται. Ει συ φης γεγράφθαι, δείξον. Ει δε, καθά μη γέγραπται, ουδέ συ δείξαι δύνη, δια τι περί των μη γραφέντων αποφαινόμενοι κινδυνεύομεν; Ει γαρ ου πεπιστεύκαμεν κριθήσεσθαι, μη μόνον περί ων ποιούμεν, άλλ’ ουχί και περί ων πιστεύοντες λαλούμεν, και δια τούτο τολμηρότερον περί Θεού διαλεγόμεθα;
Και ο Σίμων, συνείς ότι προς την απόνοιαν αυτού είρηκεν, έφη˙ Εμέ εα κινδυνεύειν, συ δε, ην φης βλασφημίαν, πρόφασιν προς υποχώρησιν μη λάμβανε. Συννοώ γαρ σε βουλόμενον υποστέλλεσθαι, όπως τον επί των όχλων έλεγχον εκφύγης, οτέ μεν ως δεδιώς βλασφημίας ακούσαι, οτέ δε επεί μη γέγραπται πως και υπό τίνος και δια τί γέγονεν ο πονηρός, ότι μη χρη πλείον της Γραφής τολμάν λέγειν˙ διο και ως ευλαβής τούτο μόνον βεβαιοίς, ότι εστίν. Ταύτα δε μηχανώμενος σεαυτόν απατάς, ουκ ειδώς ότι, ει βλασφημία εστί περί πονηρού ακριβούν, η αιτία περί εμέ τον κατήγορον τυγχάνει, ου περί σε τον κατηγορούντα τω Θεώ. Και ει άγραφόν εστί το ζητούμενον και δια τούτο ζητείν ου θέλεις, εισί τινές οδοί ικανοί, δυνάμεναι ουχ ήττον Γραφών δείξαι τα ζητούμενα. Αυτίκα γουν ουκ ανάγκη τον πονηρόν, ον και συ φης υπάρχειν, ή γενητόν είναι ή αγένητον;
Υποσημειώσεις.
1. Μάρκ. 1, 13
2. Ματθ. 12, 26
3. Λουκά 10, 18
4. Ματθ. 13, 19
5. Πρβλ. Ματθ. 5, 37
6. Ματθ. 5, 37
7. Ματθ. 6, 13
8. Ματθ. 25, 41
***
4. Και ο Πέτρος έφη˙ Ανάγκη.
Και ο Σίμων˙ Ουκούν ει γενητός εστίν, υπ’ αυτού του τα πάντα πεποιηκότος γέγονε Θεού,ή ως ζώον γεννηθείς, ή ουσιωδώς προβληθείς και έξω τη κράσει συμβεβηκώς. Ει γαρ εκτός ην αυτού η ύλη έμψυχος ούσα ή άψυχος όθεν γέγονεν, ή δι’ αυτού του Θεού, ή αφ’ εαυτού, ή και εξ ουκ όντων συμβέβηκεν, ή των προς τι εστίν, ή αιεί ην. Πάσης ουον οδού, ως οίμαι, ενταύθα διηρημένης προς την εύρεσιν αυτού, ανάγκη μια τινί αυτών οδεύουσιν ευρετόν αυτόν είναι. Εκάστην ουν οδεύσαι δει ζητούντα γένεσιν και ευρόντα τον αίτιον υπό μέμψιν αυτόν είναι νοείν. Ή γαρ; Πώς σοι δοκεί;
5. Και ο Πέτρος˙ Εμοί δοκεί, εάν υπό του Θεού φανή γεγονώς μήπω δειν τον ποιητήν ποιήσαντα υπό μέμψιν είναι, μήπως το χρήσιμον αυτού πάντων αναγκαιότατον ευρεθείη˙ ει δε και μη γεγονώς αποδειχθείη, ως αεί ων, ουδ’ εν τούτω ο δημιουργός μεμπτός, ή μη των όλων εστίν ο κρείττων, ει και ανάρχω αρχή τέλος επιθείναι δια το μη φύσεως έχειν ου δεδύνηται, ή δυνατός ων ουκ αναιρεί αυτόν, άδικον κρίνας αρχήν μη ειληφότι τέλος επιθείναι, και κακώ πεφυκότι συγγνώναι, δια το άλλο τι γενέσθαι μη δύνασθαι, και ει του γενέσθαι το επιθυμείν έχοι. Ει δε αγαθόν ποιήσαι θέλων μη δύναιτο, και ούτως αγαθός εστίν, ότι θέλει μεν, ου δύναται δε, και εν ω αδυνατεί πάντων εστί δυνατώτατος, ότι μη ετέρω το δυνατόν καταλείπεται. Ει δε εστί τις έτερος δυνατός και μη κατορθών, εν ω δυνατός ων μη κατορθοί, πονηρός ων ωμολόγηται, μη παύων αυτόν, ως τοις υπ’ αυτού γινομένοις ηδόμενος. Ει δε ουδ’ αυτός δύναται, κρείττων ο προς τω αδυνατείν κατά το δυνατόν ευεργετείν ημάς ουκ οκνών.
