Πρώτος αποδεικτικός λόγος περί της Εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος – Αγ. Γρηγορίου Παλαμά.

Εισαγωγή.

Η συγγραφή και η εκφώνηση των Αποδεικτικών Λόγων του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στη θεολογική ιστορία του 14ου αιώνα. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακαδημαϊκό κείμενο, αλλά για μια άμεση απάντηση σε μια κρίσιμη διπλωματική και εκκλησιαστική συγκυρία.

1. Το Ιστορικό Πλαίσιο (1334-1335)

Ο Λόγος γράφτηκε-ειπόθηκε γύρω στο 1335. Την εποχή εκείνη, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν υπό την πίεση των Οθωμανών και αναζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια από τη Δύση. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΒ’ για την ένωση των Εκκλησιών, ελπίζοντας σε στρατιωτική στήριξη.

2. Η Πρόκληση των Λατίνων Απεσταλμένων

Το 1334 έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη δύο Δομινικανοί μοναχοί, ο Φραγκίσκος εκ Καμερίνο και ο Ριχάρδος, ως απεσταλμένοι του Πάπα. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, οι Λατίνοι χρησιμοποίησαν την αριστοτελική λογική για να αποδείξουν την ορθότητα της προσθήκης του Filioque (την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος “και εκ του Υιού”).

3. Η Στάση του Βαρλαάμ του Καλαβρού

Πριν παρέμβει ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο βασικός εκπρόσωπος των Ελλήνων στις συζητήσεις ήταν ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός. Ο Βαρλαάμ, θέλοντας να αντικρούσει τους Λατίνους, χρησιμοποίησε μια αγνωστικιστική μέθοδο: Υποστήριξε ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος. Επομένως, είναι αδύνατο να αποδείξουμε αν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα ή και από τον Υιό. Κατέληξε δε ότι οι Λατίνοι έχουν άδικο όχι γιατί η διδασκαλία τους είναι ψευδής, αλλά γιατί είναι αναπόδεικτη.

4. Η Παρέμβαση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

Ο Όσιος Γρηγόριος, που τότε μόναζε στο Άγιον Όρος, θορυβήθηκε από τη γραμμή άμυνας του Βαρλαάμ. Θεώρησε ότι η υποχώρηση στον αγνωστικισμό ήταν επικίνδυνη, καθώς η Εκκλησία έχει αποδεικτική εμπειρία της αλήθειας μέσω της Αποκάλυψης και των Πατέρων. Έτσι, συνέταξε τον Πρώτο Αποδεικτικό Λόγο για να:

Καταρρίψει το Filioque με θεολογικά και όχι απλώς διαλεκτικά επιχειρήματα.

Διακηρύξει ότι η εκπόρευση είναι μόνο “εκ του Πατρός” (κατά την υπόσταση).

Διακρίνει ανάμεσα στην αΐδιο (αιώνια) εκπόρευση και τη χρονική πέμψη (φανέρωση) του Πνεύματος στον κόσμο.

Συμπερασματικά, το κείμενο αυτό του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτελεί ένα από τα πιο πυκνά και θεολογικά βαθιά κείμενα της βυζαντινής γραμματείας. Είναι ένας συγκλονιστικός λόγος που αναλύει τη δογματική διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσης (το ζήτημα του Filioque) με όρους αριστοτελικής λογικής και Αγιοπατερικής θεολογίας.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Πάλι ο φοβερός και αρχέκακος όφις, σηκώνοντας το κεφάλι του εναντίον μας, ψιθυρίζει τα αντίθετα της αλήθειας. Μάλλον δε, ενώ το κεφάλι του συντρίφτηκε από τον σταυρό του Χριστού, κάνοντας δικό του κεφάλι τον καθένα από εκείνους που ανά τις γενεές πείθονται στις ολέθριες συμβουλές του, και αναδύοντας έτσι πολλές κεφαλές αντί για μία (όπως η Λερναία Ύδρα), δεν σταματά μέσω αυτών να εκτοξεύει αδικία προς το ύψος (τον Θεό). Έτσι, αφού προσάρμοσε στην έλξη του τον Άρειο, τον Απολινάριο, τον Ευνόμιο και τον Μακεδόνιο, και πλήθος άλλους που προσκολλήθηκαν σε αυτόν, έχυσε το δικό του δηλητήριο εναντίον της ιεράς Εκκλησίας μέσω της γλώσσας εκείνων, χρησιμοποιώντας τους λόγους τους αντί για δικά του δόντια. Και προσπάθησε να καταστρέψει με αυτούς την αρχή της ευσέβειας, η οποία μοιάζει με δέντρο που πρόσφατα άνθησε όμορφα και είναι φορτωμένο με ωραιότατους καρπούς· όμως δεν κατάφερε να την βλάψει. Διότι από τους ίδιους τους δαγκωμένους συντρίφτηκαν πάλι τα δόντια του, από εκείνους δηλαδή που έκαναν αληθινά κεφαλή τους τον Χριστό.

Αυτός, λοιπόν, ο νοητός και γι’ αυτό περισσότερο επάρατος όφις, το πρώτο και το μεσαίο και το τελευταίο κακό, ο πονηρός που τρέφεται πάντα με τη χαμερπή και γήινη πονηριά, ο ακούραστος παρατηρητής της πτέρνας (δηλαδή της απάτης), ο ικανότατος σοφιστής προς κάθε θεομίσητη δόξα και αμήχανα εφευρετικός, μη έχοντας καθόλου ξεχάσει την οικεία κακοτεχνία του, εισάγει μέσω των πειθήνιων σε αυτόν Λατίνων νέες εκφράσεις για τον Θεό, οι οποίες φαίνονται μεν να έχουν μικρή παραλλαγή, αλλά αποτελούν αφορμές μεγάλων κακών και φέρουν πολλά και δεινά, ξένα και άτοπα προς την ευσέβεια, δείχνοντας φανερά σε όλους ότι στα θέματα περί Θεού το παραμικρό δεν είναι μικρό. Διότι αν σε καθένα από τα δικά μας πράγματα, όταν δοθεί στην αρχή ένα άτοπο, προκύπτουν πολλά άτοπα, πώς δεν θα προκύψουν με ασέβεια πολλά σφάλματα εξαιτίας αυτού, αν δοθεί κάτι ασυνήθιστο στην κοινή αρχή των πάντων (τον Θεό) και στις αναπόδεικτες αρχές που αφορούν αυτήν;

Σε αυτά τα σφάλματα θα είχε εκπέσει φανερά το γένος των Λατίνων, αν δεν αφαιρούνταν το μεγαλύτερο μέρος της κακοδοξίας από εμάς που αντιλεγούμε στην καινοφωνία του δόγματος. Διότι μερικές φορές συστέλλονται (υποχωρούν) τόσο, ώστε να λένε ότι έχουν την ίδια διάνοια με εμάς και ότι διαφωνούν μόνο στις λέξεις, ψευδόμενοι εις βάρος του εαυτού τους από αμηχανία. Διότι, ενώ εμείς δεν λέμε ότι η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος είναι και από την υπόσταση του Υιού, ενώ εκείνοι λένε ότι είναι και από του Υιού, είναι αδύνατο και οι δύο να καταλήγουμε στην ίδια έννοια· διότι ένας είναι ο Μονογενής και μία η ύπαρξη του Πνεύματος. Η άρνηση είναι πάντα αντίθετη στην κατάφαση και πάντα η μία είναι ψευδής αν η άλλη είναι αληθής· και δεν είναι δυνατόν να καταφάσκει και να αρνείται κανείς το ίδιο πράγμα για το ίδιο θέμα με αλήθεια.

Αλλά ότι όχι μόνο λένε αλλά και φρονούν τα αντίθετα από εμάς, νομίζω ότι κανείς από όσους σκέφτονται σωστά και δεν συμπλέουν με εκείνους δεν θα το αμφισβητήσει. Ότι δε αντιδογματίζουν όχι μόνο σε εμάς, αλλά και στον ίδιο τον λόγο της αλήθειας —ο οποίος σε εμάς έχει διαφυλαχθεί χωρίς μείωση, χωρίς αύξηση και εντελώς αμετάβλητος— όλοι εσείς το γνωρίζετε ακριβώς και χωρίς απόδειξη, εννοώ το πλήρωμα των ευσεβών. Θα δειχθεί όμως, με τη βοήθεια του Θεού, και μέσω αυτού του λόγου, ώστε να “φραχθεί κάθε στόμα” που αντιλέγει και να στηριχθεί η αμφιταλάντευση προς μία ομολογία.

Αλλά, ώ Θεέ του παντός, ο μόνος δότης και φύλακας της αληθινής θεολογίας και των δογμάτων και λόγων της, η μόνη μοναρχικώτατη Τριάδα, όχι μόνο επειδή μόνη άρχεις στο παν, αλλά επειδή έχεις και μέσα σου μία και μόνη υπεράρχια αρχή, τη μόνη αναίτια Μονάδα (τον Πατέρα), από την οποία προέρχονται και στην οποία αναφέρονται αχρόνως και αναιτιωδώς ο Υιός και το Πνεύμα —το Άγιο Πνεύμα, το Κύριο, που έχει την ύπαρξη από τον Θεό Πατέρα με εκπόρευση και δίνεται και πέμπεται και φανερώνεται μέσω του Υιού σε όσους πιστεύουν ορθά σε Σένα· Υιέ Μονογενή, που έχεις την ύπαρξη από τον Θεό Πατέρα με γέννηση και μορφώνεσαι και ενοικείς μέσω του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές όσων πιστεύουν σε Σένα και οράσαι αοράτως· Πατέρα αγέννητε, μόνε και ανεκπόρευτε, και για να τα πω όλα, αναίτιε, ο μόνος πατέρας των φώτων (του Υιού και του Πνεύματος) που δεν εξέρχονται από τη θεότητα και είναι ομότιμα με Σένα, ένα κράτος, μία δύναμη, η δημιουργός των κτιστών και υποταγμένων σε Σένα φώτων, η δότης κάθε γνώσης, που δημιούργησες πολυειδείς ιδέες υποκειμένων που γνωρίζουν και αντικειμένων που γνωρίζονται και έθεσες τις γνώσεις φυσικά και κατάλληλα σε αυτούς που γνωρίζουν —στους μεν νοερούς (αγγέλους) απλές και απαθείς νοήσεις, στους δε αισθητικούς πολυμερείς και παθητές αισθήσεις, και σε εμάς τους μικτούς και τα δύο· Εσύ που χαρίζεις με ανέκφραστη χρηστότητα τη γνώση για Σένα, όσο είναι δυνατόν, μόνο στα λογικά κτίσματά Σου, δώσε και σε εμάς τώρα να θεολογήσουμε ευάρεστα προς Εσένα και συμφώνως με όσους από αιώνων Σου ευαρέστησαν με έργο και λόγο· ώστε και να ελέγξουμε όσους δεν Σε θεολογούν θεάρεστα και να στηρίξουμε στην αλήθεια όσους Σε ζητούν με αλήθεια, για να Σε γνωρίζουμε όλοι ως μία και μόνη πηγαία θεότητα, τον μόνο Πατέρα και Προβολέα, και έναν δικό Σου Υιό και μόνο Υιό, αλλά όχι και προβολέα, και ένα δικό Σου Πνεύμα Άγιο, και μόνο πρόβλημα (προερχόμενο), αλλά όχι και ποίημα· και να δοξάζουμε έναν Θεό, σε μία και απλή, αλλά πλούσια και ευρύχωρη θεότητα, και να αντιδοξαζόμαστε από Εσένα με πλούσια θέωση και τρισσοφαή φωτοχυσία, τώρα και στους ακατάληπτους αιώνες. Αμήν.

Αυτή η ευχή είναι κοινή για όλους όσους σέβονται μία αρχή. Εσείς όμως τι λέτε, εσείς που λέτε ότι υπάρχουν δύο αρχές στη θεότητα; Διότι, τι κι αν δεν το λέτε φανερά αυτό, αλλά αυτό συνάγεται από όσα λέτε; Τέτοια είναι τα “βάθη του Σατανά”, τα μυστήρια του πονηρού, τα οποία ψιθυρίζει σε όσους του δίνουν προσοχή, όχι χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής, αλλά υποκρύπτοντας το βλαβερό νόημα. Έτσι, νομίζω, ψιθύρισε και στην Εύα.

Αλλά εμείς, έχοντας διδαχθεί από τη θεοσοφία των Πατέρων να μην αγνοούμε τα νοήματά του, τα οποία συνήθως τυχαίνει να είναι αφανή στους πολλούς, ποτέ δεν θα σας δεχθούμε ως κοινωνούς, όσο λέτε ότι το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό.

Άραγε, λέγοντας αυτά, δεν συνεχίζετε φανερά να προσθέτετε, πρώτον μεν στην εκφαντορική θεολογία περί του Αγίου και προσκυνητού Πνεύματος της αυτοαλήθειας του Χριστού, ο οποίος, ενώ ήταν Θεός προαιώνιος, έγινε για εμάς και θεολόγος· ο οποίος, ενώ είναι η ίδια η αλήθεια, φάνηκε σε εμάς ως κήρυκας της αλήθειας λόγω φιλανθρωπίας· ο οποίος γι’ αυτό ήρθε στον κόσμο, για να μαρτυρήσει την αλήθεια, την αληθινή φωνή του οποίου ακούει ο καθένας που είναι από την αλήθεια και τη ζητά με αλήθεια;

Άραγε, λοιπόν, δεν αντιτίθεστε πρώτα σε αυτόν τον ίδιο (τον Χριστό), ο οποίος πρώτος από όλους θεολόγησε έτσι («διότι το Πνεύμα της αλήθειας», λέει, «το οποίο εκπορεύεται παρά του Πατρός»), έπειτα δε στους αυτόπτες και αυτήκοους μαθητές και αποστόλους Του; Ή μάλλον, πριν από αυτούς, και στο ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και ήρθε σύμφωνα με την υπόσχεση που τους έδωσε ο Σωτήρας, και το οποίο τους δίδαξε τα πάντα; Και αυτό δεν τους δίδαξε ότι εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα των φώτων, αλλά και από τον Υιό. Διότι αν έτσι τους δίδαξε, και αυτοί θα δίδασκαν εμάς παρομοίως.

Επειδή και γι’ αυτό στάλθηκαν, αφού διδάχθηκαν και φωτίστηκαν, για να διδάξουν όπως διδάχθηκαν, για να φωτίσουν όπως φωτίστηκαν, για να κηρύξουν με παρρησία ό,τι άκουσαν στο αυτί —δηλαδή όχι σε επήκοο όλων— ώστε να πουν στο φως (φανερά σε όλους) όσα τους ειπώθηκαν στο σκοτάδι (μέσω αποκαλύψεως σε υπέρφωτο γνόφο, ή έστω παραβολικά, όπως ο “σκοτεινός λόγος” στον Σολομώντα που γίνεται φανερός σε όποιον μετέχει στη σοφία). Αν θέλεις, η λέξη “σκοτάδι” ας δηλώνει το κατ’ ιδίαν και αποκρύφως, που δεν ήταν ακόμη γνωστό στους πολλούς.

Αλλά σχετικά με αυτό που λέμε τώρα: αυτό που δεν ειπώθηκε από αυτούς που κήρυξαν την αλήθεια με παρρησία, αυτό που δεν ανήγγειλε το Πνεύμα που ανήγγειλε όλη την αλήθεια, αυτό που δεν μαρτύρησε ούτε γνώρισε Εκείνος που γνώρισε στους αγαπητούς Του όλα όσα άκουσε από τον Πατέρα και γι’ αυτό ήρθε, για να μαρτυρήσει την αλήθεια, πώς εσείς τολμάτε να το λέτε, εισάγοντας έτσι μια ξένη προσθήκη στον Όρο της Πίστεως; Τον οποίον (Όρο) οι πρόκριτοι Πατέρες, συγκεντρωμένοι μαζί με την κίνηση του Αγίου Πνεύματος, συνέγραψαν και παρέδωσαν ως σύμβολο αληθινής δόξας προς τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ως λυδία λίθο ειλικρινούς θεογνωσίας και ως ομολογία ασφαλή για όλους όσοι έχουν προτιμήσει να ορθοτομούν τον λόγο της αλήθειας.

Διότι η πρόφαση που προβάλλετε, ότι δήθεν υπάρχουν κάποιοι που λένε πως ο Υιός δεν είναι ίσος με τον Πατέρα επειδή δεν έχει και αυτός την ιδιότητα του εκπορεύειν, και εσείς σπεύδοντας να τον δείξετε ίσο εισαγάγατε αυτή την προσθήκη, δεν έχει καμία λογική βάση. Διότι, αν κάποιοι έλεγαν ότι πρέπει (ο Υιός) να έχει και το «γεννάν» (να γεννά και αυτός), επειδή χωρίς αυτό αφαιρείται η ισότητα, θα ήταν ανάγκη να προσθέσετε και αυτό, πειθόμενοι σε ανόητους ανθρώπους· και απλώς να μη λέτε ότι ο Πατήρ είναι μείζων (μεγαλύτερος) του Υιού ως αίτιος, για να μην αθετήσουμε την ισότητα του Υιού προς αυτόν.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να υποβάλλετε δολίως προς αντίθεση των ευαγγελικών δογμάτων και διδαγμάτων· διότι αυτός που λέει ότι και ο Υιός είναι αίτιος θεότητας, αθετεί τον ίδιο τον Υιό που είπε σαφώς στο Ευαγγέλιο «ο Πατήρ μου είναι μεγαλύτερός μου», όχι μόνο ως άνθρωπος, αλλά και ως Θεός, λόγω του ότι είναι το αίτιο της θεότητας. Γι’ αυτό και δεν είπε «ο Θεός», αλλά «ο Πατήρ»· διότι δεν είναι μεγαλύτερος του Υιού ως Θεός (μακριά από εμάς τέτοια ασέβεια!), αλλά ως αίτιος της θεότητας, όπως ακριβώς μας ερμήνευσαν οι θεοφόροι Πατέρες. Σε αυτούς, λοιπόν, τους θεοφόρους και στον Χριστό, τον Θεό των θεοφόρων, αντιλέγετε εσείς, λέγοντας ότι ο Υιός δεν είναι ίσος με τον Πατέρα ως προς το αίτιο.

Αλλά εμείς και την ισότητα του Υιού προς τον Πατέρα γνωρίζουμε ως προς τη φύση, και το «μείζον» του Πατρός ομολογούμε ως προς το αίτιο, το οποίο περιλαμβάνει και τα δύο: και το γεννάν και το εκπορεύειν. Και για τους ίδιους τους Πατέρες που συνέταξαν εξαρχής το Σύμβολο της Πίστεως, όταν ο αγώνας τους ήταν για τη συμφυΐα (ομοουσιότητα) του Υιού με τον Πατέρα —δηλαδή για την ομοτιμία— θεωρήθηκε επαρκές το Σύμβολο χωρίς τη δική σας προσθήκη.

Επομένως, ούτε εύλογα ούτε ευσεβώς εισάγετε αυτή την προσθήκη στον Όρο της Πίστεως, τον οποίον οι πρόκριτοι Πατέρες, συγκεντρωμένοι από κοινού και κινούμενοι από το Πνεύμα, συνέγραψαν και παρέδωσαν. Στον οποίον (Όρο) δεν επιτρέπεται καθόλου ούτε να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί κάτι μετά τη δεύτερη χρονικά αγία Σύνοδο, μέσω της οποίας όποιος τολμήσει κάτι τέτοιο υποβάλλεται σε αναθέματα και εκβάλλεται από την Εκκλησία· και μάλιστα για μια προσθήκη που δεν έχει ειπωθεί στον Λόγο (Γραφή), δεν έχει αποκαλυφθεί από το Πνεύμα και δεν έχει βρεθεί στα γραπτά λόγια των αγίων Αποστόλων.

Σε συμφωνία με αυτά, και εκείνοι που εξέθεσαν αυτόν τον θείο Όρο της Πίστεως τον εξέθεσαν, και εκείνοι που ακολούθησαν συμφώνησαν, έστω και αν δεν τον εξέθεσαν ξανά μαζί τους. Διότι δεν μπορείτε να πείτε ότι δεν έγινε έτσι —δηλαδή οι μεν να τον εκθέσουν και οι δε να συμφωνήσουν— καθώς ελέγχεστε από εκείνους που κατέγραψαν τα πρακτικά όλων των αγίων Συνόδων, αλλά και από την ίδια τη συμφωνία των τεσσάρων Πατριαρχικών Θρόνων από τότε μέχρι σήμερα και για πάντα, καθώς και από τα πολλά και διάφορα γένη και γλώσσες που διατηρούν αναλλοίωτη την αρχική έκθεση.

Και λοιπόν, οι κοινές φανερωτικές φωνές των θεοφόρων θεολόγων, ευαγγελιστών, αποστόλων και των προ αυτών προφητών, έτσι ομολογούν ομόφωνα για το Πνεύμα και σε συμφωνία με τον Θεάνθρωπο Λόγο· επιπλέον δε, όλες οι Σύνοδοι που συγκροτήθηκαν για την ευσέβεια σε διάφορους καιρούς και αιτίες, και σχεδόν κάθε θεοφόρος γλώσσα· διότι σε καμία από αυτές τις Συνόδους δεν έχει θεολογηθεί το Άγιο Πνεύμα ως εκπορευόμενο και από τον Υιό. Θα μπορούσα να δείξω τώρα και αυτό, ότι όλοι οι θεηγόροι Πατέρες, ένας προς έναν, αποδέχονται απαραλλάκτως αυτή την πίστη μέσα από τα λόγια που ο καθένας τους εξέδωσε.

Αλλά η φιλονικία του Λατίνου δεν θα ανεχθεί να μακρηγορούμε, αλλά θα απαντήσει λέγοντας: «Πώς λοιπόν και εσείς, και από πού βρήκατε αυτή την προσθήκη, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, και γι’ αυτό μας θεωρείτε ετερόδοξους, ενώ ο Χριστός δεν το είπε αυτό, ούτε κάποιος από τους μαθητές Του;»

Σε αυτό θα απαντήσουμε αμέσως εμείς, λέγοντας τα εξής: Το πλήρωμα των ευσεβών, γινόμενοι ένα χείλος για το καλό, οικοδόμησαν πύργο ευσέβειας, παντελώς ανώτερο από τον νοητό κατακλυσμό της δυσσέβειας. Διότι επεδήμησε και σε αυτούς, ενώ επιχειρούσαν την οικοδόμηση, η τελειοποιός των αγαθών Τριάδα, όχι συγχέοντας, αλλά συνδέοντας και τις δόξες (απόψεις) και τις γλώσσες σε μια ευσεβέστατη και ορθόδοξη ομοφωνία. Στεκόμενοι λοιπόν εμείς πάνω σε αυτό το ασφαλές οχύρωμα, θα χτυπήσουμε πρώτα από εδώ με ευστοχία και γενναιότητα εκείνους που φέρονται αντίθετα προς τα ορθά δόγματα, προς όφελός τους μάλιστα, αν το θέλουν. Μετά από αυτό, θα τους παρουσιάσουμε μερικές από τις αποδείξεις της αλήθειας που αναφαίνονται από παντού, παρακινώντας τους προς τον πόθο της αλήθειας, για να πω σύμφωνα με το γεγραμμένο: «μήπως και την ψηλαφήσουν και την βρουν, αν και δεν βρίσκεται μακριά τους». Τώρα όμως, αυτούς δεν θα τους χτυπήσουμε εμείς, αλλά το ίδιο το λογικό τείχος της ευσέβειας και θα τους πατάξει και θα τους τρέψει σε φυγή, ή αν θέλεις, θα τους θεραπεύσει.

Διότι τέτοιος είναι αυτός ο θείος Όρος: δεν προστατεύει μόνο εκείνους που παραμένουν σε αυτόν και τους καθιστά ασφαλείς, αλλά και πολεμά στην πρώτη γραμμή και αντιτάσσεται ανίκητα σε όσους επαναστατούν· άκουσε δε το πώς.

«Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα», «και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Άραγε, δεν εννοείται και δεν συνυπακούεται το «μόνου»; Δηλαδή ότι έχει γεννηθεί μόνο από τον Πατέρα, έστω και αν δεν έχει προστεθεί η λέξη «μόνου»; Βεβαίως και συνυπακούεται, και θα έλεγες μάλιστα ότι είναι σαν να είναι γραμμένο, αν θέλεις να είσαι καθόλου ευσεβής. Από αυτό λοιπόν διδάξου και για το Πνεύμα. Και όταν ακούς στο ίδιο Σύμβολο «το Πνεύμα το Άγιο το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», θεώρησε αμέσως ότι εξ ανάγκης συνυπακούεται το «μόνου» και μη θεωρείς ότι είναι δική μας προσθήκη, όταν μας ακούς στις συζητήσεις μαζί σας να το προσθέτουμε χάριν της αλήθειας εξαιτίας της δικής σας αθέτησης. Ειδάλλως, ούτε στη γέννηση του Υιού από τον Πατέρα θα επιτρέψεις να συνυπακούεται το «μόνου»· και έτσι θα πολλαπλασιάσεις την ασέβειά σου.

Και σκέψου και τούτο: όπως ακούγοντας στο Σύμβολο της Πίστεως ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων, έχουμε συνεννοούμενο και συνυπακουόμενο το «μόνου» μαζί με το «εκ του Πατρός», όπως θα συμφωνούσες και εσύ μαζί μας, παρ’ όλα αυτά κανείς δεν πρόσθεσε ποτέ εκεί το «μόνου». Έτσι, ακόμη και αν η δική σου άποψη ότι το Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ήταν ομολογημένη και φαινόταν σωστή σε εμάς και γενικά σε όλη την Εκκλησία του Χριστού, ούτε τότε θα έπρεπε να προστεθεί από εσάς στο Σύμβολο της Πίστεως.

Ήταν λοιπόν από τα πιο δίκαια να μη σας θεωρούμε καν άξιους λόγου, αν δεν πάψετε να προσθέτετε στο ιερό Σύμβολο· και αφού αποβληθεί πρώτα από εσάς η δική μας προσθήκη (ως αντίδραση στη δική σας), έπειτα να ζητήσουμε αν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή όχι, και να επικυρώσουμε ό,τι φανεί σωστό στους θεοφόρους Πατέρες. Αλλά ούτε και τότε να το προσθέσουμε στο Σύμβολο, όπως ακριβώς έγινε με τις δύο φύσεις και θελήματα και ενέργειες του ενός Χριστού, την καθ’ υπόσταση ένωση και το όνομα της Θεοτόκου, για τα οποία οι προκάτοχοί μας έπραξαν καλώς και με ευσέβεια, επιδιώκοντας την ευσέβεια μαζί με την κοινή ειρήνη, αν και πολλές φορές συγκεντρώθηκαν από κοινού, με τη συμμετοχή ή τη συγκατάθεση και των αρχιερέων της παλαιάς Ρώμης εκείνης της εποχής. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να προβάλει ως επιχείρημα το αξίωμα του τωρινού πάπα· διότι δεν πρέπει εξαιτίας αυτού ή αυτών να απορρίψουμε εκείνους τους τόσους και τέτοιους (Πατέρες) που έκλεισαν με μακάριο τέλος την αγιασμένη και με πολλούς τρόπους μαρτυρημένη από τον Θεό ζωή τους.

Αλλά δεν είναι μόνο το Σύμβολο της ορθόδοξης πίστης —διότι πρέπει να μιλάμε χάριν εκείνων που θα ακούσουν με καλή διάθεση— δεν είναι λοιπόν μόνο το Σύμβολο, αλλά και σχεδόν κάθε θεολόγος γλώσσα που κηρύττει τον Υιό γεννηθέντα από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορευόμενο από τον ίδιο Πατέρα, δεν προσθέτει το «μόνου»· διότι, ακόμα και αν δεν αναφέρεται, συνυπακούεται εξ ανάγκης, και αυτό θα το γνωρίζεις αν ξεφυλλίσεις και μελετήσεις τα ίδια τα θεολογικά βιβλία. Χάριν σε εσένα όμως, ας παραθέσουμε και εμείς λίγα και σύντομα αποσπάσματα. Ο μέγας Αθανάσιος λέει: «Τι είναι Θεός; Η αρχή των πάντων κατά τον Απόστολο που λέει: “ένας Θεός ο Πατήρ, από τον οποίον προέρχονται τα πάντα”· διότι και ο Λόγος είναι από αυτόν με γέννηση και το Πνεύμα από αυτόν με εκπόρευση». Βλέπεις ότι παρομοίως και για τους δύο χρησιμοποιεί το «από αυτόν» και πουθενά δεν προσθέτει με λέξη το «μόνου»; Και εσύ λοιπόν, παρομοίως και για τους δύο ή θα δεχθείς τη δική σου προσθήκη (που θα σήμαινε ότι και ο Υιός γεννάται από το Πνεύμα) ή θα εννοήσεις το «μόνου» ως εξ ανάγκης συνυπακουόμενο.

Τι θα πει δε ο αμέσως μετά από αυτόν στον χρόνο, και όχι μετά από αυτόν στη μεγαλειότητα ενώπιον του Θεού, το επωνύμως «βασίλειον ιεράτευμα» (ο Μέγας Βασίλειος)· άραγε δεν θα συμφωνήσει και δεν θα έχει το ίδιο φρόνημα; Άκουγε και μάθαινε: «κυρίως ο Υιός είναι εκ του Θεού, επειδή ο Υιός από τον Πατέρα εξήλθε και το Πνεύμα από τον Πατέρα εκπορεύεται· αλλά ο μεν από τον Πατέρα γεννητώς, το δε αρρήτως εκ του Θεού». Ιδού, επανειλημμένα έθεσε παρομοίως και για τους δύο το «εκ του Πατρός»· έχεις λοιπόν καθόλου το θράσος να λες ακόμα ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μόνο εκ του Πατρός, επειδή δεν έχει προστεθεί η λέξη «μόνου»;

Θέλεις μήπως να ακούσεις και τον μεγάλο θεολόγο Γρηγόριο, που συνοψίζει τα πάντα σε λίγα λόγια και αφαιρεί σαν με σμίλη τη δική σου προσθήκη, εφαρμόζοντας και στους δύο το «εκ μόνου»; Και το πιο θαυμαστό: όχι επειδή το προσθέτει, αλλά επειδή δεν το προσθέτει. «Για εμάς υπάρχει ένας Θεός», λέει, «επειδή υπάρχει μία θεότητα, και προς το Ένα (τον Πατέρα) αναφέρονται όσα προέρχονται από Αυτόν, έστω και αν πιστεύουμε σε Τρία». Άκουσες; Είπε «από Αυτόν» και για τους δύο. Άραγε, θα σκεφτούμε και θα προσθέσουμε εμείς ότι και ο Πατήρ και κάποιος άλλος είναι η πηγή και των δύο, επειδή δεν αναφέρεται το «μόνου», και έτσι θα εκπέσουμε από τον μόνο Θεό της ανώτατης Τριάδας; Είθε να μην το πάθεις αυτό, ή μάλλον να μη μείνεις ανίατος αν το έπαθες· διότι σου έγινε ήδη γνωστό το σωστό.

Και βέβαια, λέμε ότι ο Υιός είναι εκ του Πατρός, ως γεννηθείς από τη θεία ουσία, προφανώς σύμφωνα με την πατρική υπόσταση· διότι η ουσία είναι μία και για τους τρεις· ώστε το «γεννάν» εφαρμόζεται στην πατρική υπόσταση και δεν είναι δυνατόν ο Υιός να προέρχεται από το Πνεύμα. Επειδή λοιπόν και το Άγιο Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, από τη θεία ουσία και αυτό εκπορευόμενο σύμφωνα με την πατρική υπόσταση· διότι η ουσία είναι παντού και οπωσδήποτε μία για τους τρεις. Επομένως, το «εκπορεύειν» εφαρμόζεται στην πατρική υπόσταση και δεν είναι δυνατόν το Πνεύμα να είναι και από τον Υιό, διότι ο Υιός δεν μπορεί να έχει τα ιδιώματα της πατρικής υπόστασης.

Διότι, κατά τον ιερό Δαμασκηνό, «τη διαφορά των θείων υποστάσεων τη γνωρίζουμε μόνο σε τρία ιδιώματα: στο αναίτιο και πατρικό, στο αιτιατό και υιικό, και στο αιτιατό και εκπορευτό». Βλέπεις ότι η υπόσταση του Υιού δεν είναι και αιτία, αλλά μόνο αιτιατή; Διότι, λέει, μόνο αυτό το ιδίωμα έχει, όπως ακριβώς και η υπόσταση του Πνεύματος. Καταλαβαίνεις δε και τούτο: ότι το πατρικό ιδίωμα, εφόσον είναι πατρικό, περιλαμβάνει και τα δύο, το γεννάν και το εκπορεύειν; Επομένως, αν το Άγιο Πνεύμα ήταν και από τον Υιό, τότε ο Υιός θα ήταν ταυτόχρονα και αίτιος και Πατέρας ως αίτιος.

Άρα, δεν είναι δυνατόν ο Υιός να έχει κάτι από τα ιδιώματα της πατρικής υπόστασης· αν όμως έχει, τότε ή δύο θα είναι τα αίτια (καθώς το εκπορεύειν θα υπάρχει σε δύο υποστάσεις —έτσι δύο θα είναι και τα αιτιατά, αφού το αιτιατό θα θεωρείται σε δύο υποστάσεις), ή ο Πατήρ και ο Υιός θα συγχωνευθούν σε μία υπόσταση. Άρα, από μόνο τον Πατέρα εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, και μάλιστα άμεσα και χωρίς μεσολάβηση από τον Πατέρα, όπως και ο Υιός γεννάται άμεσα από τον Πατέρα.

Γι’ αυτό και ο θείος πρόεδρος Γρηγόριος Νύσσης λέει: «τα πρόσωπα των ανθρώπων δεν έχουν όλα την ύπαρξη άμεσα από το ίδιο πρόσωπο, ώστε μαζί με τα αιτιατά (παιδιά) να υπάρχουν πολλά και διάφορα αίτια (γονείς). Στην Αγία Τριάδα όμως δεν είναι έτσι· διότι ένα και το αυτό είναι το πρόσωπο του Πατρός, από το οποίο ο Υιός γεννάται και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται. Γι’ αυτό και λέμε με θάρρος ότι ο Θεός είναι ένας, κυρίως λόγω του ενός αιτίου μαζί με τα αιτιατά του».

Άραγε κατάλαβες, αφού χτυπήθηκες από τον λόγο της αλήθειας, και μαθαίνεις πάλι την αλήθεια και πείθεσαι στον Θεό και στους κατά Θεόν Πατέρες; Ότι δηλαδή ακούγοντας ότι το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, πρέπει να συνυπακούεις το «εκ μόνου» και να μην αποδίδεις πλέον την ύπαρξη σε αυτό από διάφορα πρόσωπα, αλλά να θεολογείς ότι προέρχεται άμεσα από το Ένα Πρόσωπο, τον Πατέρα. Έτσι δοξάζεις τον Θεό ως ένα Πρόσωπο-Αίτιο για τα δικά Του αιτιατά (Υιό και Πνεύμα), όχι όμως ως ένα αίτιο επειδή λες ότι τα δύο πρόσωπα έχουν την ίδια ουσία (διότι έτσι γίνονται πολλά τα αίτια, όπως συμβαίνει σε εμάς, και δεν θα υπήρχε πλέον ένας Θεός, όπως ακριβώς δεν είμαστε ένας άνθρωπος όλοι εμείς μαζί, έστω και αν έχουμε την ίδια ουσία).

Άραγε πείθεσαι σύμφωνα με αυτά στον Θεό και σε όσους θεολογούν κατά Θεόν, ή ζητάς ακόμα να ακούσεις την αλήθεια μέσα από βροντές, όπως εκείνοι που μετά από τα πολλά θεϊκά σημάδια του Ιησού ζητούσαν να δουν σημάδι από τον ουρανό; Άκουσε λοιπόν και τη βροντή, τον Ιωάννη τον πιο θεολόγο από τους μαθητές του Κυρίου, ο οποίος λέει: «είδαμε τη δόξα Του, δόξα ως μονογενούς από τον Πατέρα». Τι λοιπόν; Δεν θα πούμε ότι ο Μονογενής είναι από μόνο τον Πατέρα, επειδή δεν έχει προστεθεί η λέξη «μόνου»; Αλλά και ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας προς τους Ιουδαίους: «αν ο Θεός ήταν πατέρας σας, θα με αγαπούσατε, διότι εγώ από τον Θεό εξήλθα και ήρθα», και πάλι: «όχι ότι κάποιος έχει δει τον Πατέρα, παρά μόνο αυτός που είναι από τον Θεό, αυτός έχει δει τον Πατέρα»· πώς δεν πρόσθεσε το «μόνου» λέγοντας “από τον Πατέρα μόνο εξήλθα” ή “αυτός που είναι από μόνο τον Πατέρα”, παρά μόνο επειδή συνυπακούεται εξ ανάγκης;

Εφόσον λοιπόν τόσες φορές έχει ειπωθεί για τον Υιό ότι είναι από τον Πατέρα και πουθενά δεν έχει προστεθεί το «μόνου», εσύ παντού το συνυπακούεις αυτό και δεν δυσφορείς με όσους παντού το συνυπακούουν. Μάλλον μάλιστα δυσφορείς σφόδρα με όσους δεν το συννοούν αυτό και τους κατηγορείς ως δυσσεβείς ή και ασεβείς. Για το Άγιο Πνεύμα όμως, ακούγοντας ότι είναι εκ του Πατρός, τι έπαθες και δεν συννοείς το εξ ανάγκης συνυπακουόμενο, αλλά παρεκτράπηκες στην αντίθετη δόξα; Αυτό για το οποίο δίκαια θα κατηγορούσες εκείνους που σκέφτονται κακώς για τον Υιό, αυτό το έπαθες εσύ άδικα για το Πνεύμα, χωρίς καμία απολύτως αφορμή που να προκαλεί την ασέβεια.

Διότι δεν είναι μόνο ότι το Πνεύμα λέγεται ότι είναι από τον Πατέρα, όπως ο Θεός Λόγος προ αιώνων από τον Πατέρα, και άρα νοείται εξ ανάγκης ότι εκπορεύεται από μόνο τον Πατέρα· αλλά και επειδή, κατά τον σοφό μάρτυρα της αλήθειας Ιουστίνο, «όπως ο Υιός είναι από τον Πατέρα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι από τον Πατέρα, εκτός από τον τρόπο της υπάρξεως· διότι ο μεν έλαμψε ως φως από φως με γέννηση, το δε —φως από φως και αυτό— δεν προήλθε με γέννηση, αλλά με εκπόρευση». Αν ο Υιός είναι άμεσα από τον Πατέρα, και το Πνεύμα είναι άμεσα από τον Πατέρα· και αν ο Υιός δεν είναι και από το Πνεύμα, τότε και το Πνεύμα δεν είναι και από τον Υιό· και αν ο Υιός είναι από μόνο τον Πατέρα, τότε και το Πνεύμα είναι από μόνο τον Πατέρα. Επειδή λοιπόν το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό από τον Πατέρα, όπως ο Υιός είναι γεννητός από τον Πατέρα, τότε το Πνεύμα είναι εκπορευτό από μόνο τον Πατέρα. Άρα το Άγιο Πνεύμα προέρχεται εκπορευτικώς από τον Θεό Πατέρα μόνο.

Αυτά λοιπόν λέγονται και είναι παρόμοια, και μαζί και χωριστά το καθένα· μέσω του ότι «είναι παρόμοια» μας παρέχουν την αιτιώδη απόδειξη της αλήθειας, ενώ μέσω του ότι «λέγονται παρόμοια» μας παρέχουν την τεκμηριωμένη απόδειξη. Διότι δεν θα γνωρίσουμε τα ιδιώματα του Πνεύματος από τον Υιό επειδή ο Υιός και το Πνεύμα υπάρχουν μαζί αϊδίως, αλλά επειδή τα του Υιού μας είναι πιο γνώριμα, από αυτά τα πιο γνώριμα θα αποδείξουμε και τα του Πνεύματος. Άλλωστε, έχει αποδειχθεί ότι το Πνεύμα υπάρχει από μόνο τον Πατέρα, όχι απλώς «από τον Υιό», αλλά από το ότι είναι όπως ο Υιός (δηλ. προέρχεται άμεσα από την πηγή-Πατέρα).

Και βέβαια, κατά τον θείο Παύλο, το Άγιο Πνεύμα ονομάζεται Πνεύμα και Νους Χριστού, όπως ακριβώς λέει ο Μέγας Βασίλειος γράφοντας κατά των Ευνομιανών: «ο Απόστολος κήρυξε καθαρά ότι το Πνεύμα είναι από τον Θεό λέγοντας “λάβαμε το Πνεύμα που είναι από τον Θεό”· και έκανε φανερό ότι έχει φανερωθεί μέσω του Υιού, ονομάζοντάς το Πνεύμα Υιού όπως και Θεού, και αποκαλώντας το Νου Χριστού, όπως ακριβώς το Πνεύμα του Θεού είναι σαν το πνεύμα του ανθρώπου».

Όπως λοιπόν ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του νου, και ο νους αυτός ανήκει στον καθένα αλλά δεν προέρχεται από αυτόν τον ίδιο (ως προς την αιτία της ύπαρξής του), αλλά από εκεί όπου προέρχεται και ο ίδιος ο άνθρωπος· έτσι και το θείο Πνεύμα, που ενυπάρχει φυσικά στον Χριστό ως Θεό, είναι και Πνεύμα και Νους Του. Και ως προς την ενέργεια είναι δικό Του και από Αυτόν, καθώς εμφυσάται και πέμπεται και φανερώνεται· ως προς την ύπαρξη όμως και την υπόσταση είναι μεν δικό Του, αλλά όχι από Αυτόν, αλλά από Εκείνον που Τον γέννησε (τον Πατέρα).

Για να αποκλείσουμε λοιπόν από παντού τις λαβές σας εναντίον της αλήθειας: ο Υιός και Λόγος του Θεού, όντας από τη φύση Του από τον Θεό, γεννάται φυσικώς, δεν γίνεται από τον Πατέρα κατά χάρη. Επειδή δε ο γεννών είναι η πηγαία θεότητα και η πηγή της θεότητας, ο γεννώμενος πηγάζει (από την πηγή αυτή). Επειδή δε μόνος πηγή της θεότητας και πηγαία θεότητα είναι ο Πατήρ, όπως ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης και ο μέγας Αθανάσιος συμφωνούν, άρα ο φύσει Υιός υπάρχει μόνο από τον Πατέρα. Εκείνος δε που είναι υιός «κατά θέσιν» (ο άνθρωπος) δεν είναι από μόνο τον Πατέρα αλλά μέσω του Υιού, αν και δεν είναι μόνο υιός αλλά και πνεύμα κατά χάρη· διότι «αυτός που κολλάει στον Κύριο είναι ένα πνεύμα», λέει ο Απόστολος. Το δε Άγιο Πνεύμα δεν είναι κατά χάρη, αλλά κατά φύση από τον Θεό, όπως και ο Υιός και Λόγος του Θεού. Το δε κατά φύση Πνεύμα εκπορεύεται φυσικά από τον Θεό· το δε φυσικά εκπορευόμενο πηγάζει από τον Θεό· το δε πηγάζον από τον Θεό πηγάζει από την πηγαία θεότητα, η οποία είναι μόνο ο Πατήρ. Άρα το Άγιο Πνεύμα είναι φύσει Θεός, πηγάζοντας εκπορευτικώς από μόνο τον Θεό Πατέρα.

Αν δε κάποιος δεν ομολογεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα, θα ελεγχθεί ότι σκέφτεται κακώς και για τον Υιό. Διότι σε αυτή την απόδειξη της αλήθειας συμμαρτυρεί και ο θεολογικότατος Γρηγόριος λέγοντας: «γιατί δεν ονομάζεται το Πνεύμα Υιός, αφού έχει τα πάντα εκτός από τη γέννηση;» Και: «όλα όσα ανήκουν στον Υιό ανήκουν και στο Πνεύμα, εκτός από την υιότητα». Ο δε θείος Δαμασκηνός λέει: «εξαιτίας του Πατρός —δηλαδή λόγω του ότι υπάρχει ο Πατήρ— ο Υιός και το Πνεύμα έχουν όλα όσα έχουν, επειδή δηλαδή τα έχει ο Πατήρ, εκτός από την αγεννησία, τη γέννηση και την εκπόρευση».

Επομένως, κανένας από τους δύο δεν έχει και το γεννάν και το εκπορεύειν· και όπως το Πνεύμα με κανέναν τρόπο δεν έχει τη γέννηση, έτσι και ο Υιός με κανέναν τρόπο δεν έχει την εκπόρευση. Άρα ο ίδιος ορισμός ισχύει για τον Υιό και για το Πνεύμα, εκτός από το «γεννητώς» και «εκπορευτώς», από τα οποία και μόνο διαφέρουν μεταξύ τους.

