9. Όταν ο Πέτρος είπε αυτά, κάποιος Λάζαρος, και αυτός από τους ακολούθους του, είπε˙ Πες μας πώς συμφωνούν τα εξής˙ πώς είναι δυνατό να θεωρείται εύλογο, αυτός που από τον δίκαιο Θεό έγινε πονηρός, για να είναι τιμωρός εκείνων που ασέβησαν, αυτός ο ίδιος έπειτα μαζί με τους υπηρέτες του και τους αμαρτωλούς να στέλνονται στο σκοτάδι το κατώτερο;1 Γιατί κι αυτό θυμάμαι ότι το είπε ο ίδιος ο Διδάσκαλος.
Και ο Πέτρος είπε˙ Κι εγώ ομολογώ ότι ο πονηρός δεν κάνει κανένα κακό, κατά τούτο, ότι εκτελεί τον νόμο που του δόθηκε. Αν και έχει κακή προαίρεση, όμως από φόβο προς τον Θεό δεν κάνει τίποτα άδικα˙ επειδή δε διαβάλλει τους δασκάλους της αλήθειας, για να παγιδεύσει αυτούς που δεν έχουν κρίση, ο ίδιος ονομάζεται και διάβολος. Το ότι δε ο αψευδής Δάσκαλός μας είπε ότι και αυτός και οι υπηρέτες του μαζί με τους αμαρτωλούς που απατήθηκαν θα μεταβούν στο σκοτάδι το κατώτερο, έχει την εξής δικαιολογία. Ο πονηρός, που κατά την ανάμιξη των στοιχείων του έγινε για να χαίρεται στο σκοτάδι, κατεβαίνοντας μαζί με τους ομοίους του αγγέλους στο σκοτάδι του Ταρτάρου,2 ευχαριστιέται˙ διότι το σκοτάδι είναι αγαπητό στη φωτιά. Ενώ οι ψυχές των ανθρώπων, που είναι σταγόνες του καθαρού φωτός, επειδή ευωχούνται μαζί με την ουσία της ξένης φωτιάς και δεν μπορούν από τη φύση τους να πεθάνουν, τιμωρούνται όπως το αξίζει.
Εάν δε ο αρχηγός της κακίας, ενώ είναι άνθρωπος, δεν στέλνεται στο σκοτάδι, επειδή δεν χαίρεται μ’ αυτό, τότε δεν μπορεί η κράση του, που χαίρεται με τα κακά, να μετασχηματισθεί σε επιθυμία αγαθή. Και έτσι θα κριθεί να παραμείνει αγαθός, επειδή, αν και έλαχε και έχει κράση μεταξύ εκείνων που χαίρονται με τα κακά, εξαιτίας του φόβου του προς τον Θεό, δεν έκανε τίποτε αντίθετο από ό,τι αρέσει στον νόμο του Θεού. Εξάλλου, με τη ράβδο του αρχιερέα Ααρών, που έγινε φίδι και μετατράπηκε πάλι σε ράβδο, μήπως η Γραφή θέλησε να υποδηλώσει την μετατροπή της κράσης του πονηρού που θα γίνει αργότερα κατά τρόπο μυστηριώδη;
10. Και μετά τον Λάζαρο ο Ιωσήφ, που κι αυτός ήταν ένας από τους ακολούθους του, είπε˙ Σωστά τα είπες όλα. Δώσε και σε μένα αυτό που θέλω να μάθω˙ Γιατί σε όλους κηρύττεις τους ίδιους λόγους; Άλλοι από αυτούς πείθονται και άλλοι απιστούν.
Και ο Πέτρος˙ Διότι οι λόγοι δεν είναι μαγικά τραγούδια, ώστε όποιος τα ακούσει να πιστέψει οπωσδήποτε. Με το ότι άλλοι πείθονται και άλλοι όχι, αποδεικνύεται κατά τρόπο συνετό η ελευθέρα βούληση. Όταν είπε αυτά όλοι τον επαινέσαμε.
