Ο γέροντας σώπασε. Βυθίστηκε πάλι στης προσευχής τα βάθη. Ένιωθες πως είχες ένα παράδεισο μπροστά σου ανοιχτό και σου έδειχνε με απλότητα την ωραιότητά του και τα κάλλη του. Η χαρά της παρουσίας του τώρα συνομιλούσε με τον φόβο, μήπως αύριο ο παράδεισος δεν ανοίξει και δεν φανεί στο κέντρο του, στην καρδιά του ταπεινού υποτακτικού, ο μέγας διδάσκαλος της νοεράς προσευχής. Εάν πραγματικά θέλεις να συναντήσεις έναν άγιο, πάρε έναν άλλο άγιο από το χέρι να σε οδηγήσει. Εσύ μόνος σου θα χαθείς. Ο άλλος ξέρει τα κατατόπια…
Είναι η αναμονή κατάσταση δύσκολη. Περιμένεις κάτι και τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε γεμίσει, να σε αναπαύσει. Με τίποτα δεν συζητάς, σε τίποτα άλλο δεν στέκεσαι, παρά μόνο σ’ αυτό που αναμένεις. Έτσι, αφού ο Θεός χάρισε το φως της ημέρας, δίνοντας ευλογία στον ήλιο να φωτίσει και να θερμάνει την κτίση, εμείς περιμένουμε να ανοίξει η πηγή της χάριτος, το στόμα του γέροντα, και να προσφερθεί το νερό το ζωντανό, που σταγόνα – σταγόνα μάζεψε τόσα χρόνια γονατιστός στα βράχια των Κατουνακίων.
Μέχρι το σκοτάδι να γίνει φως.
Ο π. Ιωσήφ κρατούσε το γέροντα και ο π. Εφραίμ την πάνινη πολυθρόνα. Ο γέροντας τους κοιτούσε, τους ψιθύριζε, τους ρωτούσε και τους χαμογελούσε. Ο «θρόνος» του ασκητή στήθηκε σε μέρος ηλιόλουστο. Άλλωστε, εκείνος όπου υπήρχε φως αναπαύονταν. Και γι’ αυτό τα βράδια της ζωής του τα λίγα στη Θήβα, τα πολλά στην έρημο, δεν αναπαύονταν μέχρι το σκοτάδι να γίνει φως. Ο γέροντας κάθισε. Άνοιξε τα χέρια του και είπε: «Τί δώσαμε στα παιδιά; Τί θέλουν; Νεράκι, λουκούμι, καφεδάκι, τί θέλουν;».
Δεν υπάρχουν ωραιότερες εικόνες από εκείνες των Αγίων. Έχουν χρώματα ζωντανά, κινήσεις μοναδικές και φως που καμιά μηχανή ανθρώπινη δεν μπορεί να προσφέρει. Έβλεπες τον γέροντα και έλεγες: «Αν τώρα σαρκωνόταν ο Άθωνας, σαν δίδυμος αδελφός του δεν θα ήταν; Γίγαντας, γέροντας, επιβλητικός, απίστευτα υψηλός, μαθημένος στα χτυπήματα των κεραυνών, αγέρωχος, αμετακίνητος. Η αγκαλιά του καταφύγιο, η γενειάδα του βουνοπλαγιά χιονισμένη. Τα μάτια του ρυάκια, τα λόγια του δροσιά, οι διδαχές του θέα πνευματικά συναρπαστική.
Ο λόγος του μας επαναφέρει από το σύντομο του λογισμού ταξίδι.
«Τί θέλουν τα παιδιά;».
Ο παπά – Εφραίμ ο νεότερος του απαντά:
«Τα παιδιά έχουν κεραστεί, γέροντα. Θέλουν μόνο αυτό που από χθες τους τάξατε».
«Έταξα; Τί έταξα;».
«Να τους πείτε για το γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή».
