10. Τί είπες δηλαδή στην αρχή; Εάν ο πονηρός έχει γεννηθεί από τον Θεό, επειδή είναι από την ίδια με αυτόν ουσία, είναι και πονηρός. Και ενώ εγώ σου απέδειξα, από το παράδειγμα που ο ίδιος έδωσες, ότι από αγαθούς γίνονται κακοί και από κακούς αγαθοί, δεν το παραδέχθηκες, λέγοντας ότι το παράδειγμα είναι ανθρώπινο. Γι’ αυτό κι εγώ τώρα δεν παραδέχομαι ότι ο Θεός έχει γεννηθεί, διότι η ιδιότητα να γεννούν ανήκει στους ανθρώπους και όχι στον Θεό. Αλλά ούτε αγαθός ή κακός, ή δίκαιος ή άδικος μπορεί να είναι ο Θεός˙ διότι αυτά είναι ανθρώπινα. Και εάν δεν πρέπει συζητώντας για τον Θεό να του αποδείξουμε τα καλά προσόντα των ανθρώπων, δεν πρέπει στο εξής να σκεφτόμαστε ή να λέμε ή να αναζητούμε τίποτε άλλο, παρά μόνο αυτό, δηλαδή την προαίρεσή του, την οποία μας επέτρεψε να σκεφτόμαστε, για να μην είμαστε αναπολόγητοι όταν θα κρινόμαστε για το ότι δεν φυλάξαμε αυτά που γνωρίζαμε.
11. Και ο Σίμωνας όταν τα άκουσε αυτά είπε˙ Δεν θα με καταφέρεις, σιωπώντας για την ουσία του, να συζητήσω μόνο για την προαίρεσή του. Διότι μπορούμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για την ουσία του, εννοώ ξεκινώντας από τα καλά που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους. Λόγου χάρη συνυπάρχει στον άνθρωπο το να ζει και να πεθαίνει, ενώ στον Θεό όχι το να πεθαίνει, αλλά να ζει αιώνια. Επίσης είναι σύμφυτο στους ανθρώπους να είναι κακοί και καλοί, ενώ στον Θεό το να είναι ασύγκριτα αγαθός. Και για να μη μακραίνω πολύ τον λόγο, από εκείνα που είναι σύμφυτα στους ανθρώπους τα ανώτερα υπάρχουν σύμφυτα αιώνια στον Θεό.
Και ο Πέτρος είπε˙ Πες μου, Σίμωνα, είναι σύμφυτο στους ανθρώπους να γεννούν κακούς και καλούς και να κάνουν κακά και καλά;
Και ο Σίμωνας είπε˙ Είναι σύμφυτο.
Και ο Πέτρος είπε˙ Επειδή απάντησες έτσι, ότι από αυτά που υπάρχουν σύμφυτα στους ανθρώπους, πρέπει τα ανώτερα να τα αποδίδουμε στον Θεό, αφού λοιπόν οι άνθρωποι γεννούν κακούς και καλούς, ο Θεός μόνο κακούς μπορεί να γεννήσει, και αφού οι άνθρωποι κάνουν κακά και καλά, αυτός ευχαριστιέται να κάνει μόνο τα καλά. Αυτά για τον Θεό˙ ή μήπως δεν μπορούμε αυτά που έχουν σύμφυτα οι άνθρωποι να τα λέμε και να τα αποσιωπούμε, ή είναι εύλογο από τα καλά που υπάρχουν στους ανθρώπους, να του αποδίδουμε τα ανώτερα; Και έτσι μόνο αυτός είναι ο αίτιος όλων των καλών.
12. Και ο Σίμωνας είπε˙ Επομένως, εάν ο Θεός είναι μόνο των καλών αίτιος, τί άλλο μπορούμε στο εξής να σκεφτούμε, παρά μόνο ότι τον πονηρό τον γέννησε κάποια άλλη αρχή, ή ότι είναι αγέννητος.