11. Και ακριβώς όταν επρόκειτο να φάμε, μπήκε απαρατήρητος κάποιος λέγοντας˙ Ο Αππίωνας ο πολυνίκης μαζί με τον Αννουβίωνα ήρθε μόλις από την Αντιόχεια και φιλοξενείται στον Σίμωνα. Και ο πατέρας μου ακούοντας και νοιώθοντας χαρά είπε στον Πέτρο˙ Εάν μου επιτρέπεις, θα πάω να χαιρετήσω τον Αππίωνα και τον Αννουβίωνα που είναι φίλοι μου από την παιδική μου ηλικία. Γιατί αν συναντήσω τον Αννουβίωνα θα τον πείσω να μιλήσει στον Κλήμη για τη δημιουργία.
Και ο Πέτρος είπε˙ Επιτρέπω και επαινώ εκείνον που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τους φίλους. Όμως, κάνε μου τη χάρη να καταλάβεις, ότι με την πρόνοια του Θεού από παντού συμβάλλουν όσα έχουν σχέση με την πληροφόρησή σου, ολοκληρώνοντας τη δική σου αρμονία. Το είπα δε αυτό με αφορμή τον χρήσιμο για σένα ερχομό του Αννουβίωνα.
Και ο πατέρας μου˙ Πραγματικά, αντιλαμβάνομαι ότι έτσι είναι. Και λέγοντας αυτά ξεκίνησε για τον Σίμωνα.
9. Ταύτα του Πέτρου ειπόντος, Λάζαρός τις των ακολούθων και αυτός έφη˙ Την συμφωνίαν ημίν ειπέ˙ πώς δυνατόν, εύλογον είναι, τον υπό Θεού δικαίου καταστάντα πονηρόν ώστε των ασεβησάντων είναι τιμωρόν, τούτο αυτόν ύστερον μετά των αυτού αγγέλων συν τοις αμαρτωλοίς εις το σκότος το κατώτερον πέμπεσθαι; Και γαρ και τούτο μέμνημαι ειρηκότος αυτού του Διδασκάλου.
Και ο Πέτρος˙ Καγώ, έφη, ομολογώ, ότι ο πονηρός πονηρόν ουδέν ποιεί κατά τούτο, καθό τον δοθέντα αυτώ νόμον εκτελεί. Καίτοι προαίρεσιν έχων κακήν, όμως, φόβω τω προς τον Θεόν, ουδέν αδίκως πράσσει˙ διαβάλλων δε διδασκάλους αληθείας εις ενέδραν των ακρίτων και διάβολος ο αυτός ονομάζεται. Το δε τον αψευδή διδάσκαλον ημών ειπείν, αυτόν τε και τους αγγέλους αυτού συν τοις απατηθείσιν αμαρτωλοίς εις το σκότος το κατώτερον απελθείν, τοιούτόν τινά έχει λόγον. Ο πονηρός σκότω χαίρειν κατά την κράσιν γεγονώς, μετα των ομοδούλων αγγέλων εις το του Ταρτάρου σκότος κατελθών ήδεται˙ φίλον γαρ πυρί το σκότος. Αι δε των ανθρώπων ψυχαί φωτός καθαρού σταγόνες ούσαι, υπό αλλοφύλου πυρός ουσίας συμπινόμεναι και φύσιν του αποθανείν ουκ έχουσαι, κατ’ αξίαν κολάζονται. Ει δε ο της κακίας ηγεμών, άνθρωπος ων, ου πέμπεται εις το σκότος ως μη τούτω χαίρων, τότε ου δύναται η κακοίς αυτού χαίρουσα κράσις μετασυγκραθήναι εις αγαθού προαίρεσιν.
Και ούτως αγαθός συνείναι κριθήσεται ταύτη μάλλον, ότι, κακοίς χαίρουσιν λελογχώς κράσιν, αιτία του προς τον Θεόν φόβου ουδέν παρά το δοκούν τω του Θεού νόμω διεπράξατο. Και μήτι γε το την του αρχιερέως Ααρών ράβδον γενέσθαι όφιν και πάλιν αντιτραπήναι εις ράβδον, τούτο εις την του πονηρού ύστερον γενησομένην της τροπής μετασύγκρασιν μυστηριωδώς η Γραφή εσομένην προεδήλωσεν;
10. Μετά δε τον Λάζαρον Ιωσήφ, ος και αυτός εις των ακολουθών, έφη˙ Ορθώς πάντα είρηκας. Καμοί τούτο βουλομένω μαθείν παράσχου˙ δια τί πάσι των αυτών λόγων μεταδίδως; Οι μεν πείθονται, οι δε απειθούσιν.