6. Και ο Σίμων˙ Όταν εις έκαστον ων προέτεινα διαλεχθής, σοι της κακίας τον αίτιον δείξω. Τότε σοι και προς α είρηκας αποκρινούμαι, και ον φής Θεός άμεμπτον, υπό μέμψιν είναι αποδείξω.
Και ο Πέτρος˙ Επειδή αφ’ ων απ’ αρχής φθέγγη συννοώ σε μηδέν έτερον σπουδάζοντα, ή ως κακίας ηγεμόνα τον Θεόν υποβάλλειν μέμψει, προήρημαι, πάσαις αις βούλει οδοίς συνοδεύων δείξαι τον Θεόν πάσης μέμψεως εκτός όντα.
Και ο Σίμων˙ Ταύτα ως αγαπών Θεόν ον νενόμικας λέγεις, άλλ’ ουκ αληθεύεις.
Και ο Πέτρος˙ Συ δε ως κακός μισών Θεόν, ον ηγνόησας, βλασφήμους αφίης φωνάς.
Και ο Σίμων˙ Μνημόνευε ότι με κακίας ηγεμόνι παρείκασας.
Και ο Πέτρος˙ Ομολογώ, εψευσάμην παρεικάσας σε τω πονηρώ, ηναγκάσθην γαρ επί των μη ευρείν τον σοι ίσον ή και χείρονα. Τούτου ένεκα των πονηρώ σε παρείκασα. Συ γαρ και του της κακίας ηγεμόνος πολλώ πονηρότερος τυγχάνεις. Τον γαρ πονηρόν ουδείς κατειπόντα Θεού δείξαι δύναται, σε δε τολμηρώς καταλέγοντα οι πάντες παρόντες ιστορούμεν.
Και ο Σίμων˙ Ο αλήθειαν ζητών ουδέν ουδενί οφείλει παρά το ον χαρίζεσθαι. Επεί τι και την αρχήν ζητεί; Τί δε και εγώ ου δύναμαι παρείς ακριβούν τα πράγματα, εις εγκώμιον ου μη επίσταμαι Θεού τον πάντα μου δαπανάν χρόνον;
4 Και ο Πέτρος είπε˙ Οπωσδήποτε.
Και ο Σίμωνας˙ επομένως, εάν είναι δημιουργημένος, έγινε από τον ίδιο Θεό ο οποίος έκανε τα πάντα˙ ή δηλαδή γεννήθηκε ως ζωντανό πλάσμα, ή προήλθε από ουσία με ιδιαίτερο τρόπο τυχαία. Διότι, εάν η ύλη από την οποία έγινε ήταν έμψυχη ή άψυχη, πήρε υπόσταση ή μέσω του Θεού, ή από μόνος του, ή και από το τίποτε, ή έχει σχέση με κάτι, ή υπήρχε πάντοτε.