Και ο Πέτρος είπε˙ Ούτε κάποια άλλη δύναμη γέννησε τον πονηρό, ούτε το κακό είναι αγέννητο, όπως θα δείξω στο τέλος. Τώρα όμως απομένει να σου αποδείξω, όπως υποσχέθηκα από την αρχή, ότι οπωσδήποτε ο Θεός είναι άμεμπτος. Έχουμε ως δεδομένο λοιπόν ότι ο Θεός από τα προσόντα των ανθρώπων έχει τα ανώτερα σε ασύγκριτο βαθμό. Γι’ αυτό και είναι ενδεχόμενο αυτός να προβάλλει τις τέσσερες ουσίες, δηλαδή το θερμό, το ψυχρό, το υγρό και το ξερό. Αυτά ως πρώτα στοιχεία, που από τη φύση τους είναι απλά και ανόθευτα, είναι ουδέτερα ως προς την επιθυμία, όμως προβαλλόμενα από τον Θεό και αναμιγνυόμενα έξω γίνονται ζωντανή ύπαρξη, που έχει την διάθεση να εξολοθρεύσει τους κακούς. Και επειδή με αυτό τον τρόπο γεννήθηκαν όλοι, ο πονηρός ούτε από αλλού προέρχεται, ούτε από αυτόν τον Θεό που δημιούργησε τα πάντα πήρε την κακία, στον οποίο είναι αδύνατο να υπάρχει, διότι οι ουσίες, όντας ουδέτερες, προήλθαν από αυτόν ξεχωρισμένες, και αφού αναμίχθηκαν έξω με τη δική του επινόηση, με ελεύθερη θέληση ήρθε σαν παρεπόμενο η επιθυμία τους για την εξολόθρευση των κακών˙ άλλωστε η κακία, που είναι παρεπόμενη, δεν μπορεί να εξολοθρεύσει καλούς, ούτε και αν το θελήσει, διότι με νόμο έχει εξουσία μόνο εναντίον των κακών. Αγνοώντας λοιπόν τους τρόπους του καθενός, τους δοκιμάζει, και αφού τους ελέγξει τους τιμωρεί.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Αφού λοιπόν ο Θεός έχει τη δύναμη να αναμιγνύει τα στοιχεία και να κάνει μίγματα με προαιρέσεις τέτοιες που θέλει, γιατί δεν έκανε το μίγμα του καθενός να προτιμά τα αγαθά;
10. Αυτίκα γουν τί την αρχήν έλεγες; Ει εκ Θεού ο πονηρός γεγέννηται, της αυτής αυτώ ων ουσίας, και πονηρός εστίν. Εμού δε δείξαντος εξ οίπερ αυτός έδωκας παραδείγματος, ότι εξ αγαθών κακοί γίνονται και εκ κακών αγαθοί, ου παρεδέξω, ανθρώπινον φήσας είναι το παράδειγμα. Όθεν και νυν εγώ ουδέ το γεγεννήσθαι Θεόν παραδέχομαι, ότι το γεννάν ανθρώπινόν εστίν, ου Θεού. Άλλ’ ούτε μην φρόνιμος ή ζώον ή όσα άλλα ανθρώποις προσείναι δύναται˙ ανθρώπων γαρ τα τοιαύτα. Και ει μη χρη ζητούντας περί Θεού διδόναι αυτώ τα ανθρώποις προσόντα καλά, ουδέν εστί του λοιπού νοοίν ή λέγειν, ή ταυτό μόνον ζητείν, το της προαιρέσεως αυτού, ην αυτός συνεχώρησεν ημίν νοείν, όπως κρινόμενοι αναπολόγητοι ώμεν περί ων γνόντες ουκ εφυλάξαμεν.
11. Και ο Σίμων ακούσας έφη˙ Ου δυσωπήσεις με, περί της ουσίας αυτού σιωπήσαντα, περί της προαιρέσεως ατυού ζητείν μόνης. Έστι γαρ περί της ουσίας αυτού και νοείν και λέγειν, λέγω δη από των ανθρώποις προσόντων καλών. Οίον πρόσεστιν ανθρώπω το ζην και το τεθνάναι, αλλά τω Θεώ ου το τεθνάναι, αλλά το ζην, και το ζην αιωνίως. Έτι μην πρόσεστιν ανθρώποις το κακοίς είναι και αγαθοίς, τω δε Θεώ το ασυγκρίτως αγαθώ είναι. Και ίνα μη επί πολύ μηκύνω τον λόγον, των προσόντων ανθρώποις τα κρείττονα αιωνίως πρόσεστι τω Θεώ.
Και ο Πέτρος έφη˙ Λέγε μοι, Σίμων, πρόσεστιν ανθρώποις γεννάν κακούς και αγαθούς, και ποιείν κακά και αγαθά;
Και ο Σίμων έφη˙ Πρόσεστιν.
Και ο Πέτρος έφη˙ Επεί ούτως έφης, των ανθρώποις προσόντων τα κρείττονα απονέμειν δει τω Θεώ, ανθρώπων γεννώντων κακούς και αγαθούς, ο Θεός αγαθούς μόνους γεννήσαι δύναται, έτι τε των ανθρώπων ποιούντων κακά και αγαθά, αυτός μόνον τα αγαθά ποιών τέρπεται. Ούτω περί Θεού, ή ου δη τα ανθρώποις προσόντα λέγειν και σιωπάν έστιν, ή των ανθρώποις προσόντων καλών εύλογόν εστίν απονέμειν αυτώ τα κρείττονα; Και ούτω πάντων καλών μόνος εστίν αίτιος.