Και μόνο με το άκουσμα του ονόματος, μια χαρά, μια αγαλλίαση απλώθηκε και κυρίευσε την οσιακή μορφή. Πώς αλλοιώνεται η όψη της μάνας, όταν σκέφτεται το παιδί της; Έτσι και η μορφή του γέροντα. Ακολούθησαν μερικά λεπτά μιας ιερής, ευωδιαστής σιωπής. Νιώθεις μια μυστική συνάντηση, μια επικοινωνία που δεν μπορεί να συλλάβει η δική σου συχνότητα. Τα μάτια βουρκώνουν. Ένας λυγμός τρυπώνει στις λέξεις που ετοιμάζονται να προσφερθούν. Ένα χαμόγελο ανατέλλει και ο γέροντας λέει…
Ο ταμιούχος της χάριτος.
«Ε, αφού το είπαμε… Μην τάξεις σε άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι. Αφού το είπαμε, να ‘ναι ευλογημένο. Ένα φοβάμαι. Το φτωχό μου λόγο και τη φτωχή μου αντίληψη που δε φτάνουν, να πούμε, σε αυτό που πραγματικά ήταν ο γέροντάς μας. Πού να φτάσω εκεί πάνω; Φτάνεις εκεί; Δεν μπόρεσα να πάρω εγώ, αλλά η αγάπη του μου έδωσε. Ό,τι έχω είναι δικό του. Όλα είναι δικά του.
Έρχεται ένας πατέρας, εργάζεται, κουράζεται, ιδρώνει, στερείται, πεινά. Φτιάχνει ένα σπιτάκι. Το αφήνει κληρονομικά στο γιο του. Το παιδί μπαίνει στο σπίτι. δεν κουράστηκε, δεν αγωνίστηκε. Έτοιμα τα βρήκε. Έ, μόνο να το συντηρήσει χρειάζεται για να το δώσει κι αυτός στο παιδί του. Αυτό είναι πατέρας, δεν φτιάχνει για τον εαυτό του, για το παιδί του εργάζεται. Το παιδί θα γίνει κι αυτό πατέρας μόνον όταν αγωνιστεί να κρατήσει και να προσφέρει.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος σταυρός, αλλά και μεγαλύτερη χαρά και χάρη από το να γίνεσαι πατέρας. Ο γέρο – Ιωσήφ ήταν πλούσιος. Είχε μεγάλη πνευματική περιουσία. Ένας ταμιούχος της χάριτος, που μοίρασε απλόχερα και συνεχίζει να μοιράζει την περιουσία του.
Σε μια ουράνια ωραιότητα.
Ο γέρο – Ιωσήφ γεννήθηκε στην Πάρο. Τις πρώτες μεγάλες μάχες τις έδωσε πριν έρθει στο Άγιο Όρος. Αν δεν δοκιμαστείς πρώτα και έρθεις εδώ, τρόπον τινά, «άκαπνος», άνετος, θα δυσκολευτείς πολύ. Και με τι δεν πάλεψε ο γέροντας. Με την ορφάνια; Παιδάκι δώδεκα – δεκατριών ετών ήταν, όταν εκοιμήθη ο πατέρας του. Με τη φτώχεια; Ήταν βλέπεις από τους μεγαλύτερους και είχε να θρέψει άλλα έξι αδέλφια και τη μάνα που ήταν αγία γυναίκα. Είχε το στρατό. Τί νομίζετε; Ότι ο στρατός είναι εύκολη υπόθεση; Είναι η δοκιμή για τη ζωή του ανθρώπου. Εκεί πολλά θα φανούν. Και η υπομονή και το ήθος και η υπακοή. Είναι ένα κοινόβιο ο στρατός.