Και αυτό πρέπει να τηρείται σε όλα από όποιον θέλει να θεολογεί και να μη βλασφημεί. Διότι όπως ένας και μόνος γεννητός υπάρχει, ο Υιός, γι’ αυτό και λέγεται Μονογενής, έτσι ένα και μόνο εκπορευτό υπάρχει, το Άγιο Πνεύμα. Και όπως ο Υιός είναι γεννητός από μόνο τον Πατέρα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό από μόνο τον Πατέρα· και όπως ο Υιός είναι άμεσα από τον Πατέρα γεννητός, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό από τον Πατέρα άμεσα.

Βλέπεις ότι αυτό που προστίθεται από εμάς (το «μόνον») είναι έκφανση (διευκρίνιση) της αλήθειας που εκφωνείται εξαιτίας της δικής σου αθέτησης της αλήθειας; Διότι είτε υπάρχει η λέξη είτε λείπει, το ίδιο νόημα δίνει. Το δικό σου όμως δεν θα μπορούσε να ονομαστεί κυρίως «προσθήκη», αλλά σαφής εναντίωση και ανατροπή του ευσεβούς φρονήματος· διότι μεταστρέφει τη διάνοια των ακουόντων στο αντίθετο και αντί για μία δίνει την εντύπωση δύο αρχών στην μία θεότητα, ανοίγοντας δρόμο στην πλάνη της πολυθεΐας. Διότι ποιος, ακούγοντας ή λέγοντας ή πιστεύοντας ότι το Ένα (Πνεύμα) προέρχεται από τους δύο, θα μπορούσε να σκεφτεί διαφορετικά;

Αλλά δεν είναι καθόλου άτοπο, λέει (ο Λατίνος), αν κάποιος πει ότι υπάρχουν δύο αρχές, αρκεί να μην είναι αντίθετες μεταξύ τους, αλλά η μία να προέρχεται από την άλλη, όπως λέει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος για τον Υιό: «η εκ της αρχής αρχή»· διότι έτσι πάλι μία θα είναι η αρχή και διασώζεται το δόγμα της μοναρχίας. Προς αυτό απαντάμε εμείς ότι και Θεό εκ Θεού λέμε, αλλά ποτέ δεν λέμε ότι υπάρχουν δύο Θεοί.

Άλλωστε, αν αυτή η λέξη («αρχή») σημαίνει τη δημιουργική δύναμη, τότε κάποιος θα μπορούσε να πει ότι υπάρχουν όχι μόνο δύο, αλλά και περισσότερες αρχές, αν και όχι σωστά. Διότι αυτή η αρχή (η Θεότητα) είναι τρισυπόστατη· και εφόσον είναι φυσική, είναι και κοινή· εφόσον δε είναι κοινή, πώς δεν θα είχε και το Πνεύμα αυτή την αρχή; Και ο Ελιούς, που συνομιλεί με τον Ιώβ για τη δικαιοσύνη του Θεού, λέγοντας «Πνεύμα Κυρίου είναι αυτό που με δημιούργησε», δεν αποκαλεί το Πνεύμα ποιητική αρχή; Και ο θείος ψαλμωδός Δαβίδ, ψάλλοντας ότι «με τον λόγο του Κυρίου στερεώθηκαν οι ουρανοί και με το Πνεύμα του στόματός Του όλες οι δυνάμεις των ουρανών», δεν μαρτυρεί τη δημιουργική αρχή στο Πνεύμα όπως ακριβώς και στον Υιό; Αν λοιπόν, επειδή έχει γραφτεί «η εκ της αρχής αρχή», τίποτα δεν σε εμποδίζει κατά τη γνώμη σου να λες δύο αρχές, τότε και επειδή έχει γραφτεί ότι το Πνεύμα είναι ποιητής, τίποτα δεν σε εμποδίζει να λες δύο ποιητές· ή επειδή «με τον Λόγο του Θεού και το Πνεύμα στερεώνεται η κτίση» (δηλαδή συγκροτείται), δεν θα ήταν καθόλου άτοπο να λες τρεις αρχές.

Αλλά πουθενά κανείς από τους θεολόγους δεν είπε ούτε δύο ούτε τρεις (αρχές). Διότι, όπως λέμε Θεό την κάθε μία από τις τρεις προσκυνητές υποστάσεις, και λέμε την κάθε μία «Θεό εκ Θεού», αλλά δεν λέμε ποτέ εξαιτίας αυτού ότι υπάρχουν τρεις ή δύο Θεοί, έτσι λέμε και «αρχή εξ αρχής», αλλά ποτέ δύο αρχές· διότι «δεύτερη αρχή» μέχρι σήμερα δεν έχουμε ακούσει από τους ευσεβείς, όπως ακριβώς δεν έχουμε ακούσει και «δεύτερο Θεό». Αλλά για εμάς ένας είναι ο Θεός και η μοναρχία είναι το προσκυνούμενο, που δεν προκύπτει από δύο Θεούς ούτε από δύο αρχές που ενώνονται σε μία· επειδή, σύμφωνα με αυτά, το αντικείμενο του σεβασμού μας δεν είναι μεριστό. Και βέβαια, δεν μερίζεται και δεν συνάγεται ως προς το ίδιο πράγμα· διότι διαιρείται μεν ως προς τα υποστατικά ιδιώματα, ενώνεται δε ως προς τη φύση. Αν λοιπόν τίποτα δεν εμποδίζει να λέμε δύο αρχές, τότε αυτές είναι τα στοιχεία ως προς τα οποία μερίζεται η Θεότητα· επομένως είναι αδύνατο να ενωθούν πάλι ως προς αυτά· άρα οι δύο δεν είναι μία.

Μάλλον δε, ας αναλάβουμε πάλι το θέμα και ας δώσουμε στον λόγο μας μια άλλη αφετηρία, ώστε να διευκρινίσουμε όσο είναι δυνατόν τα σχετικά με την μοναρχικώτατη αρχή, για να δείξουμε ότι ο επώνυμος της θεολογίας (ο Γρηγόριος) φέρει επάξια το όνομά του και να ελέγξουμε όσους δογματίζουν δύο αρχές για το ένα Άγιο Πνεύμα, αποδεικνύοντας και ότι αυτό δογματίζουν και ότι δεν το κάνουν σωστά.

Η δημιουργική αρχή είναι μία: ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Όταν λοιπόν λέμε ότι από τον Θεό προήλθαν όσα ήρθαν από το μηδέν στην ύπαρξη, και την αγαθότητα για την οποία έλαβαν το είναι, και την έμφυτη χάρη από την οποία το καθένα μετείχε αναλόγως στο «ευ είναι», και την υστερότερη χάρη μέσω της οποίας όσα εξέπεσαν επέστρεψαν στο «ευ είναι» — όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για αυτά, λέμε ότι αρχή και πηγή και αίτιο είναι ο Υιός εν Αγίω Πνεύματι, όχι όμως ως άλλη αρχή (μακριά από εμάς!), αλλά την ίδια αρχή του Πατρός, ο Οποίος μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι και δημιουργεί και επαναφέρει και συντηρεί καλώς τα πάντα. Ο δε Πατήρ, εκτός από το να είναι πηγή των πάντων μέσω του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, είναι και η μόνη πηγή και αρχή της θεότητας, όντας ο μόνος που γεννά και προβάλλει Θεό. Και αυτό το γνωρίζουμε καλύτερα και από κάθε απόδειξη, επειδή έχει φανερωθεί ξεκάθαρα μέσω των θεοπνεύστων γραφών.

Όταν λοιπόν ακούσεις ότι ο Υιός είναι «η εκ της αρχής αρχή» και «Εκείνος που τον καλεί αρχή από γενεών» και «μαζί σου είναι η αρχή την ημέρα της δυνάμεώς σου», να εννοείς την αρχή των δημιουργημάτων, όπως ακριβώς και ο Ιωάννης βροντοφωνάζει στην Αποκάλυψη γι’ Αυτόν: «η αρχή των κτισμάτων του Θεού»· όχι ως αρχή που δημιουργήθηκε (μακριά από εμάς!), διότι είναι Θεός, αλλά ως δημιουργός τους· διότι είναι κοινωνός της πατρικής αρχής από την οποία προέρχονται αυτά, η οποία αρχή ονομάζεται και δεσποτεία των πάντων.

Αλλά πώς θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Υιός είναι αρχή του Πνεύματος με αυτή τη σημασία (τη δημιουργική), αν δεν θεωρήσει και το Πνεύμα δούλο και κτίσμα; Επειδή όμως το Πνεύμα είναι Θεός, ο Υιός δεν είναι αρχή Του ως προς αυτό, παρά μόνο αν τον θεωρήσουμε αρχή της θεότητάς Του. Αν όμως ο Υιός είναι αρχή της θεότητας του Αγίου Πνεύματος, και εφόσον είναι αδύνατο να κοινωνεί (να συμμετέχει) σε αυτή την αρχή μαζί με τον Πατέρα (διότι μόνο ο Πατήρ έχει θεολογηθεί ως πηγαία θεότητα), τότε ο Υιός θα είναι αρχή μιας άλλης, διαφορετικής θεότητας και θα απέκοψε το Πνεύμα από τη θεότητα που πηγάζει από τον Πατέρα. Ή μήπως θα δώσουμε δύο διαφορετικές θεότητες σε αυτόν τον Ένα (το Πνεύμα), εμείς που δεν ομολογούμε ούτε στα τρία Πρόσωπα παρά μόνο μία θεότητα;

Πώς δε και οι δύο αρχές του Πνεύματος κατά τους Λατίνους είναι μία αρχή; Διότι δεν θα μας ζητήσουν να δεχθούμε τα προβλήματά τους μόνο με την πίστη, αλλά ας μην απαντούν ούτε σοφιστικά, δίνοντας άλλη απάντηση αντί της ζητουμένης. Διότι, όταν εμείς ρωτάμε πώς υπάρχουν κατ’ αυτούς δύο αρχές για το ένα Πνεύμα, εκείνοι ισχυρίζονται ότι η αρχή των δύο προσώπων (Πατρός και Υιού) είναι μία. Εμείς όμως δεν ρωτάμε για την αρχή των δύο προσώπων, αλλά για την αρχή του Ενός (του Πνεύματος)· γι’ αυτό το θέμα συζητάμε μαζί τους. Εφόσον λοιπόν η αρχή των δύο είναι σωστά μία, πώς του Ενός (του Πνεύματος) θα υπάρχουν δύο αρχές, και πώς οι δύο θα είναι μία κατά τη γνώμη τους;

Λένε λοιπόν: επειδή η μία προέρχεται από την άλλη. Τι λοιπόν; Ο Σηθ γεννήθηκε από μία αρχή επειδή η Εύα προήλθε από τον Αδάμ, και δεν υπάρχουν δύο αρχές γι’ αυτόν τον έναν (τον Σηθ), επειδή η μία προήλθε από την άλλη; Τι θα πούμε για την Εύα; Δεν είναι δεύτερη αρχή όσων προήλθαν από αυτήν, επειδή και η ίδια έλαβε την αρχή της από τον Αδάμ; Και όμως, και στους δύο υπάρχει η γόνιμη δύναμη, αλλά είναι διαφορετική και σε διαφορετικές υποστάσεις· γι’ αυτό και αυτές οι αρχές δεν είναι μία, όπως αναφέραμε παραπάνω και τον θείο πρόεδρο της Νύσσης να λέει, παρόλο που η μία από αυτές προέρχεται από την άλλη.

Αν λοιπόν εδώ (στους ανθρώπους) η αρχή δεν είναι μία, έστω και αν υπάρχει η γόνιμη δύναμη και στους δύο, και δεν υπάρχει για τον έναν (απόγονο) μία αρχή, πώς στην υπέρτατη Τριάδα οι δύο αρχές του ενός Αγίου Πνεύματος είναι μία αρχή κατά τη γνώμη τους, εκεί όπου δεν υπάρχει καμία κοινωνία (συμμετοχή) ως προς τη θεογονία; Διότι μόνο ο Πατήρ έχει θεολογηθεί ως θεογόνος θεότητα.

Πάλι, η Εύα, επειδή προέρχεται μόνο από τον Αδάμ, προέρχεται από μία αρχή· ο δε Αδάμ προέρχεται από τη γη. Αλλά δεν λέμε εξαιτίας αυτού ότι η Εύα προέρχεται από τη γη και από τον Αδάμ. Διότι μόνο ο Αδάμ προέρχεται από τη γη. Επομένως, ή ας λένε και αυτοί ότι το Πνεύμα προέρχεται μόνο από τον Υιό, και έτσι ας λένε ότι προέρχεται από μία αρχή — ακολουθώντας τον εαυτό τους αλλά όχι την ευσέβεια, διότι (το Πνεύμα) δεν θα προερχόταν από την ίδια αρχή από την οποία προέρχεται ο Υιός, και έτσι πάλι θα υπήρχαν δύο αρχές στη θεότητα και ο Πατήρ δεν θα ήταν πλέον μεγαλύτερος του Υιού ως αίτιος, αφού και ο Υιός θα ήταν εξίσου αίτιος θεότητας — ή, λέγοντας ότι (το Πνεύμα) προέρχεται μόνο από τον Πατέρα, ας δώσουν με ευσέβεια μία αρχή και στο Πνεύμα, όπως ακριβώς και στον Υιό.

Διότι όσο λένε ότι [το Πνεύμα] προέρχεται από τον Υιό, ή και από τους δύο, και όχι μόνο από τον Πατέρα, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μία αρχή της θεότητας και ενός Πνεύματος.

Γιατί αν κάποιος συνδέει [τις αρχές] σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμα κι αν πει ότι η αρχή είναι μία, θα το λέει ομώνυμα (κατ’ όνομα), οπότε στην πραγματικότητα δεν είναι μία. Αν όμως, διακρίνοντας [τις αρχές], βλέπει τις υποστάσεις ως μία, τότε από τη μία αναγκαστικά προκύπτουν φανερά δύο αρχές. Εμένα δε μου έρχεται να απορώ και με την υπερβολική άνοια (παραλογισμό) εκείνων που λένε και νομίζουν ότι αυτές οι δύο, που αποκαλούν αρχές, είναι μία· διότι αν ο Υιός συμμετέχει με τον Πατέρα στην ιδιότητα του «θεογόνου» προβάλλοντας το Πνεύμα, και αν υπάρχει μέσα τους το θεόγονο στοιχείο και αυτή η πρόοδος [του Πνεύματος] από αυτούς τους δύο, τότε αυτό ανήκει στη φύση τους και δεν είναι δύο αρχές, ούτε οι δύο είναι μία, αλλά απλώς μία [φυσική αρχή], και τότε το ίδιο το Πνεύμα αποξενώνεται από τη θεία φύση, αφού δεν συμμετέχει και το ίδιο στην ιδιότητα του θεογόνου. Αν όμως ο Υιός δεν συμμετέχει σε αυτό με τον Πατέρα, ούτε υπάρχει μέσα τους αυτό το «προβάλλειν», τότε η πρόοδος του Πνεύματος ανήκει στην υπόσταση του Υιού· άρα αυτή είναι διαφορετική από την πρόοδο του Πνεύματος από τον Πατέρα· διότι τα υποστατικά ιδιώματα είναι διαφορετικά.

Πώς λοιπόν είναι μία [αρχή] οι διαφορετικές αρχές; Και μάλιστα όταν ο μέγας Διονύσιος στο δεύτερο κεφάλαιο του λόγου «Περί θείων ονομάτων» λέει: «όσα ανήκουν στον Πατέρα και τον Υιό, αυτά πρέπει να αποδίδονται και στο θεαρχικό Πνεύμα από κοινού και ενωμένα», και ο μέγας Βασίλειος στους Αντιρρητικούς του λόγους προς τους Ευνομιανούς γράφει: «όλα όσα είναι κοινά στον Πατέρα και τον Υιό, είναι κοινά και στο Πνεύμα»; Αν λοιπόν το να εκπορεύουν είναι κοινό στον Πατέρα και τον Υιό, αυτό θα είναι κοινό και στο Πνεύμα, και η Τριάδα θα γίνει Τετράδα· διότι και το Πνεύμα θα εκπορεύσει άλλο Πνεύμα. Αν όμως, σύμφωνα με τους Λατίνους, το να εκπορεύουν δεν είναι κοινό στον Πατέρα και τον Υιό, επειδή κατ’ αυτούς ο μεν Πατήρ εκπορεύει το Πνεύμα έμμεσα ενώ ο Υιός άμεσα (καθώς λένε ότι ο Υιός έχει την προβολική δύναμη υποστατικά), τότε σύμφωνα με αυτούς ούτε το να δημιουργούν ούτε το να αγιάζουν ούτε απλώς όλα τα φυσικά ιδιώματα είναι κοινά στον Πατέρα και τον Υιό, επειδή ο μεν Πατήρ κτίζει και αγιάζει μέσω του Υιού (και έμμεσα μέσω του Υιού δημιουργεί και αγιάζει), ενώ ο Υιός όχι μέσω [άλλου] Υιού. Επομένως, κατ’ αυτούς ο Υιός έχει το δημιουργείν και το αγιάζειν υποστατικά· διότι τα έχει άμεσα και όχι έμμεσα όπως ο Πατήρ· και έτσι, σύμφωνα με αυτούς, τα φυσικά ιδιώματα δεν διαφέρουν καθόλου από τα υποστατικά· άρα ούτε η φύση από την υπόσταση, με αποτέλεσμα ο Θεός κατ’ αυτούς να μην είναι τρισυπόστατος αλλά «τριφυής» (με τρεις φύσεις).

Αν δε τυχόν πουν ότι ο Υιός δημιουργεί και αγιάζει μέσω του Πνεύματος, πρώτον μεν δεν συνηθίζεται από τους θεολόγους να λένε ότι ο Υιός ή ο Πατήρ είναι δημιουργός των κτισμάτων μέσω του Πνεύματος, αλλά «εν Αγίω Πνεύματι». Έπειτα, εκτός του ότι ούτε έτσι αποφεύγουν το άτοπο που αποδείχθηκε παραπάνω (γιατί ο Υιός δεν εμφανίζεται πάλι ως δημιουργός μέσω Υιού όπως ο Πατήρ), θα συμβεί σε αυτούς να μην λένε ότι το δημιουργείν και το αγιάζειν είναι κοινό και στο Πνεύμα, εφόσον [το Πνεύμα] δεν ενεργεί αυτά μέσω άλλου, ούτε όπως ο Πατήρ ή ο Υιός του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς, το Πνεύμα έχει το δημιουργείν και το αγιάζειν υποστατικά, αφού δεν κτίζει ούτε αγιάζει έμμεσα όπως ο Πατήρ. Από εδώ λοιπόν πάλι, σύμφωνα με αυτούς, αποδεικνύεται ότι αυτά τα φυσικά ιδιώματα είναι τα ίδια και αδιάφορα (χωρίς διαφορά) από τα υποστατικά. Κι αν ισχύει αυτό, τότε και η φύση είναι το ίδιο και αδιάφορο με τις υποστάσεις. Άραγε όσοι λένε και πιστεύουν αυτά, δεν έχουν εκπέσει σαφώς από την προαναφερθείσα Τριάδα και από την ενότητα της πίστης και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος;

Αλλά ας επανέλθουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Διότι ποιος, ακούγοντας ή λέγοντας ή πιστεύοντας ότι το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξη και από τους δύο, τον Υιό και τον Πατέρα, και μάλιστα από τον μεν Υιό άμεσα, από τον δε Πατέρα έμμεσα (και όλα όσα θρυλούνται και διαλαλούνται από αυτούς για «προσεχή» και «εφεξής» και «πόρρω» αίτια), ποιος ακούγοντας και πιστεύοντας αυτά δεν θα δοξάσει (πιστέψει) δύο αρχές του ενός Πνεύματος; Πώς δε δεν θα είναι ο Υιός συναιτιος με τον Πατέρα, αν δεν λέγεται μάταια ότι [το Πνεύμα προέρχεται] και από αυτόν; Πώς δε δεν θα ήταν το Πνεύμα κτίσμα; Διότι στα κτίσματα ο Υιός είναι συναίτιος με τον Πατέρα.

Και μάλιστα όσον αφορά την κτίση, για την οποία φανερά αίτιος είναι και ο Υιός και συναίτιος με τον Πατέρα, εφόσον [η κτίση] έλαβε το είναι από τον Πατέρα μέσω αυτού και εξ αυτού, είναι εντελώς ασεβές να πούμε ότι δεν λέμε ότι η κτίση είναι από τον Υιό και ότι η δημιουργική ιδιότητα είναι ιδιοτροπία της υπόστασης του Πατέρα. Επομένως, αν και το Άγιο Πνεύμα που υπάρχει εκπορευτά είχε το είναι του από τον Πατέρα μέσω του Υιού και εξ αυτού, δεν θα ήταν καθόλου λόγος ευσεβούς ανθρώπου να πει ότι δεν λέμε πως το Πνεύμα έχει το είναι από τον Υιό και ότι η εκπορευτική ιδιότητα ανήκει μόνο στον Πατέρα.

Επειδή όμως εκείνοι που λένε αυτά είναι ο Δαβίδ ο θεοπάτωρ και ο Γρηγόριος ο Νύσσης, ο λαμπρότατος φωστήρας, και ο Δαμασκηνός ο θεοφόρος, κατ’ ανάγκην όσοι λένε ότι ο Υιός είναι συναίτιος με τον Πατέρα για το πανάγιο Πνεύμα και του δίνουν την ύπαρξη από τον Πατέρα μέσω του Υιού και από τον Υιό, τόσο απέχουν από την ευσέβεια, όσο την υπερασπίζονται οι προαναφερθέντες άγιοι και όσοι θεολογούν σύμφωνα με αυτούς.

Και αυτό επίσης πρέπει να κατανοήσουμε ως ένα από τα πλέον αναγκαία: ότι όπως εμείς, έχοντας τη γέννησή μας από τον Πατέρα μέσω του Υιού και από τον Υιό, επικαλούμαστε και ομολογούμε τον καθένα τους ως Πατέρα και ποιητή μαζί αλλά και χωριστά, έτσι και για το Θείο Πνεύμα θα λεγόταν ο καθένας τους Πατέρας και προβολεύς (αυτός που προβάλλει), αν το Πνεύμα είχε την ύπαρξη από τον Πατέρα μέσω του Υιού και από τον Υιό. Αλλά όλα αυτά τα τοιαύτα, που συγχέουν με πολλούς τρόπους τις θείες υποστάσεις, αποδεικνύουν σαφώς ότι το Άγιο Πνεύμα δεν έχει την ύπαρξη και από τον Υιό.

Και βέβαια, «όλα όσα έχει ο Πατήρ, ανήκουν στον Υιό», κατά τον θεολόγο Γρηγόριο, «εκτός από την αιτία». Ποια αιτία; Των κτισμάτων; Όχι βέβαια· γιατί γι’ αυτά αρχή και αίτιος είναι και ο Υιός. Επομένως, εκτός από την αιτία και την αρχή της θεότητας που νοείται μέσα στην Τριάδα· άρα ο Υιός έχει όλα όσα ανήκουν στον Πατέρα, εκτός από το να είναι και ο ίδιος αρχή και αίτιος της θεότητας του Πνεύματος. Από τον Πατέρα μόνον, λοιπόν, εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα μόνον, και κατέχεται κατά την ύπαρξη άμεσα και χωρίς μεσολάβηση από τον Πατέρα, όπως και ο Υιός, έστω και αν μέσω του Υιού έλαβε το να είναι Πνεύμα του Πατέρα, επειδή αυτός που εκπορεύει είναι και Πατέρας.

Επειδή δε και η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθινή σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, «και με δύο ή τρεις μάρτυρες θα βεβαιωθεί κάθε λόγος», κι εμείς αφήνοντας προς το παρόν τους άλλους λόγω του μήκους [του κειμένου], θα σου παρουσιάσουμε τρεις μάρτυρες, που απαγορεύουν σαφώς την προσθήκη σου. Και ας έρθει πρώτος ο προγενέστερος στον χρόνο, ο Μέγας Βασίλειος· διότι στα κεφάλαια «Κατά Ευνομίου» λέει: «ο Θεός γεννά όχι όπως ο άνθρωπος, αλλά γεννά αληθινά· και το γεννημένο από αυτόν φανερώνει Λόγο όχι ανθρώπινο, αλλά φανερώνει Λόγο αληθινό από αυτόν· εκπέμπει Πνεύμα μέσω του στόματος, όχι τέτοιο όπως το ανθρώπινο, επειδή ούτε το στόμα του Θεού είναι σωματικό· από αυτόν δε [προέρχεται] το Πνεύμα και όχι από αλλού». Βλέπεις ότι λέει «όχι από αλλού», αλλά από εκείνον μόνο που γεννά και τον Υιό; Ώστε το Πνεύμα δεν είναι από τον Υιό, επειδή και ο Υιός είναι Λόγος, αλλά εδώ ο Μέγας [Βασίλειος] δεν τον έχει θεολογήσει ως στόμα του Πατέρα. Ο οποίος αλλού δείχνοντας ότι και αυτός ο Λόγος προέρχεται από το ίδιο στόμα, λέει: «διότι αν δεν πιστεύεις ότι το Πνεύμα έχει προέλθει από το στόμα του Θεού, ούτε τον Λόγο θα πιστέψεις». Βλέπεις καθαρά ότι ο Υιός είναι ο Λόγος, αλλά όχι το στόμα του Πατέρα· από ποιο στόμα λοιπόν, κατά τον Μέγα Βασίλειο, προέρχεται κατά την ύπαρξη το Άγιο Πνεύμα;

Με τον ίδιο τρόπο και ο αδελφός του, ο Γρηγόριος [Νύσσης], που έχει τις ίδιες απόψεις, στον λόγο «Περί θεογνωσίας» λέει: «Πνεύμα δε είναι αυτό που εκπορεύεται από την πατρική υπόσταση. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Δαβίδ είπε “Πνεύμα στόματος” και όχι “Λόγο στόματος”, για να επιβεβαιώσει ότι η εκπορευτική ιδιότητα ανήκει μόνο στον Πατέρα».

Μετά από αυτόν τον αψευδή μάρτυρα της αλήθειας, ας προσέλθει για να συμμαρτυρήσει ο Κύριλλος, που έγινε ζωντανός φωστήρας της Αλεξάνδρειας· διότι λέει στο έργο «Περί της Αγίας Τριάδος»: «οι προσκυνητές τρεις υποστάσεις γνωρίζονται και πιστεύονται στον άναρχο Πατέρα, στον μονογενή Υιό και στο Άγιο Πνεύμα που εκπορεύεται από τον Πατέρα, όχι γεννητά όπως ο Υιός, αλλά εκπορευτά όπως έχει ειπωθεί από τον Πατέρα μόνον σαν από στόμα, που έχει φανεί δε μέσω του Υιού και μίλησε σε όλους τους αγίους προφήτες και αποστόλους». Και αλλού πάλι: «όχι όπως ο Υιός είναι από τον Πατέρα γεννητά, έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι από τον Υιό εκπορευτά, μακριά από εμάς τέτοια βλασφημία και πολυθεΐα· διότι ένας είναι για εμάς και για τα δύο πρόσωπα ο αίτιος και ο σύνδεσμος, ο Πατήρ».

Αφήνοντας κατά μέρος τους άλλους που θα μπορούσες να παραθέσεις στη σειρά, οι οποίοι είναι πάμπολλοι και σχεδόν όλοι οι Πατέρες —οι οποίοι μιλούν μέσα από τα συγγράμματά τους καθόλου λιγότερο από ό,τι όταν ζούσαν— σε κρίνω από τα δικά σου λόγια· και οπωσδήποτε σε κρίνει και ο Θεός. Διότι, αφού λες εσύ ο ίδιος ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό και δεν προσθέτεις τη λέξη «μόνον», άραγε δεν εννοείς ότι το Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από αυτούς, ούτε υπονοείς το «μόνον», έστω κι αν δεν το προφέρεις μαζί; Αλλά θα αναζητήσουμε, σύμφωνα με τη δική σου —ας το πω έτσι— «φιλοπολυεκπόρευτη» διάνοια, αν το Πνεύμα εκπορεύεται και από κάποιον άλλον, εξαιτίας της δικής σου άγνοιας για το «μόνο»;

Όχι βέβαια· αλλά για να ετοιμάσω πάλι από τα δικά σου λόγια το φάρμακο για την πληγή (που είναι η αλήθεια) και να σε αποσπάσω από τα ασεβή δόγματα και λόγια, πες μου, καλέ μου άνθρωπε: αν κάποιος σε ρωτούσε για τον Υιό, επειδή είναι γραμμένο «είδαμε τη δόξα Του, δόξα ως μονογενούς από τον Πατέρα» και επειδή «πιστεύω σε έναν Υιό που γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων» (και όλα τα άλλα που σου απαρίθμησα παραπάνω, στα οποία δεν προστίθεται η λέξη «μόνου»), θα έλεγες προβάλλοντας αυτή την πρόφαση —ότι δηλαδή δεν αναφέρεται το «μόνου»— πως ο Υιός έχει γεννηθεί και από τον Πατέρα και από το Άγιο Πνεύμα; Μακριά από τέτοια σκέψη! Θα έλεγες βέβαια. Και θα εξέπιπτε από την ίδια την άνωθεν αναγέννηση όποιος θα πρόσθετε αυτό και δεν θα δόξαζε ότι ο Λόγος γεννήθηκε μόνο από τον Πατέρα. Διότι πουθενά δεν έχει ειπωθεί ότι το Πνεύμα είναι «γεννήτωρ» (γεννήτορας) —όπως σωστά θα πεις μαζί μας— ούτε έχει κάτι κοινό με τον Πατέρα που να μην είναι κοινό και με τον Υιό. Ούτε το «Ένα» προέρχεται από τη «Δυάδα», ούτε αναφέρεται στη Δυάδα· ούτε η Μονάδα κινήθηκε προς μονάδα και μετά πάλι η Δυάδα προς άλλη μονάδα, «αλλά η Μονάδα κινήθηκε θεοπρεπώς προς τη Δυάδα, μέχρι που στάθηκε στην Τριάδα». Και «για εμάς ένας είναι ο Θεός: όχι μόνο επειδή η θεότητα είναι μία, αλλά επειδή και τα δύο [ο Υιός και το Πνεύμα] που προέρχονται από Αυτόν [τον Πατέρα] έχουν την αναφορά τους στο Ένα. Και μία είναι η πηγαία θεότητα, ο Πατήρ, ο οποίος είναι και ο μόνος αίτιος και η μόνη πηγή της θεότητας».

Επομένως, αυτά είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματά Του: διότι είναι «μόνος». Άρα το Άγιο Πνεύμα δεν θα έχει καμία κοινωνία (συμμετοχή) σε αυτά, αφού και «τα χαρακτηριστικά της υπερούσιας θεογονίας δεν αντιστρέφονται μεταξύ τους», όπως θα έλεγε πάλι ο ουρανόφρων Διονύσιος.

Αλλά, εύγε σου για την απαράλλακτη συμφωνία που δείχνεις σε αυτά με τους θεόσοφους Πατέρες και με εμάς που σοφιστήκαμε από εκείνους. Πιάστηκες όμως —όπως λέει η παροιμία— από τα δικά σου φτερά και χτυπήθηκες πραγματικά ωφέλιμα από τον λόγο που υπερασπίζεται την ορθότητα· διότι, ως προς το αποτέλεσμα, δεν χτυπήθηκες μόνο αλλά και θεραπεύτηκες, σύμφωνα με αυτό που έχει ειπωθεί από τον Θεό: «θα χτυπήσω και θα γιατρέψω».

Διότι, όσα θα έλεγες μαζί με εμάς και την αλήθεια εναντίον εκείνων που ισχυρίζονται ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα και από το Πνεύμα (προβάλλοντας διάφορες προφάσεις μέσα στις αμαρτίες τους, ή μάλλον στις ασέβειές τους, και επειδή δεν έχει προστεθεί στο «γεννηθέντα εκ του Πατρός» το «μόνου»), αυτά ακριβώς άκουσε και εσύ τώρα από εμάς και την αλήθεια, εσύ που λες ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό. Και ενώ προσπαθείς να το αποδείξεις αυτό από αλλού και από το γεγονός ότι δεν προστίθεται στο «εκ του Πατρός εκπορευόμενον» το «μόνου», μάθε ότι θα εκπέσει από την υιοθεσία που δίνεται μέσω του Αγίου Πνεύματος εκείνος που λέει ότι το Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό.

Διότι πού θα μπορούσε να βρει κανείς στα θεόπνευστα λόγια τον Υιό να ονομάζεται «προβολέας» (πηγή εκπόρευσης), τη στιγμή μάλιστα που ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος απαρίθμησε όλες τις προσηγορίες του Υιού πολλές φορές; Και όχι μόνο τις απαρίθμησε, αλλά τις εξήγησε κιόλας. Ο οποίος [Γρηγόριος], εξηγώντας τη λέξη «Μονογενής», λέει: «όχι επειδή είναι ο μόνος που προέρχεται από έναν μόνο και με έναν μόνο τρόπο, αλλά και επειδή γεννήθηκε μονοτρόπως» (κάτι που αλλού το είπε «μονάχα ιδιοτρόπως», εξηγώντας το πάλι). Το δε «μόνος» σημαίνει «ως ένας»· το δε «από μόνον» σημαίνει «ως εάν γέννησε μέσα σε παρθενία», δηλαδή το ίδιο σαν να έλεγε «όχι από σύζευξη». Το δε «μόνον» τι άλλο θα μπορούσε να είναι παρά το ότι είναι μόνο Υιός, και όχι και Πατέρας ούτε προβολέας; Αν όμως και ο Πατέρας λέγεται «μόνον Πατέρας», εύλογα —αφού και το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα— λέγεται και Πνεύμα του Πατρός, και ο Πατέρας θα μπορούσε να λέγεται «του Πνεύματος» ως αίτιός Του. Διότι «Πατέρα των φώτων» τον ονόμασε ο μέγας Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, δηλαδή [Πατέρα] του Υιού και του Πνεύματος, όπως λέει εξηγώντας και ο μέγας Αθανάσιος. Αν λοιπόν αυτό έτσι έχει (όπως πράγματι έχει), τότε και ο Υιός θα μπορούσε να λέγεται «Πατέρας του φωτός», δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, αν σύμφωνα με εσένα το Πνεύμα προέρχεται και από αυτόν.

Αν λοιπόν υπήρχαν τέτοια ονόματα, όπως «Πατέρας του φωτός» ή «προβολέας του Αγίου Πνεύματος», πώς θα ήταν δυνατόν να μην τα είχε παραθέσει ο μέγας στη θεολογία Γρηγόριος πριν από όλα σχεδόν τα άλλα ονόματά Του, παρόλο που αγωνιζόταν να δείξει την ισοτιμία Του προς τον Πατέρα; Γι’ αυτό λέει: «Αν είναι μεγάλο για τον Πατέρα το ότι δεν ξεκίνησε από πουθενά, δεν είναι μικρότερο για τον Υιό το ότι προέρχεται από έναν τέτοιο Πατέρα. Και στον Υιό ανήκει αυτό το τόσο σπουδαίο γεγονός της γέννησης». Αν λοιπόν του ανήκε και το να είναι προβολέας, πώς δεν θα το ανέφερε ως «τόσο σπουδαίο γεγονός», μέσω του οποίου θα φαινόταν ακόμα περισσότερο ίσος με τον Πατέρα; Αλλά δεν το είπε· άρα ούτε Του ανήκει.

Διότι αυτός ο μέγας θεολόγος δεν θέτει το «εκπορευόμενον» απλώς ως ιδίωμα του Πνεύματος, αλλά το «εκ του Πατρός εκπορευόμενον», προνοώντας βέβαια και ανατρέποντας εκ των προτέρων τη δική σου ασεβή προσθήκη. Διότι λίγο παραπάνω, αφού είπε ότι ο Πατέρας είναι γεννήτορας και προβολέας, ενώ ο Υιός δεν είναι προβολέας αλλά μόνο γέννημα, συνεχίζει λέγοντας: «εμείς, μένοντας στα δικά μας όρια, εισάγουμε το αγέννητο, το γεννητό και το εκ του Πατρός εκπορευόμενο». Δεν είπε ότι το «εκπορευόμενο» απλώς είναι ιδίωμα του Πνεύματος, για να μην νομίσει κανείς ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Υιό ή και από τον Υιό. Διότι η λέξη «γεννητό» φέρνει αμέσως στον νου τον Πατέρα, αλλά η λέξη «εκπορευτό» όχι με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό έθεσε ως ιδίωμα του Πνεύματος το «εκ Πατρός εκπορευόμενον». «Διότι αυτό», λέει και ο Μέγας Βασίλειος, «έχει το Άγιο Πνεύμα ως διακριτικό σημάδι της υποστατικής του ιδιότητας: το να γίνεται γνωστό μετά τον Υιό και μαζί με αυτόν, και το να έχει την ύπαρξή του (υφίσταται) από τον Πατέρα». Βλέπεις λοιπόν πώς δίκαια σας έχουμε αποβάλει από την κοινωνία μας, επειδή δεν στέκεστε στα δικά μας όρια και στην ευσέβεια;

Διότι, ή θα αποκαλέσεις και τον Υιό «Πατέρα» (όπως δείχτηκε παραπάνω) ώστε να εκπορεύεται για σένα το Πνεύμα και από αυτόν, ή το «εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι» δεν θα είναι για σένα ιδιαίτερο γνώρισμα του Πνεύματος, ούτε θα θεωρείς ότι το «εκπορεύειν» είναι ιδίωμα του Πατέρα. Έτσι θα θεολογείς αντίθετα από εκείνον που κέρδισε το όνομα της Θεολογίας [τον Γρηγόριο], θα ταχθείς στην πραγματικά αντίπαλη πλευρά και θα κηρυχθείς από εμάς έκπτωτος· διότι γνωρίζουμε ότι οι δικές του φωνές φανερώνουν το Άγιο Πνεύμα. Αλλά, όπως ακριβώς η υγρασία (νοτίδα) εκπορεύεται από τα υγρά σώματα και αυτό είναι δικό της ιδίωμα, και των υγρών σωμάτων ιδίωμα είναι να εκπορεύουν την υγρασία, με τον ίδιο τρόπο, επειδή το Πνεύμα έχει ως ιδίωμα το να εκπορεύεται από τον Πατέρα, είναι εξ ανάγκης ιδίωμα του Πατέρα το να εκπορεύει το Πνεύμα.

Μόνο του Πατέρα λοιπόν είναι η εκπόρευση του Πνεύματος· και πάντα από μόνο τον Πατέρα εκπορεύεται το Πνεύμα όσον αφορά την υπαρκτική προέλευση (τον τρόπο ύπαρξης) και όχι την εκφαντορική (τη φανέρωση). Διότι και στις περιπτώσεις όπου μαζί με το «εκπορευτό» δεν προφέρεται το «εκ του Πατρός», αυτό υπονοείται πάντα από εκείνους που ακούν με σύνεση, όπως ακριβώς υπονοείται και στον Υιό μαζί με το «γεννητό». Διότι γεννητός είναι και ο καθένας από όλους εμάς· αλλά γεννητός «εκ του Πατρός» (δηλαδή από τον Θεό Πατέρα) είναι μόνο ο Υιός, ώστε αυτό το συμπλήρωμα είναι δικό Του ιδίωμα και πάντα εννοείται μαζί, έστω κι αν δεν προφέρεται. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσες να πεις «εκπορευτό» και το δικό μας πνεύμα (την ανάσα). Επομένως, δεν είναι το απλώς «εκπορευτό» ιδίωμα του Αγίου Πνεύματος, αλλά το «εκ του Πατρός εκπορευτό»· διότι Εκείνος είναι πάντα Πατέρας. Είναι λοιπόν από τα αδύνατα να υπάρχει εκπόρευση από τον Υιό, εκτός αν για σένα και ο Υιός είναι Πατέρας. Και όχι μόνο το «εκ του Πατρός» υπονοείται μαζί με το «εκπορευτό», αλλά και το «εκ μόνου του Πατρός», όπως ακριβώς και με το «γεννητό». Διότι, όπως μας διδάσκουν οι ένθεοι θεολόγοι (κάτι που είπαμε και παραπάνω), χωρίς το «γεννητώς» και «εκπορευτώς» [δεν νοείται η σχέση], όπως ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα, έτσι και το Πνεύμα· επομένως είναι εντελώς αδύνατο να προέρχεται και από τον Υιό.

Επιπλέον, αν το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό και μέσω αυτού έχει την ύπαρξή του σύμφωνα με εσένα, τότε ο ίδιος ο Υιός είναι η ένωση Πατέρα και Πνεύματος. Πώς λοιπόν ο ίδιος ο μέγας στη θεολογία Γρηγόριος λέει: «το άναρχο [Πατήρ], η αρχή [Υιός] και το μετά την αρχή [Πνεύμα] είναι ένας Θεός», και «η φύση στα τρία είναι μία· ένωση δε είναι ο Πατήρ, από τον οποίο προέρχονται και στον οποίο ανάγονται τα επόμενα, όχι ώστε να συγχέονται, αλλά ώστε να συνέχονται»;

Διότι αν ακούσει κανείς ότι το Πνεύμα συνάπτεται με τον Πατέρα μέσω του Υιού, θα μπορούσε να το καταλάβει αυτό επειδή, κατά την εκφώνηση της ομολογίας, ο Υιός τίθεται στη μέση. Και ότι δεν θα λεγόταν με άλλον τρόπο «Πνεύμα Πατρός» παρά μόνο λόγω του Υιού. Αλλά πώς θα ήταν ο Πατέρας η «ένωση», αν δεν είχε άμεση σχέση και με τους δύο, προβάλλοντας τον καθένα τους αμέσως; Αλλά και το «όχι ώστε να συγχέονται, αλλά ώστε να συνέχονται», δηλώνει την προσεχή και άμεση σχέση του καθενός από τους δύο προς Αυτόν [τον Πατέρα].

Και τι σημαίνει το «το άναρχο, η αρχή και το μετά την αρχή είναι ένας Θεός»; Διότι αν γνώριζε ότι το Πνεύμα προέρχεται από τον Υιό, θα έλεγε «το εκ της αρχής» και όχι «το μετά την αρχή».

Λοιπόν, όταν ακούσεις ότι το Πνεύμα εκπορεύεται μέσω (διά) του Υιού, νόησέ το ως κάτι που συνοδεύει τον Λόγο. Διότι έτσι, αντικαθιστώντας τη λέξη «διά» όχι κακώς με τη λέξη «εκ» (από), αλλά με τη λέξη «μετά» (μαζί), θα την εκλάβεις σε συμφωνία με το όνομα της θεολογίας. Διότι «μάθαμε», λέει ο θείος Δαμασκηνός, «ότι το Πνεύμα είναι αυτό που συνοδεύει τον Λόγο και φανερώνει την ενέργειά του». Το να «συνοδεύει» δε σημαίνει το να ακολουθεί μαζί, όπως λέει ο ίδιος εκεί· ώστε το Πνεύμα δεν είναι και από τον Υιό, αλλά μαζί με τον Υιό από τον Πατέρα, καθώς η εκπόρευση ακολουθεί αδιαίρετα και άχρονα τη γέννηση. Είπε δε το «μάθαμε», επειδή έτσι δίδασκαν οι θεοφόροι πατέρες πριν από αυτόν, από τους οποίους μυήθηκε να νοεί έτσι το Πνεύμα μέσω του Υιού, και απαγόρευσε παντελώς το να λέγεται αυτό το «από τον Υιό».