Και ο Σίμων˙ Ουκούν, ει ο Θεός μόνων των καλών αίτιός εστίν, του λοιπού τι έστι νοείν, ή ότι τον πονηρόν ετέρα τις εγέννησεν αρχή, ή αρ’ αγέννητόν εστιν.
Και ο Πέτρος˙ Ούτε ετέρα τις δύναμις εγέννησε τον πονηρόν, ούτε αγέννητόν εστί το κακόν, ως επί τέλει δείξω. Νυν γαρ αποδείξαί μοι πρόκειται, ως απ’ αρχής υπεσχόμην, ότι κατά πάντα τρόπον ο Θεός άμεμπτός εστίν. Δεδώκαμεν ουν ότι ο Θεός των ανθρώποις προσόντων τα κρείττονα ασυγκρίτως έχει. Διο και ενδέχεται αυτόν προβολέα γενέσθαι των τεσσάρων ουσιών, θερμού λέγω και ψυχρού, υγρού τε και ξηρού. Έφυ μεν ως πρώτα απλά και αμιγή όντα, προς ουθέτερον έχειν την όρεξιν, προβληθέντα δε υπό του Θεού και έξω κραθέντα γενέσθαι ζώον, προαίρεσιν έχον ολοθρεύσαι κακούς. Και ούτως εξ αυτού πάντων γεγεννημένων, ο πονηρός ούτε άλλοθέν εστίν, ούτε απ’ αυτού του πάντα πεποιηκότος Θεού την κακίαν είληφεν, παρ’ ω υπάρχειν αδύνατόν εστίν, ότι αι μεν ουσίαι, ουθέτεραι ούσαι, πεφιλοκρινημέναι εξ αυτού προβέβληνται, και έξω αυταίς κραθείσαις υπό της αυτού τέχνης βουλήσει συμβέβηκεν η προς τον των κακών όλεθρον επιθυμία˙ αγαθός δε η συμβεβηκυία κακία ολοθρεύσαι ου δύναται, ουδ’ ει βουληθείη, νόμω γαρ κατά των αμαρτανόντων την εξουσίαν έχει. Αγνοών ουν τα έκαστα των τρόπων την κατ’ αυτών λαμβάνει διάπειραν, και διελέγξας τιμωρεί.
Και ο Σίμων έφη˙ Δυνατός˙ ο Θεός κιρνάν τα στοιχεία και ποιείν κράσεις προς α βούλεται γενέσθαι προαιρέσεις, δια τί μη αγαθών προαιρετικήν εποίει την εκάστου κράσιν;
***
13. Και ο Πέτρος˙ Τώρα η ομιλία μας γίνεται για να δείξουμε πως έγινε ο πονηρός, εάν έγινε, και από ποιόν˙ ενώ το αν έγινε κατά τρόπο άμεμπτο θα το πω όταν τελειώσω τον λόγο που τώρα αρχίζουμε. Τότε θα αποδείξω το πώς και γιατί έγινε, και θα σας πληροφορήσω ότι εκείνος που τον έκανε είναι άμεμπτος. Ήδη είπαμε ότι από τον Θεό προήλθαν οι τέσσερες ουσίες, και έτσι με τη γνώμη εκείνου που έκανε τη σύνθεση των ουσιών συνέβη όπως θέλησε η προτίμηση των κακών. Διότι, εάν συνέβη παρά τη θέλησή του, ή από κάποια άλλη ουσία ή και πρόφαση, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Θεό η βεβαιότητα της θελήσεως, μη τυχόν, χωρίς τη θέλησή του, δημιουργηθούν για πάντα αρχηγοί της κακίας, οι οποίοι θα πολεμούν τα θελήματά του. Αλλά είναι αδύνατο να συνέβησαν αυτά έτσι. Διότι κανένα ζωντανό ον, και μάλιστα κατάλληλο να είναι ηγεμόνας, μπορεί να γίνει τυχαία. Γιατί κατ’ ανάγκη κάθε τι που γίνεται, γίνεται από κάποιον.