Και ο Πέτρος˙ Ου γαρ εισίν, έφη, οι λόγοι επωδαί, ίνα πάντως ακούσας τις πιστεύση. Τω δε τινάς μεν πείθεσθαι, τινάς δε μη, συνετώς δείκνυται το αυτεξούσιον. Ταύτα ειπόντα, οι πάντες ευλογήσαμεν.
11. Και δη μέλλουσιν ημίν εστιάσθαι υπεισέδραμέ τις λέγων˙ Αππίων ο πλειστονίκης συν Αννουβίωνι ήκεν αρτίως από Αντιοχείας και ξενίζεται παρά Σίμωνι. Ο δε πατήρ ακούσας και χαρείς έφη Πέτρω˙ Ει μοι επιτρέπεις, πορεύομαι προσαγορεύσων Αππίωνα και Αννουβίωνα εκ πρώτης ηλικίας φίλους μοι γεγενημένους. Τυχόν γαρ Αννουβίωνα πείσω, Κλήμεντι διαλεχθήναι περί γενέσεως.
Και ο Πέτρος˙ Επιτρέπω, έφη, και επαινώ τα φίλων τε πληρούντα μέρη. Πλην εννόει μοι, ως κατά πρόνοιαν Θεού πανταχόθεν συντρέχει τα προς την σην πληροφορίαν οικείαν αποτελούντα την αρμονίαν. Τούτο δε είπον δια την του Αννουβίωνος χρησίμως σοι γενομένην επιδημίαν.
Και ο πατήρ˙ Αληθώς συνορώ τούτο έχων. Και ταύτα ειπών επορεύθη προς Σίμωνα.
Υποσημειώσεις.
1. Πρβλ. Ματθ. 25, 41
2. Ο Τάρταρος στην ελληνική μυθολογία ήταν η πιο βαθειά περιοχή του κόσμου, που βρισκόταν πιο κάτω και από τον άδη και ήταν για τους Ολύμπιους θεούς ένας φοβερός τόπος.
***
12. Εμείς, τότε, όσοι ήμασταν μαζί με τον Πέτρο, ρωτώντας διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλο όλη τη νύχτα, από την ευχαρίστηση και τη χαρά αυτών που λέγονταν, περάσαμε τη νύχτα άγρυπνοι. Και όταν πια η νύχτα άρχισε κάπως να φέγγει, ατενίζοντες εμένα και τους αδελφούς μου ο Πέτρος είπε˙ Απορώ τι του ήρθε του πατέρα σας. Και ενώ το έλεγε αυτό, ήρθε ο πατέρας μας εκεί, πιάνοντας τον Πέτρο να μιλάει σ’ εμάς γι’ αυτόν. Και βλέποντάς τον να δείχνει λυπημένος, αφού χαιρέτισε, εξήγησε για ποιο λόγο κοιμήθηκε έξω. Εμείς όμως βλέποντάς τον εκπλαγήκαμε, βλέποντας τη μορφή του Σίμωνα και ακούοντας τη φωνή του πατέρα μας Φαύστου. Και καθώς τον αποφεύγαμε και τον αποστρεφόμασταν, ο πατέρας έμεινε κατάπληκτος για την τόσο σκληρή και εχθρική αντιμετώπισή του. Και μόνο ο Πέτρος, που έβλεπε τη φυσική του μορφή, μας είπε˙ Για ποιό λόγο περιφρονείτε τον πατέρα, αισθανόμενοι βδελυγμία;
Εμείς τότε και η μητέρα μας είπαμε˙ Σε μας αυτός φαίνεται ότι είναι ο Σίμωνας με τη φωνή του πατέρα μας.
Και ο Πέτρος είπε˙ Σε σας βέβαια μόνο η αμάγευτη φωνή του είναι γνωστή, στα δικά μου όμως μάτια, που δεν είναι μαγεμένα, και η μορφή του, όπως φαίνεται, δεν είναι ο Σίμωνας, αλλά ο πατέρας Φαύστος. Και τότε κοιτάζοντας προς τον πατέρα μας είπε˙ Δεν φαίνεται σ’ αυτούς η δική σου μορφή, αλλά του Σίμωνα του ασεβέστατου και του πολύ εχθρικού για μας.