Επειδή, όπως νομίζω, κάθε δρόμος εδώ για την αναζήτηση αυτού διαιρείται, είναι ανάγκη βαδίζοντας έναν οποιονδήποτε από αυτούς να τον βρούμε. Πρέπει λοιπόν να βαδίσει τον κάθε δρόμο όποιος αναζητά τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο πονηρός, και όταν βρει τον αίτιο, να καταλάβει, ότι αυτός είναι ο υπεύθυνος. Δεν είναι έτσι; Τί γνώμη έχεις εσύ;
5. Και ο Πέτρος είπε˙ Εγώ νομίζω, εάν αποδειχθεί ότι δημιουργήθηκε από τον Θεό, ότι δεν πρέπει ο δημιουργός που τον έκανε να είναι υπό κατηγορίαν, μήπως βρεθεί ότι η χρησιμότητά του είναι περισσότερο από όλα αναγκαία. Εάν πάλι αποδειχθεί ότι δεν δημιουργήθηκε, αφού υπάρχει πάντοτε, ούτε γι’ αυτό είναι ο δημιουργός αξιοκατάκριτος, εκτός εάν είναι ανώτερος όλων, αν και στην άναρχη αρχή δεν μπορεί να θέσει τέλος, επειδή από τη φύση της δεν μπορεί να έχει τέλος, εκτός εάν, ενώ είναι δυνατός, δεν τον καταστρέφει, κρίνοντας ότι είναι άδικο, αφού δεν είχε αρχή, να του θέσει τέλος, και μολονότι έγινε από τη φύση του κακός, να τον συγχωρήσει, επειδή δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο, και εφόσον φυσικά έχει την επιθυμία να γίνει. Εάν δε θέλοντας να τον κάνει αγαθόν, δεν μπορεί, και πάλι είναι αγαθός, επειδή θέλει βέβαια, αλλά δεν μπορεί και παρόλο που δεν μπορεί, είναι δυνατότερος από όλους, επειδή δεν απομένει σε άλλος δυνατότητα.
Εάν πάλι υπάρχει κάποιος άλλος δυνατός και δεν το κάνει, θεωρείται πονηρός, μη παύοντάς τον επειδή ευχαριστείται από αυτά που κάνει αυτός. Εάν δε ούτε αυτός μπορεί, ανώτερος είναι εκείνος ο οποίος παρά την αδυναμία του δεν κουράζεται να μας ευεργετεί όσο είναι δυνατόν.
6. Και ο Σίμωνας είπε˙ Όταν συζητήσεις για το καθένα που σου πρότεινα, τότε θα σου αποδείξω τον αίτιο της κακίας. Τότε θα σου απαντήσω και σ’ αυτά που είπες, και θα σου αποδείξω, ότι ο Θεός, τον οποίο εσύ ονομάζεις άμεμπτον, είναι αξιόμεμπτος.
Και ο Πέτρος είπε˙ Επειδή από όσα λες από την αρχή καταλαβαίνω ότι δεν πασχίζεις τίποτε άλλο, παρά να κατηγορήσεις τον Θεό ως αρχηγό της κακίας, προτίμησα, συνοδεύοντάς σε σε όλους τους δρόμους που θέλεις, να σου αποδείξω, ότι ο Θεός είναι έξω από κάθε κατηγορία.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Αυτά τα λες επειδή αγαπάς τον Θεό που πιστεύεις, αλλά δεν λες την αλήθεια.
Και ο Πέτρος είπε˙ Και συ, σαν κακός που είσαι, μισώντας τον Θεό, τον οποίο αγνόησες, βγάζεις βλάσφημες φωνές.
Και ο Σίμωνας˙ Να θυμάσαι ότι με παρομοίασες με τον αρχηγό της κακίας.
Και ο Πέτρος˙ Ομολογώ ότι είπα ψέματα παρομοιάζοντάς σε με τον πονηρό, αλλά αναγκάστηκα να το κάνω, επειδή δεν εύρισκα κάποιον ίσον με σένα ή χειρότερο. Γι’ αυτό σε παρομοίασα με τον πονηρό. Διότι εσύ είσαι και από τον αρχηγό της κακίας πιο πονηρός. Διότι κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι ο πονηρός κατηγόρησε τον Θεό, ενώ όλοι οι παρόντες γνωρίζουμε ότι εσύ τον κατηγόρησες με θράσος.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Εκείνος που αναζητά την αλήθεια, δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν, παρά να χαρίζει αυτό που υπάρχει. Διότι αλλιώς γιατί αναζητά την αρχή; Τί δηλαδή, δεν μπορώ και εγώ, αφήνοντας την εξακρίβωση των πραγμάτων, να δαπανώ όλο τον χρόνο μου σε εγκώμιο του Θεού που δεν γνωρίζω;
4. Και ο Πέτρος έφη˙ Ανάγκη.