Αν δε ο μέγας Βασίλειος λέει ότι δεν είναι καθόλου άτοπο να μεταλαμβάνει κανείς το «διά» αντί του «εκ», αυτό το είπε για τα κτίσματα, γι’ αυτό και παρέθεσε τον Απόστολο που είπε «από αυτόν και μέσω αυτού και προς αυτόν είναι τα πάντα»· διότι από αυτόν (τον Πατέρα) έχουν δημιουργηθεί και μέσω αυτού (του Υιού) συγκρατούνται και προς αυτόν επιστρέφουν όλα τα όντα. Ο δε ιερός Δαμασκηνός, ακόμη και στο έβδομο των Θεολογικών του κεφαλαίων, αφού εξέθεσε πάλι όσα είπαμε παραπάνω, συμφωνώντας με τον Κατηχητικό λόγο του ένθεου Γρηγορίου Νύσσης, λέει: «το Άγιο Πνεύμα είναι δύναμη ουσιώδης, η οποία θεωρείται από μόνη της σε ιδιαίτερη υπόσταση και είναι εκφαντική (φανερώνει) αυτού, δηλαδή του Λόγου, και δεν μπορεί να χωριστεί από τον Θεό στον οποίο βρίσκεται, ούτε από τον Λόγο τον οποίο συνοδεύει». Άραγε δεν είναι σαφές και από εδώ, ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι και από τον Υιό;

Όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή από τους θεολόγους πότε μεν ο Πατήρ λέγεται ότι είναι στο μέσο του Υιού και του Πνεύματος, πότε δε ο Υιός στο μέσο του Πατρός και του Πνεύματος, και πότε το Πνεύμα στο μέσο του Πατρός και του Υιού, δεν θα μπορούσε το Πνεύμα να είναι τρίτο (στη σειρά ύπαρξης) από τον Πατέρα, ούτε θα μπορούσε να έχει την ύπαρξη από τον Πατέρα μέσω του Υιού. Διότι σε τρία διαδοχικά σημεία, δεν θα μπορούσε ποτέ κάποιο από τα δύο άκρα να είναι στη μέση· αλλά η μεσότητα που νοείται στη θεολογία μοιάζει με τα σημεία στις κορυφές ενός ισόπλευρου τριγώνου· διότι εκεί το καθένα βρίσκεται στο μέσο των άλλων δύο. Αν δε τοποθετήσεις και τον πρώτο αριθμό που έχει μεσότητα (το 3), προσθέτοντάς τον σαν σε επίπεδο, έτσι θα σχηματίσεις τον πρώτο στην πράξη τριγωνικό αριθμό, και όποια από τις μονάδες του κι αν πάρεις, θα είναι στη μέση των άλλων δύο. Αν λοιπόν κάποιος υποθέσει ότι το Ένα είναι η αρχή και η αιτία των δύο κέντρων, εκείνο έχει αναγκαστικά άμεση σχέση προς το καθένα, όπως συμβαίνει βέβαια και με τις μονάδες.

Τι θα πούμε δε για εκείνους που λένε πως το καθένα από αυτά σχετίζεται με το άλλο όχι λιγότερο από όσο με τον εαυτό του; Άραγε δεν παρουσιάζουν ολοφάνερα ότι έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους;

Τι θα πούμε δε για εκείνον (τον Γρηγόριο Θεολόγο) που με έμμετρους στίχους προστάζει θεολογικά και πατερικά, ότι αν τυχόν ακούσεις για τον Υιό και το Πνεύμα ότι «κατέχουν τα δεύτερα μετά τον Πατέρα Θεό, έτσι σε προστάζω να νοείς τους λόγους της βαθιάς σοφίας»· δηλαδή ότι (η σκέψη) ανατρέχει σε μία άναρχη ρίζα και δεν διαιρεί τη θεότητα. Διότι αν το Πνεύμα δεν ήταν αμέσως (απευθείας) από τον Πατέρα, δεν θα το τοποθετούσε και αυτό δεύτερο από τον Πατέρα, ακριβώς όπως και τον Υιό.

Και βέβαια η εκπόρευση, για όποιον κι αν λέγεται, είναι μια πρόοδος και κίνηση, ανάλογη με αυτόν που εκπορεύει και αυτόν που εκπορεύεται. Η δε πρόοδος του Πνεύματος κηρύσσεται διπλή από τη θεόπνευστη Γραφή· διότι προέρχεται από τον Πατέρα μέσω του Υιού —αν θέλεις δε, και από τον Υιό— προς όλους τους αξίους, στους οποίους και αναπαύεται και κατοικεί. Αυτή λοιπόν η κίνηση και πρόοδος, ή αν θέλεις και εκπόρευση —διότι δεν θα γίνουμε απρεπείς μαλώνοντας για τις λέξεις, αφού και ο Δαβίδ λέει: «Θεέ, κατά την εκπόρευσή σου ανάμεσα στον λαό σου, κατά τη διάβασή σου στην έρημο, η γη σείστηκε», ονομάζοντας εδώ «εκπόρευση» τη χύση του Πνεύματος πάνω σε κάθε άνθρωπο που πίστεψε στον Χριστό, η οποία ψυχή ήταν προηγουμένως έρημη από χάρη, όπως ονομάζει «σεισμό της γης» τη μεταστροφή από την ειδωλολατρία στον Θεό— αυτή λοιπόν η πρόοδος του Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό δεν θα μπορούσε να είναι πάντοτε και μέσω των αξίων· και μάλιστα προς τους ίδιους πάλι, στους οποίους κατοικεί και αναπαύεται με τη χάρη το Άγιο Πνεύμα. Διότι σε αυτούς υπάρχει ανάπαυση, αλλά όχι κίνηση του Πνεύματος από αυτούς, αλλά μάλλον παύση της κίνησης προς αυτούς· ακόμα κι αν κάποιοι απέκτησαν τη δύναμη να μεταδίδουν (τη χάρη), αυτό έγινε με εντελώς άλλο τρόπο.

Η δε πρόοδος του Πνεύματος από τον Πατέρα μέσω του Υιού, την οποία αναφέραμε, ονομάζεται και «ευδοκία» του Πατρός και του Υιού, ως κάτι που τελέστηκε οπωσδήποτε λόγω φιλανθρωπίας, και λέγεται «αποστολή» και «δόση» και «συγκατάβαση», και πραγματοποιείται πάντα μέσα στον χρόνο και προς κάποιους και για ορισμένες αιτίες, για να αγιάσει και να διδάξει και να υπενθυμίσει και να ελέγξει τους απειθείς· αυτή λοιπόν είναι η μία κίνηση και πρόοδος του Πνεύματος.

Υπάρχει όμως και η εκπόρευση και κίνηση και πρόοδος του Πνεύματος η οποία είναι αναίτια και εντελώς αποδεσμευμένη και πάνω από την ευδοκία και τη φιλανθρωπία, καθώς δεν γίνεται κατά θέληση αλλά κατά φύση μόνο από τον Πατέρα, και είναι προαιώνια και υπερφυής. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσουμε αν και κατά αυτή την άφραστη και ακατανόητη κίνηση, το Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα έχει, σύμφωνα με τις Γραφές, και το «πού αναπαύεται» με τρόπο θεοπρεπή. Αναζητώντας λοιπόν, βρίσκουμε ότι ο Πατέρας του μονογενούς Θεού ευδόκησε να διδάξει και να αποκαλύψει αυτό πρώτα στον Ιωάννη, τον πρόδρομο και βαπτιστή του Κυρίου, ο οποίος λέει: «κι εγώ δεν τον ήξερα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε: σε όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω του, αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο». Γι’ αυτό «και ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία λέγοντας ότι έχω δει το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανό και έμεινε πάνω του».

Αλλά για να μη νομίσει κανείς ότι αυτά λέχθηκαν και τελέστηκαν από τον Πατέρα μόνο λόγω της ενανθρώπησης του Κυρίου, και πει ότι αυτό δεν είναι επαρκές δείγμα για την εύρεση αυτού που ζητάμε, ας ακούσει τον θείο Δαμασκηνό που γράφει στο όγδοο των Δογματικών: «πιστεύουμε και σε ένα Πνεύμα Άγιο, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό», και στο έργο «Περί θείου τόπου»: «Θεός είναι το Άγιο Πνεύμα, δύναμη αγιαστική ενυπόστατη, που εκπορεύεται αδιαίρετα από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό». Γι’ αυτό και ο Χριστός είναι και λέγεται «ταμίας» του θείου Πνεύματος, ως γνήσιος Υιός από τον Θεό. Το οποίο και ο θείος Κύριλλος δείχνοντας στους «Θησαυρούς», λέει: «είναι απόλυτη ανάγκη να λέμε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι της θείας φύσης, της οποίας είναι και απαρχή κατά τον Απόστολο· αν δε συμβαίνει αυτό, δεν είναι κτίσμα, αλλά μάλλον Θεός ως προερχόμενο από τον Θεό και υπάρχον μέσα στον Θεό». Και πάλι: «Θεός άρα είναι το Πνεύμα, το οποίο υπάρχει φυσικά στον Υιό προερχόμενο από τον Πατέρα και έχει όλη την ενέργειά Του». Αλλά και ο θείος Γρηγόριος του Διαλόγου στον τελευταίο του λόγο λέει ότι «το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και μένει στον Υιό». «Διότι έτσι, βλέποντας, θα σεβόμασταν την πηγή της ζωής να χύνεται στον εαυτό της και να στέκεται πάνω στον εαυτό της», σύμφωνα με τον μέγα θεοφάντορα Διονύσιο.

Εφόσον λοιπόν το Άγιο Πνεύμα, κατά εκείνη την προαιώνια και ακατανόητη εκπόρευση και πρόοδο, εκπορεύεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον Υιό, πώς θα μπορούσε να έχει αυτή την πρόοδο μέσω του Υιού στον οποίο αναπαύεται; Επομένως, αν και πάλι λέγεται θεολογικά ότι προέρχεται από τον Υιό, αυτό δεν συμβαίνει οπωσδήποτε κατά εκείνη την (προαιώνια) πρόοδο, αλλά κατά μια άλλη πρόοδο, η οποία είναι η φανέρωση προς εμάς και η μετάδοση στους αξίους. Διότι ο Χριστός είναι, κατά τον θεολόγο Γρηγόριο, ο «ταμίας» του Πνεύματος, ως Θεός και Υιός Θεού. Ο δε ταμίας δεν προβάλλει οπωσδήποτε από τον εαυτό του αυτά που δίνονται, παρόλο που ο Θεός από τον Θεό έχει φυσικά μέσα του το Άγιο Πνεύμα και αυτό προέρχεται φυσικά από αυτόν προς τους αξίους, αλλά χωρίς να έχει την ύπαρξή του από αυτόν. Γι’ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ο Κύριος λέει: «όταν έρθει ο Παράκλητος, τον οποίο εγώ θα σας στείλω από τον Πατέρα», ως εκπορευόμενο από τον Πατέρα και αναπαυόμενο σε αυτόν και έτσι πεμπόμενο προς τους δικούς του.

Αν δε το Πνεύμα πέμπεται από τον Υιό ως έχον την ύπαρξη από αυτόν (μέσω του Υιού), τότε θα έχει και αυτό ως αρχή του τον Υιό και θα είναι ένα από τα δημιουργήματα. Και ας μαρτυρήσει πάλι η θεολογική φωνή: «ας τηρείται», λέει, «σύμφωνα με τον δικό μου λόγο, ένας Θεός, που ανάγεται σε μία αιτία και του Υιού και του Πνεύματος που αναφέρονται σε αυτόν, και κατά το ένα και το αυτό κίνημα και θέλημα της θεότητας, ας πούμε έτσι, και την ταυτότητα της ουσίας. Οι δε τρεις υποστάσεις ας νοούνται χωρίς καμία ανάμειξη ή διάλυση ή σύγχυση, με τον Πατέρα να νοείται και να λέγεται άναρχος και αρχή —αρχή δε ως αίτιο και ως πηγή και ως αΐδιο φως— του δε Υιού να μην είναι μεν καθόλου άναρχος, αλλά αρχή των όλων». Αν λοιπόν ο Υιός ήταν αρχή και του Πνεύματος, τότε το Πνεύμα θα ήταν ένα από τα «όλα» (τα κτίσματα) σύμφωνα με σένα· διότι ο Υιός είναι αρχή αυτών. Για να πω λοιπόν πάλι το λόγο του Θεολόγου: «δείξε ότι το Πνεύμα είναι κτίσμα και τότε δώσε το στον Υιό», ώστε να έχει αποκτήσει την ύπαρξη μέσω αυτού ή από αυτόν. Επειδή και ο θείος Κύριλλος, απαντώντας σε εκείνους που έλεγαν ότι, αν και το Πνεύμα είναι από τον Θεό, δεν είναι όμως κυριολεκτικά ούτε εξαιρετικά (ώστε να νοείται ομοούσιο), διότι είναι γραμμένο ότι «τα πάντα είναι από τον Θεό», λέει: «το “εξ ου” (από τον οποίο) παραμένει κυριολεκτικά για το Άγιο Πνεύμα, επειδή τα μη όντα έτρεξαν προς το είναι από τον Θεό Πατέρα μέσω του Υιού». Δείξε λοιπόν, για να το ξαναπώ, ότι το θείο Πνεύμα προήλθε από το μηδέν, και τότε δώσε του την υπόσταση και από τον Υιό — που είναι το ίδιο με το να πεις «από τους δύο». Αν λοιπόν το Πνεύμα υπάρχει και από τους δύο, είναι αδύνατον να μην είναι ένα από τα πάντα (τα κτίσματα) ή, αυτό που φαίνεται ίσως μετριότερο, να μην έχουν και οι δύο μία αιτία και να είναι ο καθένας αρχή. Διότι όπως όλη η κτίση προήλθε και από τους δύο και ο καθένας είναι αρχή των όλων, έτσι αν το Πνεύμα εκπορεύεται και από τους δύο (σύμφωνα με τους Λατίνους), ο καθένας θα είναι αρχή του Πνεύματος, και έτσι θα υπάρχουν δύο αρχές της μιας θεότητας. Διότι αν η συνδρομή (και των δύο) συνεισφέρει κάτι, τότε ο ένας από μόνος του λήφθηκε μάταια, και οι Λατίνοι θεολόγοι εμφανίστηκαν πράγματι μάταιοι σαν να εξάγουν γεωμετρικό πόρισμα· διότι δεν μπορούν να ισχυριστούν αυτά. Ότι δηλαδή, όπως στην περίπτωση των δημιουργημάτων, ενώ ο καθένας είναι αρχή, η αρχή είναι παρ’ όλα αυτά μία, έτσι και εδώ θα είναι μία αρχή, έστω κι αν λέγεται ότι προέρχεται και από τους δύο. Διότι εκεί μεν (στην κτίση), όπως είπαμε, η αρχή είναι φυσική αλλά όχι υποστατική, γι’ αυτό και η δημιουργική δύναμη είναι μία και των δύο· εδώ όμως (στην εκπόρευση) δεν είναι και των δύο το γόνιμο (η ιδιότητα να παράγουν υπόσταση).

Ακούσαμε, λοιπόν, λίγο πιο πάνω αυτόν που φέρει το όνομα της Θεολογίας (τον Γρηγόριο τον Θεολόγο) να λέει ότι ο μεν Πατέρας είναι πηγή και αρχή του αιώνιου φωτός, ο δε Υιός δεν είναι μεν καθόλου αναίτιος, είναι όμως αρχή των πάντων. Γι’ αυτό και ο μέγας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης είπε: «Μόνη πηγή της υπερούσιας θεότητας είναι ο Πατήρ»· και αλλού: «ο Πατέρας είναι η πηγαία θεότητα, ενώ ο Υιός και το Πνεύμα είναι, αν πρέπει να το πούμε έτσι, θεοφύτετοι βλαστοί και σαν άνθη και υπερούσια φώτα της θεογόνου θεότητας»· και πάλι: «διακεκριμένα είναι το υπερούσιο όνομα και η υπόσταση (χρήμα) του Πατρός και του Υιού και του Πνεύματος, χωρίς να εισάγεται σε αυτά καμία αντιστροφή ή καθόλου κοινότητα». Και στο τρίτο κεφάλαιο του “Περί Μυστικής Θεολογίας” λέει: «από το άυλο και αμερές αγαθό βγήκαν τα εσωτερικά φώτα της αγαθότητας, και λόγω της συναιώνιας αναβλάστησής τους παρέμειναν αχώριστα μέσα σε αυτόν, στον εαυτό τους και το ένα μέσα στο άλλο»· και πάλι: «τα χαρακτηριστικά της υπερούσιας θεογονίας δεν αντιστρέφονται μεταξύ τους».

Αν, λοιπόν, έλεγες ότι ο Υιός είναι “προβολεύς” (αυτός που εκπορεύει), τότε ο Πατέρας δεν θα ήταν ποτέ ο μοναδικός προβολεύς· γιατί θα είχε κοινωνία (συμμετοχή) με τον Υιό ως προς την ιδιότητα του να γεννά θεότητα· αλλά αυτό έχει απαγορευτεί. Αν πάλι έλεγες ότι ο Πατέρας είναι (ο προβολεύς), όπως και είναι στην πραγματικότητα, τότε ο Υιός δεν μπορεί να είναι προβολεύς, άρα το Πνεύμα δεν προέρχεται από αυτόν· διότι μόνο ο μοναδικός γεννήτορας και προβολεύς είναι θεογόνος θεότητα· διότι σύμφωνα με αυτά είναι και θεογόνος. Αυτήν ακριβώς τη συμμετοχή απαγορεύει και ο Μέγας Βασίλειος γράφοντας στον αδελφό του (Γρηγόριο Νύσσης): «Το Άγιο Πνεύμα εξαρτάται μεν από τον Υιό, με τον Οποίο εννοείται αδιαχώριστα, έχει όμως την ύπαρξή του εξαρτημένη από την αιτία του Πατρός, από τον Οποίο και εκπορεύεται. Αυτό έχει ως αναγνωριστικό σημάδι της υποστατικής του ιδιότητας το να γνωρίζεται μετά τον Υιό και μαζί με αυτόν, αλλά να υφίσταται από τον Πατέρα. Ο δε Υιός, κάνοντας γνωστό το Πνεύμα που εκπορεύεται από τον Πατέρα μέσω του εαυτού Του και μαζί με τον εαυτό Του, καθώς έλαμψε μόνος μονογενώς από το αγέννητο φως, δεν έχει καμία συμμετοχή με τον Πατέρα ή το Άγιο Πνεύμα ως προς το ιδιαίτερο γνώρισμα των ιδιοτήτων».

Βλέπεις πώς σχετίζεται το Άγιο Πνεύμα και με τον Πατέρα και με τον Υιό και ποια είναι τα γνωρίσματα του Υιού και του Πνεύματος; «Μας κάνει γνωστό, λοιπόν», λέει, «και φανερώνει το Άγιο Πνεύμα μέσω του εαυτού Του και μαζί με τον εαυτό Του ο μονογενής Υιός του Θεού, αλλά δεν το εκπορεύει, για να μην έχει συμμετοχή στο ιδιαίτερο γνώρισμα του Πατρός. Διότι λέει πως το Άγιο Πνεύμα έχει την ύπαρξή του εξαρτημένη από την αιτία του Πατρός, η οποία ιδιότητα ανήκει μόνο στον Πατέρα». Διότι, όπως λέει ο Θεολόγος: «Όλα όσα έχει ο Πατέρας ανήκουν στον Υιό, εκτός από την αιτία». Ποιος, λοιπόν, από όλους τους θεόπνευστους θεολόγους ανά τους αιώνες ακούστηκε να αποδίδει στα δύο πρόσωπα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός από τα τρία πρόσωπα της μιας θεότητας, αντί να τα φυλάσσει αμετάβλητα (ασύγχυτα); Ότι δε το να εκπορεύει είναι ίδιον του Πατρός είναι φανερό: «Διότι από τη δική Του αιτία εξαρτάται το Πνεύμα, από όπου και εκπορεύεται και από τον Οποίο έχει την υπόστασή του, έστω κι αν γίνεται γνωστό μετά τον Υιό και μαζί με τον Υιό».

Εφόσον στην ύψιστη και προσκυνητή Τριάδα υπάρχουν τα κοινά χαρακτηριστικά σε όσα πρόσωπα είναι όντως κοινά, το να είναι κανείς “εκ του Πατρός” σύμφωνα με τους Λατίνους δεν ανήκει εξίσου στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Διότι ο μεν Υιός έχει γεννηθεί άμεσα από Αυτόν και μόνο από τον Πατέρα, ενώ το Πνεύμα εκπορεύεται έμμεσα και όχι άμεσα, και όχι μόνο από τον Πατέρα (όπως οι ίδιοι πιστεύουν). Αν λοιπόν, κατ’ αυτούς, δεν ανήκει και στους δύο εξίσου, τότε το να είναι κανείς “εκ του Πατρός” δεν είναι κοινό στον Υιό και στο Πνεύμα. Κι αν αυτό δεν είναι κοινό σε αυτούς, τότε κανένας από τους δύο δεν είναι καθόλου “εκ του Πατρός”. Διότι αν ο ένας από τους δύο υπάρχει εκ του Πατρός με έναν τρόπο, ο άλλος αποκλείεται αφού δεν συμμετέχει στον ίδιο τρόπο, και έτσι καταργούνται και οι δύο μέσω αλλήλων. Έτσι, όποιος σκέφτεται με λατινικό τρόπο δεν μπορεί να αποφύγει κανένα άτοπο (λογικό σφάλμα), όπως ακριβώς και εκείνοι που είπαν ότι ο Υιός προέρχεται από το Πνεύμα.

Με όποια επιχειρήματα κι αν προσπαθήσεις να ξεφύγεις, τα ίδια επιχειρήματα θα χρησιμοποιήσουν κι εκείνοι εναντίον σου και θα σου αποδείξουν ακλόνητα ένα σωρό παραλογισμούς.

Αν πεις ότι το Πνεύμα λέγεται ότι υπάρχει “μετά” τον Υιό επειδή αριθμείται μετά από αυτόν —το οποίο σου φαίνεται το πιο ασφαλές από τα επιχειρήματά σου, ενώ εγώ θα έλεγα ότι είναι εξίσου σφαλερό με τα άλλα— τότε κι εκείνοι θα σου δείξουν ότι υπάρχει σημείο όπου ο Υιός λέγεται μετά το Πνεύμα, δηλαδή όταν το Άγιο Πνεύμα αριθμείται πρώτο. Εμείς όμως θα αντιταχθούμε και στους δύο μαζί με την αλήθεια, λέγοντας: «Ω ανόητοι, τα πράγματα δεν καθορίζονται από τη σειρά των ονομάτων».

Διότι αν ίσχυε αυτό, τι εμποδίζει —σύμφωνα με τον ίδιο λόγο, αφού η σειρά αναφοράς στη θεία Γραφή εναλλάσσεται— πότε ο Πατέρας να γεννά και να εκπορεύει, και πότε τα ίδια πρόσωπα (ο Υιός και το Πνεύμα) να γεννούν και να εκπορεύουν; Διότι δεν ονομάζουμε τον Πατέρα “προκαταρκτικό” ούτε “πρώτο αίτιο” όσον αφορά το Πνεύμα, όπως εσείς, και “δεύτερο” τον Υιό, έστω κι αν ο Πατέρας καλείται έτσι λόγω της δημιουργικής αιτίας. Και επειδή ονομάστηκε έτσι για εκείνα (τα κτίσματα), συμβαίνει κάποιες φορές οι θεολόγοι να τον ονομάζουν έτσι ακόμη και όταν μιλούν για τα άκτιστα, όπως ακριβώς καλείται “Πατέρας” εξαιτίας του Υιού. Αλλά μερικές φορές, όταν μιλάμε για τα γήινα πράγματα, τον ονομάζουμε έτσι (πρώτο)· όμως δεν λατρεύουμε ως πρώτο Θεό τον Πατέρα, ως δεύτερο τον Υιό και ως τρίτο το Άγιο Πνεύμα, ώστε να λέμε πάντα το δεύτερο μετά το πρώτο και μετά από αυτό το τρίτο, υποτάσσοντας αναγκαστικά σε μια σειρά (τάξη) εκείνα που είναι υπεράνω κάθε τάξης, όπως συμβαίνει με όλα τα άλλα πράγματα.

Διότι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, εξηγώντας αυτό που είπε ο Αβραάμ στον δούλο του, «βάλε το χέρι σου κάτω από τον μηρό μου», προχωρώντας στην ομιλία του λέει: «Ας κηρύσσεται το Άγιο Πνεύμα, ας υψώνεται ο Μονογενής, ας δοξάζεται ο Πατέρας. Ας μη νομίσει κανείς ότι ανατράπηκε η αξία, αν μνημονεύουμε πρώτα το Πνεύμα, έπειτα τον Υιό, έπειτα τον Πατέρα· ή πρώτα τον Υιό και μετά τον Πατέρα. Διότι ο Θεός δεν έχει τάξη (σειρά), όχι επειδή είναι άτακτος, αλλά επειδή είναι υπεράνω τάξεως. Όπως ακριβώς ο Θεός δεν έχει σχήμα, όχι επειδή είναι άσχημος, αλλά επειδή δεν επιδέχεται σχηματοποίηση».

Ο Θεός, λοιπόν, είναι υπεράνω τάξεως και όχι υποταγμένος σε τάξη. Αν δε υπάρχει κάποια “τάξη” στον Θεό λόγω του τρισυπόστατου της θεότητας, αυτή δεν μας είναι γνωστή επειδή υπερβαίνει κάθε είδος τάξης. Γνωρίζουμε μεν την τάξη κατά την εκφώνηση (των ονομάτων), αφού διδαχθήκαμε από τη θεόπνευστη Γραφή, από την οποία διδασκόμαστε ευσέβως ότι αυτή η σειρά εναλλάσσεται. Την τάξη όμως που προκύπτει από τη φυσική ακολουθία, και μάλιστα μεταξύ των δύο προσώπων, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δεν τη γνωρίζουμε καθόλου. Γι’ αυτό ο Γρηγόριος ο πλέον θεολογικός λέει στον δεύτερο “Ειρηνικό” λόγο του: «έτσι πιστεύουμε και έτσι έχουμε την πεποίθηση, ότι το πώς έχουν αυτά τα πρόσωπα μεταξύ τους ως προς τη σχέση και την τάξη, ας επιτραπεί να το γνωρίζει μόνο η ίδια η Τριάδα και σε όσους η Τριάδα το αποκαλύψει αφού καθαριστούν, είτε τώρα είτε αργότερα».

Αλλά, λένε, ο Μέγας Βασίλειος, ως καθαρισμένος, το έμαθε αυτό μέσω αποκάλυψης και το είπε στο έργο του “Κατά Ευνομίου”. Και ότι παραδέχεται και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος πως το γνωρίζουν αυτοί στους οποίους η Τριάδα το αποκάλυψε. Αλλά αν είναι έτσι, πώς γίνεται όταν ο Ευνόμιος είπε ότι έμαθε από τους Αγίους πως το Πνεύμα είναι τρίτο στην τάξη και στο αξίωμα, ο θείος Βασίλειος δυσανασχέτησε —και μάλιστα όχι ήρεμα αλλά με μεγάλη αγανάκτηση— και είπε: «Λέει ο Ευνόμιος ότι το έμαθε από τους Αγίους· ποιοι όμως είναι οι Άγιοι και σε ποια συγγράμματά τους παρέδωσαν αυτή τη διδασκαλία, δεν μπορεί να μας πει»; Είναι φανερό, λοιπόν, πως δεν υπήρχαν Άγιοι που να είπαν κάτι τέτοιο.

Έπειτα, επειδή εκείνος (ο Ευνόμιος) συμπέρανε ότι το Πνεύμα είναι τρίτο και στη φύση επειδή είναι τρίτο στην τάξη και το αξίωμα —αν και αυτό δεν προκύπτει αναγκαστικά— ο Μέγας Βασίλειος, κάνοντας μια παραχώρηση και δεχόμενος το επιχείρημα μόνο υποθετικά, λέει: «Ακόμη κι αν ο λόγος της ευσέβειας παραδίδει ίσως ότι το Πνεύμα είναι τρίτο στην τάξη και στο αξίωμα, ας το δεχτούμε αυτό τελείως, όμως δεν είναι ανάγκη εξαιτίας αυτού να είναι τρίτο και στη φύση». Έτσι, το δέχτηκε ως υπόθεση, αλλά δεν το δογμάτισε ο ίδιος, προβάλλοντας τον λόγο ως αμφισβητούμενο.

Αυτό δε που λέει στο πρώτο βιβλίο του “Προς Ευνόμιον”, ότι «υπάρχει είδος τάξεως όχι κατά τη δική μας επινόηση αλλά από τη φυσική ακολουθία που υπάρχει σε αυτά», δεν το λέει για τον Υιό και το Πνεύμα, αλλά κάνει τη συζήτηση για τον Πατέρα και τον Υιό. Σε αυτά είναι γνωστό και ομολογημένο από όλους ότι ο Υιός είναι το “αιτιατό” (αυτό που προέρχεται από αιτία), ενώ ο Πατέρας είναι το “αίτιο” και νοείται αναγκαστικά πριν από το αιτιατό, έστω και αν δεν προηγείται χρονικά, όπως λέει ο ίδιος εκεί. Γι’ αυτό και χωρίς δισταγμούς και αμφισβητήσεις, λέει ότι ο Πατέρας είναι τεταγμένος πριν από τον Υιό και ο Υιός έπεται του Πατρός, γράφοντας: «Εμείς, όσον αφορά τη σχέση των αιτίων προς τα παράγωγά τους, λέμε ότι ο Πατέρας είναι προτεταγμένος του Υιού, αλλά ως προς τη διαφορά της φύσης όχι πια, ούτε ως προς την υπεροχή του χρόνου». Και στο τρίτο βιβλίο πάλι λέει: «στην τάξη μεν είναι δεύτερος του Πατρός, επειδή προέρχεται από εκείνον, και στο αξίωμα, στη φύση όμως δεν είναι πια δεύτερος».

Έτσι, ο Βασίλειος γνωρίζει ομολογουμένως ότι ο Υιός είναι εκ του Πατρός, αλλά όχι και ότι το Πνεύμα είναι εκ του Υιού. Διότι αν το γνώριζε αυτό, δεν θα αμφισβητούσε καθόλου, ούτε θα απαγόρευε να λέγεται το Πνεύμα “τρίτο στην τάξη” από τον Πατέρα· ούτε θα δυσανασχετούσε τόσο πολύ κατά του Ευνομίου που είπε το ίδιο πράγμα. Επιπλέον, το γεγονός ότι δέχεται τη δευτερεύουσα θέση του Πνεύματος έναντι του Υιού με πολλή αμφιβολία και μόνο υποθετικά, και όχι ως δικό του δόγμα, δείχνει ότι ούτε ο ίδιος γνώριζε πώς ακριβώς σχετίζονται μεταξύ τους ο Υιός και το Πνεύμα ως προς τη σχέση και την τάξη.

Διότι το ότι ο Υιός και το Πνεύμα υπάρχουν μαζί από την αιωνιότητα, ότι είναι το ένα μέσα στο άλλο και συνδεδεμένα μεταξύ τους, και ότι διεισδύουν το ένα στο άλλο χωρίς σύγχυση ή ανάμειξη, και ότι το καθένα από αυτά είναι ένα είδος τάξεως και σχέσεως, και ότι ο Υιός και το Πνεύμα προέρχονται από τον Πατέρα μαζί (αν και όχι με τον ίδιο τρόπο), και ότι είναι ισότιμα προερχόμενα από ισότιμο πρόσωπο, και ότι το “εκπορεύειν” είναι ιδιότητα της πατρικής υπόστασης και δεν μπορεί να ανήκει στον Υιό, και ότι όποιος λέει ότι και ο Υιός έχει το “εκπορεύειν” προκαλεί σύγχυση των θείων υποστάσεων, καταργώντας ασεβώς την ομολογημένη τάξη στον Θεό —«διότι πρέπει», λέει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «οι ιδιότητες να παραμένουν στον Πατέρα και στον Υιό, για να μην υπάρξει σύγχυση στη θεότητα που φέρνει σε τάξη όλα τα άλλα»— αυτήν, λοιπόν, την ομολογημένη τάξη στον Θεό τη γνωρίζουμε κι εμείς. Την τάξη όμως που τοποθετεί το Άγιο Πνεύμα δεύτερο από τον Υιό και τρίτο από τον Πατέρα, ούτε εμείς τη γνωρίζουμε, ούτε οι διδάσκαλοι και υπερασπιστές της Εκκλησίας.

Οι Λατίνοι όμως —αλίμονο στην ανοησία και την αυθάδειά τους μαζί— καταργούν εκείνη την ευσεβή και ομολογημένη τάξη στον Θεό. Και όσα ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ομολογούν ότι είναι πέρα από τη δική τους γνώση ως απόρρητα και πάνω από εμάς, αυτοί καυχιούνται ότι τα κατανόησαν. Και εισάγουν καινοτομίες σχετικά με την ανέκφραστη και ακατανόητη εκπόρευση του Πνεύματος —ή μάλλον για να το πω σωστότερα, βλαστημούν— λέγοντάς την έμμεση και άμεση, κοντινή και μακρινή, πράγματα με τα οποία κινδυνεύουν να υποβιβάσουν το Άγιο Πνεύμα στο επίπεδο του κτίσματος. Γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα δεν τοποθετείται από τη θεόπνευστη Γραφή αναγκαστικά ούτε πάντα μετά τον Υιό.

Αυτό συμβαίνει στους Λατίνους, οι οποίοι από τα δύο (αίτια), το πρώτο και το δεύτερο, λένε ότι προέρχεται το Ένα (το Πνεύμα), και δεν αποδέχονται σε όλα τη θεόπνευστη Γραφή, αλλά με το έτσι θέλω προσθέτουν και αφαιρούν ό,τι θέλουν. Σε εμάς όμως, που λατρεύουμε με ευσεβή φρόνηση τα δύο πρόσωπα ως προερχόμενα από το Ένα (τον Πατέρα) και τα αναφέρουμε πίσω στο Ένα, αυτό δεν συμβαίνει ποτέ.

Για να σου δώσουμε έναν λόγο, ή μάλλον για να σε αξιώσουμε να διδαχθείς: για ποιο λόγο ως επί το πλείστον ο μεν Υιός υμνείται από εμάς μετά τον Πατέρα, το δε Πνεύμα μετά τον Υιό, και έτσι έχει παραδοθεί να μυούμαστε; Ο Θεός και Πατέρας, η αρχή των πάντων, είναι Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο οποίος νοείται αμέσως μαζί με τον Πατέρα, πριν ακόμα προστεθεί (στο όνομα) του Πατέρα. Πώς λοιπόν, αφήνοντας αυτόν που νοείται ως ο πιο κοντινός στον Πατέρα πριν ακόμα προφερθεί το όνομά του, θα θέταμε αμέσως το Πνεύμα μετά τον Πατέρα; Γι’ αυτό το Πνεύμα λέγεται μετά τον Υιό του Πατέρα· διότι επειδή δεν μπορούμε να προφέρουμε και τους δύο ταυτόχρονα με τη γλώσσα, αν θέταμε το Πνεύμα ενωμένο με τον Πατέρα πριν από τον Υιό, θα φαινόταν ότι το Πνεύμα είναι ο Υιός· διότι το όνομα «Πατήρ» εισάγει αμέσως στη διάνοια τον Υιό. Προχωρώντας δε πάλι και θέτοντας τον Υιό αμέσως μετά το Πνεύμα, θα κάναμε το Πνεύμα να νοείται ως Πατέρας.

Διότι ο Υιός είναι Υιός του Πατέρα και εισάγει στη διάνοια τον Πατέρα, και μάλιστα αυτόν που λέγεται πριν από αυτόν· ο δε Υιός, τιθέμενος αμέσως μετά τον Πατέρα, και το μονογενές (ιδίωμα) φυλάσσει για τον εαυτό του και εμποδίζει το Πνεύμα από το να είναι αυτό που εκπορεύεται από τον Πατέρα. Αυτό λέει και ο Γρηγόριος Νύσσης, του οποίου το ύψος της διάνοιας δεν χώρεσαν όσοι φρονούν λατινικά, και δοξάζουν το Πνεύμα μακριά από τον Πατέρα (αλίμονο στην ασέβεια!), αλλά κοντά στον Υιό. Αλλά το ότι ο Πατέρας και ο Υιός εισάγουν ο ένας τον άλλον στη διάνοια επειδή είναι κοντά, δεν σημαίνει ότι το Πνεύμα είναι μακριά από τον Πατέρα και όχι αμέσως (χωρίς μεσολάβηση) από αυτόν. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε αργότερα.

Τώρα, για να αποδώσουμε και μια δεύτερη αιτία, η οποία και αυτή έγινε για την προαναφερθείσα αιτία (για να σε συνετίσουμε σε όλα): πρώτα το γένος μας γνώρισε ως Θεό τον Πατέρα και ως Πατέρα τον Θεό, αφού η θεότητά του φανερώθηκε και έγινε πιστευτή αμυδρά, όπως μας συνέφερε. Διότι αν εξαρχής κηρυσσόταν σε εμάς όχι ως Πατέρας αλλά ως προβολέας ή εκπορευτής, πώς θα το δεχόμασταν, αφού δεν μπορούσαμε ακόμα να χωρέσουμε λόγω της νηπιώδους κατάστασής μας την επίγνωση του έμφυτου πλούτου της θεότητας; Το όνομα «Πατήρ» είναι οικείο και σε εμάς και το έχουμε κοινό με εκείνες τις υποστάσεις που είναι μεν ομοούσιες με αυτόν, αλλά για εμάς δεσποτικές. Αν και εκείνοι (ο Υιός και το Πνεύμα) το έχουν από τη φύση τους και πάνω από εμάς, (ο Θεός) μας αξίωσε από φιλανθρωπία να καλούμαστε έτσι – γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι έλεγαν «έχουμε Πατέρα τον Θεό».

Πολύ σοφά λοιπόν, και σαν να «κλέβει» τη διάνοιά μας, ή μάλλον απομακρύνοντάς μας από τη δουλεία του πονηρού και την ψευδοδοξία προς την οικεία δεσποτεία για τη θεογνωσία, εισήγαγε τη θεότητα του μονογενούς υποδηλώνοντάς την, ενώ ο ίδιος κηρυσσόταν Πατέρας. Μετά από αυτόν, ο Υιός φανερώθηκε στον κόσμο, αφού εμφανίστηκε σε εμάς μέσω της σάρκας και συναναστράφηκε μαζί μας· αυτός υπέδειξε μαζί με τον εαυτό του και το Πνεύμα, πιστοποιώντας με λόγια και έργα σε όλα ότι είναι ενωμένο στη φύση και ισότιμο με τον εαυτό του και τον Πατέρα. Μετά τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα επδήμησε στον κόσμο, πεμπόμενο μεν από τον Υιό (ως μη όντας αντίθεο ούτε αντίχριστο), και πεμπόμενο όχι απλά και απόλυτα, αλλά χρονικά και προς ορισμένους και για κάποια αιτία· από τον Πατέρα δε εκπορευόμενο καθόλου για κάποια αιτία, ούτε χρονικά ούτε προς ορισμένους, αλλά απλά και απόλυτα σε όλα, ως ομόθεο και ομοούσιο και εξαρτημένο από την ίδια αιτία και αρχή όχι λιγότερο από τον Υιό, ερχόμενο δε από τον εαυτό του ως Κύριο και αυτεξούσιο.

Προστέθηκε δε και μια τρίτη αιτία στους θεολόγους, για την οποία παρουσιάζουν το Πνεύμα μετά τον Υιό και από τα (ιδιώματα) του Υιού ως επί το πλείστον, για να δείξουν το συναφές και τέλειο και ομοούσιο της θεότητας του Πνεύματος με τον Πατέρα: επειδή μετά την καταλάγιαση της μανίας των πολλών κατά του Υιού (αφού αποδείχθηκε πολυειδώς και στηρίχθηκε ασφαλέστατα η φυσική του ενότητα και ισοτιμία με τον Πατέρα), αναζωπυρώθηκε φανερότερα ο πόλεμος κατά του Θείου Πνεύματος. Γι’ αυτό λοιπόν όλος ο λόγος των θεολόγων δεν αφορά τον τρόπο της υπάρξεως, αλλά την ομοουσιότητα του Πνεύματος προς τον Υιό, έστω και αν οι Λατίνοι εκβιάζουν τις ρήσεις, μεταφέροντας το νόημά τους στη δική τους κακονοία.

Αλλά έτσι ο ένας Θεός σε τρεις υποστάσεις έχει φανερωθεί σε εμάς, και έτσι δοξάζεται· και έτσι, ενώ υπάρχει μία εικόνα και μορφή στην μόνη ανείδεη και προσκυνητή Τριάδα – «διότι η Τριάδα συνάπτεται αδιαίρετα, συνυπάρχει αιώνια και προβάλλει μία και την αυτή εικόνα», λέει ο Μέγας Αθανάσιος – επειδή λοιπόν υπάρχει μία εικόνα στην σεπτή Τριάδα, ονομάζουμε τον μεν Υιό μορφή και εικόνα του Πατέρα, το δε Πνεύμα (εικόνα) του Υιού. Διότι έτσι ευδόκησε να γνωρίσει τον εαυτό της σε εμάς, και λέμε ότι το Πνεύμα έχει την ίδια σχέση προς τον Υιό, όπως ο Υιός προς τον Πατέρα· διότι και τα δύο έχουν την ίδια σχέση προς τον Πατέρα, εκτός από τον τρόπο της υπάρξεως, όπως αποδείχθηκε παραπάνω εκτενώς.

Ο Υιός, μας έγινε γνωστός αμέσως μετά τον Πατέρα, και μέσω αυτού του αμέσως γνωσθέντος (Υιού) φανερώθηκε το Άγιο Πνεύμα, αφού κηρύχθηκε και στάλθηκε στο όνομά του, όπως και εκείνος ήρθε παλαιότερα στο όνομα του Πατέρα. Και λέμε ότι ο Υιός έχει όλα όσα έχει ο Πατέρας εκτός από την ιδιότητα της Αιτίας, και το Πνεύμα έχει όλα όσα έχει ο Υιός εκτός από την Υιότητα. Διότι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν όλα τα του Πατέρα εξίσου χωρίς την ιδιότητα της Αιτίας, η οποία περιλαμβάνει και τους δύο, διαφοροποιώντας τις υποστατικές τους υπάρξεις. Γι’ αυτό και κάποιες φορές θέτουμε το Πνεύμα πριν από τον Υιό, αν και σπάνια, ενώ ως επί το πλείστον το θέτουμε μετά τον Υιό και μετά τον Πατέρα, ώστε φέροντας συνεχή τη μνήμη των τριών μεγίστων θεοπρεπών έργων και προνοητικών οικονομιών για εμάς, να αποδίδουμε την πιο σύντομη ευχαριστία για όλα.

Ο Ευνόμιος όμως, και μετά από αυτόν όσοι φρονούν λατινικά, επειδή δεν άκουσαν συνετά αυτή την ευχαριστία των Πατέρων προς τον Θεό και δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν την «οικονομία» (τον τρόπο έκφρασης) στις αντιρρήσεις κατά των ετεροδόξων, συμπέραναν κακώς από αυτό ότι το Άγιο Πνεύμα είναι τρίτο από τον Πατέρα. Δεν κατάλαβαν ούτε το εξής: ότι αν ίσχυε αυτό και αν μέσω αυτού αποδεικνυόταν «η φυσική τάξη του Υιού προς τον Πατέρα και του Πνεύματος προς τον Υιό», δεν θα υπήρχαν περιπτώσεις στη Θεία Γραφή όπου η αναφορά των τριών προσώπων εναλλάσσεται και το Πνεύμα τίθεται πριν από τον Υιό. Όπως λέει και ο μέγας στη θεολογία Γρηγόριος, ότι «τα ίδια πρόσωπα και προαριθμούνται και υποαριθμούνται στη Γραφή λόγω της ισοτιμίας της φύσης».

Αλλά ούτε η φράση «δι’ ου» (μέσω του οποίου) έχει αποδοθεί από τη Θεία Γραφή μόνο στον Υιό· διότι ο θείος Κύριλλος στους «Θησαυρούς» λέει: «το Πνεύμα είναι του Χριστού, καθώς ο Θεός Λόγος ενοικεί σε εμάς μέσω του Πνεύματος». Γι’ αυτά λοιπόν ο Ευνόμιος και το γένος των Λατίνων, χωρίς να δώσουν καμία σημασία, δογμάτισαν κακώς ότι το Πνεύμα είναι τρίτο στην τάξη και το αξίωμα, όχι στην τάξη της ομολογίας αλλά στη φυσική τάξη. Ο μεν Ευνόμιος δογμάτισε επιπλέον ότι είναι τρίτο από τον Πατέρα και στη φύση, ενώ οι Λατίνοι κατασκευάζουν το ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό.

Εμείς όμως, μαζί με τους ιερούς πατέρες, ως επί το πλείστον θέτουμε το Πνεύμα μετά τον Υιό και αυτόν μετά τον Πατέρα, για να αποδίδουμε τη δοξολογία και την ευχαριστία για τις τρεις μέγιστες οικονομίες· όχι επειδή είναι δεύτερο ή τρίτο στην τιμή και την αξία —αφού είναι ισότιμα— ούτε κάνοντας τη δυάδα (Πατέρα-Υιό) αρχή του ενός, ούτε αναφέροντας το ένα στη δυάδα, αλλά αναφερόμαστε σε έναν Θεό, σε μία Αίτια και του Υιού και του Πνεύματος, από την οποία μόνο έχει την ύπαρξη το καθένα τους. Και επειδή υπάρχει μία αρχή, ο Πατέρας, όπως λέει και ο θαυματουργός Γρηγόριος, γι’ αυτό υπάρχει ένας Θεός· και επειδή υπάρχει μία φύση στα τρία πρόσωπα.