13. Ενώ ο Πέτρος έλεγε αυτά, ήρθε κάποιος, από αυτούς που προπορεύονταν, από την Αντιόχεια και στρεφόμενος προς τον Πέτρο είπε˙ Θέλω να γνωρίζεις, κύριέ μου, ότι ο Σίμωνας στην Αντιόχεια κάνοντας δημοσίως πολλά θαύματα και ονομάζοντάς σε μάγο και αγύρτη, τους προκάλεσε τόσο μίσος εναντίον σου, ώστε όλοι οι άνθρωποι που παρευρίσκονται εκεί να θέλουν να φάνε τις σάρκες σου. Γι’ αυτό εμείς οι προπομποί, μαζί με τους αδελφούς μας που στάλθηκαν από σένα στον Σίμωνα, βλέποντας την πόλη να τρίζει πολύ τα δόντια εναντίον σου, συγκεντρωθήκαμε κρυφά και σκεφτόμαστε τι πρέπει να κάνουμε. Και καθώς βρισκόμασταν σε αδυναμία, ήρθε ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, σταλμένος από τον Καίσαρα στον έπαρχο, τον οποίο θεράπευσε ο Κύριος στην Καισάρεια, όταν ήταν δαιμονισμένος. Αυτός σταλμένος από μας κρυφά, όταν έμαθε την αιτία της ανησυχίας μας και του το ζητήσαμε, υποσχέθηκε με πολλή προθυμία να τον φυγαδεύσει φοβερίζοντάς τον, εφόσον φυσικά τον βοηθήσουμε στο εγχείρημά του.
Και ενώ εμείς του υποσχόμασταν ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πάντα, είπε˙ Εγώ θα λέω μέσω πολλών φίλων μου, ότι ήρθα κρυφά για να τον συλλάβω και τον αναζητώ ψάχνοντας, επειδή ο Καίσαρας, που σκότωσε πολλούς μάγους, μαθαίνοντας γι’ αυτό με έστειλε σε αναζήτησή του, με σκοπό να τιμωρήσει και αυτόν, όπως και τους άλλους μάγους τους πριν από αυτόν. Οι δικοί σας λοιπόν που βρίσκονται μαζί του να του αναφέρουν, ότι δήθεν άκουσαν από κάπου κρυφά, ότι εγώ είμαι απεσταλμένος για να τον συλλάβω. Και ακούοντάς τα αυτά τυχαία θα φοβηθεί και θα φύγει. Ενώ λοιπόν είχαμε σκεφθεί να κάνουμε κάτι άλλο, όμως έγινε έτσι. Καθώς δηλαδή πολλοί από τους έξω, που έκαναν για χάρη του πολλές υποχωρήσεις, διέδιδαν κρυφά, και επί πλέον ακούοντας και τους δικούς μας βαλτούς που ήταν μέσα, λαμβάνοντας υπόψει τη συμβουλή των δικών του, αποφάσισε να αναχωρήσει. Δραπετεύοντας λοιπόν από την Αντιόχεια μαζί με τον Αθηνόδωρο, όπως ακούσαμε, ήρθε εδώ.
Γι’ αυτό σε συμβουλεύουμε να μη μεταβείς στην πόλη εκείνη, μέχρι να δούμε, αν, με την απουσία εκείνου, μπορέσουν να κάνουν να λησμονηθεί η εναντίον σου συκοφαντία.
12. Ημείς δε οι συνόντες τω Πέτρω, δι’ όλης νυκτός επαλλήλως ενυκτερεύσαμεν. Ήδη δε πως νυκτός υπαυγαζομένης, Πέτρος, εμβλέψας εμοί τε και τοις αδελφοίς μου, έφη˙ Διαπορώ, τι έδοξε τω υμετέρω πατρί. Και λέγοντος τούτο ήκεν ο πατήρ αυτόθι, τον Πέτρον ημίν περί αυτού διαλεγόμενον καταλαβών και αθυμούντα ιδών προσαγορεύσας απελογήσατο, δι’ ην αιτίαν έξω κεκοίμηται. Ημείς δε εμβλέποντες αυτώ εξεστήκειμεν, το είδος Σίμωνος ορώντες, φωνής δε του πατρός ημών ακούοντες Φαύστου. Και δη φευγόντων ημών αυτόν και στυγούντων εξεπέπληκτο ο πατήρ επί τω ούτως απηνώς και εχθρώς αυτώ χρήσθαι. Μόνος δε Πέτρος την κατά φύσιν αυτού ορών μορφήν προς ημάς έφη˙ Τίνος ένεκα βδελυσσόμενοι απωθείσθε τον υμέτερον πατέρα;
Ημείς δε και η μήτηρ έφαμεν˙ Σίμων ημίν ούτος φαίνεται φωνήν έχων του ημετέρου πατρός.