Ο γέροντας ως νέος είχε αρραβωνιαστεί. Άλλη δοκιμή. Εδώ ασκείται ο άνθρωπος στην αγάπη, στην ταπείνωση, στην εγκράτεια. Βλέπεις σήμερα δεν παίρνουν τίποτα στα σοβαρά οι άνθρωποι. Ούτε στρατός υπάρχει, ούτε αρραβώνας. Αδοκίμαστοι οι άνθρωποι. Πάνε ξυπόλυτοι μέσα στα αγκάθια. Η μνηστή του γέροντα ήταν παπαδοκόρη. Καθαρός άνθρωπος, ένα αγγελάκι ήταν. Αρρώστησε από φυματίωση και έφυγε για τον ουρανό. Ο γέροντας πήρε το πρώτο μήνυμα από το Θεό. Όλα μέσα από το Θεό τα περνούσε. Δε θεωρούσε τίποτα τυχαίο. Μάθημα ματαιότητας πήρε στην μνηστής την κοίμηση. Είδες ταπείνωση; Καθετί το κάνει θρανίο και σπουδάζει σιωπηλά την αλήθεια.
Είδε και ένα όραμα. Ο Θεός δε θα σου δώσει ένα μόνο σημείο. Γιατί είσαι άνθρωπος και λες: «είναι από το Θεό, είναι από τον πονηρό, είναι από τον εγωισμό;». Από πού είναι; Θέλει υπομονή. Ο Θεός κάνει τις δουλειές του καθαρές και δεν αφήνει κανένα περιθώριο σύγχυσης. Άλλος συγχύζει για να κάνει τις δουλειές του, όχι ο Θεός. Είδε, λοιπόν, ότι περνούσε, να πούμε, έξω από τα ανάκτορα. Τον έπιασαν δύο στρατιωτικοί, όμορφα, φωτεινά παλληκάρια. Του είπαν να μη φοβάται και τον ανέβασαν σε μια ουράνια ωραιότητα. Τον έντυσαν στολή λαμπρή – τύφλα να έχουν τα ανθρώπινα ενδύματα – και τον πήγαιναν στο βασιλέα να προσκυνήσει. Ε, τί άλλο ήθελε, φως φανάρι η υπόθεση.
Αληθινός προσκυνητής.
Έτσι άρχισε την καλογερική. Νηστεία από τον κόσμο ακόμα αυστηρή. Ανέβαινε και στην Πεντέλη. Σκαρφάλωνε στα δέντρα και όλο το βράδυ προσευχόταν. Μελετούσε και την Αγία Γραφή και τα Πατερικά. Πήγαινε και σε προσκυνήματα. Πήγαινε ως αληθινός προσκυνητής. Όχι όπως σήμερα. Πάνε για γλέντι. Τρώνε, πίνουν, αισχρολογούν. Κάνουν και μια επίσκεψη σε μοναστήρι και λένε: πήγαμε προσκύνημα. Προσκύνημα για το γέροντα ήταν κόπος, προσευχή, αγρυπνία, μελέτη, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία. Έρχονται εδώ στο Άγιον Όρος. Τους ρωτάς: «τί είδατε;» Ωραία δάση, σου λένε, ωραία θάλασσα, κτίσματα παλιά. Α, και νόστιμο φαγητό.
Κάποτε ακούγονταν οι άγιοι του Αγίου Όρους και γράφονταν συναξάρια με τα κατορθώματα τα ασκητικά των πατέρων, και τώρα διαδρομές και συνταγές. Αυτό ήρθες εδώ να κάνεις; Α, να σας πω κι αυτό. Ψάχνουν και προφήτες να τους πουν τη μοίρά τους. Και ενοχλούν με την αδιακρισία τους πατέρες. Έλα εδώ. Μη ρωτάς. Σιώπησε. Προσευχήσου. Εξομολογήσου. Και θα δεις τι θα πάρεις από το Άγιο Όρος για τον κόσμο.