Αν λοιπόν οι Λατίνοι λένε ότι το ένα (το Πνεύμα) προέρχεται «εξ αμφοτέρων» (και από τους δύο), εννοούν προφανώς από τα πρόσωπα· διότι ως προς αυτό λέγονται «αμφότερα», αφού το «ένα» δεν θα μπορούσε ποτέ να ειπωθεί «αμφότερα». Επειδή λοιπόν λένε ότι το ένα προέρχεται από τα δύο, με τον τρόπο που νοείται η αρχή και η αιτία, τότε λένε ότι το ένα προέρχεται από δύο αρχές, εισάγοντας δύο αρχές, δύο αίτια και πολυθεΐα. Διότι όχι μόνο επειδή υπάρχει μία φύση υπάρχει ένας Θεός, αλλά και επειδή ένα πρόσωπο (ο Πατέρας) είναι αυτό στο οποίο αναφέρονται όσα προέρχονται από αυτόν. Και γι’ αυτό υπάρχει μία αρχή της θεότητας και ένας Θεός: επειδή και ο καθένας (Υιός και Πνεύμα) αναφέρεται στο Ένα αμέσως. Διότι αν το Πνεύμα δεν εκπορεύεται αμέσως από τον Πατέρα, αυτό το «εμμέσως» καθιστά αναγκαστικά δύο τα αίτια του Πνεύματος (το μέσο και το άκρο), και τότε δεν μπορούν τα τρία να είναι ένας Θεός.

Διότι ο Θεός γεννά και εκπορεύει ως Πατήρ τα συναΐδια φώτα του. Αν λοιπόν το Πνεύμα είναι από τον Πατέρα μέσω του Υιού «ως εξ ενός», δεν θα είναι ως από έναν Θεό (τον Πατέρα και τον Υιό), αλλά ως από έναν όντα Πατέρα (δηλαδή ο Πατέρας και ο Υιός να είναι ένας Πατέρας). Και ποια ατοπία θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη από αυτή τη σύγχυση; Γι’ αυτό οι Λατίνοι, αποφεύγοντας αυτή τη σύγχυση, λένε «ως εξ ενός Θεού»· πράγμα που δεν ευσταθεί πουθενά.

Επομένως, επειδή ο Πατέρας είναι απόλυτα ένας, και ο Υιός και το Πνεύμα έχουν ο καθένας μόνο μία αρχή και ένα αίτιο, τον Πατέρα. Και έτσι υπάρχει μία αρχή της θεότητας, έστω και αν οι Λατινόφρονες, όταν εγκαλούνται για το πώς λένε ότι υπάρχουν δύο αρχές στη θεότητα, νομίζουν ότι απολογούνται ισχυριζόμενοι ότι δοξάζουν μία αρχή του Υιού και του Πνεύματος. Διότι θέλοντας να μας σοφιστευτούν, διαβεβαιώνουν αυτό, όπως είπαμε στην αρχή. Αλλά αυτό ακριβώς είναι που τους εγκαλούμε: πώς ενώ λένε ότι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν μία αρχή, για το ένα Πνεύμα λένε ότι έχει δύο αρχές; Εκείνοι, ερωτώμενοι για το ένα, απαντούν σοφιστικά για τα δύο, εξαπατώντας μάλλον τους εαυτούς τους παρά εκείνους που τους ρωτούν.

Λοιπόν, ο Θεός και Πατέρας, εφόσον είναι Πατέρας, είναι αρχή και αίτιο· και εφόσον είναι αρχή, είναι Πατέρας των φώτων, δηλαδή του Υιού και του Πνεύματος· και εφόσον είναι αίτιο, είναι αίτιο, αρχή και Πατέρας. Αν λοιπόν και ο Υιός είναι αίτιο του Πνεύματος, εξ ανάγκης θα είναι και αρχή και Πατέρας ως αίτιο· διότι, όπως ακριβώς στην περίπτωση του ανθρώπου, επειδή ο άνθρωπος είναι δεκτικός επιστήμης, δεν γίνεται αυτός που είναι δεκτικός επιστήμης να μην είναι και άνθρωπος, έτσι συμβαίνει και στον Θεό· επειδή ο Πατέρας, εφόσον είναι Πατέρας, είναι αρχή και αίτιο, δεν γίνεται αυτός που είναι αίτιο να μην είναι και αρχή και Πατέρας, παρά το γεγονός ότι ο θεολόγος Γρηγόριος γράφει: «έτσι ο Υιός είναι κυρίως Υιός, επειδή ο ίδιος δεν είναι και Πατέρας».

Βλέπεις ότι καταλύεται σαφώς η μοναρχία (του Πατρός) και η ενότητα του Πατρός ως προς την υπόσταση από εκείνους που λένε ότι το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό και δεν ανάγουν το καθένα από τα πρόσωπα σε μία μόνο πηγή της θεότητας; Διότι μία είναι η φύση και όλοι οι άνθρωποι (μαζί), αλλά όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ένας (άνθρωπος). Και παρόλο που μέσω αλλήλων, ή μάλλον μέσω των προγόνων μας, θα μπορούσαμε να αναχθούμε σε έναν προπάτορα, εντούτοις αμέσως τα αίτια γίνονται πολλά, και γι’ αυτό εμείς δεν προερχόμαστε από έναν ούτε είμαστε ένας. Άραγε δεν καινοτομείς φανερά, εσύ που σκέφτεσαι με λατινικό τρόπο;

Και αν πριν από εσάς δεν ήταν ελλιπές το δικό μας ευαγγέλιο, το οποίο κηρύχθηκε στα έθνη και πιστεύτηκε στον κόσμο, και η σωτήρια χάρη του Θεού και η θεογνωσία που απορρέει από αυτήν, η οποία φανερώθηκε σε όλους και δίδαξε τους πάντες· αν δεν έχει αδειάσει η πίστη, αν δεν έχουν διαφθαρεί τα στοιχεία της ομολογίας, για τα οποία αγωνίστηκαν και ασκήθηκαν το σύννεφο των μαρτύρων που μας περιβάλλει, ο αμέτρητος κατάλογος των οσίων, ο θεοδίδακτος όμιλος των δασκάλων, όλοι όσοι με έργα και λόγια και με τα δικά τους παθήματα μαρτύρησαν για την αλήθεια, υπέρ της οποίας και μέχρι θανάτου στάθηκαν αντιμέτωποι (στους εχθρούς) πράττοντας ορθά —και όχι μόνο υπέρ αυτής ή των εαυτών τους, αλλά και για τη δική μας στήριξη— αν λοιπόν δεν είναι μόνο αυτά ελλιπή και η πίστη όσων ονομάζονται από τον Χριστό είναι πραγματικά κενή, τότε εφευρίσκεις προσθήκες και καινοτομείς εις βάρος της ψυχής σου.

Διότι, αν γνώριζαν ότι το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό, για ποιον λόγο δεν συνέχισαν να το κηρύττουν με παρρησία και δεν το βεβαίωσαν μέσω των ιερών συνόδων που έγιναν πολλές και πολλές φορές; Αλλά μήπως δεν τους ήταν γνωστό; Τότε λοιπόν δεν ήταν ούτε αληθινό· διότι όλα τους τα έκανε γνωστά εκείνος που έγινε γνωστός σε εμάς ως άνθρωπος για χάρη μας. Και το Πνεύμα τους δίδαξε τα πάντα σύμφωνα με την υπόσχεση, και γι’ αυτό τους δίδαξε, για να διδάξουν εμάς αυτοί, όπως ακριβώς διδάχθηκαν, όπως ειπώθηκε και παραπάνω. Διότι αν τολμήσεις να πεις τούτο, ότι οι θεολόγοι πριν από εμάς δεν γνώρισαν την αλήθεια, θα το απορρίψουμε ως κάτι που δεν είναι λιγότερο βλάσφημο.

Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να βγάλεις τέτοια φωνή; Ποια ισάριθμη σύνοδος, ή μάλλον πόσες και πού μαρτυρήθηκαν από το Πνεύμα, το οποίο έδωσε μαρτυρία σε εκείνους και ενώ ζούσαν και αφού έφυγαν από τον κόσμο, και πάντα συμμαρτυρεί και θα συμμαρτυρεί μέσω των θαυμάτων που τελούνται και θα τελούνται πάνω στους τάφους αυτών των σοφών; Αλλά, λέει (ο αντίπαλος), έχω και εγώ πολλούς από τους πατέρες που μαρτυρούν μαζί μου για την προσθήκη. Τι λοιπόν; Άλλα παρέδιδαν στην εκκλησία όταν ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί και άλλα δογμάτιζαν μόνοι τους; Καμία περίπτωση. Αλλά ή εσύ ο ίδιος παραποιείς (τα λόγια τους) ή παραλογίζεσαι και παρεξηγείς, επειδή δεν ερμηνεύεις με τη βοήθεια του Πνεύματος όσα ειπώθηκαν μέσω του Πνεύματος.

Όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμα και αν δεχτούμε αυτό, το οποίο δεν ισχύει, δεν πρέπει να γίνονται δεκτά περισσότερο εκείνα που παραδόθηκαν από κοινού παρά όσα ειπώθηκαν από τον καθένα ξεχωριστά; Διότι εκείνα, εκτός του ότι ανήκουν σε όλους, είναι και απρόσβλητα από όσους κακουργούν και νοθεύουν με παραποίηση τον λόγο της αλήθειας, καθώς είναι γνωστά σε όλους, σοφούς και απλούς, και βρίσκονται πάντα στα στόματα όλων. Τα δε λιγότερο διαδεδομένα είναι ύποπτα, και μάλιστα όταν προβάλλονται από τους Λατίνους, οι οποίοι επιβουλεύτηκαν ακόμα και το ολοφάνερο Σύμβολο της Πίστεως μέσω της προσθήκης. Διότι εκείνοι που επινόησαν και τόλμησαν προσθήκη σε αυτό που βρίσκεται στα στόματα όλων των αληθινών χριστιανών και ανακηρύσσεται πολλές φορές κάθε μέρα, τι δεν θα έκαναν σε όσα αγνοούνται από τους περισσότερους; Τα όσα λοιπόν δεν είναι κοινά ούτε διαδεδομένα είναι ύποπτα, μήπως κάποιος πονηρός άνθρωπος έσπειρε ανάμεσά τους ζιζάνια. Αυτά λοιπόν, αν μεν συμφωνούν με την κοινή ομολογία, πρέπει να γίνονται δεκτά· αν όμως όχι, όχι.

Ωστόσο, σε δεύτερο λόγο θα δούμε και θα ελέγξουμε όσα φαίνεται να συμμαρτυρούν στην καινοτομία σου, αν ο Θεός το επιτρέψει· όχι εκείνα (τα λόγια των Πατέρων), μακριά από μας, αλλά εσένα που εκλαμβάνεις κακώς τα όσα ειπώθηκαν καλώς, και δεν συνδυάζεις όσο είναι δυνατόν τα ασαφή με τα σοφά και τα κρυφά με όσα ειπώθηκαν με παρρησία.

Τώρα ας ανακεφαλαιώσουμε τον τωρινό λόγο και έτσι ας προσθέσουμε όσα λείπουν.

Πρώτον λοιπόν, αποδείχθηκε ότι η απόφαση αυτών για την προσθήκη τυγχάνει εντελώς κενή.

Έπειτα, έχει δειχθεί ότι εννοείται μαζί και η λέξη «μόνου», όταν λέγεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα· διότι και στο ίδιο το Σύμβολο, ακούγοντας ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα, δεχόμαστε χωρίς καμία αντίρρηση ότι εννοείται η λέξη «μόνου».

Με αυτό συνδέουμε στη συνέχεια το εξής: ότι ακόμα και αν ήταν άμεμπτο το να λέγεται ότι το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό, δεν έπρεπε να προστεθεί στο Σύμβολο από τους Λατίνους. Διότι ακόμα και αν φανεί στο εξής ότι κάτι είναι καλό, δεν θα έπρεπε να προστεθεί· αφού και σε όσα παρουσιάστηκαν σε εμάς, παρόλο που συγκεντρώθηκαν και εξέτασαν τα πάντα μαζί και οι ίδιοι οι προκαθήμενοι της παλαιάς Ρώμης, τίποτα από όσα φάνηκε ότι είναι ευσεβή δεν προστέθηκε (στο Σύμβολο).

Και από εκεί φάνηκε το δίκαιο αίτημα: πρώτα να απαιτούμε από αυτούς να αφαιρέσουν την προσθήκη και να μη δείχνουν ασέβεια (απορρίπτοντας) εκείνους που ολοκλήρωσαν τη ζωή τους έχοντας τη μαρτυρία του Θεού, εξαιτίας του αξιώματος του εκάστοτε Πάπα, και έπειτα να δεχόμαστε να συζητάμε μαζί τους γι’ αυτήν.

Μετά από αυτό λέμε σε όσους ακούνε τους λόγους με καλή διάθεση, ότι ακούγοντας πως και τα δύο προέρχονται από τον Πατέρα, οφείλουμε να συνυπακούμε το «από μόνο» (τον Πατέρα), έστω και αν δεν προφέρεται μαζί.

Αλλά και λέγοντας ότι το Πνεύμα προέρχεται «εκπορευτώς» από τον Πατέρα, εφαρμόζουμε το «εκπορεύειν» στην πατρική υπόσταση· διότι η ουσία είναι καθ’ όλα και οπωσδήποτε μία για τους τρεις, αλλά δεν είναι δυνατόν ο Υιός να έχει τα ιδιώματα της πατρικής υπόστασης· ώστε το Πνεύμα να μην προέρχεται και από τον Υιό.

Μετά από αυτό ελέγχθηκαν όσοι σκέφτονται λατινικά ότι δεν μπορούν πλέον να θεωρούν ότι τα δύο πρόσωπα της θεότητας προέρχονται από έναν, εφόσον τοποθετούν το αίτιο σε δύο πρόσωπα και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο, αλλά ούτε και να λένε ότι ο Θεός είναι ένας εξαιτίας αυτής της αναφοράς προς το ένα (αίτιο)· διότι ούτε ένας άνθρωπος είναι (ταυτόχρονα) παππούς, πατέρας και γιος, σύμφωνα με τον σοφό επίσκοπο Νύσσης, επειδή το αίτιο αναφέρεται σε δύο πρόσωπα. Και επιπλέον δείξαμε ότι, όπως ακριβώς δύο είναι τα αποτελέσματα (Υιός και Πνεύμα), έτσι θα υπάρχουν και δύο αίτια, αφού αυτοί λένε ότι το «αιτιατόν» (το αποτέλεσμα) βρίσκεται σε δύο πρόσωπα.

Επιπλέον δε, επειδή σύμφωνα με τους θεόσοφους θεολόγους, όπως ο Υιός είναι από τον Πατέρα, έτσι είναι και το Πνεύμα, εκτός από το ότι ο ένας είναι γεννητός και το άλλο εκπορευτό, αν ο Υιός προέρχεται άμεσα και όχι και από το Πνεύμα, αλλά μόνο από τον Πατέρα, τότε και το Πνεύμα προέρχεται άμεσα από τον Πατέρα, και όχι και από τον Υιό.

Αποδείξαμε προηγουμένως ότι, επειδή το Πνεύμα ονομάζεται και «Νους Χριστού», ακριβώς όπως και ο δικός μας [νους] στον καθένα μας, ως προς μεν την ενέργειά Του είναι και προέρχεται από Αυτόν, ως προς δε την υπόσταση είναι μεν δικό Του από τη φύση Του, αλλά δεν προέρχεται από Αυτόν, παρά μόνο από τον Πατέρα.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα από τη φύση Του και όχι κατά χάρη, και ότι έχει την ύπαρξή Του μόνο από τον Πατέρα.

Και [αυτό προκύπτει] από το ότι ο καθένας [Υιός και Πνεύμα] έχει όλα όσα έχει ο Πατήρ, εκτός από την ιδιότητα του να είναι αγέννητος, την ιδιότητα της γέννησης και την ιδιότητα της εκπόρευσης, σύμφωνα με τους θεολόγους.

Και από εδώ φάνηκαν οι Λατίνοι να προσθέτουν [το Filioque] και στην έννοια (στη σκέψη) μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως· εμείς όμως φανήκαμε να μην προσθέτουμε τίποτα ούτε στον εξωτερικό λόγο, παραμένοντας πιστοί στην ευσεβή διάνοια (σκέψη) σύμφωνα με το θείο Σύμβολο.

Κατηγορήσαμε τους Λατίνους ότι δογματίζουν εκείνα από τα οποία συνάγεται ότι υπάρχουν δύο αρχές για το ένα Πνεύμα. Εκείνοι δε είπαν ότι τίποτα δεν εμποδίζει αυτές να είναι μία, επειδή ακριβώς η μία προέρχεται από την άλλη· και αποδείχθηκαν και σε αυτό το σημείο βλάσφημοι.

Έπειτα, εμείς πάλι, επανερχόμενοι στον λόγο περί της αρχής, δείξαμε ότι με κανέναν τρόπο δεν υπάρχουν δύο αρχές για το ένα Πνεύμα.

Αποδείξαμε, από το γεγονός ότι όσα είναι κοινά στον Πατέρα και τον Υιό μαρτυρούνται ότι είναι κοινά και στο Πνεύμα, ότι το να εκπορεύει δεν ανήκει και στον Υιό· διότι τότε αυτό θα ανήκε και στο Πνεύμα. Σε αυτό το σημείο τους ελέγξαμε επιπλέον, επειδή καθιστούν τα υποστατικά ιδιώματα αδιαφόριστα από τα φυσικά. Και αν συμβαίνει αυτό, τότε [καταργούν τη διάκριση] και της θείας φύσης από τις προσκυνητές υποστάσεις.

Από το γεγονός ότι είναι ασεβές να μη λέμε ότι η κτίση, που έλαβε την ύπαρξή της δημιουργικά μέσω του Υιού, προέρχεται από τον Υιό, αλλά να αποδίδουμε τη δημιουργική ιδιότητα μόνο στον Πατέρα, συμπεράναμε κατ’ ανάγκην τα εξής: ότι αν το Πνεύμα είχε την ύπαρξή του μέσω του Υιού κατά τρόπο εκπορευτικό, θα ήταν δυσσεβές (ασέβεια) να λέμε ότι δεν ονομάζουμε το Πνεύμα «εκ του Υιού» και ότι η εκπορευτική ιδιότητα ανήκει μόνο στον Πατέρα. Εφόσον όμως όσοι τα λένε αυτά [ότι το Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα] δεν είναι μόνο ευσεβείς αλλά και θεοφόροι, άρα είναι δυσσεβείς εκείνοι που λένε ότι το Πνεύμα προέρχεται και από τον Υιό.

Και επίσης [δείξαμε] ότι, αν το Πνεύμα προερχόταν μέσω του Υιού, ο καθένας [Πατήρ και Υιός] θα ονομαζόταν ταυτόχρονα και χωριστά «Πατέρας» και «Προβολέας», όπως συμβαίνει και στην κτίση, όπου ονομάζονται «Ποιητής» (Δημιουργός) και «Πατέρας».

Από το γεγονός ότι ο Υιός θεολογείται ότι έχει όλα όσα έχει ο Πατήρ εκτός από την Αιτία —η οποία δεν θα μπορούσε να αφορά τα κτίσματα, αλλά αφορά την ύπαρξη του Υιού και του Πνεύματος— αποδείξαμε πάλι ότι το Πνεύμα δεν εκπορεύεται και από τον Υιό.

Και παρουσιάσαμε μάρτυρες [Πατέρες] που απαγορεύουν τη λατινική προσθήκη.

Δείξαμε πάλι, από το ότι ο Υιός δεν υπάρχει και από το Πνεύμα, ότι και το Πνεύμα δεν έχει την ύπαρξή του και από τον Υιό.

Έπειτα, από τα ονόματα του Υιού που έχουν απαριθμηθεί και θεωρηθεί από τους αγίους, αποδείξαμε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι και από τον Υιό.

Πάλι, από το ότι το να είναι «εκπορευτό» δεν είναι κάτι απλό, αλλά το να είναι «εκπορευτό εκ του Πατρός» είναι ιδιαίτερο γνώρισμα του θείου Πνεύματος, αποδείξαμε, επικαλούμενοι τη μαρτυρία των θεολόγων, ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται μόνο από τον Πατέρα.

Και [τέλος, το αποδείξαμε] από το ότι ο Πατέρας είναι η ένωση Υιού και Πνεύματος· διότι η μεσότητα καθενός από τους άλλους δύο [Υιού και Πνεύματος] έγκειται [μόνο] στα ονόματα.

Το Πνεύμα είναι «του Χριστού» ως προς την ενέργεια, αλλά όχι ως προς την υποστατική του αρχή.

Μόνο ο Πατήρ είναι η “Αιτία” (Προβολεύς). Αν ο Υιός ήταν και αυτός αιτία, θα είχαμε δύο αρχές στη Θεότητα.

Η προσθήκη στο Σύμβολο θεωρείται δογματικό σφάλμα που συγχέει τα προσωπικά ιδιώματα των υποστάσεων με την κοινή θεία φύση.

Και [αποδείχθηκε] από το ότι το Πνεύμα δεν λέγεται ότι προέρχεται «από την αρχή» (δηλ. τον Υιό), αλλά «μαζί με την αρχή», εφόσον ο Υιός θεολογείται ως «αρχή» [των κτισμάτων].

Και ότι εκείνος που λέει ότι το Πνεύμα υπάρχει μέσω του Υιού (δι’ Υιού) ως προς την ύπαρξή Του, και μεταβάλλει το «εκ» σε «διά», σφάλλει. Διότι το Πνεύμα λέγεται ότι είναι «δι’ αυτού» επειδή συνοδεύει τον Λόγο, και όχι επειδή προέρχεται από εκείνον· αλλά εκπορεύεται από τον Πατέρα μαζί με εκείνον [τον Υιό], που έχει γεννηθεί από τον Πατέρα.

Επίσης, [αποδείχθηκε] από το ότι καθένα από τα τρία πρόσωπα θεολογείται ως μέσον των άλλων δύο κατά την υπόσταση.

Και ότι έχουν [τα πρόσωπα] τη σχέση μεταξύ τους όπως έχει το καθένα προς τον εαυτό του.

Και από το ότι το Πνεύμα λέγεται «δεύτερο» από τον Πατέρα, όπως ακριβώς και ο Υιός, αποδείχθηκε ότι το καθένα υπάρχει άμεσα από τον Πατέρα, καθώς η θεολογική «μεσότητα» δεν μοιάζει με τρία σημεία που βρίσκονται στη σειρά το ένα μετά το άλλο, αλλά με τα σημεία στις γωνίες ενός τριγώνου.

Μετά από αυτό, αφού δείχθηκε φανερά ότι η πρόοδος του Πνεύματος είναι διπλή [αιώνια ύπαρξη και χρονική φανέρωση], αποδείχθηκε επιπλέον ότι καθεμία από τις προόδους έχει το κατάλληλο τέλος της. Και από εδώ πάλι [συνάγεται] ότι το Άγιο Πνεύμα δεν έχει την ύπαρξή του και από τον Υιό.

Πάλι, από το ότι λένε και τον Υιό αρχή του θείου Πνεύματος, φάνηκαν όσοι φρονούν τα λατινικά [δόγματα] να κατατάσσουν το Άγιο Πνεύμα μαζί με τα κτίσματα.

Επίσης, από το ότι ο Πατήρ και ο Υιός δεν έχουν κοινωνία (κάτι κοινό) ως προς την ιδιότητα του να γεννούν Θεό, αποδεικνύεται ότι το Πνεύμα δεν προέρχεται και από τον Υιό.

Εκτός από αυτά, από το γεγονός ότι τα κοινά ιδιώματα της ανώτατης Τριάδας ανήκουν εξίσου σε καθεμία από τις θείες υποστάσεις, φάνηκαν όσοι φρονούν τα λατινικά να μη λένε ούτε τον Υιό ούτε το Πνεύμα «εκ του Πατρός», ούτε να δέχονται ότι ο Θεός έχει υποστατικές διαφορές.

Έπειτα, κάνοντας λόγο για την τάξη μέσα στον Θεό, αποδείξαμε επιπλέον ότι δεν είναι γνωστό στους αγίους ποια ακριβώς είναι η σχέση και η τάξη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος μεταξύ τους· και παρουσιάσαμε ότι σε αυτό συμφωνούν οι μεγάλοι [πατέρες], ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (ο χρυσός θεολόγος), και επιπλέον παρουσιάσαμε και διευκρινίσαμε την ευσεβή και ομολογημένη τάξη στον Θεό. Από αυτό ελέγχθηκαν όσοι φρονούν τα λατινικά, επειδή αγνοούν μεν την ευσεβή τάξη, ενώ εκείνα που οι θεολόγοι ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν ως υπέρτερα από εμάς, αυτοί καυχιούνται ότι τα γνωρίζουν με ακρίβεια, και έτσι εισάγουν καινοτομίες και βλασφημούν σχετικά με την εκπόρευση του Παναγίου Πνεύματος.

Εμείς δε εκδώσαμε και λόγο που δείχνει με πολλούς τρόπους, για ποιον λόγο τις περισσότερες φορές ο μεν Υιός υμνείται από εμάς μετά τον Πατέρα, το δε Πνεύμα μετά τον Υιό, και έτσι παραδίδεται σε όσους μυούνται στην πίστη.

Και ότι οι θεολόγοι, ακολουθώντας ορθά τον λόγο της μύησης, λένε ότι σε όλα όσα θεωρούνται κοινά και στους τρεις, έτσι σχετίζεται το Πνεύμα προς τον Υιό, όπως ο Υιός προς τον Πατέρα.

Και ότι, επειδή δεν το άκουσαν αυτό με σύνεση, πρώτα ο Ευνόμιος και αργότερα όσοι φρόνησαν τα λατινικά, δογμάτισαν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι «τρίτο» από τον Πατέρα· και από αυτό, ο μεν Ευνόμιος το είπε τρίτο και στη φύση, οι δε Λατίνοι προσδογμάτισαν ότι έχει την ύπαρξή του και από τον Υιό.

Ακόμη δείχνουμε ότι όχι μόνο και οι δύο μαζί, ο Υιός και το Πνεύμα, αλλά και ο καθένας τους χωριστά, αναφέρονται άμεσα στον Πατέρα· και ότι, αν δεν έχει έτσι το πράγμα, ούτε ο Θεός θα είναι ένας.

Επιπλέον, από το ότι ο Θεός και Πατέρας κτίζει ως Θεός αλλά όχι ως Πατέρας, ενώ γεννά και εκπορεύει ως Πατέρας, δείχνουμε ότι, αν σύμφωνα με τους Λατίνους το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα και τον Υιό «ως από έναν», τότε δεν θα προέρχεται «ως από έναν Πατέρα» (τον Πατέρα και τον Υιό). Και έτσι η λατινική σκέψη ελέγχεται τελείως, τόσο επειδή λέει δυσσεβώς ότι το Πνεύμα υπάρχει «από τους δύο», όσο και «από έναν Θεό των δύο».

Ακόμη, μετά από αυτό, μιλάμε για την «αρχή» και για το πώς όσοι φρονούν τα λατινικά απαντούν σοφιστικά προς εκείνους που τους ρωτούν αν δέχονται δύο αρχές της θεότητας του Πνεύματος.

Από αυτό πάλι αποδεικνύεται ότι, επειδή ο Πατήρ θεολογείται από τον Απόστολο ως «Πατέρας των φώτων», όσοι φρονούν τα λατινικά ονομάζουν και τον Υιό «Πατέρα» από αυτό το σημείο· και έτσι καταργούν σαφώς τη μοναρχία και την υποστατική μοναδικότητα του Πατρός.

Υποστηρίζαμε ότι το δικό μας δόγμα έχει το σεβάσμιο και από την αρχαιότητα, και ως πλήρες δεν έχει καθόλου ανάγκη προσθήκης.

Έπειτα είπαμε και τούτο, ότι όσα έχουν ειπωθεί από κοινού από τους Πατέρες πρέπει να γίνονται αποδεκτά περισσότερο από όσα έχουν ειπωθεί από τον καθένα από αυτούς ιδιαιτέρως, και ότι όσα δεν είναι ευρέως ομολογημένα είναι ύποπτα, και μάλιστα όταν προβάλλονται από τους Λατίνους, οι οποίοι επεμβαίνουν ακόμα και στα φανερά (δόγματα)· υποσχεθήκαμε δε, με τη βοήθεια του Θεού, σε δεύτερο λόγο να παρουσιάσουμε όσα φαίνονται να διαφωνούν, ότι (στην πραγματικότητα) συμφωνούν.

Αυτά λοιπόν έχουν αποδειχθεί παραπάνω εκτενώς· και ότι εμείς και η δική μας ομολογία έχουμε από παντού το ασφαλές και είναι για εμάς στεφάνι καύχησης και ελπίδα που δεν ντροπιάζει. Διότι αν δεν είναι έτσι και εμείς κατά την ομολογία αυτή είμαστε ελλιπείς, πολύ περισσότερο (θα ήταν) οι από παλιά και μυημένοι από ψηλά (από τον Θεό), εκείνοι που μύησαν θεοκίνητα το δικό μας γένος: οι απόστολοι, οι προφήτες, οι σεπτές σύνοδοι των πατέρων, οι πολλές και πολυάριθμες. Αν δε και γνώριζαν διαφορετικά, όπως τώρα ισχυρίζεται το γένος των Λατίνων, αλλά δεν μας το φανέρωσαν, και μάλιστα ενώ ο Κύριος τους είχε πει: «αυτά που ακούσατε στο σκοτάδι, κηρύξτε τα στο φως», πώς δεν θα ήταν υπόλογοι; Αλλά ο Θεός τους δικαίωσε και σε αυτό το σημείο μέσα από μέγιστα έργα.

Διότι δεν φρονούσαν όπως οι Λατίνοι, μακριά από εμάς τέτοια σκέψη, όπως και τούτο έχει αποδειχθεί, αλλά και έχουν γνωρίσει και έχουν παραδώσει σε εμάς μία και μόνη αρχή της θεότητας: έναν Πατέρα αγέννητο, έναν Υιό που προέρχεται από αυτόν γεννητά, ένα Πνεύμα Άγιο συναΐδιο, που και αυτό εκπορεύεται από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες και στους αιώνες· και επιπλέον και συνδοξάζεται με τον Πατέρα και τον Υιό, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

***

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΙ ΔΥΟ
ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ.

Πρόλογος
Πάλιν ὁ δεινὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις, τὴν ἑαυτοῦ κεφαλὴν καθ’ ἡμῶν διαιρών, ὑποψιθυρίζει τὰ τῆς ἀληθείας ἀντίθετα. Μᾶλλον δὲ τὴν μὲν κεφαλὴν τῷ τοῦ Χριστοῦ σταυρῷ συντριβείς, τῶν δὲ κατὰ γενεὰς πειθομένων ταῖς ἀπολουμέναις ὑποθήκαις αὐτοῦ κεφαλὴν ἑαυτοῦ ποιούμενος ἕκαστον καὶ οὕτω πολλὰς ἀντὶ μιᾶς κατὰ τὴν ὕδραν ἀναδοὺς κεφαλάς, δι’ αὐτῶν ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος λαλῶν οὐκ ἀνίησιν. Οὕτως Ἀρείους, οὕτως Ἀπολιναρίους, οὕτως Εὐνομίους καὶ Μακεδονίους, οὕτω πλείστους ἑτέρους προσαρμοσάμενος τῷ αὐτοῦ προσφύντας ὁλκῷ, διὰ τῆς ἐκείνων γλώττης τὸν οἰκεῖον κατὰ τῆς ἱερᾶς Ἐκκλησίας ἐπαφῆκεν ἰόν, ἀντ’ ὀδόντων ἰδίων τοῖς ἐκείνων λόγοις χρησάμενος καὶ περιπείρας τούτους τῇ τῆς εὐσεβείας ἀρχῇ, οἷόν τινι ῥίζῃ νεαρῶς καλὸν τεθηλότος φυτοῦ καὶ καρποῖς ὡραιοτάτοις βρίθοντος, οὐ μὴν τούτῳ καὶ λυμήνασθαι ἴσχυσε· καὶ γὰρ ὑπ’ αὐτῶν τῶν δηχθέντων αὖθις συνετρίβη τὰς μύλας, ὑπὸ τῶν ὡς ἀληθῶς κεφαλὴν ἑαυτῶν ποιησαμένων Χριστόν.

Οὗτος τοίνυν ὁ νοητὸς καὶ διὰ τοῦτο μᾶλλον ἐπάρατος ὄφις, τὸ πρῶτον καὶ μέσον καὶ τελευταῖον κακόν, ὁ πονηρὸς καὶ τὴν χαμερπῆ καὶ γηΐνην πονηρίαν ἀεὶ σιτούμενος, ὁ τῆς πτέρνης, δηλαδὴ τῆς ἀπάτης, ἐπιτηρητὴς ἀκάματος, ὁ πρὸς πᾶσαν θεοστυγῆ δόξαν ποριμώτατος σοφιστὴς καὶ ἀμηχάνως εὐμήχανος, μηδαμῶς ἐπιλελησμένος τῆς οἰκείας κακοτεχνίας, διὰ τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων περὶ Θεοῦ καινὰς εἰσφέρει φωνάς, μικρὰν μὲν δοκούσας ἔχειν ὑπαλλαγήν, μεγάλων δὲ κακῶν ἀφορμὰς καὶ πολλὰ καὶ δεινὰ φερούσας, τῆς εὐσεβείας ἔκφυλά τε καὶ ἄτοπα, καὶ τοῖς πᾶσι φανερῶς δείξας, ὡς οὐ μικρὸν ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ τὸ παραμικρόν. Εἰ γὰρ ἐφ’ ἑκάστου τῶν καθ’ ἡμᾶς ὄντων ἑνὸς ἀτόπου τὴν ἀρχὴν δοθέντος πολλὰ τὰ ἄτοπα γίνεται, πῶς οὐ μᾶλλον ἐπὶ τῆς κοινῆς ἁπάντων ἀρχῆς καὶ τῶν κατ’ αὐτὴν οἷον ἀναποδείκτων ἀρχῶν ἑνὸς ἀήθους δοθέντος οὐκ εὐσεβῶς πολλὰ γενήσεται παρὰ τοῦτο τὰ ἀτοπήματα;

Πρὸς ἃ καὶ φανερῶς τὸ Λατίνων γένος ἐκπεπτώκασιν ἄν, εἰ μὴ παρ’ ἡμῶν ἀντιλεγόντων τῇ καινοφωνίᾳ τοῦ δόγματος τῆς κακοδοξίας τὸ πλεῖστον περιῃρεῖτο. Καὶ γὰρ ἐπὶ τοσοῦτον ἔστιν ὅτε συστέλλονται ὡς καὶ διανοίας ἡμῖν εἶναι τῆς αὐτῆς λέγειν, διαφωνοῦντας τοῖς ῥήμασι, σφῶν αὐτῶν ὑπ’ ἀπορίας καταψευδόμενοι. Ἡμῶν γὰρ οὐχὶ καὶ ἐκ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Υἱοῦ λεγόντων εἶναι τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὕπαρξιν, ἐκείνων δὲ καὶ ἐκ τῆς τοῦ Υἱοῦ, τῶν ἀδυνάτων εἰς μίαν ἀμφοτέρους συνάγεσθαι ἔννοιαν· εἷς γὰρ ὁ μονογενὴς καὶ μία ἡ τοῦ Πνεύματος ὕπαρξίς ἐστιν. Ἡ γοῦν ἀπόφασις τῇ καταφάσει ἀεὶ ἀντίκειται καὶ ἀεὶ ψευδὴς ἡ ἑτέρα, εἰ ἀληθὴς ἡ ἑτέρα· καὶ τὸ αὐτὸ περὶ τοῦ αὐτοῦ καταφῆσαι καὶ ἀποφῆσαι σὺν ἀληθείᾳ οὐκ ἔνι.

Ἀλλ’ ὡς μὲν ἡμῖν οὐ λέγουσι μόνον ἀλλὰ καὶ φρονοῦσι τὰ ἐναντία, οὐδεὶς οἶμαι τῶν εὖ φρονούντων καὶ μὴ ὁμοφρονούντων ἐκείνοις ἀντερεῖ. Ὡς δὲ οὐχ ἡμῖν μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτῷ τῷ τῆς ἀληθείας ἀντιδογματίζουσι λόγῳ, ὃς παρ’ ἡμῖν ἀμείωτος καὶ ἀναυξὴς καὶ τὸ πᾶν ἀμεταποίητος διαπεφύλακται, πάντες μὲν ὑμεῖς καὶ χωρὶς ἀποδείξεως ἀκριβῶς ἴστε, τὸ τῶν εὐσεβούντων λέγω πλήρωμα. Δειχθήσεται δὲ ὅμως, Θεοῦ διδόντος, καὶ διὰ τοῦδε τοῦ λόγου, ὡς ἂν καὶ «πᾶν στόμα» τὸ ἀντιλέγον «φραγῇ», καὶ πρὸς μίαν ὁμολογίαν στηριχθῇ τὸ ἀμφίρροπον.

Ἀλλ’ ὦ Θεὲ τοῦ παντός, ὁ μόνος δοτὴρ καὶ φύλαξ τῆς ἀληθινῆς θεολογίας καὶ τῶν κατ’ αὐτὴν δογμάτων καὶ ῥημάτων, ἡ μόνη μοναρχικωτάτη τριάς, οὐ μόνον ὅτι μόνη τοῦ παντὸς ἄρχεις, ἀλλ’ ὅτι καὶ μίαν ἐν σεαυτῇ μόνην ἔχεις ὑπεράρχιον ἀρχήν, τὴν μόνην ἀναίτιον μονάδα, ἐξ ἧς προάγεσθον καὶ εἰς ἣν ἀνάγεσθον ἀχρόνως καὶ ἀναιτίως ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα, Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς ἐκπορευτῶς τὴν ὕπαρξιν ἔχον, καὶ δι’ Υἱοῦ τοῖς ὀρθῶς πιστεύουσιν εἰς σὲ καὶ διδόμενον καὶ πεμπόμενον καὶ φαινόμενον· Υἱὲ μονογενές, ἐκ Θεοῦ Πατρὸς γεννητῶς τὴν ὕπαρξιν ἔχων καὶ διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ταῖς καρδίαις τῶν εἰς σὲ πιστευόντων ἐμμορφούμενος καὶ ἐνοικῶν καὶ ἀοράτως ὁρώμενος· Πάτερ ἀγέννητε μόνε καὶ ἀνεκπόρευτε, καί, τὸ σύμπαν εἰπεῖν, ἀναίτιε, ὁ μόνος πατὴρ τῶν ἀνεκφοιτήτων καὶ ὁμοτίμων σοι φώτων, ἓν κράτος, μία δύναμις, ἡ δημιουργὸς τῶν ποιητῶν καὶ ὑπὸ χεῖρά σοι φώτων, ἡ πάσης γνώσεως δότειρα, ἡ πολυειδεῖς ἰδέας παραγαγοῦσα γνωστικῶν τε καὶ γνωστῶν καὶ καταλλήλως τοῖς γινώσκουσι καὶ φυσικῶς ἐνθεῖσα τὰς γνώσεις, τοῖς μὲν νοεροῖς ἁπλᾶς καὶ ἀπαθεῖς νοήσεις, τοῖς δὲ αἰσθητικοῖς πολυμερεῖς καὶ παθητὰς αἰσθήσεις, τοῖς δὲ μικτοῖς ἡμῖν ἀμφότερα· ἡ καὶ τὴν περὶ σοῦ κατὰ τὸ ἐγχωροῦν γνῶσιν μόνοις τοῖς λογικοῖς σου κτίσμασιν ἀφάτῳ χρηστότητι χαριζομένη, δὸς καὶ ἡμῖν ἀρτίως εὐαρέστως σοι θεολογήσαι καὶ τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἔργῳ σοι καὶ λόγῳ εὐαρεστήσασι συμφώνως· ὡς ἂν καὶ τοὺς μὴ θεαρέστως σε θεολογοῦντας ἀπελέγξωμεν, καὶ τοὺς ἐν ἀληθείᾳ σε ζητοῦντας πρὸς τὴν ἀλήθειαν στηρίξωμεν, ἵνα σε γινώσκωμεν πάντες μίαν μόνην πηγαίαν θεότητα, τὸν μόνον Πατέρα τε καὶ προβολέα, καὶ σοῦ Υἱὸν ἕνα καὶ Υἱὸν μόνον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ προβολέα, καὶ σὸν ἓν Πνεῦμα ἅγιον, καὶ πρόβλημα μόνον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ποίημα· καὶ δοξάζοιμεν ἕνα Θεόν, ἐν μιᾷ μὲν καὶ ἁπλῇ, πλουσίᾳ δ’, ἵν’ οὕτως εἴπω, καὶ ἀστενοχωρήτῳ θεότητι, καὶ ἀντιδοξαζοίμεθα παρὰ σοῦ ἐν πλουσίᾳ θεώσει καὶ τρισσοφαεῖ φωτοχυσίᾳ, νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀκαταλήπτους αἰῶνας. Ἀμήν.

Κοινὴ μὲν ἥδε ἡ εὐχὴ πᾶσι τοῖς μίαν σεβουσιν ἀρχήν. Ὑμεῖς δὲ τί φατε οἱ τὰς δύο λέγοντες ἐπὶ τῆς θεότητος ἀρχάς; Τί γάρ, εἰ μὴ φανερῶς τοῦτο λέγετε, ἀλλ’ ἐξ ὧν λέγετε τοῦτο συνάγεται; Τοιαῦτα τὰ βαθέα τοῦ Σατανᾶ, τὰ τοῦ πονηροῦ μυστήρια, ἃ τοῖς ὑπέχουσιν αὐτῷ τὰ ὦτα ψιθυρίζει οὐ χαλῶν καὶ ὑπεκκλύων τὸν τόνον τῆς φωνῆς, ἀλλὰ τὸ βλαβερὸν ὑποκρύπτων τοῦ νοήματος. Οὕτως καὶ τῇ Εὔᾳ, ὡς ἔγωμαι, ἐψιθύρισεν.

Ἀλλ’ ἡμεῖς διδαχθέντες ὑπὸ τῆς θεοσοφίας τῶν Πατέρων αὐτοῦ τὰ νοήματα μὴ ἀγνοεῖν, ἀφανῆ τὴν ἀρχὴν ὡς ἐπίπαν τοῖς πολλοῖς τυγχάνοντα, οὐδέποτ’ ἂν ὑμᾶς κοινωνοὺς δεξαίμεθα μέχρις ἂν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγητε.

Ἆρα γὰρ οὕτω λέγοντες οὐ φανερῶς διατελεῖτε προστιθεντες πρῶτον μὲν τῇ περὶ τοῦ ἁγίου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος ἐκφαντορικῇ θεολογίᾳ τῆς αὐτοαληθείας Χριστοῦ, ὃς Θεὸς ὢν προαιώνιος δι’ ἡμᾶς καὶ θεολόγος ἐγεγόνει, ὃς αὐτοχρήμα ὢν ἀλήθεια διὰ φιλανθρωπίαν κῆρυξ ἡμῖν ἀναπέφηνε τῆς ἀληθείας, ὃς διὰ τοῦτο εἰς τὸν κόσμον ἦλθεν, ἵνα μαρτυρήσῃ τῇ ἀληθείᾳ, οὗ καὶ πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας καὶ ταύτην ἐν ἀληθείᾳ ζητῶν, ἐπαΐει τῆς ἀληθινῆς φωνῆς;

Ἆρ’ οὖν οὐ πρώτῳ μὲν τούτῳ ἀντιπίπτετε τῷ καὶ πρώτῳ πάντων οὕτω θεολογήσαντι («τὸ Πνεῦμα γάρ, φησί, τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται»), ἔπειτα τοῖς αὐτόπταις καὶ αὐτηκόοις γεγενημένοις μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις αὐτοῦ, μᾶλλον δὲ πρὸ τούτων καὶ αὐτῷ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ὃ καὶ ἦλθε κατὰ τὴν δεδομένην ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος αὐτοῖς ἐπαγγελίαν, ὃ καὶ ἐδίδαξεν αὐτοὺς τὰ πάντα, ὃ τοῦτο οὐκ ἐδίδαξεν ὡς οὐκ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τῶν φώτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ; Εἰ γὰρ οὕτω τούτους ἐδίδαξε, καὶ ἡμᾶς ἂν οὗτοι ὁμοίως ἐδίδαξαν.