14. Και ο Σίμωνας˙ Τί λοιπόν, εάν η ύλη, που είναι σύγχρονη και ισοδύναμη με αυτόν, ως εχθρική προβάλλει σ’ αυτόν αρχηγούς που να εμποδίζουν τα θελήματά του;
Και ο Πέτρος˙ Εάν η ύλη είναι αιώνια, δεν είναι εχθρική εναντίον κανενός˙ διότι αυτό που υπάρχει πάντοτε είναι απαθές, και εφόσον είναι απαθές είναι μακάριο, και όντας μακάριο δεν μπορεί να γίνει δεκτικό έχθρας, αφού λόγω της αιώνιας κτίσεώς της δεν φοβάται μήπως στερηθεί κάτι. Γιατί όμως να μην αγαπά τον δημιουργό η ύλη, αφού βλέπουμε να παράγει καρπούς για να τρέφονται όλα όσα έγιναν από αυτόν; Και γιατί τον φοβάται ως ανώτερον, όπως ομολογεί τρέμοντας με τους σεισμούς, και όπως επίσης τότε που είχε μεγάλα κύματα, όταν ο Δάσκαλος έπλεε και διέταξε να γαληνέψει, και αμέσως αυτή υποτάχθηκε και ησύχασε;1 Αλλά και οι δαίμονες, μαζί με τον φόβο που του είχαν, δεν προτιμούσαν να βγαίνουν, και άλλοι δεν του ζητούσαν την άδεια παρακαλώντας για να μπουν σε χοίρους, επειδή δεν είχαν δικαίωμα, χωρίς να τους επιτρέψει εκείνος, ούτε σε χοίρους να μπουν;2
15. Και ο Σίμωνας˙ Τότε γιατί, εάν είναι άψυχη (η ύλη), έχει την ιδιότητα να έχει μέσα της τα κακά και τα αγαθά;
Και ο Πέτρος˙ Σύμφωνα με τον λόγο αυτό ούτε αγαθή είναι, ούτε κακή, διότι δεν ενεργεί με δική τους βούληση, αφού είναι άψυχη και αναίσθητη. Γι’ αυτό και εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι, ενώ είναι άψυχη, εμφανίζεται ως έμψυχη, και ενώ είναι αναίσθητη, εμφανίζεται να δημιουργεί τα έντεχνα σχήματα και των ζώων και των φυτών.
Και ο Σίμωνας˙ Τότε, εάν ο ίδιος ο Θεός σύμφωνα με τη θέλησή του, το Πνεύμα του την καλλιεργεί και τίποτε πια δεν είναι εχθρικό προς τον Θεό, ή ισοδύναμο ή αδύνατο, γιατί κάθε τι που γίνεται από αυτόν, γίνεται όπως θέλει. Αλλά θα πεις˙ Αυτός είναι αίτιος της κακίας, εφόσον αυτός μέσω αυτής κατασκευάζει τα κακά. Όμως ποιά ονομάζει κακά; Τα δηλητηριώδη ερπετά και τα θανάσιμα βοτάνια, ή τους δαίμονες, ή και μερικά άλλα από εκείνα που μπορούν να ενοχλήσουν τους ανθρώπους; Αυτά τα τωρινά κακά δεν θα υπήρχαν, εάν δεν αμάρτανε ο άνθρωπος, εξαιτίας του οποίου παρεισέφρυσε ο θάνατος˙ διότι, όσο ο άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, δεν προκαλούσε κακό το δηλητήριο των ερπετών, ούτε οι ενέργειες των κακών βοτανιών, ούτε οι ενοχλήσεις των δαιμόνων γίνονταν, ούτε κανένα άλλο πάθος μπορούσε να συνυπάρχει σ’ αυτόν˙ εξαιτίας της αμαρτίας όμως, αφού εξέπεσε από του να είναι αθάνατος, όπως είπα, έγινε δεκτικός κάθε πάθους. Εάν πάλι πεις˙ Για ποιό λόγο η ανθρώπινη φύση έγινε από την αρχή δεκτική του θανάτου;
Θα σου πω, Εξαιτίας του αυτεξουσίου του. Διότι, εάν δεν ήμασταν δεκτικοί του θανάτου, ως αθάνατοι δεν θα ήταν δυνατόν να τιμωρηθούμε για αυτεξούσιο αμάρτημα. Έτσι εξαιτίας της απάθειάς μας, επί πλέον, έστω και αν ήμασταν με τη θέλησή μας κακοί, θα αδυνατούσε και η δικαιοσύνη, επειδή εξαιτίας της απάθειας δεν θα μπορούσαν να τιμωρηθούν αυτοί που έχουν κακές επιθυμίες.