Και ο Πέτρος έφη˙ Υμίν μεν η αμάγευτος αυτού φωνή μόνη γνώριμός εστίν, εμού δε τοις αμαγεύτοις οφθαλμοίς και το είδος αυτού ως έστιν ορατόν, ότι μη εστί Σίμων, αλλά Φαύστος ο υμέτερος πατήρ. Τότε δε προσεμβλέψας και τω πατρί έφη˙ Ίδιόν σου είδος αυτοίς ου φαίνεται, αλλά Σίμωνος του ασεβεστάτου και ημίν εχθίστου.
13. Ταύτα του Πέτρου διαλεγομένου επεισήει τις των προόδων από της Αντιοχείας υποστραφείς λέγων Πέτρω˙ Ειδέναι σε θέλω, κύριέ μου, ότι Σίμων εν τη Αντιοχεία δημοσία πολλά τεράστια ποιών μάγον σε ονομάζων και γόητα και προς τοσούτον αυτούς μίσος παρεσκεύασεν, ως γλίχεσθαι πάντα άνθρωπον των εκεί επιδημησάντων σαρκών αυτών απογεύσασθαί σου. Όθεν ημείς οι πρόοδοι μετά των υπό σου τω Σίμωνι υποβεβλημένων αδελφών ημών, πολύ κατά σου βρύχουσαν την πόλιν εωρακότες, κρύφα εις το αυτό γενόμενοι σκοπούμεν, τι χρη ποιείν. Και δη εν απορία ημών όντων επεδήμησε Κορνήλιος εκατόνταρχος, υπό Καίσαρος πεμφθείς προς τον της επαρχίας ηγούμενον, ον εν Καισαρεία δαιμονώντα ιάσατο ο Κύριος. Ούτος μεταπεμφθείς υφ’ ημών κρύφα και της αθυμίας την αιτίαν παρ’ ημών μαθών και βοηθείν αξιωθείς, προθυμότατα υπέσχετο φοβήσας φυγαδεύειν αυτόν, εάν γε αυτού τω εγχειρήματι υπουργήσωμεν.
Ημών δε ετοίμως πάντα ποιήσειν υποσχομένων έφη˙ Εμού δια πολλών φίλων κρύφα εις σύλληψιν αυτού εληλυθέναι περισκοπούντος και ζητείν αυτόν φάσκοντος, καθότι Καίσαρ πολλούς μάγους ανελών και τα κατ’ αυτόν ως και τους προ αυτού μάγους κολάση. Και οι υμέτεροι οι συνόντες αυτώ, ως δη κρύφα ποθέν ακηκοότες προσαναφερέτωσαν, ως εμού ένεκα του συλλαβείν αυτόν απεσταλμένου. Και τυχόν ταύτα ακούσας φοβηθείς φεύξεται. Επεί τοίνυν έτερόν τι ποιείν επενοήσαμεν, ομώς ούτως εγένετο. Υπό τε γαρ πολλών των έξω εις τα μεγάλα αυτώ χαριζομένων λάθρα λεγόντων, έτι δε και των ένδον υποβλητών ημετέρων ακηκοώς και ως παρ’ ιδίων γνώμην ειληφώς, υποστέλλεσθαι έγνω. Αποδράς ουν της Αντιοχείας μετά Αθηνοδώρου ελήλυθεν, ως ακηκόαμεν. Διο συμβουλεύομέν σοι μήπω επιβήναι της πόλεως εκείνης, μέχρις αν ίδωμεν, ει της κατά σου διαβολής εκείνου απόντος υπολήσαι δυνήσονται.
***
14. Όταν ο απεσταλμένος ανέφερε αυτά, ο Πέτρος ατενίζοντας τον πατέρα μας είπε˙ Ακούς, Φαύστε; Όπως φαίνεται η μεταμόρφωσή σου έγινε από τον Σίμωνα τον Μάγο. Διότι, νομίζοντας ότι τον αναζητεί ο Καίσαρας για κακό, φοβήθηκε και έφυγε, φορώντας σε σένα τη δική του μορφή, με σκοπό, πεθαίνοντας εσύ, να κυριέψει τα παιδιά σου η λύπη.