Ἐπεὶ καὶ διὰ τοῦτο διδαχθέντες τε καὶ φωτισθέντες ἀπεστάλησαν, ἵνα διδάξωσιν ὡς ἐδιδάχθησαν, ἵνα φωτίσωσιν ὡς ἐφωτίσθησαν, ἵνα κηρύξωσιν ἐν παρρησίᾳ, ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούσειαν, τουτέστιν οὐκ ἐν ἐπηκόῳ πάντων, ἵν’ εἴπωσιν ἐν τῷ φωτί, δηλονότι φανερῶς τοῖς πᾶσιν, ἃ τούτοις εἴρηται ἐν τῇ σκοτίᾳ, ὡς ἔγωγ’ ἂν φαίην, δι’ ἀποκαλύψεως ἐν ὑπερφώτῳ γνόφῳ, ἔστω δὲ καὶ παραβολικῶς, καὶ οἷος ὁ παρὰ τῷ Σολομῶντι σκοτεινὸς λόγος ὁ τῷ μετειληχότι τῆς σοφίας τρανούμενος. Εἰ δὲ βούλει, τὸ κατὰ μόνας ἡ σκοτία δηλούτω καὶ ἀποκρύφως καὶ μήπω τοῖς πολλοῖς ἐγνωσμένως.

Ἀλλὰ πρὸς ὃ νῦν ἡμῖν ὁ λόγος, ὃ μὴ τούτοις εἴρηται τοῖς παρρησιασαμένοις τὴν ἀλήθειαν, ὃ μὴ ἀνήγγειλε τὸ Πνεῦμα τὸ πᾶσαν ἀπαγγεῖλαν τὴν ἀλήθειαν, ὃ μὴ ἐμαρτύρησεν ἢ ἐγνώρισεν ὁ πάντα ὅσα ἤκουσε παρὰ τοῦ Πατρὸς τοῖς ἀγαπητοῖς γνωρίσας, καὶ διὰ τοῦτο ἐλθών, ἵνα μαρτυρήσῃ τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ὑμεῖς τοῦτο τολμᾶτε λέγειν οὕτως ἔκφυλον εἰσάγοντες προσθήκην ἐν τῷ τῆς πίστεως ὅρῳ, ὃν οἱ πρόκριτοι πατέρες κοινῇ συνειλεγμένοι πνευματοκινήτως, σύμβολον ἀψευδοῦς δόξης τῆς εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα καὶ βάσανον εἰλικρινοῦς θεογνωσίας καὶ ὁμολογίαν ἀσφαλῆ πᾶσι τοῖς ὀρθοτομεῖν προῃρημένοις τὸν λόγον τῆς ἀληθείας συνεγράψαντό τε καὶ παραδεδώκασιν;

Ἣν γὰρ ὑπολογίζεσθε πρόφασιν, ὡς ἔστιν ὧν λεγόντων οὐκ ἴσον εἶναι τῷ Πατρὶ τὸν Υἱόν, ὅτι μὴ καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ ἐκπορεύειν, ὑμεῖς ἴσον δεικνύναι σπεύδοντες τὴν προσθήκην εἰσηνέγκατε ταύτην, οὐδαμόθεν ἔχει τὸ εὔλογον. Εἰ γὰρ τινὲς φαῖεν χρῆν εἶναι καὶ τὸ γεννᾶν ἔχειν τοῦτον, ὡς μὴ τούτου προσόντος τοῦ ἴσου ἀφαιρουμένου, ἀνάγκη προστιθέναι καὶ τοῦτο πειθομένους τοῖς ἀσυνέτοις· καὶ ἁπλῶς μὴ μείζω λέγειν τῷ αἰτίῳ τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα, ἵνα μὴ τὸ πρὸς αὐτὸν ἴσον τοῦ Υἱοῦ ἀθετήσωμεν.

Ὅπερ ἄρα δοκεῖτε καὶ ὑποβάλλειν δολίως πρὸς ἀντίθεσιν τῶν εὐαγγελικῶν δογμάτων καὶ διδαγμάτων· ὁ γὰρ καὶ τὸν Υἱὸν αἴτιον θεότητος λέγων αὐτὸν ἀθετεῖ τὸν Υἱὸν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ σαφῶς εἰπόντα «ὁ πατήρ μου μείζων μου ἐστί», οὐχ ὡς ἀνθρώπου μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς Θεοῦ, τῷ τῆς θεότητος αἰτίῳ. Διὸ καὶ οὐχ ὁ Θεὸς εἶπεν, ἀλλ’ ὁ Πατήρ· οὐ γὰρ ὡς Θεὸς μείζων τοῦ Υἱοῦ, ἀπαγε τῆς ἀσεβείας, ἀλλ’ ὡς αἴτιος θεότητος, καθάπερ καὶ οἱ θεοφόροι πατέρες ἡμῖν ἡρμήνευσαν. Τούτοις οὖν ὡς ἔοικε τοῖς θεοφόροις καὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ τῶν θεοφόρων ἀντιλέγετε, τῷ Πατρὶ τὸν Υἱὸν οὐκ ἴσον κατὰ τὸ αἴτιον λέγουσιν.

Ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ τὸ ἴσον ἴσμεν τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὸ μεῖζον τοῦ Πατρὸς ὁμολογοῦμεν κατὰ τὸ αἴτιον, ὅπερ ἄμφω, τό τε γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν, συμπεριβάλλει. Καὶ αὐτοῖς δὲ τοῖς συγγραψαμένοις τὴν ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς πρὸς τὸν Πατέρα τοῦ Υἱοῦ συμφυΐας, ταὐτὸ δ’ εἰπεῖν ὁμοτιμίας, οὔσης τῆς ἀγωνίας, χωρὶς τῆς παρ’ ὑμῶν προσθήκης ἀποχρῶν ἐνομίσθη τὸ τῆς πίστεως σύμβολον.

Οὔκουν εὐλόγως οὐδὲ εὐσεβῶς ταύτην εἰσάγειν τὴν προσθήκην ἐν τῷ τῆς πίστεως ὅρῳ, ὃν οἱ πρόκριτοι πατέρες κοινῇ συνειλεγμένοι, πνευματικινήτως συνεγράψαντό τε καὶ παραδεδώκασιν. Ὧι καὶ προσθεῖναι ἢ ἀφελεῖν ὅλως οὐκ ἐφεῖται μετὰ τὴν τῷ χρόνῳ δευτερεύουσαν ἐκείνης τῶν ἁγίων σύνοδον, δι’ ἧς καὶ ὁ τοῦτο τολμήσων ἀραῖς ὑποβάλλεται καὶ τῆς ἐκκλησίας ἐκβάλλεται, καὶ ταῦτα προσθήκην οὐκ εἰρημένην ὡς εἴρηται τῷ λόγῳ, οὐκ ἀποκεκαλυμμένην τῷ Πνεύματι, οὐχ εὑρημένην ἐν τοῖς τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἀναγράπτοις λογίοις.

Οἷς συμφώνως καὶ οἱ ἐκθέμενοι τὸν τῆς πίστεως τοῦτον θεῖον ὅρον ἐξέθεντο καὶ οἱ μετ’ αὐτοὺς γεγονότες συνέθεντο, εἰ καὶ μὴ συνεξέθεντο. Οὐ γὰρ ἔχετε λέγειν, ὡς οὐχὶ οὕτως οἱ μὲν ἐξέθεντο, οἱ δὲ τοῖς τὴν ἀρχὴν ἐκθεμένοις συνέθεντο, ὑπό τε τῶν ἀναγραψάντων τὰ καθέκαστα τῶν ἁγίων ἁπασῶν συνόδων ἐξελεγχόμενοι, καὶ αὐτῆς τῆς ἐξ ἐκείνων μέχρι καὶ νῦν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐσαεὶ συμφωνίας τῶν τεσσάρων πατριαρχικῶν θρόνων, καὶ αὐτῶν τῶν πολλῶν καὶ διαφόρων καὶ γενῶν καὶ γλωσσῶν ἀδιάφορον φερουσῶν τὴν ἐξ ἀρχῆς ἔκθεσιν καὶ ἀμεταποίητον.

Καὶ τοίνυν αἱ μὲν ἐκφαντορικαὶ κοιναὶ φωναὶ τῶν θεοφόρων θεολόγων, εὐαγγελιστῶν, ἀποστόλων, καὶ τῶν πρὸ αὐτῶν ἐξ αἰῶνος προφητῶν οὕτως ὁμολογουμένως ἔχουσι περὶ τοῦ Πνεύματος καὶ οὕτως ὁμολόγως τῷ Θεανθρώπῳ λόγῳ· πρὸς δὲ καὶ αἱ κατὰ διαφόρους αἰτίας καὶ καιροὺς ὑπὲρ εὐσεβείας συγκροτηθεῖσαι πᾶσαι σύνοδοι, ταὐτὸ δὲ σχεδὸν εἰπεῖν πᾶσα γλῶσσα θεοφόρος· ἐν οὐδεμιᾷ γὰρ τῶν συνόδων τούτων καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τεθεολόγηται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ἔδειξα δ’ ἂν ἀρτίως τοῦτ’ αὐτὸ καὶ τοὺς θεηγόρους πάντας αὖθις ἕκαστον ἐν μέρει στέργοντας ἀπαραλλάκτως διὰ τῶν ἰδίως ἑκάστῳ τούτων ἐξενηνεγμένων λόγων ἐφεξῆς.

Ἀλλ’ οὐκ ἐπὶ τοσοῦτον ἀνέξεται τὸ φίλερι τοῦ λατίνου μακροὺς ἡμῶν ἀποτεινόντων λόγους, ἀλλ’ ἀπαντήσει λέγον· πῶς οὖν καὶ ὑμεῖς καὶ πόθεν εὑρόντες τὴν προσθήκην ταύτην, παρὰ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐννοεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι, διὸ καὶ ἡμᾶς ἑτεροδόξους οἴεσθε, τοῦ Χριστοῦ τοῦτο μὴ εἰπόντος, ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἐκείνου μαθητῶν τινός;

Πρὸς ὃ νῦν ἡμεῖς εὐθὺς ἀναντήσομεν, οὕτω λέγοντες. Τὸ τῶν εὐσεβούντων πλήρωμα χεῖλος γεγονότες ἓν ἐπ’ ἀγαθῷ, πύργον εὐσεβείας ᾠκοδόμησαν, δυσσεβείας νοητοῦ κατακλυσμοῦ παντάπασιν ἀνώτερον. Ἐπεδήμησε γὰρ καὶ αὐτοῖς οἰκοδομεῖν ἐπιχειροῦσιν ἡ τελεσιουργὸς τῶν ἀγαθῶν τριὰς οὐ συγχέουσα, ἀλλὰ συνδέουσα καὶ τὰς δόξας καὶ τὰς γλώσσας εἰς εὐσεβεστάτην καὶ ὀρθόδοξον ὁμοφροσύνην. Αὐτοῦ τοίνυν ἡμεῖς ἐπ’ ἀσφαλοῦς ὀχυρώματος ἱστάμενοι τοὺς ἀπεναντίας τῶν ὀρθῶν δογμάτων φερομένους πρῶτον μὲν ἐντεῦθεν εὐστοχώτατα καὶ γενναιότατα βαλοῦμεν, ἅμα δὲ καὶ λυσιτελῶς αὐτοῖς, εἰ βούλοιντο. Μετὰ τοῦτο δὲ τὰς πολλαχόθεν, μᾶλλον δὲ τῶν πανταχόθεν ἀναφαινομένων ἀποδείξεων τῆς ἀληθείας, ἔστιν ἃς προκομίσομεν αὐτοῖς πρὸς πόθον ταύτης καὶ αὐτοὺς ἐπαίροντες, ἵν’ εἴπω κατὰ τὸ γεγραμμένον· «εἰ ἄραγε ψηλαφήσειαν αὐτὴν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ὑπάρχουσαν αὐτῶν». Νῦν δὲ μᾶλλον τούτους οὐχ ἡμεῖς, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ οἷον λογικὸν τῆς εὐσεβείας περιτείχισμα καὶ βαλεῖ καὶ πατάξει καὶ τροπώσεται, εἰ δὲ βούλει, καὶ ἰάσεται.

Τοιοῦτος γὰρ ὁ τῶν θείων θεῖος ὅρος οὗτος· οὐ περιβάλλει μόνον τοὺς ἐμμένοντας καὶ καθίστησιν ἐν ἀσφαλείᾳ, ἀλλὰ καὶ προπολεμεῖ καὶ ἀνυποστάτως ἀντιτάττεται τοῖς ἐπανισταμένοις· τὸ δ’ ὅπως, ἄκουε.

«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, πατέρα, παντοκράτορα», «καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων». Ἆρ’ οὖν οὐ συννοεῖται οὐδὲ συνυπακούεται τὸ μόνου, οὐδ’ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς γεγέννηται, εἰ καὶ μὴ προστέθειται τὸ μόνου; Καὶ πάνυ μὲν οὖν συνυπακούεται, καὶ οὐχ ἧττον προσκείμενον, εἰ ὅλως εὐσεβεῖν ἐθέλεις, εἴποις ἄν. Ἐντεῦθεν τοίνυν καὶ περὶ τοῦ Πνεύματος διδάσκου. Καὶ ἡνίκ’ ἂν ἀκούοις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ συμβόλου, «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον», εὐθὺς ἐξ ἀνάγκης συνυπακουόμενον νόμιζε τὸ «μόνου» καὶ μὴ προσθήκην ἄλλως νόμιζε ἡμῶν, ὑπὲρ ἀληθείας διὰ τὴν σὴν ἀθέτησιν ἐν ταῖς πρὸς ὑμᾶς διαλέξεσι προστιθέντων ἀκροώμενος. Εἰ δὲ μή, οὐδ’ ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ γεννήσεως ἐάσεις συνυπακούεσθαι τὸ «μόνου»· καὶ οὕτω σου πολλαπλασιάσεις τὸ δυσσέβημα.

Καὶ τοῦτο δέ μοι λάβε κατὰ νοῦν, ὡς ἐπὶ τοῦ τῆς πίστεως συμβόλου τὸν Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀκούοντες γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων καὶ τῷ ἐκ τοῦ Πατρὸς συννοούμενόν τε καὶ συνυπακουόμενον ἔχοντες τὸ «μόνου», καθάπερ ἂν καὶ αὐτὸς ἡμῖν συμφήσαις, ὅμως οὐδεὶς οὐδέποτε τὸ «μόνου» προσέθηκεν ἐκεῖ, ὥστε καὶ τὴν σὴν δόξαν ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται, εἰ καὶ ἀνωμολογημένον ἦν, καὶ ἡμῖν καὶ ἁπλῶς πάσῃ τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ συνδοκοῦν, οὐδ’ οὕτως ἐχρῆν ἐν τῷ τῆς πίστεως συμβόλῳ προστεθῆναι παρ’ ὑμῶν.

Ἦν οὖν ἄρα τῶν δικαιοτάτων μηδε λόγου ἀξιοῦν ὑμᾶς, εἰ μὴ τοῦ προστιθέναι τῷ ἱερῷ συμβόλῳ παύσησθε· τῆς δὲ παρ’ ἡμῶν προσθήκης παρ’ ὑμῶν ἐκβεβλημένης πρότερον, ἔπειτα ζητεῖν, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἢ οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ τὸ ἀναφανὲν τοῖς θεοφόροις συνδοκοῦν κυροῦν· ἀλλ’ οὐδ’ οὕτω προστιθέναι τῷ συμβόλῳ τῆς πίστεως, καθάπερ ἐπὶ τῶν δύο τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ φύσεων καὶ θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν, τῆς τε καθ’ ὑπόστασιν ἑνώσεως καὶ τοῦ ἐπωνύμου τῆς παρθενομήτορος, οἱ πρὸ ἡμῶν πεπράχασι καλῶς τε καὶ φιλευσεβῶς, ὡς μετὰ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς κοινῆς εἰρήνης ἀντιποιούμενοι, καίτοι πολλάκις ἔπειτα κοινῇ συνειλεγμένοι, (σελ.86) συνεκκλησιαζόντων ἢ συνευδοκούντων καὶ τῶν κατὰ καιροὺς τῆς παλαιᾶς Ῥώμης ἀρχιερατικῶς προϊσταμένων. Οὔκουν ἔχει τις ὑπολογίζεσθαι τὴν τοῦ περιόντος πάπα περιωπήν· οὐ γὰρ διὰ τοῦτον ἢ τούτους τοὺς μετ’ ἐκείνους ἀποστερκτέον τοὺς τοσούτους καὶ τηλικούτους καὶ μακαρίῳ τέλει τὴν ἡγιασμένην καὶ πολυειδῶς παρὰ Θεοῦ μεμαρτυρημένην κατακλείσαντας ζωήν.

Ἀλλὰ γὰρ οὐ μόνον τὸ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σύμβολον, – δεῖ γὰρ τῶν εὐγνωμόνως ἀκουσομένων ἕνεκα λέγειν·- μὴ μόνον οὖν τὸ τῆς πίστεως σύμβολον, ἀλλὰ καὶ πᾶσα σχεδὸν γλῶσσα θεολόγος ἐκ Πατρὸς γεννηθέντα τὸν Υἱὸν κηρύττουσα καὶ παρὰ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον, οὐ προστίθησι τὸ «μόνου»· ὡς κἂν μὴ προσκέηται, ἐξ ἀνάγκης συνυπακουόμενον, καὶ τοῦτ’ εἴσῃ ἀνελίττων καὶ διεξιὼν αὐτὰς τὰς θεολόγους βίβλους. Σὴν δ’ ὅμως χάριν, καὶ ἡμεῖς ὀλίγ’ ἄττα προενέγκωμεν καὶ διὰ βραχέων γεγραμμένα. Ὁ γοῦν μέγας Ἀθανάσιος, «τί ἐστι», φησί, «Θεός; Ἡ πάντων ἀρχὴ κατὰ τὸν Ἀπόστολον, λέγοντα, “εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα”, καὶ γὰρ ὁ λόγος ἐξ αὐτοῦ γεννητῶς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευτῶς». Ὁρᾷς ὁμοίως ἐπ’ ἀμφοῖν τὸ ἐξ αὐτοῦ καὶ οὐδαμοῦ ῥήματι προσκείμενον τὸ «μόνου»; Καὶ σὺ τοίνυν ὁμοίως ἐπ’ ἀμφοῖν ἢ τὴν σὴν προσθήκην λήψῃ ἢ τὸ μόνου ἐξ ἀνάγκης συνυπακουόμενον νοήσεις.

Τί δὲ ὁ μετ’ αὐτὸν εὐθὺς τῷ χρόνῳ καὶ οὐ μετ’ αὐτὸν τῇ μεγαλειότητι παρὰ Θεῷ, τὸ φερωνύμως βασίλειον ἱεράτευμα, ἆρ’ οὐ συμφωνήσει τε καὶ συμφρονήσει; Ἀλλ’ ἄκουε καὶ μάνθανε· «κυρίως ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθε καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται· ἀλλ’ ὁ μὲν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητῶς, τὸ δὲ ἀρρήτως ἐκ τοῦ Θεοῦ». Ἰδοὺ πολυπλασίως ὁμοίως ἐπ’ ἀμφοῖν τέθεικε τὸ ἐκ τοῦ Πατρός· ἔχεις οὖν ὅλως λέγειν ἔτι, ὡς οὐκ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὅτι μὴ πρόσκειται τὸ «μόνου»;

Βούλει δὴ καὶ τοῦ μεγάλου θεολόγου ἀκοῦσαι Γρηγορίου, ἐν βραχεῖ τὸ πᾶν συνάγοντος καὶ τὴν σὴν ὥσπερ τινὶ σμιλίῳ ἀποσμιλύοντος προσθήκην καὶ ἀμφοτέροις τὸ ἐκ μόνου ἐφαρμόζοντος; καὶ τὸ θαυμασιώτερον, οὐχ ὅτι προστίθησιν, ἀλλ’ ὅτι μὴ προστίθησιν. «Ἡμῖν εἷς Θεός», φησίν, «ὅτι μία θεότης, καὶ πρὸς ἓν τὰ ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀναφορὰν ἔχει, κἂν τρία πιστεύηται». Ἀκήκοας; Ἐξ αὐτοῦ εἶπεν ἄμφω. Ἆρ’ οὖν οὐ νοήσομεν καὶ προσθήσομεν, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐξ ἑτέρου τινὸς προέρχεται ἀμφότερα, ὅτι μὴ πρόσκειται τὸ «μόνου», καὶ τοῦ μόνου Θεοῦ τῆς ἀνωτάτω Τριάδος διὰ τοῦτο ἐκπεσούμεθα; Μὴ σύ γε τοῦτο πάθῃς, μᾶλλον δὲ μὴ διαμείνῃς ἀνίατος παθών· γνωστὸν γὰρ ἤδη γέγονέ σοι τὸ ὀρθόν.

Καὶ μὴν ἐκ τοῦ Πατρὸς φαμὲν εἶναι τὸν Υἱόν, ὡς ἐκ τῆς θείας οὐσίας γεννηθέντα, δηλονότι κατὰ τὴν πατρικὴν ὑπόστασιν· ἡ γὰρ οὐσία μία τῶν τριῶν ἐστιν· ὥστε τὸ γεννᾶν τῇ πατρικῇ ὑποστάσει ἐφαρμόζεται καὶ οὐκ ἔστιν εἶναι τὸν Υἱὸν ἐκ τοῦ Πνεύματος. Ἐπεὶ οὖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρός, ἐκ τῆς θείας οὐσίας καὶ αὐτὸ κατὰ τὴν πατρικὴν ὑπόστασιν ἐκπορευόμενόν ἐστιν· ἡ γὰρ οὐσία πάντῃ τε καὶ πάντως μία τῶν τριῶν. Οὔκουν τὸ ἐκπορεύειν τῇ πατρικῇ ὑποστάσει ἐφαρμόζεται καὶ οὐκ ἔστιν εἶναι τὸ Πνεῦμα καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, οὐ γὰρ ἔστι τὰ τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἔχειν τὸν Υἱόν.

Κατὰ γὰρ τὸν ἱερὸν Δαμασκηνόν, «τὴν διαφορὰν τῶν θείων ὑποστάσεων ἐν μόναις τρισὶν ἰδιότησιν ἐπιγινώσκομεν, τῇ ἀναιτίῳ καὶ πατρικῇ, τῇ αἰτιατῇ καὶ υἱϊκῇ, καὶ τῇ αἰτιατῇ καὶ ἐκπορευτῇ». Ὁρᾷς ὡς ἡ τοῦ Υἱοῦ ὑπόστασις οὐχὶ καὶ αἰτία, ἀλλ’ αἰτιατὴ μόνον ἐστί; Μόνην γάρ, φησί, ταύτην ἔχει τὴν ἰδιότητα, καθάπερ καὶ ἡ τοῦ Πνεύματος. Συνορᾷς δὲ καὶ τοῦτο, ὡς ἡ πατρική, καθὸ πατρικὴ ἰδιότης, ἄμφω τὸ γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν συμπεριβάλλει; Τοιγαροῦν, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, εἴη ἂν καὶ ὁ Υἱὸς αἴτιος τε ἅμα καὶ Πατὴρ ὡς αἴτιος.

Οὔκουν ἔνι τι τῶν τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἔχειν τὸν Υἱόν· εἰ δ’ ἔχει, ἢ δύο ἔσονται τὰ αἴτια, ὡς ἐν δυσὶν ὑποστάσεσι τοῦ ἐκπορεύειν ὄντος (οὕτω γὰρ δύο καὶ τὰ αἰτιατά, ὡς τοῦ αἰτιατοῦ ἐν δυσὶν ὑποστάσεσι θεωρουμένου), ἢ συνδραμοῦνται εἰς μίαν τὴν ὑπόστασιν ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός. Ἐκ μόνου ἄρα τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ προσεχῶς καὶ ἀμέσως ἐκ Πατρός, ὡς καὶ ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννᾶται. Διὸ καὶ Γρηγόριος ὁ Νύσσης θεῖος πρόεδρος, «τὰ τοῦ ἀνθρώπου», φησί, «πρόσωπα πάντα, οὐκ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου κατὰ τὸ προσεχὲς ἔχει τὸ εἶναι, ὡς πολλὰ καὶ διαφορὰ εἶναι πρὸς τοῖς αἰτιατοῖς καὶ τὰ αἴτια. Ἐπὶ δὲ τῆς ἁγίας Τριάδος οὐχ οὕτως· ἓν γὰρ πρόσωπον καὶ τὸ αὐτὸ τοῦ Πατρός, ἐξ οὗπερ ὁ Υἱὸς γεννᾶται καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. Διὸ καὶ κυρίως τὸ ἓν αἴτιον μετὰ τῶν αὐτοῦ αἰτιατῶν ἕνα Θεὸν φαμὲν τεθαρρηκότως».

Ἆρα νοῦν ἔλαβες πληγεὶς τῷ τῆς ἀληθείας λόγῳ καὶ μεταμανθάνεις τὴν ἀλήθειαν καὶ πείθῃ Θεῷ καὶ τοῖς κατὰ Θεὸν πατράσιν, ὡς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀκούων τὸ Πνεῦμα συνυπακούειν τὸ ἐκ μόνου καὶ μηκέτ’ ἐκ διαφόρων προσώπων τὴν ὕπαρξιν αὐτῷ παρέχειν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἑνός, τοῦ Πατρός, κατὰ τὸ προσεχὲς θεολογεῖν, οὐ τὸν Υἱὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἓν πρόσωπον τὸ αἴτιον τῶν αὐτοῦ αἰτιατῶν εἶναι δοξάζων τὸν Θεόν, ἀλλ’ οὐχ ἓν αἴτιον ὡς τῆς αὐτῆς οὐσίας τὰ δύο πρόσωπα λέγων τοῦ ἑνός, οὕτω γὰρ (σελ. 92) πολλὰ γίνεται τὰ αἴτια, ὡς ἐφ’ ἡμῶν συμβαίνει, καὶ οὐκέτι Θεὸς εἷς, ὥσπερ οὐδ’ ἡμεῖς εἷς οἱ πάντες ἄνθρωπος, εἰ καὶ τῆς αὐτῆς ἐσμεν οὐσίας;

Ἆρ’ οὖν πείθῃ κατὰ ταῦτα Θεῷ καὶ τοῖς κατὰ Θεὸν θεολογοῦσιν ἢ ζητεῖς ἔτι καὶ διὰ βροντῆς ἀκηκοέναι κατὰ τοὺς μετὰ τὰς πολλὰς Ἰησοῦ θεοσημείας σημεῖον ζητοῦντας ἐκ τοῦ οὐρανῶν ἰδεῖν; Ἀκούε δὴ καὶ τῆς βροντῆς, Ἰωάννου καὶ θεολογικωτάτου τῶν τοῦ Κυρίου μαθητῶν, ὅς φησιν· «εἴδομεν τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ τοῦ πατρός». Τί οὖν, οὐκ ἐροῦμεν τὸν μονογενῆ παρὰ μόνου τοῦ Πατρός, ἐπεὶ μὴ πρόσκειται τοῦ «μόνου»; Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος αὐτὸς πρὸς Ἰουδαίους λέγων, «εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ, ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκων», καὶ πάλιν, «οὐχ ὅτι τις ἑώρακε τὸν πατέρα, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα», πῶς οὐ προσέθηκε τὸ «μόνου» λέγων ‘ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου ἐξῆλθον’, ἢ “ὁ ὢν παρὰ μόνου τοῦ Πατρός”, οὐχ ὡς ἐξ ἀνάγκης συννοούμενον;

Τοσαυτάκις οὖν εἰρημένου περὶ τοῦ Υἱοῦ ὅτι παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ μηδαμοῦ τοῦ «μόνου» προσκειμένου, αὐτός τε πανταχοῦ συνυπακούεις τοῦτο καὶ τοῖς πανταχοῦ συνυπακούουσιν οὐ δυσχεραίνεις. Μᾶλλον μὲν οὖν καὶ τοῖς μὴ συννοοῦσι τοῦτο ἐς τὰ μάλιστα δυσχερανεῖς καὶ ὡς δυσσεβέσιν ἢ καὶ ἀσεβέσιν ἐγκαλέσεις. Περὶ δὲ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀκούων, εἶτα τί παθών, οὐ συννοεῖς τὸ ἐξ ἀνάγκης συνυπακουόμενον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐναντίαν ἐξετράπης δόξαν, ὃ ἂν ἐνεκάλεσας δικαίως τοῖς περὶ τοῦ Υἱοῦ κακῶς νοοῦσι, τοῦτ’ αὐτὸς ἀδίκως πεπονθὼς ἐπὶ τοῦ Πνεύματος, ἐκ μηδεμιᾶς ὅλως τὸ δυσσεβὲς προεξενούσης ἀφορμῆς;

Οὐ γὰρ μόνον ὅτι λέγεται παρὰ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, ὡς ὁ Θεὸς Λόγος πρὸ αἰώνων παρὰ τοῦ Πατρός, ἐξ ἀνάγκης παρὰ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον νοεῖται, ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ κατὰ τὸν σοφὸν μάρτυρα τῆς ἀληθείας Ἰουστῖνον, «ὡς ὁ Υἱός ἐστιν ἐκ τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρός, πλὴν τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως· ὁ μὲν γὰρ γεννητῶς ἐκ φωτὸς ἐξέλαμψε, τὸ δέ, φῶς μὲν ἐκ φωτὸς καὶ αὐτό, οὐ μὴν γεννητῶς, ἀλλ’ ἐκπορευτῶς προῆλθεν». Εἰ ὁ Υἱὸς ἀμέσως ἐκ Πατρός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ Πατρὸς ἀμέσως· καὶ εἰ ὁ Υἱὸς οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Πνεύματος, καὶ τὸ Πνεῦμα οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· καὶ εἰ ὁ Υἱὸς ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ μόνου τοῦ Πατρός. Ἐπεὶ γὰρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευτὸν ἐκ τοῦ Πατρός, ὡς ὁ Υἱὸς γεννητὸς ἐκ τοῦ Πατρός, τὸ δὲ ὡς ὁ Υἱὸς γεννητὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευτόν, ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορευτόν, τὸ Πνεῦμα ἄρα τὸ ἅγιον ἐκ Θεου Πατρὸς μόνου ἐκπορευτῶς προερχόμενος.

Ταῦτα ἄρα καὶ ὁμοίως λέγεταί τε καὶ ἔστιν, ὁμοῦ τε καὶ χωρὶς ἑκάτερον, διὰ μὲν τοῦ ὁμοίως εἶναι τὴν ἀπόδειξιν ἡμῖν τῆς ἀληθείας αἰτιώδη παρεχόμενα, διὰ δὲ τοῦ ὁμοίως λέγεσθαι τεκμηριώδη· οὐ γὰρ ὅτι ἅμα ἐξ ἀϊδίου ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα, διὰ τοῦτο οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὰ τοῦ Πνεύματος γνωρίσομεν, ἀλλ’ ὅτι γνωριμώτερά ἡμῖν ἐστι τὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐκ τῶν γνωριμωτέρων τούτων καὶ τὸ Πνεῦμα ἀποδείξομεν. Ἄλλως τε οὐδὲ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ εἶναι ὡς ὁ Υἱὸς τὸ Πνεῦμα ἐκ Πατρός, ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ὑπάρχον ἀποδέδεικται.

Καὶ μὴν κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον Πνεῦμα καὶ νοῦς λέγεται Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καθάπερ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐν τοῖς πρὸς Εὐνομιανοὺς περὶ τοῦ Πνεύματος φησὶν γράφων· «τὸ ἐκ Θεοῦ τὸ Πνεῦμα εἶναι τρανῶς ἀνεκήρυξεν ὁ ἀπόστολος λέγων, ὅτι “τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐλάβομεν”· καὶ τὸ δι’ Υἱοῦ (σελ. 96) πεφηνέναι σαφὲς πεποίηκεν, Υἱοῦ Πνεῦμα ὀνομάσας αὐτὸ καθάπερ Θεοῦ, καὶ νοῦν Χριστοῦ προσειπών, καθάπερ Θεοῦ Πνεῦμα, ὡς τὸ τοῦ ἀνθρώπου».

Καθάπερ οὖν τῶν ἀνθρώπων ἕκαστος τὸν οἰκεῖον ἔχει νοῦν καὶ αὐτοῦ μέν ἐστιν ἑκάστου τούτων ὁ οἰκεῖος νοῦς, ἀλλ’ οὐκ ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξ οὗπερ καὶ αὐτός, οὐκ ἐξ αὐτοῦ τοίνυν ἑκάστου ὁ οἰκεῖος νοῦς, εἰ μὴ ἄρα κατ’ ἐνέργειαν, οὕτω καὶ τὸ θεῖον Πνεῦμα φυσικῶς ἐνυπάρχον ὡς Θεῷ τῷ Χριστῷ, καὶ Πνεῦμα καὶ νοῦς ἐστιν αὐτοῦ. Καὶ κατὰ μὲν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐστι καὶ ἐξ αὐτοῦ, ὡς ἐμφυσώμενον καὶ πεμπόμενον καὶ φανερούμενον, κατὰ δὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ μέν ἐστιν, οὐκ ἐξ αὐτοῦ δέ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ γεννήσαντος αὐτόν.

Ἵν’ οὖν σοι πανταχόθεν τὰς κατὰ τῆς ἀληθείας ἐκκρούσωμεν λαβάς, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, φύσει ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ, φύσει γεννᾶται, ἀλλ’ οὐ χάριτι γίνεται ἐκ τοῦ Πατρός. Ἐπεὶ δὲ ὁ γεννῶν πηγαία θεότης καὶ πηγὴ θεότητος, πηγάζεται ὁ γεννώμενος. Ἐπεὶ δὲ μόνος πηγὴ θεότητος καὶ πηγαία θεότης ὁ Πατήρ, ὡς Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ Ἀθανάσιος ὁ μέγας σύνοδα φθέγγονται, ἐκ μόνου ἄρα ὁ φύσει Υἱὸς ὑπάρχει τοῦ Πατρός· ὁ δὲ θέσει οὐκ ἐκ μόνου ἀλλὰ δι’ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρός, καίτοι οὐχ Υἱὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ Πνεῦμα χάριτί ἐστιν· «ὁ γὰρ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν Πνεῦμά ἐστι», φησὶν ὁ ἀπόστολος. Τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐ χάριτι, ἀλλὰ φύσει ἐστὶν ἐκ τοῦ Θεοῦ, ὡς καὶ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ Θεοῦ. Τὸ δὲ φύσει ὂν Πνεῦμα ἐκ Θεοῦ φύσει ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ φύσει ἐκπορευόμενον πηγάζεται ἐκ τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ πηγαζόμενον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς πηγαίας θεότητος πηγάζεται, ἥτις ἐστὶ μόνος ὁ Πατήρ. Τὸ Πνεῦμα ἄρα τὸ ἅγιον φύσει Θεός, ἐκ Θεοῦ Πατρὸς μόνου ἐκπορευτῶς πηγαζόμενον.

Εἰ δέ τις τοῦτ’ οὕτως ἔχειν οὐχ ὁμολογεῖ, καὶ περὶ τοῦ Υἱοῦ κακῶς δοξάζων ἐξελεγχθήσεται. Τῇ γὰρ τῆς ἀληθείας ἀποδείξει ταύτῃ συμμαρτυρῶν καὶ ὁ θεολογικώτατος Γρηγόριος, «τί», φησίν, «οὐ προσαγορεύεται τὸ Πνεῦμα ὧν ὁ Υἱός, πλὴν γεννήσεως»; Καὶ «πάντα ὅσα τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Πνεύματος, πλὴν τῆς υἱότητος». Δαμασκηνὸς δ’ ὁ θεῖος, «διὰ τὸν Πατέρα», φησί, «τουτέστι διὰ τὸ εἶναι τὸν Πατέρα, ἔχει ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα πάντα ἃ ἔχει, τουτέστι διὰ τὸ τὸν Πατέρα ἔχειν αὐτά, πλὴν τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως».

Ἑκάτερον ἄρα τούτων οὐκ ἔχει τὸ γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν· καὶ ὡς τὸ Πνεῦμα κατ’ οὐδένα τρόπον ἔχει τὴν γέννησιν, οὕτω ὁ Υἱὸς κατ’ οὐδένα τρόπον ἔχει τὴν ἐκπόρευσιν. Τοιγαροῦν ὁ αὐτὸς Υἱοῦ καθάπερ ὅρος καὶ τοῦ Πνεύματος, πλὴν τοῦ γεννητῶς τε καὶ ἐκπορευτῶς, καθ’ ἃ καὶ μόνα διενηνόχασιν ἀλλήλων.

Καὶ τοῦτ’ ἄρα τηρητέον ἐφ’ ἅπασι τὸν μὴ βλασφημεῖν ἀλλὰ θεολογεῖν ἐθέλοντα. Ὡς γὰρ εἷς καὶ μόνος γεννητὸς ὑπάρχει, ὁ Υἱός, διόπερ καὶ μονογενής, οὕτως ἓν καὶ μόνον ἐκπορευτὸν ὑπάρχει, Πνεῦμα ἅγιον· καὶ ὡς ὁ Υἱὸς γεννητὸς ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευτὸν ἐκ μόνου τοῦ Πατρός· καὶ ὡς ὁ Υἱὸς ἀμέσως ἐκ Πατρὸς γεννητός, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευτὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀμέσως.

Ὁρᾷς ὅτι τὸ μὲν παρ’ ἡμῶν προσκείμενον ἔκφανσίς ἐστι τῆς ἀληθείας συνεκφωνουμένη διὰ τὴν σὴν πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀθέτησιν; Καὶ γὰρ παρόν τε καὶ ἀπὸν τὸ αὐτὸ δίδωσι νοεῖν. Τὸ δὲ σὸν οὐ προσθήκη λέγοιτ’ ἂν κυρίως, ἀλλὰ σαφὴς ἐναντιότης καὶ ἀνατροπὴ τοῦ εὐσεβοῦς φρονήματος· περιτρέπει γὰρ τὴν τῶν ἀκουόντων διάνοιαν εἰς τοὐναντίον καὶ ἀντὶ μιᾶς δύο δίδωσι δοξάζειν ἐπὶ τῆς μιᾶς θεότητος ἀρχὰς καὶ τῇ πολυθέῳ πλάνῃ πάροδον παρέχει. Τίς γὰρ τὸ (σελ. 100) ἓν ἐξ ἀμφοτέρων ἀκούων ἢ λέγων ἢ πιστεύων ἑτέρως ἂν φρονήσαι;

Ἀλλ’ οὐδὲν ἄτοπον, φησίν, εἴ τις δύο μὲν ἀρχὰς λέγει, οὐκ ἀντιθέτους μέντοι, ἀλλὰ τὴν ἑτέραν ἐκ τῆς ἑτέρας, ὡς καὶ Γρηγόριος ὁ θεολόγος περὶ τοῦ Υἱοῦ φησίν, «ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχή»· οὕτω γὰρ πάλιν μία ἔσται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τῆς μοναρχίας δόγμα περισώζεται. Πρὸς ὃ λέγομεν ἡμεῖς, ὅτι καὶ Θεὸν ἐκ Θεοῦ φαμέν, ἀλλ’ οὐ δύο ποτὲ θεούς.

Ἄλλως τε τὸ δημιουργικὸν ταύτης σημαινούσης τῆς ἀρχῆς οὐ δύο μόνον ἂν εἴποι τις, εἰ καὶ μὴ καλῶς, ἀλλὰ καὶ πλείους. Τρισυπόστατος γὰρ αὕτη ἡ ἀρχή· φύσει δὲ οὖσα καὶ κοινή ἐστι· κοινὴν δὲ οὖσαν πῶς οὐκ ἂν ἔχοι καὶ τὸ Πνεῦμα ταύτην τὴν ἀρχήν; Καὶ ὁ τῷ Ἰὼβ δὲ προσδιαλεγόμενος ὑπὲρ τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνης Ἐλιοῦς, «Πνεῦμα, λέγων, Κυρίου τὸ ποιῆσάν με» οὐ ποιητικὴν ἀρχὴν τὸ Πνεῦμα λέγει; Καὶ ὁ θεῖος ᾠδικὸς Δαβίδ, «λόγῳ μὲν Κυρίου τοὺς οὐρανοὺς στερεωθῆναι» ψάλλων, «Πνεύματι δὲ τὰς τῶν οὐρανῶν δυνάμεις» οὐχ ὥσπερ τῷ Υἱῷ, οὕτω καὶ τῷ Πνεύματι, τὴν δημιουργικὴν ἀρχὴν προσμαρτυρεῖ; Εἰ τοίνυν διὰ τὸ γεγράφθαι «ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχή» δύο εἰπεῖν ἀρχὰς οὐδὲν κωλύει κατὰ σέ, οὔκουν καὶ διὰ τὸ γεγράφθαι καὶ τὸ πνεῦμα ποιητήν, δύο ποιητὰς εἰπεῖν οὐδὲν κωλύει· ἢ διὰ τὸ «Λόγῳ Θεοῦ καὶ Πνεύματι τὴν κτίσιν στερεοῦσθαι», ταὐτὸ δ’ εἰπεῖν συνίστασθαι, τρεῖς ἀρχὰς εἰπεῖν οὐδὲν ἄτοπόν ἐστιν.

Ἀλλ’ οὐδαμοῦ τῶν θεολόγων εἶπέ τις οὔτε δύο οὔτε τρεῖς. Ὥσπερ γὰρ Θεὸν ἑκάστην τῶν τριῶν προσκυνητῶν ἐκείνων ὑποστάσεων φαμὲν καὶ Θεὸν ἑκατέραν ἐκ Θεοῦ, ἀλλ’ οὐ παρὰ τοῦτο τρεῖς ἢ δύο ποτὲ θεούς, οὕτω καὶ ἀρχὴν ἐξ ἀρχῆς φαμέν, ἀλλ’ οὐ δύο ποτὲ ἀρχάς· δευτέραν γὰρ ἀρχὴν οὐδέπω καὶ τήμερον ὑπὸ τῶν εὐσεβῶν ἀκηκόαμεν, ὥσπερ οὐδὲ θεὸν δεύτερον. Ἀλλ’ εἷς ἡμῖν Θεὸς καὶ μοναρχία τὸ προσκυνούμενον, οὐκ ἐκ δύο θεῶν, οὐδ’ ἐκ δύο ἀρχῶν συνιόντα εἰς ἕν· ἐπει μὴδε κατὰ ταῦτα μεριστὸν ἡμῖν τὸ σεβόμενον. Καὶ μὴν οὐδὲ κατὰ τὸ αὐτὸ μερίζεταί τε καὶ συνάγεται· διαιρεῖται μὲν γὰρ ταῖς ὑποστατικαῖς ἰδιότησι, ταῖς δὲ κατὰ τὴν φύσιν ἑνοῦται. Εἰ γοῦν δύο ἀρχὰς εἰπεῖν οὐδὲν κωλύει, λοιπὸν αὗταί εἰσι, καθ’ ἃς μερίζεται· ἑνωθῆναι τοίνυν αὖθις κατ’ αὐτὰς ἀδύνατον· οὐκ ἄρ’ αἱ δύο μία.

Μᾶλλον δὲ ἀναλαβόντες καὶ ἑτέραν ἀρχὴν τῷ λόγῳ δόντες τὰ τῆς μοναρχικωτάτης ἀρχῆς εἰς δύναμιν διατρανώσωμεν, ὡς ἂν φερωνύμως ἔχοντά τε δείξωμεν τὸν τῆς θεολογίας ἐπώνυμον καὶ ἀπελέγξωμεν τοὺς τοῦ ἑνὸς ἁγίου Πνεύματος δύο δογματίζοντας ἀρχάς, ὅτι τε τοῦτο δογματίζουσι καὶ ὅτι οὐ καλῶς.

Ἡ δημιουργικὴ ἀρχὴ μία ἐστίν, ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ὅταν οὖν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος προηγμένα λέγωμεν, τήν τε ἀγαθότητα, δι’ ἣν τὸ εἶναι ἔσχον, καὶ τὴν ἐγγεγενημένην χάριν, ὅθεν ἕκαστον τοῦ εὖ εἶναι καταλλήλως μετεσχήκασι, καὶ τὴν ἐπιγεγενημένην ὕστερον, δι’ ἣν πρὸς τὸ εὖ εἶναι τὰ διαπεπτωκότα ἐπανῆλθον, ὅταν ταῦτά τε καὶ περὶ τούτων ποιώμεθα τοὺς λόγους, ἀρχὴν καὶ πηγὴν καὶ αἴτιον τὸν Υἱὸν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι φαμέν, οὐχ ἑτέραν ἀπαγε, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ὡς τοῦ Πατρὸς δι’ αὐτοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι καὶ προάγοντος καὶ ἐπανάγοντος καὶ συνέχοντος καλῶς τὰ πάντα. Ὁ δὲ Πατὴρ πρὸς τῷ πηγὴ τῶν πάντων εἶναι διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ πηγὴ καὶ ἀρχή ἐστι θεότητος μόνος θεογόνος ὤν. Καὶ τοῦτ’ ἐσμὲν εἰδότες κρεῖττον ἢ κατὰ ἀπόδειξιν, διὰ τῶν θεοπνεύστων λογίων τρανῶς ἐκπεφασμένον.