13. Και ο Πέτρος˙ Νυν ημίν ο λόγος πρόκειται ξείξαι πως εγένετο ο πονηρός, είπερ γέγονεν, και υπό τίνος˙ το δε ει αμέμπτως, οπόταν διεξιώ το νυν ημίν προκείμενον λόγον. Τότε το πώς και δια τι εγένετο δείξω, και ότι άμεμπτος ο πεποιηκώς πληροφορήσω. Πλην έφαμεν υπό Θεού προβεβλήσθαι τας τέσσαρας ουσίας. Και ούτω βουλή του συγκρίναντος συμβέβηκεν ως ηθέλησεν η των κακών προαίρεσις. Ει γαρ παρά την προαίρεσιν αυτού ή εξ άλλης τινός ουσίας ή και προφάσεως συμβεβήκει, ουκ ην αν τω Θεώ το της βουλής βέβαιον˙ μήπως αυτού μη βουλομένου, ηγεμόνες αεί κακίας συμβήσωνται προσπολεμούντες αυτού τοις βουλήμασιν. Αλλά ταύτα ούτως έχειν αδύνατον. Ουδέν γαρ ζώον και ταύτα ηγεμονικόν εκ συμβεβηκότος γενέσθαι δύναται˙ ανάγκη γαρ παν το γινόμενον υπό τινός γίνεσθαι.
14. Και ο Σίμων˙ Τί δε ει η ύλη, αυτώ σύγχρονος ούσα και ισοδύναμος, ως εχθρά προβάλλει αυτώ ηγεμόνας, εμποδίζοντας αυτού τοις βουλήμασιν;
Και ο Πέτρος˙ Ει αΐδιός εστίν η ύλη, ουδέ εχθρά τινός εστίν˙ το γαρ αεί ον και απαθές εστίν, απαθές δε ον, μακάριόν εστίν, μακάριόν δε ον, έχθρας δεκτικόν γενέσθαι ου δύναται, αϊδίω κτείσει στερηθήναί τινός μη πεφοβημένη. Πώς δε ουχί μάλλον αγαπά τον δημιουργόν η ύλη, οπότε φαίνεται καρπούς εκφύουσα εις τροφήν πάντων των υπ’ αυτού γεγενημένων; Πώς δ’ ουχ ως κρείττονα πεφόβηται, ως και δια των σεισμών τρέμουσα ομολογεί, και ως μεγάλα κυματουμένη, τω Διδασκάλω πλέοντι και γαλήνην επιτάξαντι, τάχιστα πεισθείσα ησύχασεν; Τί δε και οι δαίμονες ου μετά του φοβείσθαι και προτιμάν εξέβαινον, άλλοι δε εις χοίρους εισελθείν άνευ της αυτού συγχωρήσεως εξουσίαν έχοντες;
15. Και ο Σίμων˙ Τί δε ει άψυχος ούσα φύσιν έχει εμφύειν τα κακά και τα αγαθά;
Και ο Πέτρος˙ Κατά τον λόγον τούτον ούτε αγαθή εστίν, ούτε κακή, ότι μη προαιρέσει πράττει, άψυχος ούσα και αναίσθητος. Διο και ενταύθα διιδείν έστιν, πώς άψυχος ούσα έμψυχος προβάλλει, και αναίσθητος ούσα τεχνικά σχήματα, τα τε ζώων και φυτών, δημιουργούσα φαίνεται.
Και ο Σίμων˙ Τί δε ει ο Θεός αυτός ενεψύχωσεν αυτήν και αυτός αίτιός εστίν ων αυτή τίκτει κακών;
Και ο Πέτρος˙ Ει ο Θεός αυτήν ενεψύχωσε κατά την αυτού βούλησιν, το αυτού πνεύμα αυτήν εργάζεται και ουκέτι τω Θεώ εχθρόν τι εστίν ή ισοδύναμον ή αδύνατον, ότι παν το γινόμενον υπ’ αυτού, ως θέλει, γίνεται. Άλλ’ ερείς˙ Αυτός της κακίας αίτιος είπερ αυτός δι’ αυτής εργάζεται τα κακά. Ποία άρα ερείς τα κακά; Ερπετά ιοβόλα και βοτάνας θανασίμους, ή δαίμονας ή και άλλα τινά των ανθρώποις οχλείν δυναμένων, άπερ τα νυν χαλεπά ουκ αν ην, ει μη ημαρτήκει ο άνθρωπος, ου ένεκεν θάνατος παρεισήλθεν; Αναμαρτήτου γαρ όντος του ανθρώπου ουχ ερπετών ο ιός ειργάζετο, ου των κακών βοτανών προσείναι φύσιν είχεν˙ δι’ αμαρτίαν δε εκπεσών του αθάνατος είναι, ως έφην, παντός πάθους γέγονε δεκτικός. Ει δε ερείς, Δια τί ουν κατ’ αρχάς εγένετο η ανθρωπεία φύσις θανάτου δεκτική; Φημί σοι˙ Δια το αυτεξούσιον. Ει γαρ ουκ ήμεν θανάτου δεκτικοί, επί αυτεξουσίω αμαρτήματι τιμωρείσθαι ως αθάνατοι ουκ εδυνάμεθα. Και ούτω δια το απαθές πλείόν τι, καν τη προαιρέσει ήμεν κακοί, και η δικαιοσύνη εξησθένει, των κακάς εχόντων προαιρέσεις απαθείας αιτία τιμωρηθήναι μη δυναμένων.