Και ο Σίμων˙ Ουκούν ει γενητός εστίν, υπ’ αυτού του τα πάντα πεποιηκότος γέγονε Θεού,ή ως ζώον γεννηθείς, ή ουσιωδώς προβληθείς και έξω τη κράσει συμβεβηκώς. Ει γαρ εκτός ην αυτού η ύλη έμψυχος ούσα ή άψυχος όθεν γέγονεν, ή δι’ αυτού του Θεού, ή αφ’ εαυτού, ή και εξ ουκ όντων συμβέβηκεν, ή των προς τι εστίν, ή αιεί ην. Πάσης ουον οδού, ως οίμαι, ενταύθα διηρημένης προς την εύρεσιν αυτού, ανάγκη μια τινί αυτών οδεύουσιν ευρετόν αυτόν είναι. Εκάστην ουν οδεύσαι δει ζητούντα γένεσιν και ευρόντα τον αίτιον υπό μέμψιν αυτόν είναι νοείν. Ή γαρ; Πώς σοι δοκεί;
5. Και ο Πέτρος˙ Εμοί δοκεί, εάν υπό του Θεού φανή γεγονώς μήπω δειν τον ποιητήν ποιήσαντα υπό μέμψιν είναι, μήπως το χρήσιμον αυτού πάντων αναγκαιότατον ευρεθείη˙ ει δε και μη γεγονώς αποδειχθείη, ως αεί ων, ουδ’ εν τούτω ο δημιουργός μεμπτός, ή μη των όλων εστίν ο κρείττων, ει και ανάρχω αρχή τέλος επιθείναι δια το μη φύσεως έχειν ου δεδύνηται, ή δυνατός ων ουκ αναιρεί αυτόν, άδικον κρίνας αρχήν μη ειληφότι τέλος επιθείναι, και κακώ πεφυκότι συγγνώναι, δια το άλλο τι γενέσθαι μη δύνασθαι, και ει του γενέσθαι το επιθυμείν έχοι. Ει δε αγαθόν ποιήσαι θέλων μη δύναιτο, και ούτως αγαθός εστίν, ότι θέλει μεν, ου δύναται δε, και εν ω αδυνατεί πάντων εστί δυνατώτατος, ότι μη ετέρω το δυνατόν καταλείπεται. Ει δε εστί τις έτερος δυνατός και μη κατορθών, εν ω δυνατός ων μη κατορθοί, πονηρός ων ωμολόγηται, μη παύων αυτόν, ως τοις υπ’ αυτού γινομένοις ηδόμενος. Ει δε ουδ’ αυτός δύναται, κρείττων ο προς τω αδυνατείν κατά το δυνατόν ευεργετείν ημάς ουκ οκνών.
6. Και ο Σίμων˙ Όταν εις έκαστον ων προέτεινα διαλεχθής, σοι της κακίας τον αίτιον δείξω. Τότε σοι και προς α είρηκας αποκρινούμαι, και ον φής Θεός άμεμπτον, υπό μέμψιν είναι αποδείξω.
Και ο Πέτρος˙ Επειδή αφ’ ων απ’ αρχής φθέγγη συννοώ σε μηδέν έτερον σπουδάζοντα, ή ως κακίας ηγεμόνα τον Θεόν υποβάλλειν μέμψει, προήρημαι, πάσαις αις βούλει οδοίς συνοδεύων δείξαι τον Θεόν πάσης μέμψεως εκτός όντα.
Και ο Σίμων˙ Ταύτα ως αγαπών Θεόν ον νενόμικας λέγεις, άλλ’ ουκ αληθεύεις.
Και ο Πέτρος˙ Συ δε ως κακός μισών Θεόν, ον ηγνόησας, βλασφήμους αφίης φωνάς.