Ὅταν οὖν ἀκούσῃς ὅτι ὁ Υἱός, «ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχήν» καὶ «ὁ καλῶν αὐτὸν ἀπὸ γενεῶν ἀρχήν» καὶ «μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου», τῶν δημιουργημάτων νόει, καθάπερ καὶ Ἰωάννης ἀριδήλως ἐν τῇ Ἀποκαλύψει περὶ αὐτοῦ βοᾷ, «ἡ ἀρχὴ τῶν κτισμάτων τοῦ Θεοῦ», οὐχ ὡς καταρχή, ἀπαγε, Θεὸς γάρ, ἀλλ’ ὡς δημιουργὸς αὐτῶν· κοινωνὸς γάρ ἐστι τῆς ἐξ ἧς ταῦτα πατρικῆς ἀρχῆς, ἣ καὶ τῆς πάντων δεσποτείας ἐστὶν ἐπώνυμον.

Τοῦ δὲ Πνεύματος τὸν Υἱὸν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς σημασίας ταύτης πῶς ἂν φαίη τις, εἰ μὴ καὶ τὸ Πνεῦμα δοῦλον καὶ κτιστόν; Ἀλλ’ ἐπει Θεὸς τὸ Πνεῦμα, οὐκ ἀρχὴ αὐτοῦ κατὰ τοῦτο ὁ Υἱός, εἰ μὴ ἄρα ὡς θεότητος ἀρχή. Εἰ δὲ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος θεότητος ὁ Υἱός ἐστιν ἀρχή, κοινωνεῖν δὲ κατὰ ταύτην τὴν ἀρχὴν τῷ Πατρὶ ἀμήχανον, μόνος γὰρ τεθεολόγηται πηγαία θεότης ὁ Πατήρ, ἑτέρας ἄρα διαφόρου τινὸς θεότητος ὁ Υἱός ἐστιν ἀρχὴ καὶ διέσπασε τὸ Πνεῦμα τῆς πηγαζούσης ἐκ τοῦ Πατρὸς θεότητος. Ἢ δύο διαφόρους θεότητας δώσωμεν τούτῳ τῷ ἑνί, οἱ καὶ τοῖς τρισὶ μίαν ἀνομολογοῦντες θεότητα;

Πῶς δὲ καὶ αἱ δύο κατὰ Λατίνους τοῦ Πνεύματος ἀρχαὶ μία ἐστὶν ἀρχή; Οὐ γὰρ ἀξιώσουσιν ἡμᾶς πίστει δέχεσθαι τούτων τὰ προβλήματα, ἀλλὰ μηδὲ σοφιστικῶς ἀποκρινέσθωσαν ἄλλην ἀντ’ ἄλλης ποιούμενοι τὴν ἀπόκρισιν. Ἡμῶν γὰρ ἐρωτώντων, πῶς δύο κατ’ αὐτοὺς τοῦ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχαί, μίαν ἐκεῖνοι διϊσχυρίζονται τῶν δύο εἶναι τὴν ἀρχήν. Ἡμεῖς δὲ οὐ περὶ τῶν δύο προσώπων ἐρωτῶμεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἑνός· περὶ τούτου γὰρ πρὸς αὐτοὺς ποιούμεθα τὸν λόγον. Ὡς ἐπεὶ τῶν δύο μία ἡ ἀρχὴ καλῶς, πῶς τοῦ ἑνὸς δύο ἔσονται ἀρχαὶ καὶ πῶς αἱ δύο μία κατ’ αὐτούς;

Φασὶν οὖν, διότι ἡ μία ἐστὶν ἐκ τῆς ἑτέρας. Τί οὖν ὁ Σήθ, ἐκ μιᾶς ἄρα γεγέννηται ἀρχῆς, ὅτι ἡ Εὔα ἦν ἐκ τοῦ Ἀδάμ, καὶ οὐ δύο εἰσὶ τούτου τοῦ ἑνὸς ἀρχαί, ὅτι ἡ μία ἐστὶν ἐκ τῆς ἑτέρας; Τί δὲ ἡ Εὔα, οὐ δευτέρα ἀρχὴ τῶν ἐξ αὐτῆς, ὅτι καὶ αὐτὴ τὴν ἀρχὴν ἔσχεν ἐξ Ἀδάμ; Καίτοι ἀμφοῖν τὸ γόνιμον αὐτοῖς, ἀλλὰ διάφορον καὶ ἐν διαφόροις ὑποστάσεσι· διόπερ οὐδὲ μία εἰσὶν αὗται αἱ ἀρχαί, καθάπερ καὶ τὸν Νύσσης θεῖον πρόεδρον ἀνωτέρω προηνέγκαμεν εἰπόντα, καίτοι ἡ μία τούτων ἐστὶν ἐκ τῆς ἑτέρας.

Εἰ γοῦν ἐνταῦθα οὗ εἶ καὶ μὴ ἕν, ὅμως ἐστὶ τὸ γόνιμον ἀμφοῖν, οὐκ ἔνι τοῦ ἑνὸς μίαν τὴν ἀρχήν, πῶς ἐπὶ τῆς ἀνωτάτου Τριάδος αἱ δύο κατ’ αὐτοὺς τοῦ ἑνὸς ἁγίου Πνεύματος μία εἰσὶν ἀρχαί, ἐν ᾗ μηδαμῶς ἐστι κατὰ τὸ θεογόνον κοινωνία; Μόνος γὰρ τεθεολόγηται θεότης θεογόνος ὁ Πατήρ.

Πάλιν ἡ Εὔα ἐκ μόνου οὖσα τοῦ Ἀδάμ, ἐκ μιᾶς ἐστιν ἀρχῆς· ὁ δὲ Ἀδὰμ ἐκ γῆς ἐστιν Ἀλλ’, οὐ παρὰ τοῦτο ἡ Εὔα ἐκ τῆς γῆς καὶ τοῦ Ἀδάμ. Ὁ γὰρ Ἀδὰμ μόνος ἐκ τῆς γῆς. Ἢ τοίνυν καὶ αὐτοὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ μόνου λεγέτωσαν τὸ Πνεῦμα καὶ οὕτως αὐτὸ ἐκ μιᾶς ἀρχῆς λεγέτωσαν, ἑαυτοῖς μὲν ἀκολούθως ἀλλ’ οὐκ εὐσεβῶς, οὐ γὰρ ἐκ τῆς αὐτῆς ἀφ’ ἧς καὶ ὁ Υἱός, κἀντεῦθεν πάλιν δύο εἰσὶν ἐπὶ τῆς θεότητος ἀρχαὶ καὶ οὐκέτ’ ἐστὶ μείζων ὁ Πατὴρ τῷ αἰτίῳ τοῦ Υἱοῦ, ἐπίσης γὰρ καὶ αὐτὸς αἴτιος θεότητος, ἢ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς αὐτὸ λέγοντες μίαν καὶ τῷ Πνεύματι ὡς καὶ τῷ Υἱῷ εὐσεβῶς διδότωσαν ἀρχήν.

Μέχρι γὰρ ἂν ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἢ ἐξ ἀμφοτέρων λέγωσιν, ἀλλ’ οὐκ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, οὐκ ἔστι μίαν εἶναι τῆς θεότητος καὶ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχήν.

Συνάπτων γάρ τις ἐπὶ τῶν τοιούτων, εἰ καὶ μίαν φαίη τὴν ἀρχήν, ἀλλ’ ὁμωνύμως, ὥστ’ οὐ μία. Εἰ δὲ διαιρῶν κατὰ μίαν ὁρᾷ τὰς ὑποστάσεις, τῆς μιᾶς ἐξ ἀνάγκης δύο φανερῶς γίνονται ἀρχαί. Ἐμοὶ δ’ ἔπεισι θαυμάζειν καὶ τὸ ὑπερβάλλον τῆς ἀνοίας τῶν τὰς δύο ταύτας, ἃς φασιν ἀρχάς, μίαν λεγόντων τε καὶ οἰομένων· εἰ μὲν γὰρ κοινωνεῖ τῷ Πατρὶ κατὰ τὸν θεόγονον ὁ Υἱὸς προβαλλόμενος τὸ Πνεῦμα καὶ ἐν αὐτοῖς τὸ θεόγονον καὶ ἡ ἐκ τούτων αὐτὴ πρόοδος, τῆς φύσεως ἄρα τοῦτο καὶ οὐ δύο εἰσὶν ἀρχαί, οὐδ’ αἱ δύο μία, ἀλλὰ ἁπλῶς μία, καὶ ἀπεξένωται τῆς θείας φύσεως αὐτὸ τὸ Πνεῦμα, μὴ καὶ αὐτὸ κατὰ θεόγονον κοινωνοῦν. Εἰ δὲ μὴ κοινωνεῖ ὁ Υἱὸς κατὰ τοῦτο τῷ Πατρί, μηδὲ ἐν αὐτοῖς τοῦτο τὸ προβάλλειν, καθ’ ὑπόστασιν τῷ Υἱῷ ἡ πρόοδος τοῦ Πνεύματος· διάφορος ἄρα αὐτὴ τῆς ἐκ τοῦ Πατρὸς τοῦ Πνεύματος προόδου· τὰ γὰρ ὑποστατικὰ διάφορα.

Πῶς οὖν μία αἱ διάφοροι ἀρχαί, καὶ μὴν τοῦ μεγάλου Διονυσίου ἐν δευτέρῳ κεφαλαίῳ τοῦ Περὶ θείων ὀνομάτων λόγου λέγοντος «ὅσα ἐστὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ταῦτα καὶ τῷ θεαρχικῷ Πνεύματι κοινῶς καὶ ἡνωμένως ἀνατίθεσθαι», καὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ἐν τοῖς πρὸς Εὐνομιανοὺς Ἀντιρρητικοῖς αὐτοῦ κεφαλαίοις γράφοντος, «πάντα τὰ κοινὰ Πατρί τε καὶ Υἱῷ κοινὰ εἶναι καὶ τῷ Πνεύματι»; Εἰ μὲν κοινόν ἐστι Πατρί τε καὶ Υἱῷ τὸ ἐκπορεύειν, κοινὸν ἔσται τοῦτο καὶ τῷ Πνεύματι, καὶ τετρὰς ἔσται ἡ Τριάς· καὶ τὸ Πνεῦμα γὰρ ἐκπορεύσει Πνεῦμα ἕτερον. Εἰ δὲ μὴ κοινόν ἐστι κατὰ Λατίνους τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ τὸ ἐκπορεύειν, ὡς τοῦ μὲν Πατρὸς ἐμμέσως κατ’ αὐτούς, τοῦ δὲ Υἱοῦ ἀμέσως ἐκπορεύοντος τὸ Πνεῦμα, οὕτω γὰρ καὶ ὑποστατικῶς ἔχειν τὸν Υἱὸν τὸ προβλητικὸν φασίν, οὔκουν κατ’ αὐτοὺς καὶ τὸ δημιουργεῖν καὶ ἁγιάζειν καὶ ἁπλῶς ἅπαντα τὰ φυσικὰ οὐ κοινὰ Πατρός τε καὶ Υἱοῦ, ἐπειδὴ ὁ μὲν Πατὴρ διὰ τοῦ Υἱοῦ κτίζει τε καὶ ἁγιάζει, καὶ διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ δημιουργεῖ καὶ ἁγιάζει, ὁ δὲ Υἱὸς οὐ δι’ Υἱοῦ. Τοιγαροῦν κατ’ αὐτοὺς ὑποστατικῶς ἔχει τὸ δημιουργεῖν καὶ ἁγιάζειν ὁ Υἱός· ἀμέσως γὰρ καὶ οὐχ ὡς ὁ Πατὴρ ἐμμέσως· καὶ οὕτω κατ’ αὐτοὺς τὰ φυσικὰ τῶν ὑποστατικῶν διενήνοχεν οὐδέν· οὔκουν καὶ ἡ φύσις τῆς ὑποστάσεως, ὡς μὴ τρισυπόστατον ἢ τριφυᾶ κατ’ αὐτοὺς εἶναι τὸν Θεόν.

Εἰ δ’ ἄρα φαῖεν διὰ τοῦ Πνεύματος τὸν Υἱὸν δημιουργεῖν καὶ ἁγιάζειν, ἀλλὰ πρῶτον μὲν οὐ σύνηθες τοῖς θεολόγοις διὰ τοῦ Πνεύματος τὸν Υἱὸν ἢ τὸν Πατέρα δημιουργὸν εἶναι λέγειν τῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι. Ἔπειτα πρὸς τῷ μηδ’ οὕτω τὸ ἀνωτέρω δεδειγμένον ἄτοπον αὐτοὺς ἐκφεύγειν, οὐ γὰρ δι’ Υἱοῦ πάλιν ὁ Υἱὸς ἀναφαίνεται δημιουργὸς καθάπερ ὁ Πατὴρ συμβήσεται τούτοις μηδὲ κοινὸν εἶναι λέγειν καὶ τῷ Πνεύματι τὸ δημιουργεῖν καὶ ἁγιάζειν, ὡς μὴ δι’ ἑτέρου, μηδὲ ὡς ὁ Πατὴρ ἢ καὶ ὁ Υἱὸς αὐτοῦ ταῦτα ἐνεργοῦντος. Κατ’ αὐτοὺς οὖν ὑποστατικῶς ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ δημιουργεῖν καὶ ἁγιάζειν, ὡς οὐκ ἐμμέσως καθάπερ ὁ Πατὴρ κτίζον τε καὶ ἁγιάζον. Ἐντεῦθεν δὴ πάλιν κατ’ αὐτούς, ταῦτά τε εἶναι καὶ ἀδιάφορα δείκνυται τοῖς ὑποστατικοῖς τὰ φυσικά. Εἰ δὲ τοῦτο, καὶ ἡ φύσις ταῖς ὑποστάσεσι ταὐτόν τε καὶ ἀδιάφορον. Ἆρ’ οὐ σαφῶς τῆς ἀνωτέρω Τριάδος ἐκπεπτώκασι καὶ τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως καὶ τῆς κοινωνίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος οἱ ταῦθ’ οὕτω λέγοντές τε καὶ φρονοῦντες;

Ἀλλὰ γὰρ ἐπανέλθωμεν ὅθεν ἐξέβημεν. Τίς γὰρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τὴν ὕπαρξιν ἔχειν ἐξ ἀμφοτέρων Υἱοῦ τε καὶ Πατρὸς ἀκούων ἢ λέγων ἢ πιστεύων καὶ παρὰ μὲν τοῦ Υἱοῦ ἀμέσως, παρὰ δὲ τοῦ Πατρὸς ἐμμέσως καὶ τὰ παρ’ αὐτῶν θρυλλούμενά τε καὶ περιαδόμενα προσεχῆ τε καὶ ἐφεξῆς καὶ πόρρω, τίς ταῦτ’ ἀκούων καὶ πιστεύων οὐ δύο δοξάσει τοῦ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχάς; Πῶς δὲ οὐκ ἂν εἴη ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ συναίτιος, εἰ μὴ μάτην λέγεται καὶ ἐξ αὐτοῦ; Πῶς δὲ οὐκ ἂν τὸ Πνεῦμα εἴη κτίσμα; Ἐπὶ γὰρ τῶν κτισμάτων τῷ Πατρὶ συναίτιος, εἰ μὴ μάτην λέγεται καὶ ἐξ αὐτοῦ; Πῶς δὲ οὐκ ἂν τὸ Πνεῦμα εἴη κτίσμα; Ἐπὶ γὰρ τῶν κτισμάτων τῷ Πατρὶ ὁ Υἱὸς συναίτιος.

Καὶ μὴν ἐπὶ τῆς κτίσεως, ἐφ’ ἧς φανερῶς αἴτιός ἐστι καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τῷ Πατρὶ συναίτιος, ὡς ἐκ Πατρὸς δι’ αὐτοῦ καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ εἶναι λαβούσης, ἀσεβὲς παντάπασιν εἰπεῖν ὅτι τὴν κτίσιν ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὐ λέγομεν καὶ ὅτι τὸ δημιουργικὸν ἰδιότης ἐστὶ τῆς τοῦ Πατρὸς ὑποστάσεως. Τοιγαροῦν εἰ καὶ τὸ ἐκπορευτῶς ὑπάρχον Πνεῦμα ἅγιον ἐκ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ εἶναι εἶχεν, οὐκ ἂν ἦν ὅλως εὐσεβοῦς εἰπεῖν, ὡς ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα οὐ λέγομεν καὶ ὡς ἡ ἐκπορευτικὴ ἰδιότης τῷ Πατρὶ μόνῳ πρόσεστιν.

Ἐπεὶ δὲ οἱ ταῦτα λέγοντες Δαβίδ ἐστιν ὁ θεοπάτωρ καὶ Γρηγόριος ὁ Νυσσαέων φανότατος φωστήρ καὶ Δαμασκηνὸς ὁ θεοφόρος, κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην οἱ συναίτιον τῷ Πατρὶ τὸν Υἱὸν λέγοντες ἐπὶ τοῦ παναγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὴν ὕπαρξιν αὐτῷ διδόντες, τοσοῦτον ἀπέχουσι τῆς εὐσεβείας, ὅσον ἀντέχονται ταύτης οἱ προαπηριθμημένοι τῶν ἁγίων καὶ οἱ τούτοις συνῳδὰ θεολογοῦντες.

Καὶ τοῦτο δὲ συνορᾶν τῶν ἀναγκαιοτάτων, ὡς καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ καὶ ἐξ Υἱοῦ τὴν γένεσιν ἔχοντες ἡμεῖς, Πατέρα καὶ ποιητὴν ὁμοῦ τε καὶ χωρὶς ἑκάτερον ἐπικαλούμεθα καὶ ἀνομολογοῦμεν, οὕτω καὶ τοῦ θείου Πνεύματος ὁμοῦ τε καὶ χωρὶς ἑκάτερος Πατὴρ ἂν ἐλέγετο καὶ προβολεύς, εἴπερ ἐκ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ καὶ ἐξ Υἱοῦ τὴν ὕπαρξιν τὸ Πνεῦμα εἶχεν. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα πάντα πολυειδῶς συγχέοντα τὰς θείας ὑποστάσεις παρίστησι σαφῶς, ὡς οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.

Καὶ μὲν δή, «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, τοῦ Υἱοῦ ἐστι», κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον, «ἄνευ τῆς αἰτίας. Ποίας αἰτίας; Τῆς τῶν κτισμάτων; Ἀπαγε· τούτων γὰρ ἀρχὴ καὶ αἴτιος καὶ ὁ Υἱός. Τοιγαροῦν ἄνευ τῆς αἰτίας καὶ ἀρχῆς τῆς ἐν Τριάδι νοουμένης θεότητος· πάντα οὖν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ἄνευ τοῦ ἀρχὴ καὶ αἴτιος εἶναι καὶ αὐτὸς τῆς θεότητος τοῦ Πνεύματος. Ἐκ μόνου ἄρα τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καθάπερ ὁ Υἱὸς ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς γεννᾶται, καὶ προσεχῶς καὶ ἀμέσως τοῦ Πατρὸς ἔχεται καθ’ ὕπαρξιν, καθὰ καὶ ὁ Υἱός, εἰ καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ Πατρὸς εἶναι Πνεῦμα ἔσχεν, ὡς τοῦ ἐκπορεύοντος ὄντος καὶ Πατρός.

Ἐπεὶ δὲ καὶ δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής ἐστι κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, «καὶ διὰ δύο ἢ τριῶν μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ῥῆμα», καὶ ἡμεῖς τὸ νῦν εἶναι τῶν ἄλλων ἀφέμενοι διὰ τὸ μῆκος τρεῖς παραστήσομέν σοι μάρτυρας, σαφῶς ἀπαγορεύοντάς σου τὴν προσθήκην. Καὶ δὴ παρίτω πρῶτος ὁ καὶ τῷ χρόνῳ πρότερος Βασίλειος ὁ μέγας· ἐν γὰρ τοῖς Κατ’ Εὐνομίου κεφαλαίοις, «γεννᾷ», φησίν, «ὁ Θεὸς οὐχ ὡς ἄνθρωπος, γεννᾷ δὲ ἀληθῶς· καὶ τὸ γεγεννημένον ἐξ αὐτοῦ ἐκφαίνει λόγον οὐκ ἀνθρώπινον, ἐκφαίνει δὲ λόγον ἀληθῆ ἐξ αὐτοῦ· ἐκπέμπει Πνεῦμα διὰ στόματος, οὐχ οἷον τὸ ἀνθρώπινον, ἐπεὶ μηδὲ στόμα Θεοῦ σωματικῶς· ἐξ αὐτοῦ δὲ τὸ Πνεῦμα καὶ οὐχ ἑτέρωθεν». Ὁρᾷς ὅτι οὐχ ἑτέρωθεν, ἀλλ’ ἐκ μόνου τοῦ καὶ τὸν Υἱὸν γεννῶντος; Ὥστε οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ἐπεὶ καὶ λόγος ὁ Υἱός, ἀλλ’ οὐ στόμα τοῦ Πατρὸς ἐνταῦθα τῷ μεγάλῳ τεθεολόγηται. Ὅς ἀλλαχοῦ δείκνυς καὶ τὸν λόγον τοῦτον ἐκ τοῦ αὐτοῦ προϊόντα στόματος, «εἰ γὰρ τὸ Πνεῦμα μὴ πιστεύεις», φησίν, ἐκ στόματος Θεοῦ προελήλυθεναι, οὐδ’ ἂν τὸν λόγον πιστεύσεις». Ὁρᾷς σαφῶς ὅτι Λόγος ὁ Υἱός, ἀλλ’ οὐ στόμα τοῦ Πατρός· ἐξ οὗ στόματος κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον πρόεισι καθ’ ὕπαρξιν ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;

Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτῷ καὶ ἀδελφὰ φρονῶν Γρηγόριος ἐν τῷ Περὶ θεογνωσίας λόγῳ, «Πνεῦμα δέ», φησί, «τὸ τῆς πατρικῆς ἐκπορευόμενον ὑποστάσεως. Τούτου γὰρ ἕνεκα καὶ Πνεῦμα στόματος ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸν (116) λόγον στόματος ὁ Δαβὶδ εἴρηκεν, ἵνα τὴν ἐκπορευτικὴν ἰδιότητα τῷ Πατρὶ μόνῳ προσούσαν πιστώσηται».

Μετ’ αὐτὸν τὸν ἀψευδῆ τῆς ἀληθείας μάρτυρα, ὁ ζῶν φωστήρ γεγονὼς Ἀλεξανδρείας Κύριλλος, συμμαρτυρήσων παρελθέτω· φησὶ γὰρ ἐν τῷ Περὶ τῆς ἁγίας Τριάδος· «αἱ προσκυνηταὶ τρεῖς ὑποστάσεις γινώσκονται καὶ πιστεύονται ἐν Πατρὶ ἀνάρχῳ καὶ ἐν Υἱῷ μονογενεῖ καὶ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ τῷ ἐκπορευομένῳ ἐκ τοῦ Πατρός, οὐ γεννητῶς καθάπερ ὁ Υἱός, ἀλλ’ ἐκπορευομένῳ καθάπερ εἴρηται ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ὡς ἀπὸ στόματος, πεφηνότι δὲ διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ λαλήσαντι ἐν τοις ἁγίοις πᾶσι προφήταις τε καὶ ἀποστόλοις». Καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν· «οὐχ ὥσπερ ὁ Υἱὸς καὶ τοῦ Πατρὸς γεννητῶς οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευτῶς, ἀπαγε τῆς βλασφημίας καὶ πολυθεΐας· εἷς γὰρ παρ’ ἡμῖν ἀμφοῖν τοῖς προσώποις αἴτιος καὶ σύνδεσμος, ὁ Πατήρ».

Ἆρ’ ἔστι τρανότερον ἔλεγχον τῆς σῆς δυσσεβείας παρελθεῖν; Ἀνθρώπῳ μὲν οὐκ ἂν ἔδοξεν. Ἀλλὰ καὶ τοῦθ’ ἡμῖν τὸ Πνεῦμα δέδωκε τὸν ἐκ Δαμασκοῦ σοφίσαντα Ἰωάννην· «τὸ Πνεῦμα γάρ», φησὶν οὗτος, «τοῦ Υἱοῦ μὲν λέγομεν, ἐκ δὲ τοῦ Υἱοῦ οὐ λέγομεν· δι’ Υἱοῦ δὲ πεφανερῶσθαι καὶ μεταδίδοσθαι ἡμῖν ὁμολογοῦμεν».

Ἀφεὶς δέ σοι τοὺς ἄλλους συνείρειν ἐφεξῆς ὅτι πλείστους ὄντας καὶ σχεδὸν ὅσοι τῶν πατέρων οὐδὲν ἧττον ἢ ζῶντες ἐν τοῖς καθ’ ἑαυτοὺς συγγράμμασι λαλοῦσιν, ἐκ τῶν λόγων σου κρίνω σε· πάντως δὲ καὶ ὁ Θεός. Σοῦ γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ «μόνων» οὐ προστιθεμένου, ἆρ’ οὐδ’ ἐκ τούτων μόνων τὸ Πνεῦμα ἐννοεῖς, οὐδὲ συνυπακούεις τὸ μόνων, κἂν μὴ συνεκφωνῇς; Ἀλλὰ ζητήσομεν κατὰ τὴν σήν, ἵν’ οὕτως εἴπω, φιλοπολυεκπόρευτον διάνοιαν, καὶ ἐκ ἄλλου του ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα διὰ τὴν σὴν περὶ τοῦ μόνου ἄγνοιαν;

Οὐ μήν, ἀλλ’ ἵνα πάλιν ἐκ τῶν αὐτῶν σοι συσκευάσω τῆς ὡς ἀληθῶς πληγῆς τὸ ἴαμα καὶ τῶν δυσσεβῶν ἐκσπάσω καὶ δογμάτων καὶ ῥημάτων, εἰπέ μοι, ὦ βέλτιστε, εἴ τις ἔροιτό σε περὶ τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐπειδήπερ γέγραπται ὅτι, «εἴδομεν τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός», καὶ ὅτι «πιστεύω εἰς ἕνα Υἱὸν τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων γεννηθέντα, καὶ τ’ ἄλλα ὅσα σοι ἀνωτέρω ἀπηρίθμηται, οἷς οὐ πρόσκειται τὸ «μόνου», ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος προσθεὶς φαίης ἂν γεγεννῆσθαι τὸν Υἱόν, τοῦτ’ αὐτὸ προφασιζόμενος ὅτι μὴ πρόσκειται τὸ «μόνου»; Ἀπαγε δήπου, φαίης ἄν. Καὶ αὐτῆς ἐκπέσοι τῆς ἄνωθεν ἀναγεννήσεως ὁ τοῦτο προστιθεὶς καὶ μὴ ἐκ μόνου δοξάζων γεγεννῆσθαι τοῦ Πατρὸς τὸν Λόγον. Οὐδαμοῦ γὰρ γεννήτωρ εἴρηται τὸ Πνεῦμα σὺν ἡμῖν καλῶς ἐρεῖς, οὐδὲ κοινὸν ἔχει τι Πατρί, ὃ μὴ ἔστι κοινὸν καὶ τῷ Υἱῷ· οὐδ’ ἐκ τῆς δυάδος προάγεται τὸ ἕν, οὐδ’ εἰς τὴν δυάδα ἀναφέρεται· οὐδ’ ἡ μονὰς εἰς μονάδα κινηθεῖσα καὶ εἰς ἑτέραν αὖθις μονάδα ἡ δυάς, «ἀλλ’ ἡ μονὰς θεοπρεπῶς εἰς δυάδα κινηθεῖσα, μέχρι τριάδος ἔστη». Καὶ «εἷς ἡμῖν Θεός· οὐ μόνον ὅτι μία θεότης, ἀλλ’ ὅτι καὶ εἰς ἓν ἀμφότερα τὰ ἐξ αὐτοῦ τὴν ἀναφορὰν ἔχει. Καὶ μία πηγαία θεότης, ὁ Πατὴρ καὶ μόνος αἴτιος καὶ μόνος πηγὴ θεότητος». Οὔκουν καὶ ταῦτ’ ἐστιν αὐτοῦ τὰ ἰδιάζοντα τῶν γνωρισμάτων· μόνος γάρ· οὐδεμίαν ἄρα τὴν κοινωνίαν ἕξει πρὸς ταῦτα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐπεὶ καὶ «τὰ τῆς ὑπερουσίου θεογονίας οὐκ ἀντιστρέφει πρὸς ἄλληλα», Διονύσιος αὖθις ἂν εἶπεν ὁ οὐρανοφρων.

Ἀλλ’ εὖγε σοι τῆς ἐν τούτοις πρὸς τέ τοὺς θεοσόφους τῶν πατέρων καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐξ ἐκείνων σοφισθέντας ἀπαραλλάκτου συμφωνίας. Ἑάλως δ’ ὅμως, τὸ τοῦ λόγου, τοῖς σαυτοῦ πτεροῖς καὶ λυσιτελῶς ὄντως ἐπατάχθης τῷ τοῦ ὀρθοῦ προπολεμοῦντι λόγῳ· τὸ γὰρ εἰς αὐτὸν ἧκον, οὐ μόνον ἐπατάχθης, ἀλλὰ καὶ ἰάθης κατὰ τὸ εἰρημένον ὡς ὑπὸ Θεοῦ, «πατάξω καὶ ἰάσομαι».

Ἃ γὰρ ἂν εἶπες μεθ’ ἡμῶν τε καὶ τῆς ἀληθείας πρὸς τοὺς ἐκ Πατρός τε καὶ ἐκ τοῦ Πνεύματος λέγοντας γεγεννῆσθαι τὸν Υἱόν, ἄλλας τε προφάσεις προφασιζομένους ἐν ἁμαρτίαις, μᾶλλον δὲ δυσσεβείαις, καὶ ὅτι μὴ προστέθειται τῷ γεγεννῆσθαι ἐκ Πατρὸς τὸ “μόνου”, ταῦτα καὶ αὐτὸς ἀρτίως ἀφ’ ἡμῶν τε καὶ τῆς ἀληθείας ἄκουε, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ λέγων ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἑτέρωθέν τε τοῦτο πειρώμενος πιστοῦσθαι καὶ τοῦ μὴ προσκεῖσθαι τῷ ἐκ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι τὸ ”μόνου”· καὶ αὐτῆς γὰρ ἐκπεσεῖται τῆς διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος υἱοθεσίας ὁ καὶ ἐκ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγων.

Ποῦ γὰρ τῶν θεοπνεύστων λογίων προβολέα τὸν Υἱὸν εὕροι τις ἂν ὠνομασμένον, καίτοι Γρηγορίῳ τῷ μεγάλῳ θεολόγῳ τῶν τοῦ Υἱοῦ προσηγοριῶν πασῶν καὶ πολλάκις ἀπηριθμημένων καὶ οὐκ ἀπηριθμημένων μόνον ἀλλὰ καὶ τεθεωρημένων; Ὅς καὶ τὸ “μονογενὴς” ἐξηγούμενος, «οὐχ ὅτι», φησί, «μόνος ἐκ μόνου καὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ μονοτρόπως»· ὃ ἀλλαχοῦ μόνως εἶπε ἰδιοτρόπως, τοῦτ’ αὖθις ἐξηγούμενος. Τὸ δὲ “μόνος” ὡς εἷς· τὸ δ’ “ἐκ μόνου” ὡς ἐν παρθενίᾳ γεννήσαντος, ταὐτὸ δ’ εἰπεῖν ὡς οὐκ ἀπὸ συζυγίας. Τὸ δὲ “μόνον” τί ἂν ἄλλο εἴη ἢ ὅτι μόνος Υἱός, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ Πατὴρ οὐδὲ προβολεύς; Εἰ δὲ καὶ ὁ Πατήρ, Πατὴρ μόνον λέγεται, εἰκότως – καὶ γὰρ ἐκ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα – καὶ Πατρὸς λέγεται Πνεῦμα καὶ ὁ Πατὴρ καὶ τοῦ Πνεύματος λέγοιτ’ ἂν ὡς αἴτιος· Πατέρα γὰρ τῶν φώτων τοῦτον εἶπεν ὁ μέγας Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, τουτέστιν Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, ὡς καὶ Ἀθανάσιος ὁ μέγας ἐξηγούμενος λέγει. Εἰ δὲ τοῦτ’ οὕτως ἔχει, ὥσπερ οὖν ἔχει, λέγοιτ’ ἂν καὶ ὁ Υἱὸς Πατὴρ φωτός, τουτέστι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἰ καὶ ἐξ αὐτοῦ κατὰ σὲ τὸ Πνεῦμα.

Εἰ γοῦν ταῦτ’ ἦν ὀνομάσαι, οἷον Πατέρα φωτὸς ἢ προβολέα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πῶς ἂν οὐχὶ τῶν ἄλλων αὐτοῦ σχεδὸν πάντων ὀνομάτων ὁ μέγας ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριος προύθηκε, καίτοι τὸ πρὸς τὸν Πατέρα ἀγωνιζόμενος δεικνύναι; Διὸ φησίν· «εἰ μέγα τῷ Πατρὶ τῷ μηδαμόθεν ὡρμῆσθαι, οὐκ ἔλαττον τῷ Υἱῷ τὸ ἐκ τοιούτου Πατρός. Καὶ πρόσεστιν τῷ Υἱῷ τὸ τῆς γεννήσεως πρᾶγμα τοσοῦτον». Εἰ γοῦν προσῆεν τὸ προβολέα εἶναι, πῶς οὐκ ἂν εἶπε πρᾶγμα τοσοῦτον, δι’ ὃ καὶ μᾶλλον ἂν δεικνύειν ἔδοξεν ἴσον τῷ Πατρί; Ἀλλ’ οὐκ εἶπεν· οὔκουν οὐδὲ πρόσεστιν.

Ὁ γὰρ μέγας οὗτος θεολόγος οὐδ’ ἁπλῶς οὕτω τὸ ἐκπορευόμενον ἴδιον τίθησι τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, προορῶν δήπου καὶ προανατρέπων σου τὴν δυσσεβῆ προσθήκην. Ἀνωτέρω γὰρ μικρὸν εἰπών, τὸν μὲν Πατέρα γεννήτορα καὶ προβολέα, τὸν δὲ Υἱὸν προβολέα μὲν οὔ, γέννημα δὲ μόνον, προσιών, ἡμεῖς δέ, φησίν, «ἐπὶ τῶν ἡμετέρων ὅρων ἱστάμενοι, τὸ ἀγέννητον εἰσάγομεν καὶ τὸ γεννητὸν καὶ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Οὐκ εἶπε τὸ ἐκπορευόμενον ἁπλῶς ἴδιον τοῦ Πνεύματος ὑπάρχειν, ἵνα μή τις ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἢ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι νομίσῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· τὸ μὲν γὰρ γεννητὸν συνεισάγει τῇ διανοίᾳ τὸν Πατέρα, τὸ δὲ ἐκπορευτὸν οὐχ οὕτω. Διὰ τοῦτο τὸ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον ἴδιον τέθηκε τοῦ Πνεύματος· «τοῦτο γάρ», φησὶ καὶ Βασίλειος ὁ μέγας, «γνωριστικὸν τῆς κατὰ τὴν ὑπόστασιν ἰδιότητος σημεῖον ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ σὺν αὐτῷ γνωρίζεσθαι καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς ὑφεστάναι». Ἀλλ’ ὁρᾷς, ὅπως παρ’ ἡμῶν δικαίως ἀπελήλασθε τῆς κοινωνίας, οὐκ ἐπὶ τῶν ἡμετέρων ὅρων καὶ τῆς εὐσεβείας ἱστάμενοι;

Ἢ γὰρ καὶ τὸν Υἱὸν Πατέρα προσερεῖς, ὡς καὶ ἀνωτέρω δέδεικται, ἵν’ ἐκπορευόμενον εἴη σοι καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμα, ἢ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι οὐκ ἂν ἴδιον εἴη σοι τοῦ Πνεύματος, οὐδὲ τὸ ἐκπορεύειν ἴδιον εἶναι νομίσεις τοῦ Πατρός, καὶ ἀπ’ ἐναντίας θεολογήσεις τοῦ τὸ θεολογεῖν ἐπωνυμίαν κτησαμένου καὶ πρὸς τὴν ἐναντίον ὄντως μοῖραν στήσῃ καὶ παρ’ ἡμῶν ἐκκήρυκτος γενήσῃ· τὰς γὰρ αὐτοῦ φωνὰς ἐκφαντορίας οὔσας ἴσμεν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ γάρ, ὥσπερ τῆς νοτίδος ἐξ ὑγρῶν σωμάτων ἐκπορευομένης καὶ τοῦτ’ ἴδιον ἐχούσης καὶ τῶν ὑγρῶν σωμάτων ἴδιόν ἐστι τὸ νοτίδα ἐκπορεύειν, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοῦ Πνεύματος ἴδιον ἔχοντος τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεσθαι καὶ τοῦ Πατρὸς ἐξ ἀνάγκης ἐστὶ τὸ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύειν.

Μόνου ἄρα τοῦ Πατρὸς ἡ τοῦ Πνεύματος ἐκπόρευσις· καὶ ἀεὶ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα καθ’ ὑπαρκτικὴν ἀλλ’ οὐκ ἐκφαντικὴν προέλευσιν. Καὶ ἐν οἷς γὰρ τῷ ἐκπορευτῷ μὴ συνεκφωνεῖται τὸ ἐκ τοῦ Πατρός, συνυπακουόμενόν ἐστιν ἀεὶ τοῖς συνετῶς ἀκούουσιν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τῷ γεννητῷ συνυπακούεται. Γεννητὸς γὰρ καὶ ἡμῶν ἁπάντων ἕκαστος· γεννητὸς δὲ ἐκ τοῦ Πατρός, ταὐτὸν δ’ εἰπεῖν ἐκ Θεοῦ Πατρός, μόνος ὁ Υἱός, ὥστε τὸ συνημμένον τοῦτ’ ἐστιν ἴδιον αὐτοῦ καὶ ἀεὶ συννοεῖται, κἂν μὴ συνεκφωνῆται. Τὸν αὐτὸν οὖν τρόπον ἐκπορευτὸν ἂν εἴποις καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἡμέτερον. Οὔκουν οὐ τὸ ἁπλῶς ἐκπορευτὸν ἴδιον τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευτόν· ἐκεῖνος γὰρ ἀεὶ Πατήρ. Τῶν ἀδυνάτων ἄρ’ ἐστὶν ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευτὸν ὑπάρχειν, εἰ μὴ καὶ ὁ Υἱὸς εἴη σοι Πατήρ. Οὐ μόνον δὲ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς τῷ ἐκπορευτῷ συνυπακούεται, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, καθάπερ καὶ τῷ γεννητῷ· γὰρ οἱ ἔνθεοι θεολόγοι διδάσκουσιν ἡμᾶς, ὃ καὶ ἀνωτέρω ἔφημεν, χωρὶς τοῦ γεννητῶς τε καὶ ἐκπορευτῶς, ὡς ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα· τοιγαροῦν παντάπασιν ἀδύνατον εἶναι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.

Πρὸς δέ, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα καὶ δι’ αὐτοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχει κατὰ σέ, αὐτός ἐστιν ἕνωσις Πατρὸς καὶ Πνεύματος. Πῶς οὖν ὁ αὐτὸς μέγας ἐν θεολογίᾳ Γρηγόριος φησίν, «ἄναρχον καὶ ἀρχὴ καὶ τὸ μετὰ τῆς ἀρχῆς εἷς Θεός», «φύσις δὲ τοῖς τρισὶ μία· ἕνωσις δὲ ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ καὶ πρὸς ὃν ἀνάγεται τὰ ἑξῆς, οὐχ ὡς συναλείφεσθαι, ἀλλ’ ὡς ἔχεσθαι»;

Ἀκούων γάρ τις διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τῷ Πατρὶ συναπτόμενον, νοεῖν ἂν ἔχοι τοῦτο λεγόμενον, διὰ τὴν κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἐκφώνησιν, μέσου κειμένου τοῦ Υἱοῦ. Καὶ ὅτι Πατρὸς Πνεῦμα οὐκ ἂν ἄλλως λέγοιτο, εἰ μὴ διὰ τὸν Υἱόν. Ἕνωσις δὲ ὁ Πατὴρ πῶς ἂν εἴη, εἰ μὴ προσεχῶς ἔχει πρὸς ἑκάτερον ἀμέσως προβαλλόμενος ἑκάτερον; Ἀλλὰ καὶ τὸ οὐχ ὡς συναλείφεσθαι δέ, ἀλλ’ ὡς ἔχεσθαι, τὴν προσεχῆ καὶ ἄμεσον ἑκατέρου σχέσιν πρὸς αὐτὸν δηλοῖ.

Τί δέ, ὅτι «τὸ ἄναρχον καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ μετὰ τῆς ἀρχῆς εἷς Θεός»; Εἰ γὰρ ἐξ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα ᾔδει, τὸ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἂν εἶπεν, οὐ τὸ μετὰ τῆς ἀρχῆς.

Οὔκουν ὅταν ἀκούσῃς διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι, ὡς συμπαρομαρτοῦν τῷ λόγῳ νόησον. Οὕτω γὰρ καὶ τὴν “διὰ” οὐκ εἰς τὴν “ἐκ” κακῶς, ἀλλ’ εἰς τὴν “μετά”, τῷ τῆς θεολογίας ἐπωνύμῳ συνᾴδων μεταλήψῃ. «Πνεῦμα γάρ», φησί, «μεμαθήκαμεν», Δαμασκηνὸς ὁ θεῖος, «τὸ συμπαρομαρτοῦν τῷ λόγῳ καὶ φανεροῦν αὐτοῦ τὴν ἐνέργειαν». Συμπαρομαρτεῖν δέ ἐστι τὸ συνακολουθεῖν, ὡς ὁ αὐτὸς ἐκεῖ φησιν ὥστε οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ σὺν τῷ Υἱῷ τὸ Πνεῦμα ἐκ Πατρός, συνακολουθούσης ἀδιαστάτως τε καὶ ἀχρόνως τῇ γεννήσει τῆς ἐκπορεύσεως. Μεμαθήκαμεν δὲ εἶπεν, ὡς τῶν πρὸ αὐτοῦ θεοφόρων οὕτω διδασκόντων, παρ’ ὧν μυηθεὶς οὕτω νοεῖν τὸ Πνεῦμα δι’ Υἱοῦ, τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τοῦτο λέγειν παντάπασιν ἀπηγόρευσεν.

Εἰ δ’ ὁ μέγας Βασίλειος οὐδὲν εἶναί φησιν ἀπᾴδον εἰς τὴν “ἐκ” τὴν “διὰ” μεταλαμβάνειν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κτισμάτων, διὸ καὶ τὸν ἀπόστολον προήγαγεν εἰπόντα, «ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα», παρ’ αὐτοῦ γὰρ δεδημιούργηνται καὶ δι’ αὐτοῦ συνέχονται καὶ πρὸς αὐτὸν ἐπιστρέφονται τὰ ὄντα πάντα, ὁ δὲ ἱερὸς Δαμασκηνὸς κἂν τῷ ἑβδόμῳ τῶν Θεολογικῶν αὐτοῦ κεφαλαίων προθεὶς πάλιν ὃ καὶ ἀνωτέρω ἔφημεν, μετά τινα συνᾴδων τῷ Κατηχητικῷ λόγῳ τοῦ Νύσσης ἐνθέου Γρηγορίου, «τὸ ἅγιον Πνεῦμα δύναμιν εἶναί φησιν οὐσιώδη, αὐτὴν ἐφ’ ἑαυτῆς ἐν ἰδιαζούσῃ ὑποστάσει θεωρουμένην καὶ αὐτοῦ, δηλονότι τοῦ Λόγου, οὖσαν ἐκφαντικήν, οὐ χωρισθῆναι τοῦ Θεοῦ ἐν ᾧ ἐστι καὶ τοῦ Λόγου ᾧ συμπαρομαρτεῖ δυναμένην», ἆρ’ οὐ σαφὲς κἀντεῦθεν, ὡς οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;

Οὐ μήν, ἀλλ’ ἐπεὶ παρὰ τῶν θεολόγων ποτὲ μὲν ὁ Πατὴρ μέσος εἶναι λέγεται Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, ποτὲ δὲ ὁ Υἱὸς μέσος τοῦ Πατρός τε καὶ Πνεύματος, ποτὲ δὲ τὸ Πνεῦμα μέσον τοῦ Πατρός τε καὶ Υἱοῦ, οὐκ ἂν εἴη τὸ Πνεῦμα τρίτον ἀπὸ τοῦ Πατρός, οὐδ’ ἂν ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχοι. Τοῖς γὰρ ἐφεξῆς τρισὶ σημείοις, οὐκ ἂν εἴη ποτέ τι τῶν ἑκατέρωθεν κειμένων ἄκρων μέσον· ἀλλ’ ἔοικεν ἡ ἐπὶ τῆς θεολογίας μεσότης νοουμένη τοῖς ἐπὶ τῶν γωνιῶν τοῦ ἰσοπλεύρου τριγώνου σημείοις ἄκροις· ἐκεῖ γὰρ ἕκαστον μέσον ἑκατέρωθεν εὑρίσκεται. Ἂν δὲ καὶ τὸν μεσότητα πρῶτον ἔχοντα ἐν ἀριθμοῖς ἐπισωρεύσας ὡς ἐν ἐπιπέδῳ θῇς, οὕτω τόν τε πρῶτον ἐνεργείᾳ τρίγωνον ἀποτελέσεις ἀριθμόν, καὶ ἣν ἂν λάβοις τῶν ἐν αὐτῷ μονάδων μέση δυσὶν ὑπολοίποιν ἔσται. Εἴ τις οὖν ἀρχὴν καὶ αἴτιον τῶν δύο κέντρων ὑποθοῖτο τὸ ἕν, προσεχῶς καὶ ἀμέσως ἐξ ἀνάγκης ἐκεῖνο πρὸς ἑκάτερον ἔχει κἂν ταῖς μονάσι δήπου τὸν αὐτὸν τρόπον.