Ακούοντας αυτά ο πατέρας, κλαίοντας και θρηνώντας είπε˙ Σωστά σκέφθηκες, Πέτρε. Διότι ο Αννουβίωνας, ο φίλος μου που με αγαπά, μου φανέρωσε μυστικά την σκευωρία, και δεν τον πίστεψα ο ταλαίπωρος, επειδή ήμουν άξιος να πάθω.
15. Αφού ο πατέρας μας είπε αυτά, ύστερα από λίγο ήρθε σε μας ο Αννουβίωνας φανερώνοντάς μας την φυγή του Σίμωνα και ότι τη νύχτα αυτή ξεκίνησε για την Ιουδαία. Βρήκε όμως τον πατέρα μας να χτυπιέται και με οδυρμούς να λέει˙ αλλοίμονο, αλλοίμονο ο ταλαίπωρος, ακούοντας ότι αυτός είναι μέγας, δεν πίστευα. Ο ταλαίπωρος, αφού για μια μέρα αναγνωρίστηκα στη γυναίκα και τα παιδιά μου, αμέσως γύρισα στην προηγούμενη συμφορά της άγνοιάς μου. Η μητέρα μας τότε κλαίοντας ξερίζωνε τις τρίχες του κεφαλιού της, και εμείς, αγωνιώντας για τη μεταμόρφωση του πατέρα μας, στενάζαμε, μη μπορώντας να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε. Και ο Αββουβίωνας ακούοντας και βλέποντας αυτά έμεινε άφωνος.
Ο Πέτρος τότε είπε μπροστά σ’ όλους σε μας τα παιδιά του˙ Πιστέψτε με, αυτός είναι ο πατέρας σας Φαύστος. Γι’ αυτό σας διατάζω να τον προσέχετε σαν πατέρα σας. Διότι θα δώσει ο Θεός μια ευκαιρία, με την οποία, αφού αποβάλλει την μορφή του Σίμωνα, θα σας δείξει ολοφάνερα πάλι τη μορφή του πατέρας σας. Αφού είπε αυτά σε μας, κοιτάζοντας τον πατέρα είπε˙ Εγώ σου επέτρεψα να χαιρετίσεις τον Αππίωνα και τον Αννουβίωνα, επειδή ομολογείς ότι είναι παιδικοί σου φίλοι, και όχι να συνομιλήσεις με τον Σίμωνα τον Μάγο.
16. Και ο πατέρας είπε˙ Αμάρτησα, το ομολογώ.
Και ο Αννουβίωνας˙ Κι εγώ ο ίδιος, είπε, σε παρακαλώ μαζί του, να συγχωρήσεις ένα γέροντα, ευγενή και αγαθόν, που εξαπατήθηκε. Διότι έγινε παιχνίδι ο δυστυχής του διαβόητου. Αλλά θα σου πω πως έγινε˙ ο αγαθός γέροντας ήρθε να μας χαιρετίσει. Την ώρα εκείνη όμως ήμασταν συγκεντρωμένοι, όσοι ήμασταν εκεί παρόντες, και ακούαμε τον Σίμωνα, ο οποίος ήθελε να δραπετεύσει την ίδια νύχτα, επειδή είχε ακούσει ότι είχαν έρθει κάποιοι από κάπου εδώ στη Λαοδίκεια με βασιλική διαταγή και τον αναζητούσαν. Καθώς λοιπόν έμπαινε ο Φαύστος, αντέστρεψε τον θυμό του λέγοντας τα εξής σε μας˙ Κάνετέ τον να έρθει να πάρει μέρος στο φαγητό σας˙ και εγώ θα παρασκευάσω ένα κάποιο μύρο, ώστε, αφού δειπνήσει και πάρει κάτι το ιδιαίτερο, αλείφοντας το πρόσωπό του, θα φαίνεται ότι έχει τη δική του μορφή. Εσείς όμως, αφού αλειφθείτε από μένα από πριν με κάποια ύλη από βότανο, δεν θα εξαπατηθείτε από τη δολιότητα της μορφής του, ενώ σ’ όλους τους άλλους ο Φαύστος θα φαίνεται ότι είναι ο Σίμωνας.