Και ο Σίμων˙ Μνημόνευε ότι με κακίας ηγεμόνι παρείκασας.
Και ο Πέτρος˙ Ομολογώ, εψευσάμην παρεικάσας σε τω πονηρώ, ηναγκάσθην γαρ επί των μη ευρείν τον σοι ίσον ή και χείρονα. Τούτου ένεκα των πονηρώ σε παρείκασα. Συ γαρ και του της κακίας ηγεμόνος πολλώ πονηρότερος τυγχάνεις. Τον γαρ πονηρόν ουδείς κατειπόντα Θεού δείξαι δύναται, σε δε τολμηρώς καταλέγοντα οι πάντες παρόντες ιστορούμεν.
Και ο Σίμων˙ Ο αλήθειαν ζητών ουδέν ουδενί οφείλει παρά το ον χαρίζεσθαι. Επεί τι και την αρχήν ζητεί; Τί δε και εγώ ου δύναμαι παρείς ακριβούν τα πράγματα, εις εγκώμιον ου μη επίσταμαι Θεού τον πάντα μου δαπανάν χρόνον;
***
7. Και ο Πέτρος˙ Ούτε τόσο πολύ μακάριος είσαι για να τον υμνείς, ούτε βέβαια μπορείς να κάνεις αυτό το καλό. Γιατί θα ήσουν γεμάτος από αυτόν. Γιατί έτσι είπε ο αψευδής Δάσκαλός μας˙ «το στόμα μιλάει από το περίσσευμα της καρδιάς».1 Γι’ αυτό εσύ, επειδή έχεις περίσσευμα κακής διαθέσεως, από άγνοια, κατηγορείς τον μόνο αγαθό Θεό, χωρίς ακόμα να έχεις υποστεί ανάλογη τιμωρία γι’ αυτά που τόλμησες να πεις. Εάν νομίζεις ότι δεν θα γίνει κρίση, άρα δεν πιστεύεις ότι υπάρχει και Θεός. Γι’ αυτό, μη καταλαβαίνοντας την τόσο μεγάλη υπομονή του, τον κάνεις να φτάνει ακόμα πιο πολύ σε απογοήτευση.
Και ο Σίμωνας˙ Μην ελπίζεις με τον φόβο να με καταφέρεις να μη σου ζητώ αποδείξεις για την αλήθεια. Διότι εγώ έχω τόση αδυναμία για την αλήθεια, ώστε εξαιτίας αυτής να μη διστάζω να δέχομαι να διακινδυνεύσω γι’ αυτήν. Αλλά σ’ εκείνα που από την αρχή σου πρότεινα, αν βέβαια έχεις να πεις κάτι, λέγε το.
8. Και ο Πέτρος είπε˙ Επειδή μας αναγκάζεις να τολμήσουμε να μιλήσουμε για τις επινοήσεις του Θεού, αφού τις εξακριβώσουμε, όμως μόνο για χάρη αυτών που είναι παρόντες, αντί της ευσεβέστατης σιγής, θα μιλήσω γι’ αυτά που θέλεις. Συμφωνώ μαζί σου ότι υπάρχει κάποιος αρχηγός της κακίας, του οποίου τη δημιουργία η Γραφή ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη τόλμησε να χαρακτηρίσει. Όμως θα αμφισβητήσουμε με πολλούς τρόπους το πώς έγινε, εάν έγινε, και από όσα είναι πιθανά, θα προτιμήσουμε το πιο επαινετικό, επειδή αυτό παίρνεται με βεβαιότητα από τα εύλογα, αυτό μεν διότι στον Θεό πρέπει να δίνουμε το πιο επαινετικό, ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση αυτή, αφού καθαριστούν όλες οι υπόνοιες και κάθε άλλη σοβαρή ή λιγότερο ακίνδυνη παρεμφερής υποψία. Όμως πριν από τη συζήτηση υπόσχομαι, ότι κάθε δρόμος αναζήτησης μόνο αυτόν τον Θεό μπορεί να αποδείξει ανώτερον κάθε κατηγορίας.