Τί δέ, οἱ λέγοντες ὡς ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἔχει πρὸς τὸ ἕτερον οὐχ ἧττον ἢ πρὸς ἑαυτό, ἆρ’ οὐκ ἀριδήλως ἀμέσως ἔχειν παριστῶσι πρὸς ἄλληλα;

Τί δ’ ὁ ἐμμέτροις Ἔπεσι θεολογικῶς τε ἅμα καὶ πατρικῶς ἐγκελευόμενος, ὡς εἴπερ ἀκούσαις περὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, «ὡς ῥα Θεοῖο τὰ δεύτερα Πατρὸς ἔχουσιν, οὕτω νοεῖν κέλομαί σε λόγους σοφίης βαθυκόλπου»· ὡς εἰς ῥίζαν ἄναρχον ἀνέρχεται, οὐ θεότητα τέμνει. Εἰ γὰρ μὴ ἀμέσως ἦν ἐκ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, οὐκ ἂν δεύτερον καὶ τοῦτ’ ἀπὸ τοῦ Πατρὸς ἐτίθει, καθὰ καὶ τὸν Υἱόν.

Καὶ μὴν ἐκπόρευσις, ἐφ’ οὗπερ ἂν λέγοιτο, πρόοδός τις καὶ κίνησίς ἐστι, κατάλληλος τῷ τε ἐκπορεύοντι καὶ τῷ ἐκπορευομένῳ. Ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος πρόοδος διττὴ διὰ τῆς θεοπνεύστου κηρύσσεται Γραφῆς· πρόχειται γὰρ ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἐπὶ πάντας τοὺς ἀξίους, οἷς καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἐνοικεῖ. Αὐτὴ οὖν ἡ κίνησίς τε καὶ πρόοδος, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκπόρευσις – οὐδὲ γὰρ περὶ τῶν ὀνομάτων ζυγομαχοῦντες ἀσχημονήσομεν, ἐπειδὴ καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει, «ὁ Θεὸς ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί σε ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ, γῆ ἐσείσθη», ἐκπόρευσιν ἐνταῦθα λέγων τὴν τοῦ Πνεύματος ἔκχυσιν ἐπὶ πᾶσαν σάρκα τὴν εἰς Χριστὸν πιστεύσασαν, ἥτις ἔρημος ἦν πρότερον τῆς χάριτος, ὥσπερ καὶ σεισμὸν τῆς γῆς τὴν ἐξ εἰδωλολατρίας πρὸς Θεὸν μετάθεσιν – αὐτὴ οὖν ἡ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ πρόοδος τοῦ Πνεύματος οὐκ ἂν εἴη πάντως καὶ διὰ τῶν ἀξίων· καὶ ταῦτα πρὸς τοὺς αὐτοὺς πάλιν, ἐν οἷς οἰκεῖ τε καὶ ἀναπαύεται χάριτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ἀνάπαυσις γάρ ἐστιν ἐν τούτοις, ἀλλ’ οὐκ ἐξ αὐτῶν κίνησις τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ μᾶλλον τῆς ἐπ’ αὐτοὺς κινήσεως παῦλα· κἂν τινες μεταδιδόναι δύναμιν ἐκτήσαντο, ἀλλ’ ἑτέρῳ πάντως τρόπῳ.
Ἡ μέντοι ἐκ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ, ἣν ἔφημεν, πρόοδος τοῦ Πνεύματος καλεῖται καὶ εὐδοκία Πατρός τε καὶ Υἱοῦ, ὡς διὰ φιλανθρωπίαν πάντως τελεσθεῖσα, καὶ ἀποστολὴ καὶ δόσις καὶ συγκατάβασις, καὶ χρονικῶς ἀεὶ προάγεται καὶ πρός τινας καὶ δι’ αἰτίας, ἵνα ἁγιάσῃ καὶ διδάξῃ καὶ ὑπομνήσῃ καὶ τοὺς ἀπειθεῖς ἐλέγξῃ· μίαν μὲν οὖν αὕτη κίνησις καὶ πρόοδος τοῦ Πνεύματος.

Ἔστι δὲ καὶ ἡ ἀναιτίως τε καὶ ἀπολελυμένως πάντῃ καὶ ὑπὲρ εὐδοκίαν καὶ φιλανθρωπίαν, ὡς μὴ κατὰ θέλησιν ἀλλὰ κατὰ φύσιν μόνην ἐκ τοῦ Πατρὸς οὖσα προαιώνιος καὶ ὑπερφυεστάτη τοῦ Πνεύματος ἐκπόρευσις καὶ κίνησις καὶ πρόοδος. Ζητῆσαι δὴ χρεὼν ἡμᾶς καὶ κατὰ ταύτην τὴν ἄφραστόν τε καὶ ἀπερινόητον κίνησιν τὸ Πνεῦμα προερχόμενον ἐκ τοῦ Πατρός, ἆρ’ ἔχει κατὰ τὰς γραφὰς καὶ «ἐν ᾧ ἀναπαύεται» θεοπρεπῶς; Ζητοῦντες οὖν εὑρίσκομεν εὐδοκήσαντα τὸν Πατέρα τοῦ μονογενοῦς Θεοῦ διδάξαι καὶ ἀποκαλύψαι τοῦτο πρῶτον Ἰωάννῃ τῷ τοῦ Κυρίου προδρόμῳ τε καὶ βαπτιστῇ, ὃς φησί· «κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ἁγίῳ». Διὸ «καὶ ἐμαρτύρησεν ὁ Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔμεινεν ἐπ’ αὐτόν».

Ἀλλ’ ἵνα μή τις, νομίσας διὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου ταῦτα λεχθῆναί τε καὶ τελεσθῆναι παρὰ τοῦ Πατρός, οὐχ ἱκανὸν εἶναι δεῖγμα τοῦτ’ εἴπῃ πρὸς εὕρεσιν τοῦ ζητουμένου ἀκουέτω Δαμασκηνοῦ τοῦ θείου γράφοντος ἐν ὀγδόῳ τῶν Δογματικῶν, «πιστεύομεν καὶ εἰς ἓν Πνεῦμα ἅγιον, τὸ ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον», καὶ ἐν τῷ περὶ θείου τόπου, «Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιόν ἐστι, δύναμις ἁγιαστικὴ ἐνυπόστατος ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀδιαστάτως ἐκπορευομένη καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυομένη». Διὸ καὶ ταμίας τοῦ θείου Πνεύματος ὁ Χριστὸς ἐκ Θεοῦ γνήσιος Υἱός ἐστι τε καὶ λέγεται. Ὃ καὶ ὁ θεῖος Κύριλλος ἐν Θησαυροῖς δεικνύς, «ἀνάγκη πᾶσα», φησί, «τῆς θείας φύσεως εἶναι λέγειν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἧς καὶ ἔστιν ἀπαρχὴ κατὰ τὸν ἀπόστολον· εἰ δὲ τοῦτο, οὐκ ἔστι κτίσμα, Θεὸς δὲ μᾶλλον ὡς ἐκ Θεοῦ καὶ ἐν Θεῷ». Καὶ πάλιν, «Θεὸς ἄρα τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ ἐν Υἱῷ παρὰ Πατρὸς φυσικῶς ὑπάρχον καὶ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἐνέργειαν ἔχον». Ἀλλὰ καὶ ὁ τοῦ Διαλόγου θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ τελευταίῳ αὐτοῦ λόγῳ φησίν, ὅτι «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται καὶ ἐν τῷ Υἱῷ μένει». «Οὕτω γὰρ ἂν θεωμένοι σεφθείημεν πηγὴν ζωῆς εἰς ἑαυτὴν χεομένην καὶ ἐφ’ ἑαυτῆς ἑστῶσαν ὁρῶντες», κατὰ τὸν μέγαν θεοφάντορα Διονύσιον.

Καὶ τοίνυν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κατὰ τὴν προαιώνιον ἐκείνην καὶ ἀπερινόητον ἐκπόρευσίν τε καὶ πρόοδον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον, πῶς ἂν διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν ᾧ ἀναπαύεται ταύτην ἔχει τὴν πρόοδον; Οὔκουν εἰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πάλιν προέρχεσθαι θεολογεῖται, οὐ κατ’ ἐκείνην πάντως, ἀλλὰ καθ’ ἑτέραν πρόοδον, ἥτις ἐστὶν ἡ πρὸς ἡμᾶς φανέρωσις καὶ πρὸς τοὺς ἀξίους μετάδοσις. Ὁ γὰρ Χριστός ἐστι κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον ὁ τοῦ Πνεύματος ταμίας, ὡς Θεός τε καὶ Θεοῦ Υἱός. Ὁ δὲ ταμίας οὐκ ἐξ ἑαυτοῦ πάντως τὰ διδόμενα προβάλλεται, καίτοι φυσικῶς ἔχει ἐν αὐτῷ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς καὶ φυσικῶς ἐξ αὐτοῦ προϊὸν εἰς τοὺς ἀξίους, ἀλλ’ οὐχὶ τὴν ὕπαρξιν ἔχον ἐξ αὐτοῦ. Ταῦτ’ ἄρα καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος, «ὅταν ἔλθῃ», φησίν, «ὁ παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός», ὡς παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον καὶ οὕτω πεμπόμενον πρὸς τοὺς οἰκείους.

Εἰ δ’ ὡς τὴν ὕπαρξιν ἔχον ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὡς δι’ Υἱοῦ παρ’ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμα πέμπεται, ἀρχὴν οὔκουν ἔχει καὶ τοῦτο τὸν Υἱὸν καὶ τῶν γεγονότων ἐστὶν ἕν. Καὶ μαρτυρείτω πάλιν ἡ θεολόγος φωνή· «τηροῖτο γάρ», φησίν, «ὡς ὁ ἐμὸς λόγος, εἷς μὲν Θεός, εἰς ἓν αἴτιον καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος ἀναφερομένων, καὶ κατὰ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς θεότητος, ἵν’ οὕτως εἴπω, κίνημά τε καὶ βούλημα καὶ τὴν τῆς οὐσίας ταὐτότητα. Αἱ δὲ τρεῖς ὑποστάσεις μηδεμιᾶς ἐπινοουμένης συναλοιφῆς ἢ ἀναλύσεως ἢ συγχύσεως, Πατρὸς μὲν ὡς ἀνάρχου καὶ ἀρχῆς ἐπινοουμένου καὶ λεγομένου, ἀρχῆς δὲ ὡς αἰτίου καὶ ὡς πηγῆς καὶ ὡς ἀϊδίου φωτός, Υἱοῦ δὲ ἀνάρχου μὲν οὐδαμῶς, ἀρχῆς δὲ τῶν ὅλων». Εἰ οὖν καὶ τοῦ Πνεύματος εἴη ἀρχὴ ὁ Υἱός, ἓν τῶν ὅλων ἔσται κατὰ σὲ τὸ Πνεῦμα· τούτων γὰρ ἀρχὴ καὶ ὁ Υἱός. Ἵν’ οὖν αὖθις εἴπω τὸ τοῦ θεολόγου, «δεῖξον ὅτι γέγονε τὸ Πνεῦμα καὶ τότε τῷ Υἱῷ δός», ὥστε δι’ αὐτοῦ ἢ καὶ ἐξ αὐτοῦ τὴν ὕπαρξιν κεκτῆσθαι, – ἐπειδὴ καὶ ὁ θεῖος Κύριλλος πρὸς τοὺς λέγοντας ὡς, εἰ καὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ τὸ Πνεῦμα, ἀλλ’ οὐ κυρίως οὐδ’ ἐξῃρημένως, ἵν’ ἐντεῦθεν ὁμοούσιον νοῆται τὸ ἐξ οὗ, γέγραπται γὰρ ὅτι καὶ τὰ πάντα ἐκ Θεοῦ «μένει», φησί, «τῷ ἁγίῳ Πνεύματι κυρίως τὸ ἐξ οὗ, διὰ τὸ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς πρὸς τὸ εἶναι τὰ οὐκ ὄντα δραμεῖν, δι’ Υἱοῦ δέ» – δεῖξον οὖν, ἵνα πάλιν εἴπω, τὸ θεῖον Πνεῦμα ἐκ μὴ ὄντων, καὶ τότε καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὴν ὑπόστασιν αὐτῷ παράσχου, ταὐτὸ δ’ εἰπεῖν παρ’ ἀμφοτέρων. Ἐξ ἀμφοτέρων οὖν ὑπάρχον τὸ Πνεῦμα οὐκ ἔστι μὴ ἓν τῶν πάντων εἶναι ἢ τὸ τάχα μετριώτερον (σελ. 138) δοκοῦν, μὴ καὶ ἀμφοτέρους τὸ ἓν αἰτίους ἔχειν καὶ ἀρχὴν ἑκάτερον. Ὡς γὰρ ἐξ ἀμφοτέρων τῆς κτίσεως ἁπάσης προηγμένης ἑκάτερός ἐστιν ἀρχὴ τῶν ὅλων, οὕτως ἐξ ἀμφοτέρων τοῦ Πνεύματος ἐκπορευομένου, κατὰ τοὺς λατινικῶς φρονοῦντας, ἑκάτερος ἔσται τοῦ πνεύματος ἀρχή, καὶ δύο κἀντεῦθεν ἔσονται ἀρχαὶ τῆς μιᾶς θεότητος. Εἰ γὰρ συντελεῖ τι, μάτην εἴληπται καὶ ὡς ἐκ γεωμετρικοῦ πορίσματος μάταιοι ὄντως ἀνεφάνησαν οἱ λατίνοι θεολόγοι· οὐ γὰρ ταῦτ’ ἔχουσι λέγειν. Ὡς, καθάπερ ἐπὶ τῶν δημιουργημάτων ἑκατέρου ὑπάρχοντος ἀρχῆς, μία οὐδὲν ἧττόν ἐστιν ἀρχή, οὕτω δὴ κἀνταῦθα μία ἔσται, κἂν ἐξ ἀμφοτέρων λέγηται. Ἐκεῖ μὲν γάρ, καθάπερ ἔφημεν, φυσική ἐστιν, ἀλλ’ οὐχ ὑποστατική, διὰ τοῦτο ἡ δημιουργικὴ δύναμις μία καὶ ἀμφοῖν· ἐνταῦθα δὲ οὐχὶ τὸ γόνιμον ἀμφοῖν.

Ἠκούσαμεν γὰρ μικρὸν ἀνωτέρω τοῦ τῆς θεολογίας ἐπωνύμου, τὸν μὲν Πατέρα πηγὴν καὶ ἀρχὴν εἰπόντος ἀϊδίου φωτός, τὸν δὲ Υἱὸν ἄναρχον μὲν οὐδαμῶς ἀρχὴν δὲ τῶν ὅλων. Διὸ καὶ «μόνη πηγὴ τῆς ὑπερουσίου θεότητος ὁ Πατήρ», ὁ μέγας εἶπε Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης· καὶ αὖθις «ἔστι πηγαία θεότης ὁ Πατήρ, ὁ δὲ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς θεογόνου θεότητος, εἰ οὕτω χρὴ φάναι, βλαστοὶ θεόφυτοι καὶ οἷον ἄνθη καὶ ὑπερούσια φῶτα»· καὶ πάλιν· «διακεκριμένα δέ ἐστι τὸ Πατρὸς ὑπερούσιον ὄνομα καὶ χρῆμα καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, οὐδεμιᾶς ἐν τούτοις ἀντιστροφῆς ἢ ὅλως κοινότητος ἐπεισαγομένης». Κἀν τῷ Περὶ μυστικῆς θεολογίας τρίτῳ, «ἐκ τοῦ ἀΰλου», φησί, «καὶ ἀμεροῦς ἀγαθοῦ τὰ ἐγκάρδια τῆς ἀγαθότητος ἐξέφυ φῶτα, καὶ τῆς ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐν ἀλλήλοις συναϊδίου τῇ ἀναβλαστήσει μόνης ἀπομεμένηκε ἀνέκφοιτα»· καὶ αὖθις· «τὰ τῆς ὑπερουσίου θεογονίας οὐκ ἀντιστρέφει πρὸς ἄλληλα».

Εἰ τοίνυν εἴποις προβολέα τὸν Υἱὸν ὁ Πατὴρ οὐδέποτ’ ἂν εἴη προβολεύς· κοινωνήσει γὰρ κατὰ τὸ θεόγονον τῷ Υἱῷ· ἀλλὰ τοῦτ’ ἀπείρηται. Εἰ δὲ τὸν Πατέρα φαίης, ὥσπερ οὖν ἐστιν, ὁ Υἱὸς οὐκ ἂν εἴη προβολεύς, οὐκ ἄρα ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμα· μόνος γὰρ θεότης θεόγονος ὁ μόνος γεννήτωρ καὶ προβολεύς· κατὰ ταῦτα γὰρ καὶ θεόγονος. Ταύτην δὴ τὴν κοινωνίαν καὶ ὁ μέγας Βασίλειος ἀπαγορεύων πρὸς τὸν ἑαυτοῦ γράφων ἀδελφόν, «τὸ Πνεῦμα», φησί, «τὸ ἅγιον τοῦ Υἱοῦ μὲν ἤρτηται, ᾧ ἀδιαστάτως συγκαταλαμβάνεται· τῆς δὲ τοῦ Πατρὸς αἰτίας ἐξημμένον ἔχει τὸ εἶναι, ὅθεν καὶ ἐκπορεύεται, τοῦτο γνωριστικὸν τῆς κατὰ τὴν ὑπόστασιν ἰδιότητος σημεῖον ἔχον, τὸ μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ σὺν αὐτῷ γνωρίζεσθαι καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς ὑφεστάναι. Ὁ δὲ Υἱὸς τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον Πνεῦμα δι’ ἑαυτοῦ καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ γνωρίζων, μόνος μονογενῶς ἐκ τοῦ ἀγεννήτου φωτὸς ἐκλάμψας, οὐδεμίαν κατὰ τὸ ἰδιάζον τῶν γνωρισμάτων τὴν κοινωνίαν ἔχει πρὸς τὸν Πατέρα ἢ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον».

Ὁρᾷς ὅπως ἔχει πρὸς τέ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ τίνα Υἱοῦ καὶ Πνεύματος τὰ γνωρίσματα; «Γνωρίζει τοίνυν ἡμῖν», φησί, «καὶ φανεροῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, δι’ ἑαυτοῦ καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς Υἱός, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐκπορεύει, ἵνα μὴ κοινωνίαν ἔχῃ κατὰ τὸ ἰδιάζον τῷ Πατρί. Τῆς γὰρ τοῦ Πατρός, φησίν, αἰτίας ἐξημμένον ἔχει τὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἥτις ἰδιότης μόνου τοῦ Πατρός ἐστι· «Πάντα γάρ», φησὶν ὁ θεολόγος, «ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, τοῦ Υἱοῦ ἐστιν, ἄνευ τῆς αἰτίας». Τίς οὖν ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος τῶν ἐνθέων θεολόγων τὰ ἴδια ἑκάστου τῶν τριῶν τῆς μιᾶς θεότητος προσώπων τοῖς δυσὶν ἤκουσται προσνείμας, ἀλλὰ μὴ ἀσύγχυτα φυλάξας; Ὅτι δὲ τοῦ Πατρὸς ἴδιον τὸ ἐκπορεύειν δῆλον· Τῆς γὰρ αὐτοῦ, φησίν, αἰτίας ἐξῆπται τὸ Πνεῦμα, ὅθεν καὶ ἐκπορεύεται, παρ’ οὗ καὶ ὑφέστηκεν· εἰ καὶ μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ σὺν αὐτῷ γνωρίζεται.

Ἐπειδὴ δὲ τὰ κοινὰ ἐπὶ τῆς ἀνωτάτω καὶ προσκυνητῆς Τριάδος ἐπίστης ἔνεστιν, οἷς ἐστι κοινά, τὸ δὲ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι κατὰ τοὺς Λατίνους οὐκ ἐπίσης πρόσεστι τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, – ὁ μὲν γὰρ προσεχῶς ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται καὶ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, τὸ δὲ ἐμμέσως καὶ οὐ προσεχῶς ἐκπορεύεται καὶ οὐκ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ὡς γέ αὐτοὶ φρονοῦσιν – εἰ οὖν κατ’ αὐτοὺς οὐκ ἐπίσης πρόσεστιν, οὐδὲ κοινὸν Υἱῷ καὶ Πνεύματι τὸ εἶναι ἐκ Πατρός· εἰ δὲ μὴ κοινὸν τοῦτ’ ἐστὶν αὐτοῖς, οὐδ’ ἐκ τοῦ Πατρὸς ὅλως οὐδέτερον αὐτῶν. Θάτερον γὰρ ὁποιονοῦν ἐκ τοῦ Πατρὸς ὑπάρχον, θάτερον ἐκβάλλεται μὴ κοινωνοῦν, καὶ δι’ ἀλλήλων ἀμφότερα. Οὕτως οὐδὲν ἂν διαφύγοις τῶν ἀτόπων ὁ λατινικῶς φρονῶν, ὥσπερ οὐδ’ οἱ ἐκ τοῦ Πνεύματος εἰπόντες τὸν Υἱόν, ἀλλ’ οἷς ἂν ἐπιχειρήσῃς διαφεύγειν, τοῖς αὐτοῖς ἐπιχειρήμασι κἀκεῖνοι χρήσονται καὶ σοὶ δι’ ἑαυτῶν ἄφυκτον ἀποδείξουσι τὸν τῶν ἀτόπων ἑσμόν.

Εἰ γὰρ ὅτι μετὰ τὸν Υἱὸν λέγεται τὸ Πνεῦμα ὑπαριθμούμενον ἐρεῖς, ὅ σοι δοκεῖ τῶν ἐπιχειρημάτων ἀσφαλέστερον, ὡς ἔγωγ’ ἂν φαίην οὐχ ἧττον τῶν ἄλλων σφαλερόν, κἀκεῖνοι σοὶ τὸν Υἱὸν δείξουσιν, ἔστιν οὗ λεγόμενον μετὰ τὸ Πνεῦμα, προαριθμουμένου δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀμφοτέροις δὲ ἡμεῖς μετὰ τῆς ἀληθείας ἀντεροῦμεν λέγοντες, οὐκ ἐν τῇ τάξει τῶν ὀνομάτων, ὦ οὗτοι, κεῖνται τὰ πράγματα.

Εἰ γὰρ τοῦτο, τί κωλύει κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς συναριθμήσεώς τε καὶ προαριθμήσεως ἐπαλαττομένης παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ, ποτὲ μὲν γεννᾶν τε καὶ προβάλλειν, ποτὲ δὲ τὰ αὐτὰ γεννᾶσθαί τε καὶ προβάλλεσθαι; Οὐδὲ γὰρ προκαταρκτικόν, οὐδὲ πρῶτον αἴτιον ἐπὶ τοῦ Πνεύματος, ὡς ὑμεῖς, τὸν Πατέρα λέγομεν, δεύτερον δὲ τὸν Υἱόν, εἰ καὶ διὰ τὸ δημιουργικὸν αἴτιον ταῦτα καλεῖται ὁ Πατήρ. Κἀκεῖθεν οὕτω κεκλημένος, ἔσθ’ ὅτε παρὰ τῶν θεολόγων οὕτως ὀνομάζεται καὶ περὶ τῶν ἀκτίστων τὸν λόγον ποιουμένων, ὥσπερ καὶ Πατὴρ διὰ τὸν Υἱὸν καλεῖται. Ἀλλ’ ἔσθ’ ὅτε καὶ περὶ τῶν κάτω ποιούμενοι τοὺς λόγους, οὕτω τοῦτον ὀνομάζομεν· οὐδὲ γὰρ πρῶτον μὲν Θεὸν τὸν Πατέρα σέβομεν, δεύτερον δὲ τὸν Υἱόν, τρίτον δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἵν’ ἀεὶ τὸ δεύτερον μετὰ τὸ πρῶτον λέγωμεν καὶ μετ’ αὐτὸ τὸ τρίτον, ὑπὸ τάξιν ἐξ ἀνάγκης ἄγοντες τὰ ὑπεράνω τάξεως, ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων πάντων.

Ὁ γὰρ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης ἐξηγούμενος τὸ παρὰ τοῦ Ἀβραὰμ πρὸς τὸν οἰκεῖον οἰκέτην εἰρημένον, «θὲς τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου», κατὰ τὴν ὁμιλίαν προϊὼν φησί· «κηρυττέσθω Πνεῦμα ἅγιον· ὑψούσθω ὁ μονογενής· δοξαζέσθω ὁ Πατήρ. Μηδεὶς ἀνατετράφθαι τὴν ἀξίαν νομιζέτω, εἰ Πνεύματος πρῶτον μνημονεύομεν, εἶτα Υἱοῦ, εἶτα Πατρός· ἢ Υἱοῦ πρῶτον, εἶτα Πατρός. Οὐ γὰρ ἔχει τάξιν ὁ Θεός, οὐχ ὡς ἄτακτος, ἀλλ’ ὡς ὑπὲρ τάξιν ὤν. Οὐδὲ γὰρ σχῆμα ἔχει ὁ Θεός, οὐχ ὡς ἄσχημων, ἀλλ’ ὡς ἀσχημάτιστος».

Ὑπὲρ τάξιν οὖν, ἀλλ’ οὐχ ὑπὸ τάξιν ὁ Θεός. Εἰ δ’ ἔστι καὶ τάξις ἐπὶ τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ τρισυπόστατον τῆς θεότητος, ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἐγνωσμένη διὰ τὸ ὑπὲρ πᾶν εἶδος τάξεώς εἶναι. Τὴν μὲν γὰρ κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τάξιν ἴσμεν, διδαχθέντες παρὰ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, παρ’ ἧς καὶ ἐπαλλαττομένην ταύτην εὐσεβῶς διδασκόμεθα. Τὴν δ’ ἐκ τῆς φυσικῆς ἀκολουθίας προσούσαν, καὶ μάλιστα τοῖς δυσὶ προσώποις, τῷ τε Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, οὐδαμῶς ἴσμεν. Διὸ Γρηγόριος ὁ θεολογικώτατος ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Εἰρηνικῶν φησιν, «οὕτω φρονοῦμεν καὶ οὕτως ἔχομεν, ὡς ὅπως μὲν ἔχει ταῦτα σχέσεώς τε καὶ τάξεως, αὕτη μόνῃ τῇ Τριάδι συγχωρεῖν εἰδέναι καὶ οἷς ἂν ἡ Τριάς ἀποκαλύψῃ κεκαθαρμένοις, ἢ νῦν ἢ ὕστερον».

Ἀλλ’, ὁ μέγας, φασί, Βασίλειος, ὡς κεκαθαρμένος ἐξ ἀποκαλύψεως, τοῦτο μαθὼν εἶπεν ἐν τοῖς Κατ’ Εὐνομίου. Συγχωρεῖν δὲ καὶ Γρηγόριον τὸν θεολόγον εἰδέναι ταύτην, οἷς ἂν ἡ Τριάς ἀποκαλύψῃ κεκαθαρμένοις. Ἀλλ’ εἰ τοῦτο, πῶς τοῦ Εὐνομίου μαθεῖν εἰπόντος ἐκ τῶν ἁγίων τρίτον τῇ τάξει καὶ τῷ ἀξιώματι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, δυσχεράνας οὐμενοῦν ἠρέμα τούτῳ καὶ λίαν ἐπαχθῶς ἐνεγκὼν ὁ θεῖος Βασίλειος, «παρὰ τῶν ἁγίων», φησίν, εἰπὲ μεμαθηκέναι· τινές δὲ οἱ ἅγιοι καὶ ἐν ποίοις αὐτῶν λόγοις τὴν διδασκαλίαν πεποίηνται εἰπεῖν οὐκ ἔχει»; Δῆλον ὡς οὐκ ὄντων τῶν εἰπόντων ἁγίων.

Εἶτα, ἐπειδήπερ ἐκεῖνος ἐκ τοῦ τρίτου εἶναι τῇ τάξει καὶ τῷ ἀξιώματι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τρίτον εἶναι καὶ τῇ φύσει συνήγαγε, καίτοι μηδὲ παρὰ τοῦτο συναγόμενον, ἐνδοὺς ὁ μέγας καὶ καθ’ ὑπόθεσιν παραδεξάμενος, «εἰ καὶ τρίτον εἶναι», φησί, «τῇ τάξει καὶ τῷ ἀξιώματι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὁ τῆς εὐσεβείας ἴσως παραδίδωσι λόγος, ἵνα καὶ ὅλως συγχωρήσωμεν, ἀλλ’ οὐκ ἀνάγκη παρὰ τοῦτο τρίτον εἶναι αὐτὸ καὶ τῇ φύσει». Ὡς οὖν καθ’ ὑπόθεσιν παραδεξάμενος, ἀλλ’ οὐ τοῦτο δογματίζων αὐτός, ἀμφισβητικῶς ἔχοντα τὸν λόγον προήγαγεν.

Ὁ δέ φησιν ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Πρὸς αὐτὸν Εὐνόμιον, ὡς «ἔστι τάξεως εἶδος οὐ κατὰ τὴν ἡμετέραν θέσιν, ἀλλ’ ἐκ τῆς κατὰ φύσιν αὐτοῖς ἐνυπαρχούσης ἀκολουθίας», οὐ περὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ποιούμενος τὴν διάλεξιν φησίν, ἐν οἷς ἐγνωσμένον τε καὶ ἀνωμολογημένον ἅπασιν αἰτιατὸν μὲν εἶναι τὸν Υἱόν, τὸν δὲ Πατέρα αἴτιον καὶ τοῦ αἰτιατοῦ προεπινοούμενον ἐξ ἀνάγκης, εἰ καὶ μὴ κατὰ χρόνον, ὡς αὐτὸς ἐκεῖ φησι. Ταῦτ’ ἄρα καὶ χωρὶς ἐνδοιασμῶν τε καὶ ἀμφισβητήσεων, τὸν μὲν Πατέρα προτετάχθαι τοῦ Υἱοῦ φησι, τὸν δὲ Υἱὸν δευτερεύειν τοῦ Πατρός, γράφων· «ἡμεῖς δέ, κατὰ μὲν τὴν τῶν αἰτίων πρὸς τὰ ἐξ αὐτῶν σχέσιν, προτετάχθαι τοῦ Υἱοῦ τὸν Πατέρα φαμέν, κατὰ δὲ τὴν τῆς φύσεως διαφοράν οὐκέτι, οὐδὲ κατὰ τὴν τῶν χρόνου ὑπεροχήν». Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ πάλιν, «τάξει μέν», φησί, «δεύτερος τοῦ Πατρός, ὅτι ἀπ’ ἐκείνου, καὶ ἀξιώματι, φύσει δὲ οὐκέτι δεύτερος».

Οὕτως οἶδεν ὁμολογουμένως ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸν Υἱόν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ Πνεῦμα ἐξ Υἱοῦ. Εἰ γὰρ τοῦτ’ ἐγίνωσκεν, οὐκ ἂν ὅλως ἠμφισβήτει, οὐδ’ ἂν ἀπηγόρευε τρίτον εἶναι τῇ τάξει ἀπὸ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τοῦ Εὐνομίου καὶ τοῦτ’ εἰπόντος λίαν ἐδυσχέραινε. Πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸ δευτερεύειν τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα σὺν ἀμφιβολίᾳ πολλῇ καὶ καθ’ ὑπόθεσιν, ἀλλ’ οὐχ ὡς αὐτὸς δοξάζων παραδεξάμενος, δείκνυται μηδ’ αὐτὸς εἰδέναι, ὅπως ἔχουσι πρὸς ἄλληλα ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα σχέσεώς τε καὶ τάξεως.
Ὅτι μὲν γὰρ ἅμα ἐξ ἀϊδίου ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐν ἀλλήλοις τε ὄντα καὶ ἀλλήλων ἐχόμενα καὶ δι’ ἀλλήλων ἀφύρτως τε καὶ ἀμίγως χωροῦντα, καὶ ὅτι τούτων ἕκαστον τάξεώς τε καὶ σχέσεως εἶδος, καὶ ὡς ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς ἅμα, εἰ καὶ οὐχ ὡσαύτως, καὶ ὅτι ὁμότιμα ἐξ ὁμοτίμου, καὶ ὅτι τὸ ἐκπορεύειν ἰδιότης ὂν τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως οὐκ ἔστιν εἶναι τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὡς ὁ λέγων καὶ τὸν Υἱὸν τὸ ἐκπορεύειν ἔχειν σύγχυσιν ποιεῖ τῶν θείων ὑποστάσεων, δυσσεβῶς ἀθετῶν τὴν ἀνωμολογημένην τάξιν ἐπὶ τοῦ Θεοῦ – «δεῖ γάρ», φησι καὶ Γρηγόριος ὁ τῆς θεολογίας ἐπώνυμος, «τὰς ἰδιότητας μένειν Πατρὶ καὶ Υἱῷ, ἵνα μὴ σύγχυσις ᾖ παρὰ θεότητι τῇ καὶ τὰ ἄλλα εἰς τάξιν ἀγούσῃ» – ταύτην μὲν οὖν τὴν ἀνωμολογημένην τάξιν ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡμεῖς ἴσμεν· τὴν δὲ δεύτερον μὲν ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τρίτον δὲ ἀπὸ Πατρὸς τιθεῖσαν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὔθ’ ἡμεῖς ἴσμεν οὔτε οἱ διδάσκαλοι καὶ προασπισταὶ τῆς Ἐκκλησίας.

Λατίνοι δέ, ὢ τῆς ἀνοίας ὁμοῦ καὶ ἀπονοίας, τὴν μὲν εὐσεβῆ καὶ ἀνωμολογημένην ἐκείνην ἐπὶ τοῦ Θεοῦ τάξιν ἀθετοῦσιν, ἃ δὲ Βασίλειος ὁ μέγας καὶ Γρηγόριος ὁ θεολόγος ὑπὲρ τὴν οἰκείαν γνῶσιν ὁμολογοῦσιν εἶναι ὡς ἀπόρρητα ὄντα καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς, αὐτοὶ καταλαβεῖν αὐχοῦσι καὶ περὶ τὴν ἄφραστόν τε καὶ ἀπερινόητον ἐκπόρευσιν τοῦ Πνεύματος καινοφωνοῦσι, βλασφημοῦσι δὲ εἰπεῖν οἰκειότερον, ἔμμεσόν τε καὶ ἄμεσον αὐτὴν λέγοντες καὶ προσεχῆ καὶ πόρρω, δι’ ὧν κινδυνεύουσι καὶ εἰς κτίσμα κατασπᾶν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Διὸ οὐκ ἀναγκαίως οὐδ’ ἀεὶ μετὰ τὸν Υἱὸν παρὰ τῆς θεοπνεύστου τίθεται Γραφῆς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.

Τοῦτο γὰρ Λατίνοις συμβαίνει, τοῖς ἐκ τῶν δύο, πρώτου αἰτίου καὶ δευτέρου, λέγουσι τὸ ἕν καὶ μὴ κατὰ πάντα στέργουσι τὴν θεόπνευστον Γραφήν, ἀλλὰ κατ’ ἐξουσίαν ἄττα βούλονται προστιθεῖσί τε καὶ ἀφαιροῦσιν· ἡμῖν δὲ τοῖς ἐκ τοῦ ἑνὸς εὐσεβοφρόνως σέβουσι καὶ εἰς ἓν ἀναφέρουσι τὰ δύο, ἥκιστα.

Ἵνα δέ σοι καὶ λόγον δῶμεν, μᾶλλον δὲ καταξιώσωμεν διδάξαι· τίνος ἕνεκεν ὡς ἐπὶ πλεῖστον ὁ μὲν Υἱὸς μετὰ τὸν Πατέρα, τὸ δὲ Πνεῦμα μετὰ τὸν Υἱὸν ἡμῖν ὑμνεῖται, καὶ μυεῖσθαι παραδέδοται; Ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, ἡ πάντων ἀρχή, Υἱοῦ Πατήρ ἐστι μονογενοῦς, ὃς καὶ πρὶν ἢ προστεθῆναι τῷ Πατρὶ συννοεῖται παραυτά. Πῶς οὖν ἀφέντες τὸν καὶ πρὶν ἢ λεχθῆναι προσεχέστατα τῷ Πατρὶ νοούμενον, εὐθὺς ἂν τὸ Πνεῦμα μετὰ τὸν Πατέρα θείημεν; Διὰ τοῦτο μετὰ τὸν τοῦ Πατρὸς Υἱὸν λέγεται τὸ Πνεῦμα· μὴ δυναμένων γὰρ ἡμῶν ἄμφω προφέρειν διὰ γλώττης ἅμα, ὥσπερ ἄρα καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς προῆλθον, εἰ πρὸ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τῷ Πατρὶ συνημμένον θείημεν, δόξαι ἂν Υἱὸς τὸ Πνεῦμα· τὸ γὰρ “Πατὴρ” ὄνομα εὐθὺς συνεισάγεται τῇ διανοίᾳ τὸν Υἱόν· προϊόντες δ’ αὖθις καὶ μετὰ τὸ Πνεῦμα προσεχῶς εὐθὺς τιθέντες τὸν Υἱόν, Πατέρα τὸ Πνεῦμα ποιήσομεν νοεῖσθαι. Ὁ γὰρ Υἱός, Πατρὸς Υἱὸς καὶ συνεισάγει τῇ διανοίᾳ τὸν Πατέρα καὶ μάλιστα τὸν πρὸ αὐτοῦ λεγόμενον· ὁ δὲ Υἱὸς προσεχῶς τῷ Πατρὶ τιθέμενος καὶ τὸ μονογενὲς ἑαυτῷ φυλάττει καὶ τὸ ἐκπορευτῶς ἐκ Πατρὸς εἶναι τὸ Πνεῦμα κωλύει. Ὃ καὶ ὁ Νυσσαέων Γρηγόριός φησιν, οὗτινος οἱ λατινικῶς φρονοῦντες τὸ ὕψος τῆς διανοίας μὴ χωρήσαντες, πόρρω μὲν τοῦ Πατρός, ὢ τῆς ἀσεβείας, δοξάζουσι τὸ Πνεῦμα, προσεχὲς δὲ τοῦ Υἱοῦ. Ἀλλ’ οὐχ ὅτι ὁ Πατήρ τε καὶ Υἱὸς ἀλλήλους εἰσάγουσι τῇ διανοίᾳ κατὰ τοῦτο ὄντα προσεχῆ, διὰ τοῦτο πόρρω τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς καὶ οὐκ ἀμέσως ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων, ὕστερον.

Νῦν δ’ ἵνα καὶ δευτέραν αἰτίαν ἀποδῶμεν, ἥτις καὶ αὐτή, ἵνα διὰ πάντων συνετίσωμέν σε, διὰ τὴν προειρημένην γέγονε· πρῶτον ἡμῶν τὸ γένος Θεὸν ἔγνω τὸν Πατέρα καὶ Πατέρα τὸν Θεόν, τῆς αὐτοῦ θεότητος φανερωθείσης τε καὶ πιστευθείσης ἀμυδρῶς, ὡς γε συνήνεγκεν ἡμῖν. Εἰ γὰρ ἐπίσης ὢν Πατὴρ καὶ προβολεύς, τόθ’ ἡμῖν οὐ Πατὴρ ἀλλὰ προβολεὺς ἢ ἐκπορεύων ἐκηρύττετο, πῶς ἂν παραδεξάμεθα, μὴ δυνάμενοι πω χωρῆσαι διὰ τὸ νηπιῶδες ἔτι, τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ἐμφύτου πλούτου τῆς θεότητος; Τὸ δὲ “πατὴρ” ὄνομα καὶ πρὸς ἡμῶν ἐστι καὶ οἷον κοινὸν ἔχομεν αὐτὸ ταῖς ἐξ αὐτοῦ ὁμοουσίοις μὲν αὐτῷ ἡμῖν δὲ δεσποτικαῖς ἐκείναις ὑποστάσεσιν. Εἰ κἀκεῖνοι μὲν φύσει καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς ἔχουσιν αὐτό, ἡμῶν δ’ ὑπὸ φιλανθρωπίας καλεῖσθαι κατηξίωσε – διὸ καὶ Ἰουδαῖοι ἔλεγον, «ἡμεῖς Πατέρα ἔχομεν τὸν Θεόν – σοφῶς οὖν ἄγαν καὶ οἷον ὑποκλέπτων τὴν διάνοιαν ἡμῶν, μᾶλλον δὲ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς τοῦ πονηροῦ δουλείας καὶ ψευδοδοξίας καὶ ψευδολατρίας ἐπὶ τὴν οἰκείαν δεσποτείαν πρὸς θεογνωσίαν ὑφαιρούμενος καὶ τὴν τοῦ μονογενοῦς ὑπεμφαίνων συνεισέφερε θεότητα, Πατὴρ κηρυττόμενος αὐτός. Μετ’ αὐτὸν ὁ Υἱὸς πεφανέρωται τῷ κόσμῳ, διὰ σαρκὸς ἡμῖν ὀφθεὶς καὶ συναναστραφείς· ὃς σὺν ἑαυτῷ καὶ τὸ Πνεῦμα ὑπεδείκνυ, λόγοις τε καὶ ἔργοις διὰ πάντων πιστούμενος, συνημμένον φύσει καὶ ὁμότιμον ἑαυτῷ καὶ τῷ Πατρί. Μετὰ τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπεδήμησε τῷ κόσμῳ, παρὰ μὲν τοῦ Υἱοῦ πεμπόμενον, ὡς οὖν ἀντίθεον οὐδὲ ἀντίχριστον, καὶ πεμπόμενον οὐχ ἁπλῶς καὶ ἀπολύτως, ἀλλὰ χρονικῶς καὶ πρός τινας καὶ δι’ αἰτίαν· παρὰ δὲ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον οὐ δι’ αἰτίαν ὅλως, οὐδὲ χρονικῶς ἢ πρός τινας, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ἀπολύτως πάντῃ, ὡς ὁμόθεον καὶ ὁμοούσιον καὶ τῆς αὐτῆς οὐχ ἧττον ἐξημμένον τῷ Υἱῷ αἰτίας καὶ ἀρχῆς, παρ’ ἑαυτοῦ δὲ ἐρχόμενον ὡς κύριον καὶ αὐτεξούσιον.
Ἐπεγένετο δὲ καὶ τρίτη τις αἰτία τοῖς θεολόγοις, δι’ ἣν μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκ τῶν τοῦ Υἱοῦ παριστᾶσιν ὡς ἐπὶ πλεῖστον τὸ συναφὲς καὶ τέλειον καὶ ὁμοούσιον Πατρὶ τῆς θεότητος τοῦ Πνεύματος· ὅτι μετὰ τὸ κατευνασθῆναι καὶ μετασκευασθῆναι τὴν πλειόντων κατὰ τοῦ Υἱοῦ μανίαν, πολυειδῶς ἀποδειχθείσης καὶ ἀναφανείσης καὶ στηριχθείσης ἀσφαλέστατα τῆς τούτου πρὸς τὸν Πατέρα συμφυΐας καὶ ὁμοτιμίας ὁ κατὰ τοῦ θείου Πνεύματος ἐμφανέστερον ἀνερριπίσθη πόλεμος. Ταῦτ’ ἄρα καὶ τοῖς θεολόγοις ὁ λόγος ἅπας, οὐ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως, ἀλλὰ περὶ τὴν πρὸς τὸν Υἱὸν ὁμοουσιότητος τοῦ Πνεύματος, εἰ καὶ Λατῖνοι βιάζονται τὰς ῥήσεις, μεθέλκοντες αὐτῶν τὴν διάνοιαν εἰς τὴν οἰκείαν κακόνοιαν.