Υποσημειώσεις.
1. Ματθ. 8, 26
2. Πρβλ. Ματθ. 8, 31
***
16. Και ο Σίμωνας σ’ αυτά απάντησε˙ Για τον πονηρό έχω να πω και κάτι άλλο. Μήπως, επειδή ο Θεός τον έκανε από το μηδέν, ως προς αυτό είναι κακός ο δημιουργός, ο οποίος έκανε αυτό που δεν υπήρχε να υπάρχει, ενώ μπορούσε να τον κάνει αγαθό, αφού αυτός που έγινε από το μηδέν δεν είχε από τη φύση του προτίμηση προς την κακία.
Και ο Πέτρος˙ Το ότι τον έκανε από το τίποτε έχοντας προαίρεση, είναι όμοιο με τον λόγο που είπαμε, ότι δηλαδή κάνοντας τον συγκερασμό των στοιχείων αυτού έτσι ώστε να χαίρεται με τα κακά, φαίνεται ότι ο ίδιος ο δημιουργός είναι αίτιος αυτού που έγινε. Αφού λοιπόν η εξήγηση και των δύο είναι μία, το γιατί τον έκανε αυτόν να χαίρεται για την καταστροφή των κακών θα το πούμε αργότερα.
Και ο Σίμωνας˙ Εάν δημιούργησε και τους αγγέλους αυτεξούσιους, και ο πονηρός απομακρύνθηκε από του να είναι δίκαιος, τότε γιατί τιμήθηκε και με εξουσία; Αυτός που τον τίμησε, με αυτό που τον τίμησε, φαίνεται σαν να χαίρεται με τους κακούς.
Και ο Πέτρος˙ Εάν, όταν αυτός έγινε αποστάτης, ο Θεός με νόμο τον όρισε να είναι αρχηγός των ομοίων του, διατάζοντάς τον να επιβάλλει την τιμωρία σ’ αυτούς που αμαρτάνουν, δεν είναι άδικος. Εάν δε τον τίμησε όταν αποστάτησε, αυτός που τον τίμησε προέβλεψε αυτό που είναι χρήσιμο, διότι και η τιμή είναι προσωρινή και διότι είναι δίκαιο οι κακοί να εξουσιάζονται από κακόν και όταν αμαρτάνουν να τιμωρούνται από αυτόν.
17. Και ο Σίμωνας˙ Μήπως, αφού είναι αιώνιος, με τον τρόπο αυτό καταργείται η μοναρχία, εφόσον συνεξουσιάζει και άλλη δύναμη, εκείνη της ύλης;
Και ο Πέτρος˙ Εάν διαφέρουν στις ουσίες, διαφέρουν και στις δυνάμεις, και όποιος είναι ανώτερος εξουσιάζει στον κατώτερο. Εάν όμως είναι από την ίδια ουσία, τότε είναι ισοδύναμοι, δεν είναι από την ίδια ουσία˙ διότι η ύλη οδηγήθηκε από τον Δημιουργό στο σχήμα του κόσμου που εκείνος ήθελε. Και φυσικά δεν μπορούμε να πούμε, ότι η ουσία υπήρχε πάντοτε, όντας ύλη ως ταμείο του Θεού. Διότι δεν μπορούμε να πούμε, ότι υπήρχε ταμείο, όταν ο Θεός ήταν ακτήμονας, αλλά ήταν πάντοτε ο μοναδικός άρχοντάς της. Γι’ αυτό και μοναδικός αιώνιος και στην υπόθεση αυτή θα μπορούσε καλώς να ειπωθεί ότι είναι αυτός που είναι και άρχοντας και αιώνιος.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Τί λοιπόν; Ο πονηρός έκανε μόνος του τον εαυτό του; και είναι τόσο αγαθός ο Θεός, ώστε, ενώ γνώριζε ότι αυτός θα γίνει για κακό, όταν έγινε δεν τον σκότωσε, τότε που ήταν δυνατό ως ατελής να σκοτωθεί; Διότι αν έγινε ξαφνικά, και άρα είναι τέλειος, και γι’ αυτό είναι τέλειος και γι’ αυτό αντιμάχεται τον δημιουργό, επειδή έγινε ξαφνικά ισοδύναμός του.