Να σας πω μία ιστορία να γελάσετε. Κάποτε βγήκε από το Άγιο Όρος ένας γέροντας με το καλογέρι του στη Θεσσαλονίκη. Πήγαιναν στον γιατρό. Στο δρόμο πάει μια τσιγγάνα και λέει στον γέροντα: «Παππού, να σου πω τη μοίρα σου; Δώσέ μου το χέρι σου». Ανοίγει το χέρι του ο γέροντας, σκύβει η τσιγγάνα με περισυλλογή να διαβάσει τη μοίρα του γέροντα. Εκείνη τη στιγμή, πριν καλά – καλά προλάβει να μιλήσει, της ρίχνει ένα χαστούκι. Άρχισε να διαμαρτύρεται: «Γιατί με χτύπησες;» «Καλά», της λέει ο γέροντας, «εσύ δεν μπόρεσες να δεις το ράπισμα που σε ερχόταν εκείνη τη στιγμή και θα έβλεπες τί θα γινόταν στη ζωή μου σε πέντε – δέκα χρόνια;» Έτσι είναι. Τι θα γίνει είναι στο χέρι του Θεού και όχι στο δικό μας. Εάν θέλει Εκείνος δείχνει, εάν θέλει κρύβει. Να ‘ναι ευλογημένο! «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον! Είη, το όνομα Κυρίου ευλογημένον!».
Ο γέροντας, ως αληθινός προσκυνητής, πήγε και στην Κεφαλλονιά στον Άγιο Γεράσιμο και έμαθε ότι ο Άγιος εκοιμήθη την ημέρα της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο. Είδες πήγε εκεί να γνωρίσει και να μιλήσει στον Άγιο. Του το ζήτησε αυτό το γεγονός, αυτή τη χαρά και ο Άγιος το έδωσε στον όσιο γέροντά μας σαράντα χρόνια μετά. Τί νομίζεις; Ότι ξεχνάει ο Άγιος; Όχι δεν ξεχνά. Πάει το αίτημα στο θέλημα του Θεού και αν το θέλημά του είναι σύμφωνο, γίνεται. Το θέλημα του Θεού είναι η άλλη, τρόπον τινά, ονομασία της σωτηρίας του ανθρώπου.
Στην Κεφαλλονιά οι δαιμονισμένοι που ήταν εκεί για να θεραπευθούν από τον Άγιο φώναζαν για το γέροντα και τον έδειχναν: «Κοίτα τον βλάκα που αφήνει το κολάρο για να πάει με το Χριστό». Βλέπεις τότε οι νεαροί φορούσαν κολάρο, καπέλο, γυαλισμένα σκληρά παπούτσια, κρατούσαν και μπαστούνι. Όσο, όμως, φωνάζει ο διάβολος, τόσο τρέχεις γρηγορότερα στο Χριστό.
Διάκριση, εμπειρία, οι δύο οφθαλμοί.
Ο γέροντας προίκισε από τον κόπο του την αδελφούλα του, έδωσε και ελεημοσύνες και ανηφόρησε για το Άγιον Όρος. Όταν ήρθε, είχε φτάσει σε ένα επίπεδο και έψαχνε κάτι ανώτερο. Αυτή ήταν η μεγάλη δυσκολία του εδώ. Ψάχνοντας πέρασε πρώτα από το γέροντα Καλλίνικο τον άγιο ησυχαστή. Του ζήτησε να τον διδάξει τη νοερά προσευχή. Ο γέρο – Καλλίνικος ήταν προσεκτικός και επιφυλακτικός σε αυτά. Δεν είναι αστεία πράγματα. Στα χέρια του άπειρου, του αρχάριου, είναι σαν το κοφτερό μαχαίρι στα χέρια ενός μικρού παιδιού. Του λέει: «Μετά το θάνατό μου, θα είναι κατάλληλος καιρός να ασχοληθείς με αυτά». Ήθελε πρώτα να ψηθεί, να πούμε, στην καλογερική, να τριφτεί στην υπακοή και να χορτάσει άσκηση.