Ἀλλὰ γὰρ οὕτως ἡμῖν ὁ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν εἷς Θεὸς ἐκπεφασμένος, οὕτω καὶ δοξάζεται· καὶ οὕτω μιᾶς εἰκόνος οὔσης καὶ μορφῆς ἐπὶ τῆς μόνης ἀνειδέου καὶ προσκυνητῆς Τριάδος – «ἡ γὰρ Τριάς συνάπτεται μὲν ἀδιαστάτως, συνέστι δὲ ἀϊδίως, εἰκόνα δὲ προφαίνει μίαν καὶ τὴν αὐτήν», Ἀθανάσιος ὁ μέγας λέγει – μιᾶς οὖν οὕτως εἰκόνος οὔσης ἐπὶ τῆς σεπτῆς Τριάδος, τὸν μὲν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς μορφήν τε καὶ εἰκόνα λέγομεν, τὸ δὲ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ. Οὕτω γὰρ ἡμῖν ὡς εὐδόκησεν ἑαυτὴν ἐγνώρισε καὶ οὕτως ἔχειν πρὸς τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα λέγομεν, ὡς αὐτὸς πρὸς τὸν Πατέρα· ὁμοίως γὰρ ἀμφότερα ἔχουσι πρὸς τὸν Πατέρα, πλὴν τοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως, ὡς ἀνωτέρω διὰ πλειόνων ἀποδέδεικται. Προσεχῶς δὲ τῷ Πατρὶ ὁ Υἱὸς ἔγνωσται ἡμῖν καὶ διὰ τοῦ προσεχῶς τούτου ἐγνωσμένου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐφανερώθη, κηρυχθέν τε καὶ πεμφθὲν ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὡς καὶ οὗτος πρώην ἦλθεν ἐν τῷ τοῦ Πατρὸς ὀνόματι. Καὶ πάντα λέγομεν ἔχειν τὸν Υἱὸν τὰ τοῦ Πατρὸς ἄνευ τῆς αἰτίας, πάντα δὲ τὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα ἄνευ τῆς υἱότητος. Πάντα γὰρ τοῦ Πατρὸς ὁμοίως ἔχει ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα ἄνευ τῆς αἰτίας, συμπεριβαλλούσης ἄμφω τὰς ὑπαρκτικὰς καθ’ ὑπόστασιν διαφοράς. Διὸ καὶ πρὸ τοῦ Υἱοῦ ἐστιν οὗ τίθεμεν τὸ Πνεῦμα, εἰ καὶ ὡς ἐπ’ ἔλαττον, ὡς δὲ ἐπὶ πλεῖστον μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ μετὰ τὸν Πατέρα τοῦτον, ἵνα τῶν τριῶν ὑπὲρ ἡμῶν μεγίστων ἔργων θεοπρεπῶν καὶ προμηθεστάτων οἰκονομιῶν, συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτον τὴν μνήμην φέροντες, συντομωτάτην διὰ πάντων ἀποδίδωμεν τὴν εὐχαριστίαν.

Εὐνόμιος δὲ καὶ μετ’ αὐτὸν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες μὴ συνετῶς ἀκηκοότες τῆς πρὸς τὸν Θεὸν τοιαύτης εὐχαριστίας τῶν Πατέρων καὶ τῆς ἐν ταῖς πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ἀντιρρήσεσιν οἰκονομίας μὴ δυνηθέντες συνιδεῖν, συνήγαγον κακῶς ἐντεῦθεν τρίτον ἀπὸ Πατρὸς εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, μηδὲ τοῦτο συνιδόντες, ὡς εἴγε τοῦτο ἦν καὶ διὰ τοῦτο ἡ φυσικὴ τάξις τοῦ τε Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τοῦ θείου Πνεύματος πρὸς τὸν Υἱὸν ἐδείκνυτο, οὐκ ἄν, ἐπαλλαττομένης ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ τῆς συνεκφωνήσεως τῶν τριῶν προσκυνητῶν προσώπων, ἔστιν οὗ μετὰ τὸ Πνεῦμα ὁ Υἱὸς ἐτίθετο, προαριθμουμένου δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καθάπερ καὶ ὁ πολὺς ἐν θεολογίᾳ φησὶ Γρηγόριος, ὅτι «τὰ αὐτὰ καὶ προαριθμεῖται καὶ ὑπαριθμεῖται παρὰ τῇ Γραφῇ διὰ τὴν ἰσοτιμίαν τῆς φύσεως»· ἐν δὲ τῇ παρουσίᾳ τῶν ἀπ’ Αἰγύπτου ἐπισκόπων καὶ ἡμᾶς οὕτω παραινεῖ θεολογεῖν, «μετὰ Παύλου», λέγων, «θεολόγησον, τοῦ πρὸς τρίτον οὐρανὸν ἀναχθέντος, ποτὲ μὲν συναριθμοῦντος τὰς τρεῖς ὑποστάσεις, καὶ τοῦτο ἐνηλλαγμένως, οὐ τετηρημένως ταῖς τάξεσι, προαριθμοῦντος, ἐναριθμοῦντος, ὑπαριθμοῦντος τὸ αὐτό».

Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ “δι’ οὗ” μόνῳ τῷ Υἱῷ παρὰ τῆς θείας ἀπονενέμηται Γραφῆς· ὁ γὰρ θεῖος Κύριλλος ἐν Θησαυροῖς φησι, «Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα, ὡς τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ Πνεύματος ἡμῖν ἐνοικιζομένου». Τούτων οὖν Εὐνόμιός τε καὶ τὸ τῶν Λατίνων γένος, μηδένα ποιησάμενοι λόγον, τρίτον εἶναι τῇ τάξει καὶ τῷ ἀξιώματι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐδογμάτισαν, οὐ τῇ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τάξει ἀλλὰ τῇ φυσικῇ, κακῶς. Ὁ γε μὴν Εὐνόμιος ἐντεῦθεν τρίτον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς εἶναι καὶ τῇ φύσει, ὡς ἀμφοτέρων κατ’ αὐτὴν διαφέρον, προσεδογμάτισεν, οἱ δὲ Λατῖνοι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κατασκευάζουσιν.

Ἡμεῖς δὲ σὺν τοῖς ἱεροῖς πατράσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ Πνεῦμα μετὰ τὸν Υἱὸν τίθεαμεν καὶ μετὰ τὸν Πατέρα τοῦτον, ἵνα τῶν τριῶν ὑπὲρ ἡμῶν μεγίστων ἔργων καὶ θεοπρεπῶν καὶ προμηθεστάτων οἰκονομιῶν συντομωτάτην ἀποδίδωμεν διὰ πάντων τὴν δοξολογίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν καὶ τὴν ἀνάμνησιν· οὐχ ὅτι δεύτερα καὶ τρίτα τῇ τιμῇ καὶ τῇ ἀξίᾳ – καὶ γὰρ ὁμότιμα – οὐδὲ τὴν δυάδα ποιοῦντες τοῦ ἑνὸς ἀρχήν, οὐδ’ εἰς τὴν δυάδα ἀναφέροντες τὸ ἕν, ἀλλ’ εἷς ἡμῖν Θεός, εἰς ἓν αἴτιον καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος ἀναφερομένων, ἐξ οὗ μόνου ἔχει τὴν ὕπαρξιν ἑκάτερον αὐτῶν· καὶ ὅτι μία ἀρχή, ὁ Πατήρ, ὡς καὶ ὁ θαυματουργὸς Γρηγόριος λέγει, κατὰ τοῦτο τοίνυν εἷς Θεός· καὶ ὅτι μία φύσις τοῖς τρισίν, αὐτὰ γὰρ τὰ δύο καὶ τὰ τρία καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ ἀναφέρεσθαι εἰς αὐτὸν οὐ τὴν φύσιν διαιρεῖ, ἀλλὰ περὶ αὐτὴν διαιρεῖται, οὐδὲ γοῦν ἐξ αὐτῆς ἐστι κυρίως, εἰ καὶ μὴ χωρὶς αὐτῆς, οὐδ’ εἰς αὐτὴν ἀναφέρεται, εἰ καὶ μὴ ἄνευ ταύτης· τὸ γὰρ ἕν, πῶς ἂν αὐτὸ ἑαυτὸ γεννῆσαί τε καὶ προβάλοιτο καὶ εἰς ἑαυτὸ ἀναφέροιτο; Οὐδ’ ἀρχὴ τοίνυν καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς, οὐδὲ αἴτιον καὶ αἰτιατὸν αὐτὸ ἑαυτοῦ τὸ ἕν. Εἰ τοίνυν ταῦθ’ ἅπαντα, κατὰ ταῦτα κυρίως καθ’ ἃ καὶ μερίζεται, ταῦτα δ’ ἐστὶν αἱ τρεῖς ὑποστάσεις, εἴτ’ οὖν τὰ τρία πρόσωπα τῆς μιᾶς τῇ φύσει θεότητος, ὅταν οἱ Λατῖνοι λέγωσιν ἐξ ἀμφοτέρων τὸ ἕν, τῶν προσώπων δηλαδὴ φασί· κατὰ τοῦτο γὰρ καὶ ἀμφότερα, τὸ γὰρ ἓν οὐκ ἂν ῥηθείη ποτὲ ἀμφότερα.

Ἐπειδὴ τοίνυν κατὰ ταῦτα λέγουσιν ἐκ τῶν δύο τὸ ἕν, καθ’ ἃ καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ αἴτιον καὶ νοεῖται καὶ λέγεται, ἐκ δύο ἀρχῶν λέγουσι τὸ ἓν καὶ δύο ἀρχὰς καὶ δύο αἴτια καὶ πολυθεΐαν εἰσάγουσιν. Οὐ γὰρ μόνον ὅτι μία φύσις εἷς Θεός, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἓν πρόσωπον τὴν ἀναφορὰν ἔχει τὰ ἐξ αὐτοῦ, καὶ εἰς ἓν αἴτιον καὶ μίαν ἀρχὴν τὰ ἐξ ἀρχῆς ἀναφέρεται· οὐ τὰ δύο μόνον ἄμφω, ἀλλὰ καὶ ἑκάτερον αὐτῶν χωρίς. Καὶ διὰ τοῦτο μία τῆς θεότητος ἀρχὴ καὶ εἷς Θεός ἐστι καὶ κατὰ ταύτην τὴν ἀναφοράν· ὅτι καὶ ἑκάτερον ἀναφέρεται εἰς ἓν ἀμέσως. Εἰ γὰρ μὴ ἀμέσως καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ Πατρός, τὸ ἐμμέσως τοῦτο δύο ἐξ ἀνάγκης τὰ αἴτια ποιεῖ τοῦ Πνεύματος, τό τε μέσον καὶ τὸ ἄκρον, καὶ οὐκ ἔνι διὰ τὴν οὕτως ἔχουσαν ἀναφορὰν ἕνα Θεὸν τὰ τρία εἶναι· μᾶλλον δὲ οὐδὲ Θεὸν εἶναι τὸ διὰ μέσης θεότητος ἐκ τοῦ Πατρός· ἐπὶ γὰρ τὰ κτίσματα ἦλθεν ὁ Πατὴρ διὰ μέσης θεότητος κατὰ τοὺς θεολόγους.

Οὐ γὰρ ὡς Πατὴρ ταῦτ’ ἔκτισεν, ἀλλ’ ὡς Θεός. Ὁ δὲ Υἱὸς εἷς Θεὸς μετὰ Πατρός· καὶ τοῦτο ἐκ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ ὡς ἐξ ἑνὸς Θεοῦ κτίσματα καὶ μία ἡ ἀρχὴ τῶν κτισμάτων, ὁ Θεός. Γεννᾷ δὲ ὁ Θεὸς καὶ ἐκπορεύει ὡς Πατὴρ τῶν αὐτῷ συναϊδίων φωτῶν. Εἰ γοῦν ἐκ Πατρὸς δι’ Υἱοῦ ὡς ἐξ ἑνός ἐστι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐχ ὡς ἐξ ἑνὸς ἔσται Θεοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ’ ὡς ἐξ ἑνὸς ὄντος Πατρός, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Καὶ ταύτης τῆς συγχύσεως τίς ἂν ἀτοπωτέρα γένοιτο; Διὸ καὶ ταύτην οἱ Λατῖνοι φεύγοντες ὡς ἐξ ἑνὸς φασὶ Θεοῦ· ὃ χώραν οὐδαμόθεν ἔχει, καθάπερ ἀναπέφηνε· καὶ ταῦθ’ ὅτι καὶ τὸ Πνεῦμα εἷς Θεός ἐστι μετὰ Πατρός τε καὶ Υἱοῦ.

Τοιγαροῦν, ἐπειδήπερ πάντῃ τε καὶ πάντως εἷς ὑπάρχει ὁ Πατήρ, οὐκ ἄμφω ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ χωρὶς ἑκάτερον μίαν ἀρχὴν καὶ ἓν αἴτιον ἔχει μόνον, τὸν Πατέρα. Καὶ οὕτω μία τῆς θεότητος ἀρχή, κἂν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες ἐγκαλούμενοι, πῶς δύο λέγουσιν ἐπὶ τῆς θεότητος ἀρχάς, ἀπολογεῖσθαι οἴωνται μίαν ἀρχὴν ἰσχυριζόμενοι δοξάζειν τοῦ Υἱοῦ τε καὶ τοῦ Πνεύματος· σοφίζεσθαι γὰρ ἡμᾶς βουλόμενοι τοῦτο διαβεβαιοῦνται, ὡς καὶ τὴν ἀρχὴν ἔφθημεν εἰπόντες. Αὐτὸ γὰρ τοῦτό ἐστι τὸ παρ’ ἡμῶν ἐγκαλούμενον αὐτοῖς· πῶς Υἱοῦ μὲν καὶ τοῦ Πνεύματος μίαν τὴν ἀρχὴν φασί, τοῦ δὲ ἑνὸς Πνεύματος δύο λέγουσιν ἀρχάς; Ἐκεῖνοι δὲ περὶ τοῦ ἑνὸς ἐρωτώμενοι, σοφιστικῶς περὶ τῶν δύο τὴν ἀπόκρισιν ποιοῦνται· σφῶν αὐτῶν μᾶλλον ἢ τῶν πυνθανομένων κατασοφιζόμενοι.

Πατὴρ μὲν οὖν καὶ ἀρχὴ καὶ αἴτιον ἐπὶ Θεοῦ πάντῃ τε καὶ πάντως ἕν· προβολεὺς γὰρ παρ’ οὐδενὸς τῶν ἀποστόλων ἢ τῶν εὐαγγελιστῶν ἐκλήθη, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τούτου ἡ τοῦ Πατρὸς ἀπέχρησεν αὐτοῖς φωνή. Ἀρχὴν δὲ λέγω οὐ τὴν καταρχήν, οὐδὲ τὴν δημιουργικήν, οὐδ’ ἡ τὸ τῆς δεσποτείας ἐστὶν ἐπώνυμον.

Καὶ τοίνυν ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, καθὸ Πατήρ, ἀρχὴ καὶ αἴτιός ἐστι· καὶ καθὸ ἀρχή, Πατὴρ τῶν φωτῶν, δηλαδὴ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος· καὶ καθὸ αἴτιος, αἴτιος, ἀρχή τε καὶ Πατήρ. Εἰ οὖν καὶ ὁ Υἱὸς αἴτιός ἐστι τοῦ Πνεύματος, ἐξ ἀνάγκη ἔσται καὶ ἀρχὴ καὶ Πατὴρ ὡς αἴτιος· ὡς γὰρ τοῦ ἀνθρώπου, καθὸ ἀνθρώπου ἐπιστήμης δεκτικοῦ ὑπάρχοντος, τὸν ἐπιστήμης δεκτικὸν οὐκ ἔνι μὴ καὶ ἄνθρωπον ὑπάρχειν, οὕτω καὶ ἐπὶ Θεοῦ· ἐπειδὴ ὁ Πατήρ, καθὸ Πατήρ, ἀρχὴ καὶ αἴτιός ἐστι, τὸν αἴτιον ὑπάρχοντα οὐκ ἔνι μὴ καὶ ἀρχὴν εἶναι καὶ Πατέρα, καίτοι τοῦ θεολόγου Γρηγορίου γράφοντος, «οὕτως εἶναι Υἱὸν κυρίως τὸν Υἱόν, ὅτι μὴ ἔστιν οὗτος καὶ Πατήρ».

Ὁρᾷς ἀθετουμένην σαφῶς τὴν μοναρχίαν καὶ τὸ καθ’ ὑπόστασιν ἑνιαῖον τοῦ Πατρὸς ὑπὸ τῶν λεγόντων καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα καὶ μὴ ἀναγόντων ἑκάτερον τῶν προσώπων εἰς μίαν μόνην, τὴν τῆς θεότητος πηγήν; Μία γὰρ φύσις καὶ οἱ πάντες ἄνθρωποι, ἀλλ’ οὐχ εἷς οἱ πάντες ἄνθρωπος. Καίτοι δι’ ἀλλήλων, μᾶλλον δὲ διὰ τῶν πρὸ ἡμῶν, ἀναχθείημεν ἂν εἰς ἕνα τὸν προπάτορα, ἀλλ’ εὐθὺς πολλὰ τὰ αἴτια, καὶ οὐκ ἐξ ἑνὸς ἡμεῖς διὰ τοῦτο καὶ οὐχ εἷς. Ἆρ’ οὐ φανερῶς καινοτομεῖς ὁ λατινικῶς φρονῶν;

Καὶ εἰ μὴ πρὸ ὑμῶν ἐλλιπὲς ἦν τὸ καθ’ ἡμᾶς εὐαγγέλιον, ὃ «ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, καὶ «ἡ τοῦ Θεοῦ σωτήριος χάρις» καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν θεογνωσία, ἡ πᾶσιν ἐκφανεῖσα καὶ διδάξασα πάντας, εἰ μὴ «κεκένωται ἡ πίστις», εἰ μὴ διεφθάρται τὰ τῆς ὁμολογίας, αἷς καὶ ἐνήθλησαν καὶ ἐνήσκησαν «τὸ τῶν μαρτύρων ἡμῖν περικείμενον νέφος», ὁ τῶν ὁσίων παμπληθὴς κατάλογος, ὁ τῶν διδασκάλων θεοδίδακτος θίασος, πάντες οἱ ἔργῳ καὶ λόγῳ καὶ τοῖς καθ’ ἑαυτοὺς παθήμασι μαρτυρήσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ὑπὲρ ἧς καὶ μέχρι θανάτου καλῶς ποιοῦντες ἐνέστησαν, καὶ οὐχ ὑπὲρ αὐτῆς μόνον ἢ καὶ ἑαυτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου στηριγμοῦ – εἰ μὴ μόνον ἢ ταῦθ’ ἅπαντα καὶ ἡ τῶν ἀπὸ Χριστοῦ καλουμένων πίστις ἐλλιπής, διακενῆς ὄντως οὐ προσθήκας ἐξευρίσκεις καὶ κατὰ τῆς σεαυτοῦ καινοτομεῖς ψυχῆς.

Εἰ μὲν γὰρ ἐγίνωσκον καὶ ἐξ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, τίνος ἕνεκεν οὐ παρρησίᾳ διετέλεσαν κηρύττοντες καὶ διὰ τῶν ἱερῶν συνόδων πολλῶν καὶ πολλάκις γενομένων βεβαιώσαντες; Ἀλλ’ οὐκ ἐγνωσμένον ἦν αὐτοῖς; Οὔκουν οὐδ’ ἦν οὕτω τἀληθές· πάντα γὰρ ἐγνώρισεν αὐτοῖς ὁ δι’ ἡμᾶς ἐγνωσμένος καθ’ ἡμᾶς. Καὶ πάντα κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν ἐδίδαξεν αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα καὶ διὰ τοῦτ’ ἐδίδαξεν, ἵν’ ἡμᾶς οὗτοι διδάξωσιν, ὡς ἐδιδάχθησαν, ὡς καὶ ἀνωτέρω εἴρηται. Εἰ γὰρ τοῦτο λέγειν τολμήσεις, ὡς οὐκ ἔγνωσαν οἱ πρὸ ἡμῶν θεολόγοι τἀληθές, ὡς καὶ τοῦτο μηδὲν ἧττον βλάσφημον ἀποπεμψόμεθα.

Τίς γὰρ εἶ ὁ τοῦτο γρύξαι τολμῶν; Ποία δ’ ἰσάριθμος σύνοδος, μᾶλλον δὲ πόσαι καὶ ποῦ μαρτυρηθεῖσαι παρὰ τοῦ Πνεύματος, ὃ καὶ ζῶσιν ἐκείνοις καὶ γεγονόσιν ἐξ ἀνθρώπων συνεμαρτύρησε, καὶ ἀεὶ συμμαρτυρεῖ τε καὶ συμμαρτυρήσει διὰ τῶν ἐπὶ τοῖς σοφοῖς τούτων τελουμένων τε καὶ τελεσθησομένων θαυμάτων; Ἀλλ’ ἔχω κἀγώ, φησί, πολλοὺς τῶν πατέρων συμμαρτυροῦντάς μοι τῇ προσθήκῃ. Τί οὖν, ἕτερα μὲν οὗτοι κοινῇ συνειλεγμένοι παρεδίδουν ἐκκλησίᾳ, ἕτερα δὲ καθ’ ἑαυτοὺς ἐδογμάτιζον; Οὐμενοῦν. Ἀλλ’ ἢ παραχαράττεις αὐτὸς ἢ παραλογίζῃ καὶ παρεξηγῇ, μὴ μετὰ τοῦ Πνεύματος ἑρμηνεύων τὰ εἰρημένα διὰ τοῦ Πνεύματος.

Οὐ μήν, ἀλλ’ εἰ καὶ τοῦτο θείημεν, ὅπερ οὐκ ἔστιν, οὐ προσδεκτέα μᾶλλον τὰ κοινῇ παραδεδομένα τῶν ἰδίως εἰρημένων ἑκάστῳ; Ἐκεῖνα μὲν γὰρ πρὸς τῷ πάντων εἶναι καὶ ἀνεπιχείρητα τοῖς κακουργοῦσι καὶ τῷ παραχαράττειν δολοῦσι τὸν τῆς ἀληθείας λόγον, πᾶσιν ἐγνωσμένα σοφοῖς τε καὶ ἰδιώταις καὶ διὰ στόματος ἀεὶ φερόμενα. Τὰ δὲ μὴ ἐπὶ τοσοῦτο καθωμιλημένα ὕποπτά ἐστι καὶ μάλιστα προαγόμενα παρὰ Λατίνων, ο Ἂ καὶ τῷ φανερωτάτῳ τῆς πίστεως συμβόλῳ διὰ προσθήκης ὑπεβούλευσαν. Οἱ γὰρ τῷ ἐν τοῖς τῶν ὡς ἀληθῶς χριστιανῶν ἁπάντων στόμασι κειμένῳ καὶ τῆς ἡμέρας ἑκάστης πολλάκις ἀνακηρυττομένῳ προσθήκην ἐπινοήσαντές τε καὶ τολμήσαντες, τί οὐκ ἂν ἔδρασαν ἐν τοῖς ἀγνοουμένοις παρὰ τῶν πλειόνων; Τὰ γοῦν μὴ κοινὰ μηδὲ καθωμιλημένα ὕποπτά ἐστι, μὴ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐνέσπειρεν αὐτοῖς ζιζάνια. Ταῦτα ἄρα, κἂν μὲν ὁμολογῶσι τῇ κοινῇ ὁμολογίᾳ, προσδεκτέα· ἂν δὲ μή, οὐχί.

Ὅμως ἐν δευτέρῳ λόγῳ τὰ δοκοῦντα συμμαρτυρεῖν σου τῇ καινοτομίᾳ ὀψόμεθα καὶ ἀπελέγξομεν, Θεοῦ διδόντος, οὐκ ἐκεῖνα, ἀπαγε, ἀλλὰ σὲ τὰ καλῶς λελεγμένα ἐκλαμβάνοντα κακῶς, καὶ μὴ τοῖς σοφέσι τὰ ἀσαφῆ καὶ τοῖς παρρησίᾳ εἰρημένοις τὰ ἐν τῷ κρυπτῷ συμβιβάζοντα πρὸς δύναμιν.

Νῦν δ’ ἀνακεφαλαιωσώμεθα τὸν νῦν λόγον, κἀθ’ οὕτω τὰ λείποντα προσθῶμεν.

Πρῶτον μὲν οὖν ἐξελήλεγκται κενὴ τυγχάνουσα παντάπασιν ἡ τῆς προσθήκης τούτων ἀπόφασις.

Ἔπειτα δέδεικται συνυπακουόμενον τὸ “μόνου”, ὅταν λέγηται παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἐπεὶ κἀν τῷ αὐτῷ συμβόλῳ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἀκούοντες γεννηθέντα τὸν Υἱόν, ἐκτὸς ἀντιλογίας πάσης δεχόμεθα συνυπακουόμενον τὸ “μόνου”.

Τούτῳ συνείρομεν ἑξῆς· ὡς εἰ καὶ ἀνεπιλήπτως εἶχε τὸ λέγειν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, τῷ συμβόλῳ προστεθεῖσθαι παρὰ Λατίνων οὐκ ἐχρῆν. Ἐπεὶ κἂν εὖ ἔχον εἰς τὸ ἑξῆς ἀναφανῇ, προσθετέον οὐκ ἂν εἴη· καὶ τοῖς πρὸς ἡμῶν γάρ, καίτοι συνεληλυθόσι καὶ συνεξητακόσι πᾶσι καὶ αὐτοῖς τοῖς τῆς παλαιᾶς Ῥώμης προεστῶσιν, οὐδὲν τῶν ἀναφανέντων εὐσεβῶς ἔχειν προσετέθη.

Κἀντεῦθεν ἀνεφάνη τῶν δικαίων ὂν πρῶτον ἀπαιτεῖν αὐτοὺς τὴν προσθήκην ἐξελεῖν καὶ μὴ διὰ τὴν περιωπὴν τοῦ περιόντος πάπα τοὺς μεμαρτυρημένῳ παρὰ Θεοῦ τέλει κατακλείσαντας τὸν βίον ἀποστέργειν, εἶτα συζητεῖν μετ’ αὐτῶν ἀνέχεσθαι περὶ αὐτῆς.

Μετὰ τοῦτο πρὸς τοὺς εὐγνωμόνως τῶν λόγων ἀκροωμένους λέγομεν, ὡς καὶ ἀμφότερα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀκούοντες, ἔχομεν συνυπακούειν τὸ “ἐκ μόνου”, κἂν μὴ συνεκφωνῆται.

Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευτῶς τὸ Πνεῦμα λέγοντες τὸ ἐκπορεύειν τῇ πατρικῇ ὑποστάσει ἐφαρμόζομεν· ἡ γὰρ οὐσία πάντῃ τε καὶ πάντως μία τῶν τριῶν, οὐκ ἔνι δὲ τὰ τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἔχειν τὸν Υἱόν· ὥστε οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα.

Μετὰ τοῦτο ἐξηλέχθησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες μηκέτι ἐξ ἑνὸς δύνασθαι τὰ δύο πρόσωπα τῆς θεότητος φρονεῖν, ὡς ἐν δυσὶ προσώποις τὸ αἴτιον τιθέμενοι καὶ ταῦτα διαφόρως, ἀλλ’ οὐδὲ Θεὸν ἕνα λέγειν διὰ τὴν τοιαύτην πρὸς τὸ ἓν ἀναφοράν· οὐδὲ γὰρ εἷς ἄνθρωπος πάππος, πατήρ τε καὶ υἱός, κατὰ τὸν σοφὸν τῆς Νύσσης πρόεδρον, ἐπειδήπερ εἰς δύο πρόσωπα τὸ αἴτιον ἀναφέρεται. Καὶ πρὸς τούτῳ παρεστήσαμεν, ὡς, καθάπερ δύο τὰ αἰτιατά, ἐπειδήπερ τὸ αἰτιατὸν ἐν δυσὶ φασὶν αὐτοὶ προσώποις.

Πρὸς δὲ τούτοις, ἐπεὶ κατὰ τοὺς θεοσόφους θεολόγους, ὡς ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρός ἐστιν, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα, πλὴν τοῦ γεννητῶς τε καὶ ἐκπορευτῶς, εἰ ὁ Υἱὸς ἀμέσως καὶ οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ’ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀμέσως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.

Προσαπεδείξαμεν ὡς, ἐπεὶ καὶ νοῦς λέγεται Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα, καθάπερ καὶ ἡμῶν ἑκάστου ὁ οἰκεῖος, κατὰ μὲν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐστι καὶ ἐξ αὐτοῦ, κατὰ δὲ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ μέν ἐστι φυσικῶς, ἀλλ’ οὐκ ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός.

Πρὸς τούτῳ μὴ χάριτι, φύσει δὲ εἶναι ἐκ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἔχειν τὴν ὕπαρξιν ἐδείχθη.

Καὶ ἀπὸ τοῦ πάντα ἔχειν ἑκάτερον τὰ τοῦ Πατρός, ἄνευ τῆς ἀγεννησίας καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τῆς ἐκπορεύσεως κατὰ τοὺς θεολόγους.

Κἀντεῦθεν ἀναπεφήνασιν οἱ μὲν Λατῖνοι προστιθέντες καὶ κατὰ διάνοιαν ἐν τῷ τῆς πίστεως συμβόλῳ· ἡμεῖς δὲ (σελ. 172) ἀναπεφήναμεν μηδὲ κατὰ τὸν ἔξω λόγον τῇ κατὰ τὸ θεῖον σύμβολον εὐσεβεῖ διανοίᾳ προστιθέντες.

Κατηγορήσαμεν τῶν Λατίνων ὡς ἐκεῖνα δογματιζόντων, ἐξ ὧν δύο ἀναφέρονται τοῦ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχαί. Οἱ δὲ μηδὲν κωλύειν πρὸς τὸ μίαν εἶναι ταύτας ἔφησαν, ἐπειδήπερ ἡ μία ἐστὶν ἐκ τῆς ἑτέρας· καὶ ἀπεδείχθησαν καὶ κατὰ τοῦτο βλασφημοῦντες.

Εἶτ’ αὖθις ἡμεῖς ἀναλαβόντες τὸν περὶ τῆς ἀρχῆς λόγον, ἐδείξαμεν κατ’ οὐδένα τρόπον δύο εἶναι τοῦ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχάς.

Παρεστήσαμεν ἐκ τοῦ τὰ κοινὰ Πατρί τε καὶ Υἱῷ, καὶ τῷ Πνεύματι κοινὰ εἶναι μαρτυρεῖσθαι, ὅτι οὐχὶ καὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ ἐκπορεύειν· ἦν γὰρ ἂν τοῦτο καὶ τοῦ Πνεύματος· ἐν ᾧ προσεξηλέγξαμεν αὐτούς, ἀδιάφορα τοῖς φυσικοῖς τὰ ὑποστατικὰ ποιοῦντας. Εἰ δὲ τοῦτο, καὶ ταῖς προσκυνηταῖς ὑποστάσεσι τὴν θείαν φύσιν.

Ἐκ τοῦ ἀσεβὲς εἶναι τὴν δημιουργικῶς διὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι σχοῦσαν κτίσιν ἐκ τοῦ Υἱοῦ μὴ λέγειν, ἀλλὰ τὴν δημιουργικὴν ἰδιότητα μόνῳ διδόναι τῷ Πατρί, κατ’ ἀνάγκην ἀκολούθως συνήγαγομεν, ὡς, εἰ καὶ ἐκπορευτῶς τὸ Πνεῦμα δι’ Υἱοῦ τὸ εἶναι εἶχε, δυσσεβοῦς ἦν ἂν λέγειν, ὅτι Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὐ λέγομεν καὶ ὡς ἡ ἐκπορευτικὴ ἰδιότης μόνον τοῦ Πατρός ἐστιν. Ἐπειδὴ δ’ οἱ τοῦθ’ οὕτω λέγοντες οὐκ εὐσεβεῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ θεοφόροι, δυσσεβεῖς οὔκουν οἱ λέγοντες καὶ ἐξ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα.

Καὶ ὡς, εἰ δι’ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ὁμοῦ τε καὶ χωρὶς ἑκάτερος Πατὴρ ἂν λέγοιτο καὶ προβολεύς, ὡς καὶ ἐπὶ τῆς κτίσεως, ποιητής τε καὶ Πατήρ.

Ἐκ τοῦ πάντα ἔχειν θεολογεῖσθαι τὸν Υἱὸν τὰ τοῦ Πατρὸς ἄνευ τῆς αἰτίας, ἥτις οὐκ ἂν ἡ τῶν κτισμάτων εἴη, τοιγαροῦν ἡ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματός ἐστιν, ἀπεδείξαμεν αὖθις οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι.

Καὶ μάρτυρας παρηγάγομεν ἀπαγορεύοντας τὴν λατινικὴν προσθήκην.

Ἐδείξαμεν αὖθις ἐκ τοῦ μὴ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκ τοῦ Πνεύματος ὑπάρχειν, ὅτι καὶ τὸ Πνεῦμα οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχει.

Εἶτα, ἐκ τῶν ἀπηριθμημένων καὶ τεθεωρημένων τοῖς ἁγίοις ὀνομάτων τοῦ Υἱοῦ, παρεστήσαμεν ὡς οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιόν ἐστι.

Πάλιν ἐκ τοῦ μὴ ἐκπορευτὸν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευτὸν ἴδιον εἶναι τοῦ θείου Πνεύματος, τοὺς θεολόγους μαρτυρεῖν παρεστήσαμεν ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.

Καὶ ἀπὸ τοῦ ἕνωσιν Υἱοῦ καὶ Πνεύματος εἶναι τὸν Πατέρα· ἡ γὰρ τῶν ἄλλων ἑκατέρου μεσότης ἐν τοῖς ὀνόμασι κεῖται.

Καὶ ἀπὸ τοῦ μὴ ἐκ τῆς ἀρχῆς τὸ Πνεῦμα λέγεσθαι, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς εἶναι θεολογουμένου τοῦ Υἱοῦ.

Καὶ ὡς ὁ δι’ Υἱοῦ καθ’ ὕπαρξιν τὸ Πνεῦμα λέγων καὶ εἰς τὴν ‘ἐκ’ τὴν ‘διὰ’ μεταλαμβάνων ἁμαρτάνει. Ὡς γὰρ συμπαρομαρτοῦν τῷ λόγῳ δι’ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμα λέγεται καὶ οὐκ ἐξ ἐκείνου, ἀλλὰ σὺν ἐκείνῳ, γεννηθέντι ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται.

Αὖθις ἐκ τοῦ θεολογεῖσθαι τῶν τριῶν προσώπων ἕκαστον, τῶν καθ’ ὑπόστασιν ἑτέρων δύο μέσον.

Καὶ πρὸς ἄλληλα ἔχειν ὡς ἕκαστον πρὸς ἑαυτό.

Καὶ τῷ δεύτερον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Πνεῦμα λέγεσθαι, καθὰ καὶ ὁ Υἱός, ἀμέσως ἑκάτερον ὑπάρχον ἐκ Πατρὸς ἐδείχθη μὴ ἐοικυίας τῆς θεολογικῆς μεσότητος τοῖς κειμένοις ἐφεξῆς τρισὶ σημείοις, ἀλλὰ τοῖς ἐπὶ τῶν τοῦ τριγώνου γωνιῶν.

Μετὰ τοῦτο διττῆς φανερῶς δειχθείσης τῆς τοῦ Πνεύματος προόδου, προσεδείχθη καὶ τῶν προόδων ἑκατέραν κατάλληλον τὴν παῦλαν ἔχειν. Κἀντεῦθεν πάλιν, ὡς οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.

Πάλιν ἐκ τοῦ λέγειν καὶ τὸν Υἱὸν ἀρχὴν τοῦ θείου Πνεύματος ἀναπεφήνασιν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες τοῖς κτιστοῖς συντάττοντες τὸ θεῖον Πνεῦμα.

Αὖθις ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν κοινωνίαν κατὰ τὸ θεόγονον τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν παρίσταται μὴ εἶναι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα.

Πρὸς δὲ τούτοις, ἐκ τοῦ τὰ κοινὰ τῆς ἀνωτάτω Τριάδος ἐπίσης εἶναι τῶν θείων ὑποστάσεων ἑκάστῃ, ἀνεφάνησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες μήτε τὸν Υἱὸν μήτε τὸ Πνεῦμα λέγοντες ἐκ τοῦ Πατρός, μηδ’ ὑποστατικὰς ἔχειν τὸν Θεὸν διαφοράς.

Εἶτα περὶ τῆς ἐν Θεῷ τάξεως ποιησάμενοι τὸν λόγον προσαπεδείξαμεν μὴ γνωστὸν εἶναι τοῖς ἁγίοις, ὅπως ἔχει πρὸς ἄλληλα σχέσεώς τε καὶ τάξεως ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· καὶ συμφωνεῖν κἀν τούτῳ παρεστήσαμεν τοὺς μεγάλους, Βασίλειον καὶ Γρηγόριον καὶ Ἰωάννην τὸν χρυσοῦν θεολόγον, πρὸς δὲ καὶ τὴν εὐσεβῆ καὶ ἀνωμολογημένην ἐπὶ τοῦ Θεοῦ τάξιν παρεστήσαμέν τε καὶ διευκρινήσαμεν. Κἀντεῦθεν ἀπηλέγχθησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες τὴν μὲν εὐσεβῆ τάξιν ἀγνοοῦντες, ἃ δὲ οἱ θεολόγοι μὴ εἰδέναι ὁμολογοῦσιν ὡς ὑπὲρ ἡμᾶς, αὐτοὶ ταῦτα γινώσκειν ἀκριβῶς αὐχοῦντες καὶ οὕτω καινοφωνοῦντες, καὶ βλασφημοῦντες περὶ τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Ἡμεῖς δὲ καὶ λόγον ἐκδεδώκαμεν πολυειδῶς δεικνύοντες τίνος ἕνεκεν ὡς ἐπὶ πλεῖστον ὁ μὲν Υἱὸς μετὰ τὸν Πατέρα, τὸ δὲ Πνεῦμα μετὰ τὸν Υἱὸν ἡμῖν ὑμνεῖται καὶ τοῖς μυουμένοις παραδίδοται.

Καὶ ὡς ἑπόμενοι καλῶς οἱ θεολόγοι τῷ λόγῳ τῆς μυήσεως, ἐπὶ πάντων τῶν κοινῶς ἐνθεωρουμένων τοῖς τρισί, οὕτω φασὶν ἔχειν πρὸς τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα, ὡς πρὸς τὸν Πατέρα ὁ Υἱός.

Καὶ ὅτι τοῦτο μὴ συνετῶς ἀκούσαντες Εὐνόμιός τε πρότερον καὶ οἱ λατινικῶς πεφρονηκότες ὕστερον, τρίτον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς ἐδογμάτισαν τὸν Πνεῦμα τὸ ἅγιον· κἀντεῦθεν ὁ μὲν Εὐνόμιος τρίτον καὶ τῇ φύσει, Λατῖνοι δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχειν προσεδογμάτισαν.

Ἔτι δείκνυμεν, ὡς οὐκ ἄμφω μόνον ὁ Υἱός τε καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ ἑκάτερον αὐτῶν χωρίς, ἀμέσως ἀναφέρεται πρὸς τὸν Πατέρα· καὶ ὡς, εἰ μὴ τοῦθ’ οὕτως ἔχει, οὐδὲ Θεὸς εἷς ἔσται.

Πρὸς δὲ τούτοις ἐκ τοῦ τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα ὡς Θεὸν ἀλλ’ οὐχ ὡς Πατέρα κτίζειν, γεννᾶν δὲ καὶ ἐκπορεύειν ὡς Πατέρα, δείκνυμεν, ὡς εἰ κατὰ Λατίνους ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὡς ἐξ ἑνὸς τὸ Πνεῦμα, οὐχ ὡς ἐξ ἑνὸς ἔσται Πατρός, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Καὶ οὕτω τὸ λατινικὸν φρόνημα τελέως ἐξελέγχεται καὶ ὡς ἐξ ἀμφοτέρων αὐτῶν δυσσεβῶς καθ’ ὕπαρξιν τὸ Πνεῦμα λέγον καὶ ὡς ἐξ ἑνὸς Θεοῦ τῶν ἀμφοτέρων.

Ἔτι μετὰ τοῦτο περὶ ἀρχῆς φαμέν, καὶ ὡς οἱ λατινικῶς φρονοῦντες σοφιστικῶς ἀποκρίνονται πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας αὐτούς, εἰ δύο λέγουσιν ἀρχὰς τῆς θεότητος τοῦ Πνεύματος.

Ἐντεῦθεν πάλιν ἐκ τοῦ Πατέρα φωτῶν θεολογεῖσθαι παρὰ τοῦ ἀποστόλου τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν κἀντεῦθεν Πατέρα λέγοντες οἱ λατινικῶς φρονοῦντες ἀποδείκνυται· καὶ ἀθετοῦντες σαφῶς τὴν μοναρχίαν καὶ τὸ καθ’ ὑπόστασιν ἑνιαῖον τοῦ Πατρός.

Ἀναφαίνομεν τὸ αἰδέσιμον ἔχειν καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος τὸ καθ’ ἡμᾶς δόγμα, καὶ ὡς ἀνελλιπὲς μηδαμῶς προσθήκης δεῖσθαι.

Ἔπειτα καὶ τοῦτ’ εἰπόντες, ὅτι τὰ κοινῶς εἰρημένα παρὰ τῶν πατέρων στερκτέα μᾶλλον τῶν ἰδίως τισὶ τούτων εἰρημένων ἑκάστῳ, καὶ ὅτι τὰ μὴ καθωμιλημένα ὕποπτά ἐστι, καὶ μάλιστα παρὰ Λατίνων προαγόμενα τῶν καὶ τοῖς φανεροῖς παρεγχειρούντων, ὑπεσχέθημεν, σὺν Θεῷ δ’ ὁ λόγος ἐν (σελ. 180) δευτέρῳ λόγῳ τὰ διαφωνεῖν δοκοῦντα συμφωνοῦντα παραστήσειν.

Ταῦτα μὲν οὖν ἀνωτέρω διὰ πλειόνων ἀποδέδεικται· καὶ ὡς ἡμεῖς καὶ ἡ καθ’ ἡμᾶς ὁμολογία πανταχόθεν ἔχει τὸ ἀσφαλὲς καὶ στέφανος ἡμῖν ἐστι καυχήσεως καὶ ἀκαταίσχυντος ἐλπίς. Εἰ γὰρ μὴ οὕτω καὶ ἡμεῖς κατὰ ταύτην ἐλλιπεῖς, πολλῷ μᾶλλον οἱ ἐκ παλαιοῦ καὶ μυηθέντες ἄνωθεν καὶ τὸ καθ’ ἡμᾶς γένος θεοκινήτως μυήσαντες ἀπόστολοι, προφῆται, σεπταὶ σύνοδοι πατέρων πολλαί τε καὶ πολυάριθμοι. Εἰ δὲ καὶ γινώσκοντες ἑτέρως, ὡς νῦν ἰσχυρίζονται τὸ τῶν Λατίνων γένος, οὐ πεφανερώκασιν ἡμῖν, καὶ ταῦτα τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτοὺς εἰπόντος, «ἃ ἠκούσατε ἐν τῇ σκοτίᾳ, κηρύξατε ἐν τῷ φωτί», πῶς οὐκ ἂν τῶν ὑπευθύνων εἶεν; Ἀλλ’ ὁ Θεὸς αὐτοὺς δι’ ἔργων κἀνταῦθα μεγίστων ἐδικαίωσεν.

Οὐ γὰρ ἐφρόνουν κατὰ τοὺς Λατίνους, ἀπαγε, ὡς καὶ τοῦτο δέδεικται, ἀλλὰ καὶ ἐγνώκασι καὶ παραδεδώκασιν ἡμῖν μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν τῆς θεότητος, ἕνα Πατέρα ἀγέννητον, ἕνα Υἱὸν ἐξ αὐτοῦ γεννητῶς προερχόμενον, ἓν Πνεῦμα ἅγιον συναΐδιον, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ αὐτὸ ἐκπορευόμενον πρὸ αἰώνων καὶ εἰς αἰῶνας· καὶ ἔτι καὶ συνδοξαζόμενον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Κυριακοδρόμιο (προσέγγιση στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της Κυριακής και των Μεγάλων Εορτών), Λειτουργικά, εορτολογικά, Νεοελληνική απόδοση Ύμνων, Συναξάρια, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.