18. Και ο Πέτρος είπε˙ Λες αδύνατα πράγματα˙ διότι καθώς γινόταν σιγά – σιγά ως εχθρός από αυτόν με την προαίρεσή του, μπορούσε να τον σκοτώσει. Επειδή όμως γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτός δεν θα γίνει κακός, δεν θα τον άφηνε να γίνει, εάν δεν ήξερε καλά ότι θα του γίνει χρήσιμος. Άλλωστε δεν μπορούσε από μόνος του να γίνει ξαφνικά τέλειος. Διότι δεν μπορούσε να πλάσει τον εαυτό του αυτός που δεν υπήρχε, και ούτε τέλειος μπορεί να γίνει κάτι και από το μηδέν να έχει ουσία, και αν είναι γεννημένος, δεν μπορεί κανείς να πει ορθά ότι ισοδυναμεί με τον αιώνιο.
Και ο Σίμωνας είπε˙ Μήπως λοιπόν είναι από εκείνα που έχουν σχέση προς κάτι; Έτσι λόγου χάρη το πονηρό δεν είναι κακό μένοντας όπως το νερό στη φωτιά, αλλά είναι αγαθό στην κατάλληλα διψασμένη γη˙ όπως βέβαια και το σίδερο στη μεν γεωργία είναι καλό, στους φόνους όμως κακό˙ και η σαρκική επιθυμία στους μεν γάμους δεν είναι κακή, στην μοιχεία όμως είναι φοβερή˙ όπως και ο φόνος είναι κακό, αλλά για τον φονιά, σε σχέση μ’ εκείνο που ήθελε, είναι καλό˙ και η πλεονεξία είναι κακό, αλλά για τον πλεονέκτη ευχάριστο˙ και όσα άλλα είναι τέτοια, εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο. Με τη λογική λοιπόν αυτή ούτε το κακό είναι κακό, ούτε το αγαθό είναι αγαθό˙ διότι το καθένα προκαλεί το άλλο. Μήπως λοιπόν αυτό που φαίνεται ότι γίνεται κακώς ευχαριστεί αυτόν που το κάνει και τιμωρεί αυτόν που το υποφέρει; Και εάν θεωρείται άδικο το να ευφραίνει κανείς όσο είναι δυνατό τον εαυτό του επειδή τον αγαπά, και εξαιτίας αυτού να παθαίνει φοβερά από τον δίκαιο δικαστή, επειδή αγάπησε τον εαυτό του, σε ποιόν δεν φαίνεται άδικο αυτό;
16. Και ο Σίμων προς ταύτα έφη˙ Περί πονηρού τι έτι έχω έτερον λέγειν. Ή ότι εξ ουκ όντων αυτόν εποίησεν ο Θεός, και κατά τούτο κακός ο ποιήσας, ος το μη εποίησεν είναι, και ταύτα δυνάμενος αυτόν αγαθόν ποιήσαι τω τον γινόμενον μηδέν προς κακίας προαίρεσιν ιδίαν κεκτήσθαι φύσιν.
Και ο Πέτρος˙ Το εξ ουκ όντων αυτόν ποιήσαι προαίρεσιν έχοντα, όμοιόν εστίν ω προειρήκαμεν λόγω, ότι προς το χαίρειν αυτόν κακοίς την κράσιν ποιήσας αυτός αίτιος φαίνεται του γενομένου. Μιας ουν ούσης της αμφοτέρων επιλύσεως, το δια τι χαίρειν αυτόν επ’ ολέθρου κακών εποίησεν ύστερον ερούμεν.
Και ο Σίμων˙ Ει αυτεξουσίους εποίησε και τους αγγέλους, ο δε πονηρός απέστη του δίκαιος είναι, και δια τι αρχή τετίμηται; Ο τιμήσας δι’ ου τετίμηκεν, ως κακοίς χαίρων φαίνεται.
Και ο Πέτρος˙ Ει αποστάντα αυτόν ο Θεός άρχειν των ομοίων κατέστησε νόμω, την τιμωρίαν επάγειν τοις αμαρτάνουσι κελεύσας αυτώ, ουκ άδικός εστίν. Ει δε ότι και αποστάνται τετίμηκεν, το χρήσιμον ο τιμήσας προείδεν, ότι και η τιμή πρόσκαιρος και ότι δίκαιον τους κακούς υπό του κακού άρχεσθαι και αμαρτάνοντας υπ’ αυτού τιμωρείσθαι.