9. Όμως, όπως είπες, ο πονηρός, εάν βέβαια έχει δημιουργηθεί, ή γεννήθηκε ως ζωντανό ον, ή προήλθε από την ουσία αυτού, ή αναμίχτηκε έξω, ή με την ανάμιξη προήλθε η προαίρεσή του, ή χωρίς ανάμιξη και θέληση του Θεού δημιουργήθηκε τυχαία από το μηδέν, ή δεν δημιουργήθηκε πουθενά κατά κανένα τρόπο από τον Θεό, ή η ύλη από την οποία έγινε βρισκόταν έξω από τον Θεό, και ήταν άψυχή ή έμψυχη, ή ο ίδιος δημιούργησε τον εαυτό του, ή έγινε από τον Θεό, ή είναι σχετικός με κάτι, ή υπήρχε πάντοτε˙ διότι δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει, αφού συμφωνήσαμε ότι αυτός υπάρχει.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Έκανες καλά την κατάληξη όλων των δρόμων αυτών, την ανακεφαλαίωση αυτού. τώρα έργο δικό μου είναι, αφού εξετάσω τη διαίρεση, να σου αποδείξω ότι ο δημιουργός είναι υπό κατηγορίαν, ενώ έργο δικό σου είναι ν’ αποδείξεις, όπως υποσχέθηκες, ότι αυτός είναι ανώτερος κάθε κατηγορίας. Αμφιβάλλω όμως αν θα μπορέσεις. Διότι πρώτον, εάν ο πονηρός γεννήθηκε από τον Θεό ως ζωντανή ύπαρξη, έχει αναγκαστικά την ίδια κακία αυτού από τον οποίο προήλθε.
Και ο Πέτρος είπε˙ Όχι οπωσδήποτε. Διότι βλέπουμε πολλούς από τους ανθρώπους, ενώ είναι αγαθοί, να έχουν γεννήσει κακούς, και άλλους που είναι κακοί, να έχουν απογόνους καλούς, άλλους πάλι ενώ είναι κακοί να παρουσιάζουν αγαθούς, και άλλους, ενώ είναι αγαθοί, έκαναν παιδιά κακά και καλά. Για παράδειγμα ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε πρώτος γέννησε τον άδικο Κάϊν και τον δίκαιο Άβελ.
Σ’ αυτά ο Σίμωνας είπε˙ Ενεργείς ανόητα, ενώ μιλάς για τον Θεό, να χρησιμοποιείς ανθρώπινα παραδείγματα.
Και ο Πέτρος είπε˙ Μίλησέ μας λοιπόν εσύ για τον Θεό, χωρίς να χρησιμοποιείς ανθρώπινα παραδείγματα, αλλά κατά τρόπο που να μπορούν να κατανοηθούν αυτά που λες˙ αλλά δεν θα μπορέσεις.
7. Και ο Πέτρος˙ Ούτε τοσούτον ει μακάριος αυτόν υμνείν, ούτε μην το αγαθόν τούτο ποιήσαι δύνασαι. Αυτού γαρ πλήρης αν ης. Ούτω γαρ ο αψευδής ημών είπε διδάσκαλος˙ «εκ περισσεύματος καρδίας στόμα λαλείν». Όθεν συ περισσευόμενος προαιρέσει κακή, αγνοίας αιτία, καταλέγεις του μόνου αγαθού Θεού, και μήπω κατ’ αξίαν πάσχων ων ετόλμησας λέγειν. Ει κρίσιν οίει μη έσεσθαι, τάχα δε μηδέ είναι Θεόν νομίζεις. Όθεν της τοσαύτης αυτού μακροθυμίας ουκ αντιλαμβανόμενος επί πλείον προς απόνοιαν αυτόν εκτείνεις.
Και ο Σίμων˙ Μη έλπιζε φόβω δυσωπήσειν με, μη ζητείν σοι των παραδειγμάτων τα αληθή. Εγώ γαρ τοσούτον αληθείας ορέγομαι, ως αυτής ένεκα μη οκνήσαί με και το κινδυνεύειν αναδέχεσθαι. Πλην προς τα απαρχής σοι υπ’ εμού προταθέντα, ει γε ειπείν έχεις, ήδη λέγε.