14. Ταύτα του προόδου απαγγέλαντος, ο Πέτρος τω πατρί προσεβμλέψας έφη˙ Ακούεις, Φαύστε, υπό Σίμωνος του Μάγου η μεταμόρφωσίς σου γέγονεν, ως ήδη φαίνεται. Καίσαρος γαρ νομίσας επί κακώ αυτόν ζητείν, φοβηθείς έφυγε την εαυτού σοι περιθείς μορφήν, όπως, αποθανόντος σου, τοις σοις τέκνοις η λύπη γένηται.
Ταύτα ο πατήρ ακούων, κλαίων και οδυρόμενος έφη˙ Ορθώς εστοχάσω, Πέτρε. Αννουβίων γαρ οικείός μου με φιλών μυστηριωδώς την επιβουλήν εξέφηνεν. Και ουκ επίστευσα ο ταλαίπωρος, επειδή του παθείν ήμην άξιος.
15. Ταύτα του πατρός ειπόντος μετ’ ου πολύ Αννουβίων ήλθε προς ημάς την Σίμωνος ημίν δηλών φυγήν, και ως αυτής νυκτός επί Ιουδαίων ώρμησεν. Εύρε δε τον πατέρα ημών κοπτόμενον και μετά οδυρμών λέγοντα˙ Οίμοι, οίμοι ο τάλας, μάγον αυτόν ακούων ηπίστουν. Ο ταλαίπωρος προς μίαν ημέραν επιγνωσθείς συμβίω και τέκνοις ταχέως επί την προτέραν της αγνοίας ήλθον συμφοράν. Και η μήτηρ οδυρομένη τας τρίχας κατέτιλλεν. Ημείς δε περί της του πατρός αλλοιώσεως αδημονούντες εστένομεν, ό,τι ποτέ ην συννοήσαι μη δυνάμενοι. Αννουβίων δε ταύτα ακούων και ορών αχανής έστη.
Ο δε Πέτρος ημίν τοις τέκνοις επί πάντων έφη˙ Πιστεύσατέ μοι, ούτός εστί Φαύστος ο πατήρ υμών. Διο δη κελεύω υμίν, ως πατρί προσέχειν. Παρέξει γαρ ο Θεός πρόφασίν τινά, δι’ ης την Σίμωνος αποδυσάμενος μορφήν την τυο πατρός υμών προδήλως αναδείξει πάλιν. Ταύτα ημίν ειπών και τω πατρί προσβλέψας έφη˙ Εγώ σοι επέτρεψα, προσαγορεύσαι Αππίωνα και Αννουβίωνα, επειδή εκ παίδων σοι φίλους είναι ομολογείς, ουχί Σίμωνι τω Μάγω συνομιλείν.
16. Και ο πατήρ˙ Ήμαρτον, έφη, ομολογώ.
Και ο Αννουβίων˙ Και αυτός εγώ, έφη, συν αυτώ δέομαί σου, συγγνώναι γέροντι ευγενεί και αγαθώ ηπατημένω. Παίγνιον γαρ γέγονεν ο δυστυχής του περιβοήτου. Πλην ως γέγονε φράσω. Ο αγαθός γέρων ήλθε προσαγορεύσων ημάς. Ετυγχάνομεν δε αυτής ώρας κατά ταύτόν οι εκεί παρόντες ακούοντες Σίμωνος, ος αποδιδράσκειν ήθελε αυτή νυκτί ακηκοώς, επιδημήσειν ποθέν τινάς ενταύθα τη Λαοδικεία εκ προσταγής βασιλικής ζητούντες αυτόν. Φαύστώ δε εισιόντι τον ίδιον θυμόν επέστρεφε φήσας ούτω προς ημάς˙ Αλών αυτόν ελθόντα συμμετασχείν υμίν ποιήσατε˙ εγώ δε μύρον τι σκευάσω, ίνα δειπνήσας και αναλαβών τι ίδιον χρίσας πρόσωπον την εμήν πάσιν έχειν δόξη μορφήν. Υμείς δε βοτάνης τινός ύλης προεναλειψάμενοι υπ’ εμού ουκ απατηθήσεσθε υπό της τέχνης αυτού μορφής, πλην τοις άλλοις πάσιν ο Φαύστος δόξει είναι Σίμων.
Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.
Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994
Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).