17. Και ο Σίμων˙ Μη τι αεί ων και ούτως αναιρείται τα της μοναρχίας, συναρχούσης και ετέρας της κατά την ύλην δυνάμεως;
Και ο Πέτρος˙ Ει διάφοροί εισί ταις ουσίαις, διάφοροί εισί και ταις δυνάμεσι και ο κρείττων άρχει του ήττονος. Ει δε της αυτής εισίν ουσίας, τότε ισοδύναμοι τυγχάνουσι και ομοίως αγαθοί ή κακοί. Ότι δε ουκ εισίν ισοδύναμοι, ου της αυτής ουσίας φαίνονται˙ υπό γαρ του Δημιουργού η ύλη εις οίον ηθέλησε κόσμου ηνέχθη σχήμα. Μαι μήτι γε έστιν ειπείν, ότι αεί ην ουσία, ούσα ύλη ως Θεού ταμείον. Ου γαρ έστιν ειπείν, ότι ην ταμείον, ότε ακτήμων ην ο Θεός, αλλά αεί ην μόνος άρχων αυτής. Διο και αΐδιος μόνος, και επί ταύτη τη υποθέσει καλώς αν λέγοιτο όντος και του άρχοντος και του αϊδίου.
Και ο Σίμων έφη˙ Τί ουν εαυτόν εποίησεν ο πονηρός; Και ούτως αγαθός ο Θεός, ότι, ειδώς αυτόν επί κακώ εσόμενον, γινόμενον αυτόν ουκ ανείλεν, ότε ως ατελής αναιρεθήναι δυνατός ην; Ει γαρ εξαίφνης συμβέβηκε και ταύτα τέλειος, και δια ταύτα τέλειος και δια ταύτα προσπολεμεί τω Δημιουργώ, ως εξαίφνης ισοδύναμος αυτώ γεγονώς.
18. Και ο Πέτρος˙ Αδύνατα λέγεις˙ και γαρ κατ’ ολίγον γινόμενον αυτόν ως εχθρόν υπ’ αυτού προαιρέσει ανελείν ηδύνατο. Και προγινώσκων γίνεσθαι αυτόν ου καλόν, ου συνεχώρει, ει μη προς αυτώ χρήσιμον γινόμενον ηπίστατο. Και τέλειος εξαίφνης αφ’ εαυτού γενέσθαι, ουχ οίός τε ην. Εαυτόν γαρ ο μήπω ων πλάττειν ουκ αδύνατο, και τέλειος ούτε εξ ουκ όντων γενέσθαι τι ουσίαν έχειν δύναται, και γεννητόν υπάρχοντα τω αεί ισοδυναμείν ουκ ορθώς αν είποι τις.
Και ο Σίμων˙ Μήτι ουν των προς τί εστίν; Και ούτω πονηρόν ουκ έστι κακόν μένον ως ύδωρ πυρί, αγαθόν δε τη ευκαίρως διψώση γη˙ ώσπερ γε και σίδηρος εις μεν γεωργίαν καλός, εις δε φόνους κακός, και η επιθυμία δε εις μεν γάμους ου κακή, εις δε μοιχείαν χαλεπή, ως και το φονεύσαι κακόν, αλλά τω φονεύσαντι προς ο βεβούλευται καλόν, και η πλεονεξία κακόν, αλλά τω πλεονεκτούντι ηδύ, και όσα τοιαύτα τυγχάνει τούτον περιέχει τον τρόπον, τούτω δε τω λόγω ούτε το κακόν κακόν εστίν, ούτε το αγαθόν αγαθόν τυγχάνει˙ εκάτερον γαρ το έτερον εργάζεται. Μήτι γε το δοκούν κακώς γίνεσθαι ευφραίνει μεν τον ποιούντα, κολάζει δε τον πάσχοντα; Και ει άδικον δοκεί τον εαυτόν αγαπήσαντα ευφραίνειν ως δυνατόν εστίν, και δια τούτο χαλεπά πείθεσθαι υπό δικαίου δικαστού περί του εαυτόν ηγαπηκέναι, τίνι ουκ άδικον φαίνεται;
Από την συλλογή: Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα (3).
Κλημέντια Β’: Προς Κορινθίους Α’ – Β’, Μαρτύριον Κλήμεντος.
Εκδότης ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Σειρά: ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 118
Χρονολογία Έκδοσης, Δεκέμβριος 1994
Μετάφραση (Νεοελληνική απόδοση), Παπαευαγγέλου Παναγιώτης.
Επιμέλεια, ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη.
Παράβαλε και:
Εκ “των Πέτρου επιδημιών κηρυγμάτων επιτομή”: (Εισαγωγή).