8. Και ο Πέτρος˙ Επειδή τολμάν ημάς αναγκάζεις, τας του Θεού τάχα τέχνας ακριβώς εφευρόντας λέγειν, και ταύτα ανθρώπους τους μηδέ των ομοίων τας τέχνας ακριβώσαι δυναμένους, δια γουν τους παρεστώτας, αντί της ευσεβεστάτης σιγής, περί ων θέλεις διαλεχθήσομαι. Συνομολογώ σοι είναί τινά κακίας ηγεμόνα, ου την γένεσιν η Γραφή ούτε αληθές, ούτε ψευδές ειπείν ετόλμησεν. Πλην συνδιαπορήσωμεν πολλαχώς το πώς γέγονεν, είπερ γέγονεν, και των δοκούντων το ευφημότερον ελώμεθα, επεί εκ των εικότων λαμβάνεται τούτο βεβαίως, ο μεν ότι Θεώ το ευφημότερον πρέπει δούναι, ταύτη μάλλον, πασών υπονοιών καθαρθεισών και άλλης ικανής και ακινδυνοτέρας παρακειμένης υποψίας. Πλην ήδη σοι προ της ζητήσεως υπισχνούμαι, ότι πάσα οδός ζητήσεως άμεμπτον αυτόν μόνον δύναται δείξαι τον Θεόν.
9. Πλην, ως έφης, ο πονηρός ει γε γενητός εστίν, ή ως ζώον γεγέννηται, ή ουσιωδώς υπ’ αυτού προβέβληται, ή έξω κέκραται, ή τη κράσει συμβέβηκεν αυτού η προαίρεσις, ή άνευ κράσεως και Θεού βουλής γενέσθαι εξ ουκ όντων, ή υπό Θεού εκ των μηδαμή μηδαμώς γέγονεν, ή εκτός ην Θεού η ύλη άψυχος ούσα ή έμψυχος όθεν γέγονεν, ή εαυτόν δημιουργήσας, ή υπό Θεού γεγονώς, ή των προς τι εστίν, ή αιεί ην, ειπείν γαρ αυτόν μη είναι ου δυνάμεθα, συνωμολογήσαμεν γαρ αυτόν υπάρχειν.
Και ο Σίμων˙ Καλώς πάσας αυτού τας οδούς διείλες, το κεφάλαιον αυτού. Λοιπόν εμόν εστί την διαίρεσιν ανακρίναντα δείξαί σοι τον δημιουργόν υπό μέμψιν όντα. Σου δε έργον αποδείξαι αυτόν, ως υπέσχησαι, πάσης μέμψεως εκτός όντα. Θαυμάζω δε ει δυνήση. Πρώτον μεν γαρ ο πονηρός, ει από του Θεού ζώον γεγέννηται, ακολούθως της αυτής του προβάλλοντος κακίας τυγχάνει.
Και ο Πέτρος˙ Ου πάντως. Ορώμεν γαρ πολλούς των ανθρώπων αγαθούς όντας, και κακούς γεννήσαντας, άλλους δε υπάρχοντας κακούς, και αγαθούς εσχηκότας, ετέρους δε κακούς όντας, και αγαθούς προβάλλοντας, άλλους δε αγαθούς υπάρχοντας, και κακούς τε και αγαθούς τεκνώσαντας. Αυτίκα γουν ο πρώτος δημιουργηθείς άνθρωπος εγέννησε τον άδικον Κάϊν και τον δίκαιον Άβελ.
Προς ταύτα ο Σίμων έφη˙ Ανοήτως ποιείς περί Θεού διαλεγόμενος και ανθρωπίνοις χρώμενος παραδείγμασιν.
Και ο Πέτρος˙ Συ ουν ημίν λέγε περί Θεού, ανθρωπίνοις μη χρώμενος παραδείγμασιν, μετά του μέντοι νοηθήναι δύνασθαι τα λεγόμενα˙ άλλ’ ου δυνήση.
Υποσημείωση.
1. Ματθ. 12, 34
Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.
Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994
Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).