Μετά πήγε και στο γέροντα Δανιήλ, εδώ δίπλα στα Κατουνάκια. Ο γέροντας δεν τον κράτησε αλλά του έδειξε το δρόμο. Όχι, άντε όπως να ‘σαι, μείνε. Αυτά πληρώνουμε στα πνευματικά. Ο γέρο – Δανιήλ είχε δύο μάτια: τη διάκριση και την εμπειρία. Είδε με τη διάκρισή του ότι ο τρόπος της συνοδείας του δε θα έκανε στο νεαρό. Είδε ότι ήταν για άλλα. Η διάκριση είδε και η εμπειρία έκρινε. Δεν του είπε όμως αμέσως, φύγε. Τον κράτησε οκτώ ολόκληρους μήνες για να τον εφοδιάσει με ό,τι χρειαζόταν.
Γνωριμίες στο φως της κορυφής.
Εν τω μεταξύ, ο γέροντας είχε γνωρίσει ένα μοναχό, τον π. Αρσένιο, που ήταν από τα μέρη του Πόντου. Γνωρίστηκαν στην κορυφή του Άθωνος, την ημέρα της Μεταμορφώσεως. Έτσι πρέπει να είναι οι γνωριμίες μας. Καταστάσεις υψηλές και μέσα στο φως του Χριστού. Μία γνωριμία, μία συνάντηση, με την προσευχή να την προσφέρεις στο Χριστό, να τη θέτεις, να πούμε, στην προστασία της Παναγίας. Όταν είμαστε παιδιά, η μάνα μας πρόσεχε τους φίλους μας και αν δεν έβλεπε κάτι καλό μας προστάτευε.
Ενθυμούμαι, όταν ήρθε πρώτη φορά εδώ στο σπιτάκι μας ο γέροντας Αιμιλιανός, της Σιμωνόπετρας. Ένας άρχοντας ήταν. Ευγενής, διακριτικός και με ένα χαμόγελο από εδώ μέχρι απέναντι. Χαρά Θεού σας λέω. Άλλος άνθρωπος, λεπτός, χαριτωμένος, σπάνιος. Βρε, λέω με το λογισμό, είναι αληθινό αυτό που βλέπω; Τρέχω το λοιπόν να πάρω πληροφορίες. Μπαίνω στο εκκλησάκι μας, γονατίζω στην Παναγία και της λέω: «πες μου σε παρακαλώ», Εεε, δεν πρόλαβα να σηκωθώ και η πληροφορία ήρθε: «Εφραίμ, αυτός που ρωτάς είναι δικός μας. Αυτός είναι από μας». Τρέχω πάλι έξω και αγκαλιάζω το γέροντα και του φιλούσα τα χεράκια του.
Ο γέροντας Αιμιλιανός επισκέφθηκε τον παπά – Εφραίμ για να τον ρωτήσει περί νοεράς προσευχής. Ο παπά – Εφραίμ δίσταζε ν’ ανοίξει τους θησαυρούς της καρδιάς του, εάν πρώτα δε λάμβανε «πληροφορία» από την Παναγία. Όπως συνήθιζε, αποσύρθηκε σε προσευχή και αναπαύθηκε το πνεύμά του, ώστε να δεχθεί το γέροντα Αιμιλιανό ως «άλλον Μέγα Βασίλειο!». Από τότε συνάφθηκε μεταξύ τους άρρηκτος πνευματικός δεσμός. Ο παπά – Εφραίμ έλεγε συχνά: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο γέρο – Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό Ω, αυτός, παιδί μου, είναι ευωδία»!.
Αυτές είναι συναντήσεις, αυτές είναι γνωριμίες, αυτές είναι αληθινές φιλίες. Από υπόγειες και σκοτεινές γνωριμίες, τί προκοπή περιμένεις;
Από το βιβλίο: Έλα φως… Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.
Εκδόσεις Θεσβίτης. Δ’ έκδοση. Θήρα 2024.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
